Ας ακούσουμε τη σπαρακτική φωνή μιας μαθήτριας που αγωνιά για το παρόν και το μέλλον αυτού του τόπου. Μιας μαθήτριας που επιμένει πεισματικά να πονάει για την δυστυχία γύρω της και να ανειρεύεται έναν πιο δίκαιο και όμορφο κόσμο.
Στην αρχαία ελληνική σκέψη υπάρχει σαφής αντίθεση ανάμεσα στη φύση και στο νόμο. Ο ανθρώπινος νόμος είναι το αντίθετο του φυσικού. Πιο σωστά, είναι μια προσπάθεια να ελεγχθεί ο φυσικός νόμος και να περιοριστεί στα φυσικά του όρια. Αυτό, άλλωστε, εννοεί και ο Χουζίνγκα όταν λέει πως ο πολιτισμός είναι η κοινωνικοποίηση της φύσης:
Μια μετατροπή του φυσικού σε κοινωνικό. Ας πούμε του δέντρου σε οικοδομήσιμη σανίδα και του ασβεστόλιθου σε ασβέστη. Δεν μπορείς να απαγορεύσεις δια νόμου στη θύελλα να σε φορτώσει με κεραυνούς. Μπορείς όμως να απαγορεύσεις την κυκλοφορία σε ώρα θυέλλης στα μέρη όπου πέφτουν συχνά κεραυνοί.
Μ άλλα λόγια η οργανωμένη κοινωνία είναι το ακριβώς αντίθετο της «φυσικής ζωής». Άλλωστε ο πολιτισμός, όπως δηλώνει η λέξη, θα προκύψει στην πόλη, όχι στην ύπαιθρο. Το ίδιο και η πολιτική, που κι αυτή είναι ομόρριζη με τη λέξη πόλις.
Όμως, η πόλη στις αρχές του παρακμιακού για τη δημοκρατία 4ου αιώνα τα έχει κάνει όλα άνω κάτω με την οχλοκρατία στην οποία έχει εκπέσει η δημοκρατία του 5ου αιώνα, του «χρυσού». Τώρα ακόμα και οι λιγότερο εξαθλιωμένοι σκοτώνουν τους κατέχοντες μόνο και μόνο γιατί είναι πλούσιοι. Και ο εκβαρβαρισμός εδραιώνεται με ακατανόμαστες φρικαλεότητες. Μέσα σ αυτό το κλίμα σύγχυσης, ο Αντιφών θα βάλει τα πράγματα στη θέση τους λέγοντας εκείνο το περίφημο
«επεί φύσει πάντα πάντες ομοίως πεφύκαμενκαιβάρβαροικαι Έλληνεςείναι» (Η φύση δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε Έλληνες και βάρβαρους)
Που σημαίνει πως οι Έλληνες πήραν τα προνόμιά τους από την κοινωνία που έφτιαξαν και όχι από τη φύση, ή τους θεούς. Αν δούμε τα πράγματα στη φυσική τους κατάσταση αποκλείεται να μην σεβαστούμε τους βαρβάρους.
Με επιχείρημα τη φυσική απαίτηση για μια «ελευθερία για όλους», πολιτισμένους και απολίτιστους, ο Αντιφών θα αρπάξει τα ιδεολογικά όπλα από τους οπαδούς του ζωωδώς φυσικού και με αυτά θα περιχαρακώσει τα όρια της ανθρώπινης φύσης. Για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία εμφανίζεται τώρα ένα σαφές αίτημα οικουμενικότητας. Οι κάτοικοι όλης της οικουμένης (της κατοικημένης από ανθρώπους περιοχής της γης) έχουν τα ίδια δικαιώματα για μόνο το λόγο πως είναι άνθρωποι. Άλλωστε και ο Πλάτων κάνει λόγο για
«συμπολίτες εκ φύσεως»
Που σημαίνει πως όλοι θα μπορούσαν να νοιώθουν ίδιοι κι απαράλλαχτοι αρκεί όλοι να σέβονται τους ίδιους νόμους ή τους ίδιους φιλοσόφους – βασιλείς. Πάντως, οι φιλόσοφοι – βασιλείς στο πλατωνικό σύστημα δεν έχουν προκαταλήψεις ως προς τη φύση των διοικούμενων, που μπορεί μα είναι και βάρβαροι. Αλλά και οι διοικούντες μπορεί να είναι πρώην βάρβαροι που εκπολιτίστηκαν και έγιναν φιλόσοφοι άξιοι να κυβερνήσουν.
Στο αρχαίο ελληνικό πνεύμα δεν υπάρχει ίχνος ρατσισμού. Ούτε στον αριστοκράτη Πλάτωνα.
Το πείραμα του Μίλγκραμ είναι ένα από τα πιο γνωστά αντιδεοντολογικά πειράματα της ψυχολογίας, ουσιαστικά μια «φάρσα» που ξεγύμνωσε την ανθρώπινη ψυχή. Το 1961, ο είκοσι εφτάχρονος Στάνλει Μίλγκραμ, επίκουρος καθηγητής ψυχολογίας στο Γέιλ, αποφάσισε να μελετήσει την υπακοή στην εξουσία. Είχαν περάσει λίγα μόνο χρόνια από τα φρικτά εγκλήματα των Ναζί και γινόταν μια προσπάθεια κατανόησης της συμπεριφοράς των απλών στρατιωτών και αξιωματικών των SS, οι οποίοι είχαν εξολοθρεύσει εκατομμύρια αμάχων.
