elgavrilis's blog

ΕΝΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΦΥΣΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ Blogs.sch.gr

ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ (περίπου 300 π Χ)

Συγγραφέας: ΗΛΙΑΣ ΓΑΒΡΙΛΗΣ στις 15 Δεκεμβρίου 2024

euclides

Τα “Στοιχεία” του Ευκλείδη, το περίφημο αυτό βιβλίο Γεωμετρίας, είναι το ευρύτερα διαδεδομένο και μελετημένο, μαθηματικό κείμενο όλων των εποχών. Ελάχιστα πράγματα όμως είναι γνωστά για τα βιογραφικά στοιχεία του ίδιου του συγγραφέα τους. Από τα λίγα στοιχεία που σώζουν οι αρχαίοι συγγραφείς, εικάζεται ότι έζησε περί το 300 π.Χ και ότι σπούδασε στην ακαδημία του Πλάτωνα. Αργότερα προσκλήθηκε στην Αλεξάνδρεια από τον Πτολεμαίο τον Α’, όπου δίδαξε στο περίδοξο Μουσείο της πόλης. Σχετικά ο Πρόκλος σώζει ένα ανέκδοτο, για το ότι, όταν ο Πτολεμαίος  ρώτησε τον Ευκλείδη για το αν υπάρχει ευκολότερος δρόμος από τα “Στοιχεία” για να μάθει κανείς Γεωμετρία, ο Ευκλείδης απάντησε αρνητικά: “Μη είναι βασιλικήν ατραπόν επί Γεωμετρίαν”. Απαιτεί δηλαδή κόπο η εκμάθηση των μαθηματικών.

Η πλατωνική σκοπιά που υιοθέτησε ο Ευκλείδης στα “Στοιχεία” φαίνεται και από ένα δεύτερο ανέκδοτο το οποίο σώζει ο Στοβαίος. Εδώ φαίνεται ότι η μελέτη των μαθηματικών δεν πρέπει να γίνεται για πρακτικά μόνο οφέλη αλλά για την ευρύτερη εσωτερική τους αξία (αυταξία). Γράφει λοιπόν ο Στοβαίος:

Παρ’ Ευκλείδη τις αρξάμενος Γεωμετρείν, ως το πρώτον θεώρημα έμαθεν, ήρετο τον Ευκλείδην “τι δε μοι πλέον έσται ταύτα μαθόντι;” και ο Ευκλείδης τον παίδα καλέσας “δος” έφη “αυτώ τριόβολον εξ’ ων μανθάνει κερδαίνειν“. (Κάποιος που άρχισε να διδάσκεται γεωμετρία από τον Ευκλείδη, όταν έμαθε το πρώτο θεώρημα ρώτησε τον Ευκλείδη: “τι έχω να κερδίσω μαθαίνοντας αυτά;” Και ο Ευκλείδης αφού κάλεσε τον παίδα (τον δούλο του) του είπε “δος του μια δεκάρα επειδή αυτός πρέπει να κερδίζει για όσα μαθαίνει).

Ο Ευκλείδης μέσα από τα ΧΙΙΙ βιβλία των στοιχείων του, συστηματοποιούσε και συμπλήρωνε τα μαθηματικά της εποχής του, βελτιώνοντας και συμπληρώνοντας ανάλογα κείμενα των παλαιοτέρων, όπως τα Στοιχεία του Ιπποκράτη του Χίου και τα θεωρήματα του Ευδόξου και του Θεαίτητου. Αλλά ποια ήταν η καινοτομία που επέφερε στα Μαθηματικά; Γνωρίζουμε, λόγου χάρη από τον Αριστοτέλη ότι μέχρι την εποχή του η θεωρία των παραλλήλων ευθειών δεν είχε τεθεί στη σωστή μαθηματική της βάση. Ο Ευκλείδης ήταν ο πρώτος που υιοθέτησε την τολμηρή τακτική να ορίσει ως Αξίωμα μια τέτοια αναπόδεικτη πρόταση. Πολλοί από τους μεταγενέστερους Έλληνες μαθηματικούς ασχολήθηκαν με τα “Στοιχεία” γράφοντας σχόλια και κριτικές (Ήρων, Πάππος, Πρόκλος, Πορφύριος, Απολλώνιος και Ζήνων).

