
Αγαπητό ημερολόγιο,
εγώ ο αρχηγός και οι συνεργάτες μου χτίζαμε εδώ και μέρες ένα δύσκολο και θαυμαστό έργο, το Γιοφύρι της Άρτας. Ενώ το πρωί το χτίζαμε γινόταν κάτι παράξενο και το βράδυ γκρεμιζόταν. Το πρόβλημα ήταν πως δεν στέριωνε. Εκεί που καθόμουν στο ποτάμι και συλλογιζόμουν πώς να λύσω αυτό το πρόβλημα εμφανίστηκε ένα αηδόνι και μου ανακοίνωσε πως για να στεριώσει το γιοφύρι έπρεπε να θυσιάσω τη γυναίκα μου. Με την είδηση αυτή σοκαρίστηκα και στενοχωρήθηκα. Δεν ήθελα με τίποτα το πρόσωπο αυτό να είναι η γυναίκα μου. Από την άλλη όμως θα στέριωνε το γιοφύρι που θα εξυπηρετούσε όλον τον κόσμο. Έτσι στη συνέχεια έστειλα το πουλί να της μεταφέρει το μήνυμά μου. Ήθελα να έρθει αργά στο γιοφύρι έτσι ώστε να περάσουμε περισσότερο χρόνο μαζί. Το πουλί παράκουσε και την ενημέρωσε να έρθει όσο πιο γρήγορα μπορεί. Όταν έφτασε τα έχασα και ήμουν δυσαρεστημένος και στενοχωρημένος διότι ήξερα τι θα συνέβαινε στη συνέχεια. Δεν ήθελα να το κάνω αυτό.
Στην αρχή σκέφτηκα να παρατήσω το γεφύρι να την πάρω να φύγουμε για να τη σώσω. Τελικά όμως δεν έγινε έτσι. Με βαριά καρδιά αποφάσισα να ακούσω το πουλί. Της ζήτησα να βουτήξει στο ποτάμι για να πιάσει τη βέρα του γάμου μας. Βούτηξε και όταν βγήκε είπε πως δεν υπήρχε τίποτα. Με βαριά καρδιά σήκωσα μια πέτρα και της την πέταξα. Εκείνη τη στιγμή έκλεισα τα μάτια μου γιατί πονούσα και δεν ήθελα σε καμιά περίπτωση να γίνει αυτό. Τώρα ήταν αργά. Τώρα έγινε το κακό. Καταριόμουν την ώρα που ήρθε αυτό το πουλί να μου το πει. Εύχομαι να μην είχε εμφανιστεί αυτό το πουλί και να μην συνέβαινε αυτό. Πλέον δεν είμαι ευτυχισμένος αλλά έκανα το καθήκον μου στους ανθρώπους.
Από εργασία της μαθήτριας Ε.Σ.