Η ευρέως αποδεκτή εξήγηση –πριν το πείραμα του Μίλγκραμ- ήταν η αυταρχική τευτονική διαπαιδαγώγηση και η καταπιεσμένη –κυρίως σεξουαλικά- παιδική ηλικία των Γερμανών. Όμως ο Μίλγκραμ ήταν κοινωνικός ψυχολόγος και πίστευε ότι αυτού του είδους η υπακοή –που οδηγεί στο έγκλημα- δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο της προσωπικότητας, αλλά περισσότερο των πιεστικών συνθηκών. Και το απέδειξε κάνοντας τη «φάρσα» του.
Τα υποκείμενα του πειράματος ήταν εθελοντές, κυρίως φοιτητές, οι οποίοι καλούνταν έναντι αμοιβής να συμμετέχουν σε ένα ψυχολογικό πείραμα σχετικό με τη μνήμη. Χώριζε τους φοιτητές σε ζεύγη και –μετά από μια εικονική κλήρωση- ο ένας έπαιρνε το ρόλο του «μαθητευομένου» και ο άλλος του «δασκάλου».
Ο έκπληκτος «μαθητευόμενος» δενόταν χειροπόδαρα σε μια ηλεκτρική καρέκλα και του περνούσαν ηλεκτρόδια σε όλο το σώμα. Έπειτα του έδιναν να μάθει δέκα ζεύγη λέξεων.
Ο «δάσκαλος», από την άλλη, καθόταν μπροστά σε μια κονσόλα ηλεκτρικής γεννήτριας. Μπροστά του δέκα κουμπιά με ενδείξεις: «15 βολτ, 30 βολτ, 50 βολτ κλπ.» Το τελευταίο κουμπί έγραφε: «450 βολτ. Προσοχή! Κίνδυνος!»
Πίσω από το «δάσκαλο» στεκόταν ο πειραματιστής, ο υπεύθυνος του πειράματος. (Και περνάμε σε ενεστώτα για να γίνουμε μέτοχοι της στιγμής.)
«Θα λέτε την πρώτη λέξη από τα ζεύγη στο μαθητευόμενο. Αν κάνει λάθος θα σηκώσετε το πρώτο μοχλό και θα υποστεί ένα ηλεκτροσόκ 15 βολτ. Σε κάθε λάθος θα σηκώνετε τον αμέσως επόμενο μοχλό», λέει ο πειραματιστής και ο «δάσκαλος» αισθάνεται ήδη καλά που δεν του έτυχε στην κλήρωση ο άλλος ρόλος.
Το πείραμα ξεκινάει. Ο «δάσκαλος» λέει τις λέξεις από το μικρόφωνο. Ο «μαθητευόμενος», ήδη τρομαγμένος, απαντάει σωστά, αλλά όχι για πολύ. Μόλις κάνει το πρώτο λάθος ο «δάσκαλος» γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος του λέει να προχωρήσει στο πρώτο ηλεκτροσόκ. Ο «δάσκαλος» υπακούει. 15 βολτ δεν είναι πολλά, αλλά ο «μαθητευόμενος» έχει αλλάξει ήδη γνώμη. Παρ’ όλα αυτά απαντάει σωστά σε άλλη μια ερώτηση, αλλά στο επόμενο λάθος δέχεται 30 βολτ. «Αφήστε να φύγω», λέει ο «μαθητευόμενος» που δεν μπορεί να λυθεί. «Δε θέλω να συμμετάσχω σε αυτό το πείραμα.» Ο «δάσκαλος» κοιτάει τον πειραματιστή. Εκείνος του κάνει νόημα να συνεχίσει.
Τα βολτ αυξάνονται και τώρα πια ο πόνος είναι εμφανής στο πρόσωπο του «μαθητευόμενου», που εκλιπαρεί να τον αφήσουν ελεύθερο. Στα 200 βολτ ταρακουνιέται ολόκληρος. Ο «δάσκαλος» πριν κάθε ηλεκτροσόκ γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος, με σταθερή φωνή, του λέει ότι το πείραμα πρέπει να συνεχιστεί. Ο «δάσκαλος» συνεχίζει να βασανίζει έναν άγνωστο, έναν απλό φοιτητή που κλαίει, ζητάει τη βοήθεια του Θεού και παρακαλεί να τον λυπηθούν. Δεν μπορεί πια να απαντήσει στις ερωτήσεις, αλλά ο πειραματιστής λέει στο «δάσκαλο»:
«Τη σιωπή την εκλαμβάνουμε ως αποτυχημένη απάντηση και συνεχίζουμε με την τιμωρία.»
Στα 345 βολτ ο «μαθητευόμενος» τραντάζεται ολόκληρος, ουρλιάζει και χάνει τις αισθήσεις του.
Ο «δάσκαλος», ιδρωμένος και με τα χέρια του να τρέμουν, κοιτάει τον πειραματιστή.
«Μην ανησυχείτε», λέει εκείνος, «το πείραμα είναι απολύτως ελεγχόμενο… Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»
«Μα είναι λιπόθυμος», λέει ο «δάσκαλος».
«Δεν έχει καμιά σημασία. Το πείραμα πρέπει να ολοκληρωθεί. Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»
Πόσοι από τους εθελοντές έφτασαν ως τον τελευταίο μοχλό;
Πριν ξεκινήσει το πείραμα του ο Μίλγκραμ είχε κάνει μια «δημοσκόπηση» ανάμεσα στους ψυχιάτρους και στους ψυχολόγους, ρωτώντας ‘τους τι ποσοστό των εθελοντών θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό.