Η συμβολή του Ευκλείδη έμεινε ανεξίτηλη, λέγεται δε ότι τα Στοιχεία έρχονται δεύτερα σε παγκόσμια κυκλοφορία διαμέσου των αιώνων, με πρώτη τη Βίβλο. Κατά τον 8ο αιώνα πέρασαν από τους Βυζαντινούς λογίους, στους Άραβες επισκέπτες της Κωνσταντινούπολης, και εν συνεχεία μεταφράστηκαν στα Αραβικά. Οι πρώτες λατινικές εκδόσεις που σώζονται ως σήμερα είναι μεταφράσεις αυτών, αν και υπάρχουν ενδείξεις ότι ήδη από τον 4ο αιώνα τα Στοιχεία είχαν μεταφραστεί στα Λατινικά.

Εκτός από τα Στοιχεία ο Ευκλείδης συνέγραψε και άλλα έργα. Από αυτά σώζονται σήμερα τα Δεδομένα, το Περί Διαιρέσεων, τα Οπτικά και τα Φαινόμενα, ενώ έχουν χαθεί τα Κωνικά, τα Ψευδάρια, τα Πορίσματα, το Τόποι προς Επιφάνειαν και άλλα. Ο Πρόκλος επίσης αποδίδει στον Ευκλείδη και τις “κατά μουσικήν στοιχειώσεις”.

Κατηγορία ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ | Δεν υπάρχουν σχόλια »

ΑΠΟΣΤΑΞΗ – ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΣ ΥΓΡΩΝ

Συγγραφέας: ΗΛΙΑΣ ΓΑΒΡΙΛΗΣ στις 30 Νοεμβρίου 2024

Η τεχνική της απόσταξης περιλαμβάνει δύο διεργασίες: την ατμοποίηση και την επανασυμπύκνωση. Πάντοτε δύο διακριτά τμήματα συσκευών συναρμολογούνται για να πραγματοποιηθούν οι διεργασίες αυτές, ο βραστήρας και ο συμπυκνωτής. Για να αποστάξει ένα και μοναδικό υγρό, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένα απλό δοχείο απόσταξης, συνδεδεμένο με έναν κατάλληλο συμπυκνωτή. Το προϊόν – συνήθως υγρό – ονομάζεται απόσταγμα. Η απόσταξη είναι η πλέον απλή και κοινώς χρησιμοποιούμενη μέθοδος πιστοποίησης και καθαρισμού των υγρών. Με αυτή διαχωρίζεται ένα πτητικό συστατικό από μη πτητικά, ή πιο συχνά έτσι διαχωρίζονται δύο ή περισσότερες ουσίες που διαφέρουν στα σημεία ζέσεως.

A laboratory distillation apparatus

Η απόσταξη έχει για αρχή την κατανομή των συστατικών μεταξύ του υγρού μίγματος, και του ατμού που είναι σε ισορροπία με αυτό. Δύο φάσεις δημιουργούνται με τη μερική εξάτμιση του υγρού μίγματος, οι οποίες έχουν διαφορετική σύσταση και καθεμία μπορεί να ανακτηθεί χωριστά, με τα πιο πτητικά συστατικά σε μεγάλη συγκέντρωση στον ατμό, και τα λιγότερο πτητικά στο υγρό. Η αποτελεσματικότητα του διαχωρισμού εξαρτάται από τις φυσικές ιδιότητες των συστατικών του μίγματος, τη χρησιμοποιούμενη συσκευή και τη μέθοδο απόσταξης.

