Όλα τα κείμενα της Γλώσσας προσφέρονται γα προβληματισμό, συζήτηση, ευαισθητοποίηση και όλα, επίσης, θίγουν θέματα της επικαιρότητας που μας απασχολούν. Στην 5η ενότητα με θέμα “Ειρήνη – Πόλεμος” οι μαθητές μας περιέγραψαν τη “Γκουέρνικα”, μέσα από τα μάτια ενός μκρότερου παιδιού, σχολίασαν τη φωτογραφία του 6ου κειμένου, εστιάζοντας στο παιδί που του έκλεψαν το χαμόγελο και αντί να κρατάει παιχνίδια…κρατάει όπλο και , τέλος΄ έδωσαν στο 7ο κείμενο ¨”Η φρικτή Πολιτεία” της Άλκης Ζέη ( από το Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου), μια διαφορετική τροπή στην ιστορία του Πέτρου.
Τα παιδιά μας εντυπωσίασαν με τις προεκτάσεις τους, τις ιδέες τους και την εναισθητοποίησή τους. Στο τελευταίο θέμα της Ειρήνης, μπήκαν επάξια στη θέση του μικρού παιδιού που περιδιαβαίνει τη φρικτή πολιτεία, κάνοντας μια εντυπωσιακή συγγραφική απόπειρα…
Μπράβο στα αστέρια μας!!!!
Η υπεύθυνη καθηγήτρια
Ελένη Αρχανιώτη
Κλέα Ταφάνι
Καθώς ο Πέτρος περπατούσε άκουσε μια φωνή, φοβήθηκε τόσο πολύ που έτρεξε να φύγει. Όμως τον έτρωγε τόσο πολύ η αφωνία και ήθελε να πάει να δει τι τρέχει. Είπε στον εαυτό του ότι δεν πρέπει να φοβηθεί, πρέπει να φανεί γενναίος . Προχωρούσε, προχωρούσε μα δεν έβλεπε τίποτα . Ακούστηκε όμως μια φωνή προς το βάθος και έτρεξε μπροστά να δει τι συμβαίνει. Ήταν ένα απελπισμένο αγοράκι που τα μάτια του ζητούσαν βοήθεια καθισμένο σε μια γωνιά. Ο Πέτρος τον ρώτησε «τι τρέχει γιατί είσαι μόνος σου μέσα στο σκοτάδι;» και εκείνος απάντησε «χάθηκα δεν ξέρω τον δρόμο να πάω στο σπίτι του παππού μου και πεινάω πολύ». Ο Πέτρος πετάχτηκε και λέει « έχω μια ιδέα!» «τι ιδέα;» του απάντησε το αγόρι. Καθώς ερχόμουν του λέει είδα ένα μαγαζί που βέβαια αυτό δεν το έβλεπα πρώτη φορά ήταν το αγαπημένο μου μαγαζί γιατί πήγαινα συχνά με την οικογένεια μου και τρώγαμε, πάνε αυτές οι μέρες του λέει χάθηκαν με τον πόλεμο η οικογένεια μου σκοτώθηκε στο πόλεμο. Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του Πέτρο και όχι μόνο από τα μάτια του! Τέλος πάντων του λέει θες να πάμε; Το αγόρι απάντησε «και πως θα μπούμε;» ο Πέτρος την είχε έτοιμη την απαντήσει ήξερε ότι θα τον ρωτούσε και του λέει «Θα σπάσουμε την τζαμαρία». Δεν του φάνηκε καλή ιδέα γιατί από το μυαλό του περνούσε η σκέψη ότι θα τους έπιαναν οι Γερμανοί αλλά από τις πολλές ώρες που είχε να φάει συμφώνησε. Έτσι και έγινε πήγαν έσπασαν την τζαμαρία θόρυβο ακούστηκε όμως από έξω ήταν οι Γερμανοί σκέφτηκε ο Πέτρος, το μικρό αγόρι σκέφτηκε ότι η σκέψη που έκανε βγήκε αληθινή. Πήγαν κρύφτηκαν όμως ο Πέτρος άργησε να κρυφτεί. Οι Γερμανοί τους έπιασαν και τους είπαν ότι θα τους σκοτώσουν. Τους πήγαν όμως σε ένα μπουντρούμι που δεν θα ήταν μόνοι τους είχε και άλλο κόσμο. Εκεί το μικρό αγόρι αναγνώρισε τους γονείς του πήγε έτρεξε στην αγκαλιά τους . Δεν μίλησαν για ένα λεπτό τους έφτανε που είχαν το παιδί στην αγκαλιά τους . Ο Πέτρος στεκόταν μόνος του . Το αγόρι του είπε να πάει να κάτσει μαζί τους . Ο Πέτρος τους είπε ότι πρέπει να βρούνε τρόπο να φύγουν από εκεί. Οι γονείς του αγοριού και οι υπόλοιποι συμφώνησαν. Έτσι ξεκίνησαν να σκάβουν, οι Γερμανοί όμως επειδή άκουσαν θόρυβο πήγαν μέσα και είδαν τι έκαναν. Έβγαλαν τα όπλα τους και ξεκίνησαν να σκοτώνουν τους ανθρώπους. Το μικρό αγόρι και ο Πέτρος έκλαιγαν, αυτούς τους άφησαν τελευταίους. Σκότωσαν την οικογένεια του μικρού αγοριού και ήρθε η σειρά τους έλεγαν από μέσα τους, όμως δεν τους σκότωσαν. Τους είπαν ότι θα εξασκηθούν στο να χρησιμοποιούν όπλο και θα σκοτώνουν. Αυτοί δεν αρνήθηκαν γιατί ήξεραν ότι αν δεν το κάνουν θα σκοτωθούν. Τα χρόνια πέρασαν και τα δυο αγόρια μεγάλωσαν σκοτώνοντας ανθρώπους.