Σχεδόν όλοι απάντησαν ότι κανείς δε θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό, πέρα ίσως από κάποια άτομα με κρυπτοσαδιστικές τάσεις, καθαρά παθολογικές.
Δυστυχώς έκαναν λάθος.
Μόλις το 5% των «δασκάλων» αρνήθηκαν εξ’ αρχής να συμμετάσχουν σε ένα τέτοιο πείραμα και αποχώρησαν –συνήθως βρίζοντας τον πειραματιστή. Το υπόλοιπο 95% προχώρησε πολύ το πείραμα, πάνω από τα 150 βολτ. Και το 65%… Έφτασε μέχρι τον τελευταίο μοχλό, τα πιθανότατα θανατηφόρα 450 βολτ!
Που έγκειται η φάρσα;
Ο «μαθητευόμενος» δεν ήταν φοιτητής, αλλά ηθοποιός, που είχε προσληφθεί από το Μίλγκραμ για αυτόν ακριβώς το «ρόλο». Δεν υπήρχε ηλεκτρισμός ούτε ηλεκτροσόκ. Ο ηθοποιός υποκρινόταν. Το μοναδικό πειραματόζωο ήταν ο «δάσκαλος». Όμως τα αποτελέσματα ήταν αληθινά: Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων θα υπακούσει και θα βασανίσει –ίσως και θα σκοτώσει- έναν άγνωστο του, αρκεί να δέχεται εντολές από κάποιον με κύρος (στην προκειμένη περίπτωση επιστημονικό) και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι δεν τον βαρύνει η ευθύνη για ό,τι συμβεί –αφού εκείνος «απλά ακολουθούσε τις διαταγές». Και φυσικά οι περισσότεροι από εμάς θα σκεφτούν όταν μάθουν για αυτό το πείραμα: «Εγώ αποκλείεται να έφτανα ως τον τελευταίο μοχλό.»
Όμως δείτε τι συμβαίνει στην κοινωνία μας, κάθε μέρα.
Ο υπάλληλος της ΔΕΗ που δέχεται να κόψει το ρεύμα από έναν άνεργο ή άπορο, ξέροντας ότι έτσι τον ταπεινώνει, τον υποβάλει σε ένα διαρκές βασανιστήριο και πιθανότατα θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του, ανήκει στο 65% του τελευταίου μοχλού. Και δεν είναι καθόλου κρυπτοσαδιστής. Απλά ακολουθάει τις εντολές που του έδωσαν.
Ο υπάλληλος του σούπερ-μάρκετ που σου δίνει το χαλασμένο ψάρι και σε διαβεβαιώνει ότι είναι φρέσκο (μιλώ εξ’ ιδίας πείρας, ως αγοραστής) δε σε μισεί, παρότι γνωρίζει ότι μπορεί να πάθεις και δηλητηρίαση. Απλώς ακολουθάει εντολές. Ο αστυνομικός ο οποίος ραντίζει με χημικά τους διαδηλωτές δεν είναι κρυπτοσαδιστής –αν και πολλοί θα διαφωνήσουν στο συγκεκριμένο παράδειγμα. Απλώς κάνει τη δουλειά του. Ο υπάλληλος της εφορίας ή της τράπεζας που υπογράφει την κατάσχεση κάποιου σπιτιού για 1.000 ευρώ χρέος, θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό στο πείραμα. Γιατί υπακούει.
Ο πολιτικός που υπογράφει το μνημόνιο το οποίο οδηγεί ένα ολόκληρο έθνος στην εξαθλίωση του νεοφιλελευθερισμού θα έφτανε μέχρι τον τελευταίο μοχλό. Και αυτός υπακούει, σε εντολές πολύ πιο ισχυρές από εκείνες του πειραματιστή με την άσπρη φόρμα. Αν όμως δούμε το πείραμα του Μίλγκραμ από την ανθρωπιστική-ηθική του πλευρά (από την πλευρά του 5% που αρνήθηκε να υπακούσει) θα καταλάβουμε ότι κανένας δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Αν σε διατάζουν να κάνεις κάτι που προκαλεί κακό στον άλλον, στο συμπολίτη σου, σε έναν μετανάστη, σε έναν άνθρωπο (ή σε ένα ζώο, αλλά αυτό περιπλέκει πολύ τα πράγματα, εφόσον συνεχίζουμε να τρώμε κρέας), πρέπει να αρνηθείς να υπακούσεις. Ακόμα κι αν χάσεις το μπόνους παραγωγικότητας, την προαγωγή, την επανεκλογή, τη δουλειά σου.
Μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να αρνηθούμε να υπακούσουμε στις «μικρές» και καθημερινές εντολές βίας –με τις οποίες οι περισσότεροι ασυνείδητα συμμορφωνόμαστε, μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να προβούμε σε μια γενικευμένη και μέχρι τέλους πολιτική, κοινωνική, καταναλωτική ανυπακοή, μόνο όταν μάθουμε να συμπεριφερόμαστε ως αυτεξούσιοι άνθρωποι και όχι ως ανεύθυνοι υπάλληλοι, μόνο τότε θα μπορέσουμε να γκρεμίσουμε τη λαίλαπα του νεοφιλελευθερισμού που μας θέλει υπάνθρωπους, υπάκουους και υπόδουλους.
