|
Λεμονάκη Ελένη
Πρότυπο Γε.Λ. Ηρακλείου
Τρέμω την νύχτα
Μάλλον είναι ο άνεμος,
το ουρλιαχτό της βραδινής αύρας.
Οι κραυγές των κλαδιών που ταλαντεύονται,
μαστιγώνουν όνειρα δικά μου.
Πάνε, χαθήκαν.
Μάλλον είναι η βροχή,
κλαίει για τον χαμό των παιδιών της.
Σκοτωμένα κι ακρωτηριασμένα,
τα μουσκεμένα κορμιά των ξεριζωμένων δέντρων.
Στάζουν οι ελπίδες τους στο χώμα.
Μάλλον είναι μόνο οι σκιές,
από τα δέντρα δίπλα στο περβάζι.
Ξυπνούν το θαμμένο παρελθόν,
τότε που την ελευθερία κρεμάσαν,
Τότε που την σκοτώσαν.
Κάτι κάνει τις κουρτίνες να τρέμουν.
Μάλλον είναι ένα πουλί,
το σώμα του ράγισε το παράθυρο,
το έβαψε κόκκινο σαν ηλιοκαμένο δέρμα,
ίχνη φτερών αφήνοντας στο πέρασμά του.
Στον Άδη πήγε να κρυφτεί,
η σπασμένη πια καρδιά του.
Μάλλον είναι απλώς μια ψευδαίσθηση,
ένα σώμα που διασχίζει το δωμάτιο,
ένα αργό μονοπάτι από μαύρα μακριά μαλλιά
ένα βιαστικό τρέμουλο από μακριά λεπτά μέλη.
Μάλλον είναι ένα …
Ω!
Είναι αυτή…
Η πραγματικότητα,
η ωμή αλήθεια,
σβήνει το φως του φεγγαριού.
Και εγώ είμαι εδώ, παρατηρητής . |
Μπριλάκη Ροδάνθη
Πρότυπο Γε.Λ. Ηρακλείου
Αι Ιστοριαι:
Έπαιζε σαν παιδί
με τη σκιά του φεγγαριού,
κρεμόταν απ’ τις διάφανες πλεξούδες του.
Την νύχτα,
μπαινόβγαινε στου χρόνου τα κάστρα.
Αντάμωνε το παρόν,
απέφευγε το παρελθόν,
χρωμάτιζε το μέλλον.
Tην τύφλωνε το φως της μέρας.
Αέναο.
Την έκανε να τρέμει.
Ήταν παιδί.
Είχε κάδρο σπασμένο,
πίνακα κενό,
καρδιά γυάλινη.
Ήξερε.
Κι από μια χαραμάδα ονείρου,
έσταζε μέλι,
και χρυσό νερό.
Ποιος θα της πει να μην ξυπνάει τις μέρες,
για να μην δει λαούς να χάνονται;
Ανάσα ο άνεμος,
βαρύ το δάκρυ.
Θα κλάψει.
Ας μην κλάψει.
Ποιος θα της πει να μην γλεντάει με το ασημί φεγγάρι;
Ας μην λούζεται στη Στύγα.
Γιατί,
όσο κεντάει στο στερέωμα,
φτάνει η μοίρα στην πηγή,
πριν απ’ αυτή,
και παίρνει το νερό,
που ήταν να δώσει στα παιδιά της. |
Πρόσφατα σχόλια