Αθηνά Κοντού
Ένιωσε τον λαιμό του ξερό και τα μάτια του να βουρκώνουν, δεν ήταν όμως ούτε το κρύο ούτε ο φόβος του που του προκάλεσαν αυτά τα συναισθήματα. Ήταν το μίσος, η οργή, η στεναχώρια που ένιωσε μόλις αντίκρισε το πρώην αγαπημένο του ζαχαροπλαστείο. Μέσα στο μυαλό του είχε συνδέσει αυτό το ζαχαροπλαστείο με τα χαρούμενα παιδικά του χρόνια, τις ξέγνοιαστες Κυριακές, τις μαγευτικές μυρωδιές που αναδύονταν στην ατμόσφαιρα, την πατρική αγάπη και την ελευθερία. Και μόλις αντίκρισε πως όλα πια είχαν χαθεί, δεν μπορούσε μα μόνο να νιώσει λύπη και οργή για αυτό που οι Γερμανοί είχαν καταφέρει. Χωρίς να το σκεφτεί έκανε την κίνηση και σήκωσε μία βαριά πέτρα από το έδαφος, μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου η πέτρα αυτή βρέθηκε πάνω στην γυάλινη πρόσοψη του καταστήματος, έχοντας ως αποτέλεσμα το τζάμι να σπάσει και ένας δυνατός κρότος να αντηχήσει. Κατευθείαν ο Πέτρος κατάλαβε το λάθος που έκανε και το έβαλε στα πόδια, αλλά έχοντας από πίσω του έναν εξαγριωμένο Γερμανό αρχιφύλακα να τον κυνηγάει. Ο Πέτρος καθώς έτρεχε ένιωθε την αδρεναλίνη να κυλάει στις φλέβες του, κάτι το οποίο είχε να νιώσει πολύ καιρό. Όμως αυτό που τον παραξένεψε περισσότερο ήταν πως δεν ένιωσε ένοχος για την πράξη του αυτή. Οι Γερμανοί ήταν αυτοί που θα έπρεπε να αισθάνονται ένοχοι για όλα τα βάναυσα πράγματα που έκαναν την πατρίδα του να υποστεί. Και τότε κατάλαβε πως δεν είναι κακο να παλεύεις για τα πράγματα τα οποία σου ανήκουν, κακό είναι να μένεις άπραγος και να καθησυχάζεσαι πως θα έρθει μια άσπρη μέρα και για σένα. Εάν δεν παλέψεις και κοποιάσεις για τους στόχους σου τότε ποτέ δεν θα τους ανακτήσεις.
Κάππα Αθανασία
Οι όμορφες αναμνήσεις του Πέτρου τον έκαναν να μπει μέσα στο μαγαζί ορμητικά, χωρίς να
αφήσει τον φόβο να τον κυριαρχήσει. Ο τρόμος δεν υπήρχε πια. Ο πόλεμος έπρεπε να λάβει τέλος.
Όχι μόνο ο ένοπλος, αλλά και εκείνος που στερούσε την ελευθερία των ανθρώπων. Μόλις μπήκε
μέσα, αυτό που αντίκρισε μόνο μαγαζί δεν ήταν. Σκοτάδι. Έπιπλα σκονισμένα και καλυμμένα με
μαύρα πανιά. Η απόλυτη σιωπή δεν τον εμπόδισε να καταλάβει ότι κάτι περίεργο γινόταν. Ώχ! Ένα
εμπόδιο. Σκόνταψε. Άουτς!
-Ποιος είναι εκεί;
Ο Πέτρος κρύφτηκε κάτω από ένα πανί προτού γίνει αντιληπτός. Και ένα φτέρνισμα. Ο Πέτρος δεν
αντεξε. Ακούγονται γρήγορα βήματα από το υπόγειο. Ποιος να είναι άραγε; Πάντως ο Πέτρος,
αγαλματάκι ακούνητο, αμίλητο, αγέλαστο, καλά κρυμμένος, προσπαθεί να δει μέσα από τις τρύπες τι
συμβαίνει.