Και μια τελευταία παρατήρηση:
Τα υποκείμενα του πειράματος του Μίλγκραμ, οι εθελοντές φοιτητές, μάθαιναν από εκείνον ποιος ήταν ο στόχος του πειράματος. Μάθαιναν ότι ο «μαθητευόμενος» ήταν ηθοποιός και ότι δεν είχε ποτέ υποστεί ηλεκτροσόκ. Ο Μίλγκραμ το έκανε αυτό για να τους ανακουφίσει, αλλά πέτυχε το ακριβώς αντίθετο. Αυτοί οι άνθρωποι, ειδικά το 65% που είχε φτάσει ως τον τελευταίο μοχλό, πέρασαν την υπόλοιπη ζωή τους κυνηγημένοι από τις Ερινύες της πράξης τους. Γιατί συνειδητοποίησαν ότι δεν ήταν τόσο αθώοι και τόσο «καλοί» όσο ήθελαν να πιστεύουν για τον εαυτό τους.
Γιώργος Κηρύκου (1955-1993): Η ιστορία ενός εκ των «άγνωστων» αγωνιστών του Πολυτεχνείου
Η φωτογραφία που τον δείχνει ανεβασμένο στην πύλη του Πολυτεχνείου, ανεμίζοντας την ελληνική σημαία και φωνάζοντας συνθήματα “Κάτω η χούντα” και “Επανάσταση λαέ“, είναι πασίγνωστη.
Ονομαζόταν Γιώργος Κηρύκου, καταγόταν από την Ικαρία, ένα από τα 5 παιδιά της οικογένειάς του, και το 1973 ήταν 18 χρονών.Είχε έλθει στην Αθήνα να βρει την τύχη του και δούλευε περιστασιακά οικοδόμος και ελαιοχρωματιστής. Η μεγάλη του αγάπη, όμως, ήταν η μουσική και η κιθάρα. Ερασιτέχνης μουσικός, έφτιαχνε στιχάκια και τα έντυνε με τα ακόρντα της κιθάρας του.
Η φωτογραφία που τον δείχνει ανεβασμένο στην πύλη του Πολυτεχνείου, ανεμίζοντας την ελληνική σημαία και φωνάζοντας συνθήματα “Κάτω η χούντα” και “Επανάσταση λαέ“, είναι πασίγνωστη. Τότε ήταν αρραβωνιασμένος με μια φοιτήτρια.
Μετά τα γεγονότα, συνελήφθη από τα όργανα της χούντας, κρατήθηκε στο Χαϊδάρι και βασανίστηκε. Οι γονείς του είχαν χάσει τα ίχνη του, δεν ήξεραν εάν είναι ζωντανός ή όχι. Τελικά, κατάφερε να επικοινωνήσει με την αρραβωνιαστικιά του μέσω ενός φαντάρου, κι εκείνη έστειλε γράμμα στην Ικαρία για να πει στην οικογένεια ότι είναι ζωντανός.
Αργότερα μπαρκάρισε στα καράβια, ξαναγύρισε γιατί ήταν “παράνομος”, πήγε στην Αμερική, παντρεύτηκε, έκανε έναν γιο, και δούλευε μουσικός στην Αστόρια. Χώρισε, γύρισε στην Ικαρία στην μάνα του και στις αδελφές του, έκανε έναν δεύτερο γάμο, και έκανε μαθήματα κιθάρας σε παιδιά. Το παρατσούκλι του ήταν “Αλμπάνο“
Το καλοκαίρι του 1993, με τις φοβερές πυρκαγιές στο νησί που κόστισαν 13 νεκρούς, σε ηλικία 38 ετών, μαζί με δυο φίλους του, βοηθούσε να αντιμετωπιστεί η καταστροφή. Οταν άκουσε για 4 γέροντες εγκλωβισμένους που κινδύνευε η ζωή τους, πήγε εκεί. Προσπάθησε να σώσει μια γριούλα από την φωτιά, την πήρε στην πλάτη του για να την μεταφέρει, όμως ο αέρας άλλαξε κατεύθυνση και η φωτιά γύρισε. Εγκλωβίστηκαν όλοι εκεί, κι εκεί έχασε τη ζωή του.
Αυτή ήταν, εν συντομία, η ιστορία του Γιώργου Κηρύκου. Αλλά δεν είναι η ιστορία του Γιώργου Κηρύκου μόνο. Είναι και η ιστορία των χιλιάδων άγνωστων “ανώνυμων” ανιδιοτελών αγωνιστών του Πολυτεχνείου, που ποτέ δεν ζήτησαν τίποτε και ποτέ δεν εξαργύρωσαν εκείνους τους αγώνες.
… Εγώ είμαι της θύελλας
γι’ αυτό σ’ αγαπώ
είμαι της λαίλαπας
γι’ αυτό σ’ αγαπώ
είναι που εντός μου είσαι η δίνη
είναι που έσπασες τον άξονα
που κράταγε την τάξη
κι όλα γίναν ιαχές
νικηφόρα έξαλλα φωνήεντα
γι’ αυτό σ’ αγαπώ…
Ω αρπίστρια του νου μου
στις φλέβες μου άπιαστη σαΐτα
σαν με κοιτάζεις.
Τι βουητό βυθού
Τι έλξη στο λαβύρινθό μου
τ’ όνομά σου.
Στο κρυφό χώμα μου
τ’ άγιο τ’ απάτητο
τ’ αχνάρι που άφησες, η λάρνακά μου.
Λες τον έρωτα δεσμώτη
Λέω τον έρωτα λυόμενο
Ο ένας καταπάνω τ’ αλλουνού
για τράκο κίνησαν οι δυο κουρσάροι
Άμοιρη δεν τόξερες
που ήμουνα γυάλινος
Πως θα γινόμουν θρύψαλα
Πριν καν με αγγίσεις.
.
Ο Γεώργιος Κοντογιώργης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1920 στον Πειραιά από κεφαλονίτες γονείς. Μετά την ολοκλήρωση των εγκύκλιων σπουδών του το 1937, ενεγράφη στο Μαθηματικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, από το οποίο αποφοίτησε το 1941. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ.
Το 1943 δημοσιεύει το πρώτο του ποίημα στο περιοδικό Νέα Κατεύθυνση και τον ίδιο χρόνο εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Fuga. Με την ελλειπτική και ανορθόδοξη γραφή του και τις πολλές επιδράσεις από τον Εμπειρίκο, δείχνει μία εντελώς αδέσμευτη φαντασία. Στα ποιήματά του αυτά δεν υπάρχει απολύτως καμία αναφορά στις συνθήκες της εποχής του. Αντίθετα, οι τίτλοι τους παραπέμπουν στα δύο σταθερά ενδιαφέροντά του: τη μουσική και την επιστήμη.
Το 1947 εξορίζεται στην Ικαρία, λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεών του και το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου μετάγεται στη Μακρόνησο. Απολύεται το 1949, με τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου. Το ενδιαφέρον στην περίπτωσή του είναι ότι παρέμεινε μακριά από κομματικές γραμμές και ιδεολογικούς δογματισμούς. Το 1951, συμμετέχει στην έκδοση του περιοδικού Στόχος, μαζί με τους Παπαδίτσα, Πολυδούρη, Δάλλα κ.ά.
Τα πολιτικά του φρονήματα του έφραξαν τον δρόμο προς το Δημόσιο κι έτσι αναγκάστηκε να δουλέψει στην ιδιωτική εκπαίδευση. Από το 1958 έως το 1962 εργάζεται στη Σύρο, όπου φτιάχνει δικό του φροντιστήριο. Το 1961, μετά από δέκα χρόνια σιωπής, επανεμφανίζεται στα γράμματα με την ποιητική συλλογή Διασπορά. Από τότε η παρουσία του στα ποιητικά πράγματα υπήρξε συνεχής.
Το 1963 μετακομίζει στην Αθήνα και διδάσκει σε φροντιστήρια υποψηφίων για τα ΑΕΙ, έως το 1973, οπότε προσλαμβάνεται στη Σχολή Μωραΐτη. Το 1979 διορίζεται για πρώτη φορά στο Δημόσιο, από το οποίο ήταν αποκλεισμένος λόγω πολιτικών φρονημάτων και συνταξιοδοτείται το 1986, έχοντας διατελέσει σύμβουλος στο Υπουργείο Παιδείας. Το 1983 τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό Βραβείο ποίησης για τη συλλογή του In Perpetuum. Ήταν ιδρυτικό μέλος και στη διετία 1984-1986 αντιπρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων.
Ο Έκτωρ Κακαναβάτος υπήρξε ένας από τους γνησιότερους και συνεπέστερους εκπροσώπους του υπερρεαλισμού στη χώρα μας, βαδίζοντας στα χνάρια του Εμπειρίκου, του Κάλας και του Εγγονόπουλου , μαζί τους Μάτση Χατζηλαζάρου, Μαντώ Αρβαντινού, Γιώργο Λίκο, Δημήτρη Παπαδίτσα, Μίλτο Σαχτούρη και Νάνο Βαλαωρίτη. Το ποιητικό του σύμπαν χτίστηκε ακόμη από τα ρητορικά και ενοραματικά υλικά του δημοτικού τραγουδιού, του Παλαμά, του Σικελιανού και του Ελύτη.
Έφτασε στα άκρα την αυτόματη γραφή, ζωντανεύοντάς τη με στοιχεία από την επιστήμη των μαθηματικών και τη θεωρία του χάους. Όντας καθηγητής μαθηματικών είναι προφανώς ο πρώτος έλληνας ποιητής που ασχολήθηκε με την κοσμολογία της μετα-αϊνστάνειας φυσικής και βέβαια ο πρώτος που σ’ ένα ποίημα του 1964 αναφέρεται σε μία τεχνητή γλώσσα των υπολογιστών (η σκέψη από την γενιά του αλγόλ, από τη συλλογή Η κλίμακα του λίθου).
«Τα ποιήματα του Κακναβάτου, αν και εκ πρώτης όψεως μοιάζουν µε εκθαμβωτικά λεκτικά πυροτεχνήματα, εντούτοις οργανώνουν ένα συνεκτικό, σθεναρό, αισιόδοξα προτρεπτικό λόγο, που αποσκοπεί να “ιδρύσει μια άλλη πραγματικότητα”, ικανή να συμφιλιώσει τον άνθρωπο µε τις “ακαταµάχητα αβέβαιες”, χαοτικές διαστάσεις του κόσµου» σημειώνει ο ομότεχνός του Χάρης Βλαβιανός.
Εκτός από το ποιητικό, ο Κακαναβάτος μας άφησε και αξιόλογο μεταφραστικό έργο. Πέθανε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2010, σε ηλικία 90 ετών.
Στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή δίνεται η απάντηση για το ποιος πρέπει να αποφασίζει και κυρίως με ποια κριτήρια, πάνω σε ζητήματα που έχουν καθολική και διαχρονική αξία. Εδώ η Αντιγόνη και ο Κρέων εκπροσωπούν δύο αντιμαχόμενες αρχές. Τους νόμους των ανθρώπων και τους νόμους των θεών , τις οποίες όμως ο ποιητής δεν τις θεωρεί απόλυτα ασυμβίβαστες, μια και ο άνθρωπος μπορεί να τις συνυφάνει. Και όμως και η Αντιγόνη και ο Κρέων υπερασπίζονται απόλυτα τις αρχές τους και έτσι και οι δύο διαπράττουν την ύβρη.