-Άκουσες κάτι;
-Ναι! Μου φάνηκε σαν κάποιος να φταρνίστηκε.
-Αχ, και τους είπα να μην βγάλουν άχνα!
Και τα τέσσερα πόδια κατέβηκαν πάλι στο υπόγειο. Ο Πέτρος σκέφτεται. Ποιοι άραγε μπορεί να είναι
εδώ μέσα φορώντας μαύρες μπότες; Ακούγονται φωνές.
-Δεν σου είπα να κάνεις ησυχία; Κι αν μας καταλάβουν;
Και κλάματα.
-Δεν ήμουν εγώ, σας το ορκίζομαι! Όχι εκεί σας εκλιπαρώ, έχω σπάσει το χέρι μου, δείξτε λίγο έλεος!
-Θα δείξω έλεος μόνο όταν μου δώσεις αυτό που θέλω.
-Σας είπα ότι δεν το έχω.
-Και εγώ λοιπόν θα σας κρατάω όλους εδώ μέχρι να το βρεις.
Ο Πέτρος τα άκουγε όλα. Όσα μπορούσε τουλάχιστον. Το μήνυμα πάντως το έπιασε. Μα τι να ήταν
αυτό το τόσο σημαντικό που έψαχναν οι Γερμανοί; Γιατί Γερμανοί ήταν, γι’ αυτό ήταν σίγουρος. Σιγά
σιγά σηκώνεται να δει τι συμβαίνει. Ήταν αποφασισμένος. Δεν θα επέτρεπε σε κανέναν να
μετατρέψει το ζαχαροπλαστείο σε στρατόπεδο. Και έτσι, ξεκίνησε να ψάχνει. Δεν ήξερε ακριβώς τι,
αλλά έψαχνε εδώ και εκεί. Και ξαφνικά, μέσα σε μία μεγάλη ντουλάπα, κάπου κάτω κάτω, βρίσκει ένα
χαρτί τσαλακωμένο. Το παίρνει. Το διαβάζει:” Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τον πολιτών”,
έγραφε με μεγάλα γράμματα. “Κοινωνικό Συμβόλαιο. Οι άνθρωποι πρέπει να παραχωρήσουν κάποια
από τα δικαιώματά τους για να μπορέσουν να συμβιώσουν, και αν το κράτος γίνει τυραννικό, τότε
εκείνοι έχουν το δικαίωμα της αντίστασης.” Έβλεπε καλα; Το πήρε μαζί του και έφυγε. Θα επέστρεφε;
Μόνο η καρδιά του το ήξερε! Μα πού πήγαινε μέσα στη μαύρη νύχτα; Και η απάντηση ήταν μία: Ο
Πέτρος ήταν αποφασισμένος να ξεσηκώσει τους ανθρώπους! Έτσι και έγινε, την επόμενη κι όλας
μέρα. Εκατοντάδες άνθρωποι μαζεμένοι στους δρόμους να επαναστατούν για την ελευθερία τους,
και ο Πέτρος αρχηγός! Φωνάζουν συνθήματα και κάνουν αγώνα για τα δικαιώματά τους. Οι Γερμανοί
δεν αργούν να φτάσουν. Κανείς δεν πιστεύει στα μάτια του! Ο Πέτρος ανέβηκε ψηλά και
φώναξε:”Καταπατώνται τα δικαιώματά μας, απαιτούμε να φύγετε!” “Άδειασε μας τη γωνιά μικρέ!”,
ακούστηκε από κάποιον με βαριά φωνή μιλώντας κοφτά. “Δεν έχω να πάω πουθενά! Τουλάχιστον
όχι, μέχρι να σιγουρευτώ ότι θα μας αδειάσετε ΕΣΕΙΣ τη γωνία!” Όλοι έμειναν άναυδοι. Οι Γερμανοί
επίσης. Πρώτη φορά υπήρξε κάποιος που τους αντιστεκόταν. Αφού κατάλαβαν ότι ο μικρός δεν
αστειευόταν και ότι θα περνούσαν το υπόλοιπο της ζωής τους στη φυλακή, έκαναν πίσω και το
έβαλαν στα πόδια. Ακούγονται παντού χειροκροτήματα, φωνές, γέλια, χαρά! Ο Πέτρος ήταν ο
σωτήρας τους. Και εκεί που όλα κυλούσαν ομαλά, ξαφνικά, μια σφαίρα πετάχτηκε στο στήθος του
Πέτρου. Είχε πάει να βρει τον πολυαγαπημένο του μπαμπά, που είχε χαθεί στον πόλεμο, στον
παράδεισο. Του είχε λείψει τόσο πολύ… Πάντως ένα ήταν σίγουρο. Οι Γερμανοί είχαν εγκαταλείψει
την Ελλάδα χάρη σε ένα παιδί που λόγω μιας ανάμνησης πάλεψε για τα δικαιώματα του και βγήκε
νικητής στις καρδιές των ταλαιπωρημένων, αλλά πλέον ελεύθερων Ελλήνων.