Εδώ να υπογραμμιστεί ότι η Αντιγόνη παρόλο που υπερασπίζεται πνευματικές αρχές, δε σημαίνει ότι δεν υπερβαίνει τα όρια. Η ίδια μάλιστα δεν αμφισβητεί από τον Κρέοντα να τη θανατώσει . Αρκείται να διαδηλώνει με το θάνατό της που ελεύθερα διάλεξε, την υπεροχή της πνευματικήςτάξης, που η ίδια ενσαρκώνει απέναντι στην πολιτική τάξη. Παρόλα αυτά είναι και η ίδια εκτός δικαίου γιατί καμία πόλη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς νόμους και χωρίς την τήρηση και την εφαρμογή τους. Πράγματι καμία πόλη δεν θα δέχονταν να τηνπροδώσει κάποιος πολίτης της και να επιτεθεί εναντίον της, όπως έκανε οΠολυνείκης.
Από την άλλη ο Κρέων επιμένει σε μια απόφαση που είναι καθαρά πολιτική, χωρίς να λάβει υπόψιν ότι μπορεί να έχει το δικαίωμα να απαγορεύσει την ταφή, όχι όμως και το χρέος της Αντιγόνης απέναντι στο εθιμικό και θεϊκό δίκαιο. Έτσι για ζητήματα που συνδέονται με τη ζωή, τον θάνατο, τον ενταφιασμό και την τήρηση των παραδόσεων,μια ορθή πολιτική απόφαση οφείλει να συνυπολογίζει όλους τους παράγοντες, πέρα από τους καθαρά πολιτικούς. Αλλά ακόμη και όταν νομίζουμε, για τους πιο βάσιμους λόγους, ότι έχουμε πάρει τη σωστή απόφαση, η απόφαση αυτή μπορεί να αποδειχτεί κακή, ακόμη και καταστροφική.Τίποτε δεν μπορεί να εγγυηθεί εκ των προτέρων την ορθότητα μιας πράξης- ούτε ή λογική, λέει ο Κ.Καστοριάδης . Και πάνω από όλα αυτά μεγαλύτερη τρέλα είναι να αξιώνεις να είσαι σοφός μόνος σου- μόνος φρονεῖν-(στ. 707) 4 , όπως κατηγορεί ο Αίμων τον πατέρα του Κρέοντα.
Τελικά σε ποιο σημείο συντελείται η ύβρις από τους δύο πρωταγωνιστές του δράματος; Η ύβρις συνίσταται στο ότι δεν έγινε δυνατή η σύζευξη, δηλαδή η συνύφανση των νόμων της πόλεως και των νόμων των θεών. Αυτό δηλαδή που προσπαθεί να πει ο Σοφοκλής στους Αθηναίους πολίτες, είναι αυτό που θα ενδιέφερε να ακούσουν και να υιοθετήσουν όχι μόνον οι σύγχρονοι Κρέοντες, οι πολιτικοί άρχοντες, αλλά και όσοι συμμετέχουν στη λήψη των αποφάσεων για τα μεγάλα ζητήματα, ότι δηλαδή κάθε πολιτική απόφαση οφείλει να λαμβάνει υπόψη της όλους τους παράγοντες που συνθέτουντην κοινωνική ζωή των ανθρώπων και τη σχέση τους με τη φύση. Ακόμη να αποφασίζουν και με έναν σχετικό σκεπτικισμό για ταπράγματα που δεν γνωρίζουν και ούτε είναι σε θέση να ξέρουν. Όπως στην περίπτωση του Οιδίποδα που δεν ήταν ο ίδιος σε θέση, όπως και ο κάθε άνθρωπος, να γνωρίζει το σύνολο των δυνάμεων που συνθέτουν την αρμονία του κόσμου.
Τελικώς αυτό που εξυμνείται στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, δεν είναι η υπακοή στους θεϊκούς νόμους όταν αυτοί συγκρούονται με τους νόμους της πόλης, καθότι κάτι τέτοιο θα κατέληγε στην ακύρωση της πόλης, αυτού του μοναδικού δημιουργήματος στην πορεία της ανθρώπινης εξέλιξης. Αυτό λοιπόν που εξυμνείται είναι αυτό που προβάλλεται στους τελευταίους στίχους της τραγωδίας (1347) 4 , είναι το «φρονεῖν» , δηλαδή η συνεκτίμηση όλων των δυνατών παραγόντων στην κρίση των ανθρώπων
Στην Πάργα και στο γραφείο του Δεσκείου Γυμνασίου σήμερα, 10/11/2014, ημέρα Δευτέρα και ώρα 12.00, συνήλθε σε συνεδρίαση η επιτροπή αξιολόγησης προσφορών για την εκδρομή της Β΄ τάξης του σχολείου μας στην Αθήνα από 04-06/12/2014 σύμφωνα με την υπ’ αριθμόν 4/30-10-2014 απόφαση του διευθυντή του Γυμνασίου.
Αρχικά η επιτροπή άνοιξε τις προσφορές και συνέταξε τον πίνακα 1.
Στη συνέχεια μελέτησε τις προσφορές και αποφάσισε:
1) Να επιλέξει ξενοδοχείο 4* (τεσσάρων) αστέρων αφού η διαφορά τιμής μεταξύ των ξενοδοχείων 3* και 4* είναι μικρή και η τιμή του ξενοδοχείου 5* είναι υπερβολική.
2) Απορρίπτει το ξενοδοχείο ΤΙΤΑΝΙΑ διότι οι μαθητές δεν επιθυμούν ημιδιατροφή και δεν είχε ζητηθεί τέτοια προσφορά στην Πρόσκληση Εκδήλωσης Ενδιαφέροντος.
3) Από τα πρακτορεία που υπέβαλλαν προσφορές για ξενοδοχεία, επιλέχθηκε τελικά το τουριστικό γραφείο με την οικονομικότερη προσφορά που είναι το SKARPOS TOURS (58,90 ευρώ/ανά μαθητή) για 39 μαθητές.
Μετά τα παραπάνω λύνεται η συνεδρίαση και υπογράφεται το πρακτικό.
Μοιραζόμαστε την παρακάτω ιστορία μαζί σας ,που διαβάσαμε στο www.newsnowgr.com .Βοηθήστε να διαδοθεί το όμορφο μήνυμα που περιέχει.
Ποτέ μην υποτιμάτε τη δύναμη των πράξεων σας. Με μια μικρή χειρονομία, μπορείτε να αλλάξετε τη ζωή ενός ανθρώπου. Προς το καλό ή προς το κακό. Με κάποιο, μαγικό τρόπο μας οι ζωές μας μπλέκονται και επηρεάζουν τις ζωές άλλων συνανθρώπων μας. Ας προσπαθήσουμε να είμαστε αυτοί που θα σηκώσουν κάποιον άγνωστο από το χώμα και όχι αυτοί που θα τον ρίξουν σε αυτό..
Η Ιστορία
Μια μέρα, όταν πήγαινα πρώτη γυμνασίου, είδα ένα παιδί από την τάξη μου να πηγαίνει με τα πόδια στο σπίτι από το σχολείο. Το όνομά του ήταν Κάιλ…Φαινόταν σαν να κουβαλούσε μαζί του όλα τα βιβλία του. Σκέφτηκα, «Γιατί κάποιος να κουβαλάει μαζί του κάθε μέρα όλα τα βιβλία του; Θα πρέπει να είναι φυτό!»
Είχα προγραμματίσει όμορφα το Σαββατοκύριακο μου.
Το Σάββατο το βράδυ θα πήγαινα σε ένα πάρτι και το απόγευμα της Κυριακής θα συναντιόμασταν με τους φίλους μου να παίξουμε ποδόσφαιρο στο γήπεδο.
Ήμουν πολύ ενθουσιασμένος που τέλειωσε επιτέλους άλλη μια δύσκολη εβδομάδα, για αυτό και δεν του έδωσα περισσότερο σημασία. Σήκωσα τους ώμους μου και συνέχισα τον δρόμο μου.
Καθώς περπατούσα, είδα μια ομάδα παιδιών να τρέχουν προς το μέρος του. Τον πλησίασαν, πέταξαν τα βιβλία από τα χέρια του, του έβγαλαν τα γυαλιά του και τον έσπρωξαν με δύναμη. Το αγόρι προσγειώθηκε άσχημα στο χώμα.
Τον κοίταξα και είδα αυτή την τρομερή θλίψη στα μάτια του. Τον λυπήθηκα. Όταν τα αγόρια έφυγαν, τον πλησίασα για να τον βοηθήσω. Σέρνονταν στο χώμα ψάχνοντας τα γυαλιά του. Δεν δυσκολεύτηκα να δω ένα δάκρυ να κυλάει από τα μάτια του.
Τη στιγμή που του έδινα τα γυαλιά του, μου είπε «Αυτοί οι τύποι είναι ηλίθιοι. Δεν έχουν κάτι άλλο να κάνουν στη ζωή τους και ασχολούνται συνέχεια μαζί μου.»
Φόρεσε τα γυαλιά του, με κοίταξε και μου είπε «Σε ευχαριστώ!» Για πρώτη φορά τον είδα να χαμογελάει.
Ήταν ένα από εκείνα τα χαμόγελα που έδειχναν πραγματική ευγνωμοσύνη. Τον βοήθησα να μαζέψει τα βιβλία του, και τον ρώτησα πού έμενε. Όπως αποδείχθηκε, το σπίτι του ήταν πολύ κοντά στο δικό μου, οπότε τον ρώτησα γιατί δεν τον είχα δει ποτέ ξανά στο παρελθόν.
Μου είπε ότι πριν πήγαινε σε ιδιωτικό σχολείο. Δεν είχα κάνει ποτέ παρέα με κάποιον που πήγαινε σε ιδιωτικό σχολείο.
Πήρα από τα χέρια του τα μισά βιβλία του και ξεκινήσαμε να προχωράμε προς τα σπίτια μας. Σε όλη τη διαδρομή δεν σταματήσαμε να μιλάμε. Τελικά ο Κάιλ ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον παιδί και μου άρεσε η παρέα του.
Τον ρώτησα αν ήθελε να παίξει ποδόσφαιρο τη Κυριακή με μένα και με τους φίλους μου. Δέχτηκε με χαρά. Κάναμε παρέα όλο το Σαββατοκύριακο και όσο περισσότερο τον γνώριζα, τόσο πιο πολύ μου άρεσε να κάνω παρέα μαζί του. Αλλά και οι φίλοι μου είχαν την ίδια άποψη με έμενα.
Τη Δευτέρα το πρωί ήρθε στο σχολείο κουβαλώντας πάλι όλα τα βιβλία του.
Τον σταμάτησα και του είπα χαμογελαστός «Πω πω φίλε, με αυτό που κάνεις κάθε μέρα με τα βιβλία σου, δεν θα αργήσεις να αποκτήσεις μυς σε όλο σου το σώμα» . Εκείνος γέλασε και μου έδωσε να κουβαλήσω τα μισά από τα βιβλία του.
Κατά τη διάρκεια των επόμενων ετών στο σχολείο, ο Κάιλ και εγώ, γίναμε οι καλύτεροι φίλοι. Τελειώνοντας το Λύκειο αρχίσαμε να σκεφτόμαστε το κολέγιο.
Ο Κάιλ ήθελε να πάει στο Georgetown ενώ εγώ σκεφτόμουν πολύ σοβαρά το Duke. Ήξερα ότι τα χιλιόμετρα δεν θα μπορούσαν να σταθούν ποτέ εμπόδιο στη φιλία μας.
Εκείνος ήθελε να γίνει γιατρός και εγώ ήθελα να πάω στη Γυμναστική ακαδημία.
Όταν ήρθε η μέρα της αποφοίτησης ο Κάιλ ήταν αυτός που θα εκφωνούσε τον αποχαιρετιστήριο λόγο της τάξης μας. Τον πείραζα όλη την ώρα για αυτό. Του έλεγα με χαμόγελο πως ήταν φυτό αλλά η αλήθεια ήταν πως χαιρόμουν πολύ με τη επιτυχία του.
Όταν σηκώθηκε για να ξεκινήσει τον λόγο του, τον κοίταξα περήφανος. Αυτό το παιδί βρήκε πραγματικά τον εαυτό του κατά τη διάρκεια του γυμνασίου. Όλα τα παιδιά τον αγαπούσαν. Ακόμη και τα κορίτσια.
Στέκονταν εκεί όρθιος μπροστά σε όλους και έμοιαζε δυνατός, ανίκητος και πολύ όμορφος. Του πήγαιναν τα γυαλιά του. Η αλήθεια είναι ότι τα δυο τελευταία χρόνια έβγαινε περισσότερα ραντεβού από έμενα. Εντάξει, ίσως για αυτό να τον ζήλευα. Λιγάκι!
Όταν ξεκίνησε να μιλάει μπορούσα να καταλάβω ότι ήταν νευρικός. Κόμπιαζε. Σηκώθηκα όρθιος και του χαμογέλασα για να του δώσω κουράγιο. Με κοίταξε και μου ψιθύρισε χαμογελαστός «Σε ευχαριστώ φίλε» .
Καθάρισε το λαιμό του και άρχισε.
«Σήμερα θα πρέπει να ευχαριστήσετε πραγματικά όλους όσους σας βοηθήσαν να τα καταφέρετε όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια. Τους γονείς σας, τους καθηγητές σας, τα αδέλφια σας ακόμη και τους οδηγούς των σχολικών λεωφορείων. Αλλά περισσότερο από όλους θα πρέπει να ευχαριστήσετε τους φίλους σας. Είμαι εδώ για να πω σε όλους σας, ότι το να είσαι φίλος με κάποιον είναι το καλύτερο δώρο που μπορείς να του χαρίσεις.
Θα σας πω μια ιστορία..»
Σήκωσα το βλέμμα μου και τον κοίταξα με έκπληξη την ώρα που διηγούνταν σε όλους εκείνη την ιστορία της πρώτης μέρας που συναντηθήκαμε.
Έμεινα με ανοιχτό το στόμα όταν τον άκουσα να λέει ότι είχε προγραμματίσει να αυτοκτονήσει εκείνο το Σαββατοκύριακο.
Μίλησε για το πώς είχε καθαρίσει ντουλάπι του, για να μην το κάνει η μαμά του αργότερα και για το πως μετέφερε όλα τα πράγματα του σπίτι του. Σταμάτησε για λίγο και με κοίταξε χαμογελαστός.
«Ευτυχώς, σώθηκα. Ο φίλος μου με έσωσε από το να κάνω κάτι πολύ άσχημο για μένα και την οικογένεια μου.»
Όλοι τον άκουγαν με κομμένη την ανάσα την ώρα που αυτό το όμορφο, δημοφιλές αγόρι άνοιγε την ψυχή του. Γύρισα και είδα τη μαμά και τον μπαμπά του. Με κοίταζαν χαμογελώντας με ευγνωμοσύνη. Μέχρι τότε δεν είχα καταλάβει πόσο σημαντικό ήταν αυτό που είχα κάνει εκείνο το μεσημέρι της Παρασκευής.
Ποτέ μην υποτιμάτε τη δύναμη των πράξεων σας. Με μια μικρή χειρονομία, μπορείτε να αλλάξετε τη ζωή ενός ανθρώπου. Προς το καλό ή προς το κακό. Με κάποιο, μαγικό τρόπο μας οι ζωές μας μπλέκονται και επηρεάζουν τις ζωές άλλων συνανθρώπων μας. Ας προσπαθήσουμε να είμαστε αυτοί που θα σηκώσουν κάποιον άγνωστο από το χώμα και όχι αυτοί που θα τον ρίξουν σε αυτό..
Οι αναρτήσεις μας δεν έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Δεν σκοπεύουμε να παραβιάσουμε τα πνευματικά δικαιώματα κανενός ατόμου ή εταιρίας.
Τα πνευματικά δικαιώματα των αναρτήσεων μας, εν γένει, δεν ανήκουν σε μας.
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.
Πρόσφατα σχόλια