Τάση ατμών υγρού

Για να είναι η απόσταξη εφικτή, πρέπει να υπάρχει μια τάση διαφυγής των μορίων του προς απόσταξη υγρού. Τα μόρια αυτά, κινούνται προς όλες τις κατευθύνσεις μέσα στο υγρό, και περιστασιακά έρχονται στην επιφάνεια και διαφεύγουν στο χώρο πάνω απ’ το υγρό ως ατμός. Μόρια που με τον τρόπο αυτό απελευθερώθηκαν από το υγρό, “βομβαρδίζουν” οποιοδήποτε αντικείμενο βρίσκεται μέσα στην εμβέλεια της κίνησής τους, όπως τα άνω τοιχώματα του δοχείου στο οποίο περιέχονται, ή ίσως τη μεμβράνη ενός μανομέτρου. Ο “βομβαρδισμός” αυτός (μοριακές συγκρούσεις) είναι συνεχής προκαλώντας πίεση στα γύρω αντικείμενα. Το υγρό λέμε ότι ασκεί την πίεση των κορεσμένων ατμών. Στην πρώιμη βιβλιογραφία το φαινόμενο συχνά ονομάζεται “τάση ατμών του υγρού” για να διακρίνεται από την κλασσική πίεση που ασκείται από ένα αέριο. Όμως ο όρος οδηγεί σε παρανοήσεις και υπάρχει μια “τάση!” τελευταία να χρησιμοποιείται λιγότερο.

Συνεπώς τα μόρια της επιφάνειας των υγρών, λόγω της κινητικής τους ενέργειας διαφεύγουν από την υγρή στην αέρια κατάσταση, κι από την άλλη μεριά από την αέρια φάση συνεχώς συμπυκνώνονται και επανέρχονται στην υγρή. Έτσι σε ένα κλειστό δοχείο σύντομα, η ταχύτητα εξαέρωσης των μορίων του υγρού, εξισώνεται με την ταχύτητα υγροποίησης των μορίων του ατμού. Λέμε τότε ότι ο ατμός είναι κορεσμένος στη θερμοκρασία του πειράματος και η πίεση που ασκεί σ’ αυτήν την κατάσταση ισορροπίας λέγεται τάση κορεσμένων ατμών του υγρού στη δεδομένη θερμοκρασία. Η πίεση αυτή εκφράζεται συνήθως σε ύψος (mm) στήλης Hg που θα μπορούσε να ασκήσει ισοδύναμη πίεση.

Ισορροπία Υγρού – Ατμού για δυαδικά μίγματα

Θεωρούμε ένα μίγμα από n-εξάνιο (Α) και n-επτάνιο (Β). Τα μόρια του Α έχουν ορισμένη τάση ατμών PA, που είναι μικρότερη από την τάση ατμών PA0  του καθαρού υγρού Α. Όμοια τα μόρια του Β έχουν τάση ατμών PΒ, που είναι μικρότερη από την τάση ατμών PΒ0  του καθαρού υγρού Β. Σύμφωνα με το νόμο του Rault θα έχουμε:

P= ΧΑ .PA0      και    P= ΧB .PB0

P = P+ PB = ΧΑ .PA0 + ΧB .PB0

όπου XA και XB τα γραμμομοριακά κλάσματα των Α και Β στο διάλυμα και P είναι η ολική πίεση στην αέρια φάση πάνω απ’ το υγρό.

Rault Law

Σχήμα: Καμπύλες τάσης ατμών – σύστασης για το σύστημα εξανίου – επτανίου στους 50 0C.

Ο νόμος αυτός ισχύει μόνο για ιδανικά διαλύματα. Με άλλα λόγια, ένα διάλυμα είναι ιδανικό όταν υπακούει στο νόμο του Rault. Ιδανική συμπεριφορά παρατηρείται κυρίως σε μίγματα ουσιών που έχουν χημικές ομοιότητες, όπως στο συγκεκριμένο παράδειγμα του n-εξανίου και του n-επτανίου που φαίνεται στο παραπάνω σχήμα. Τα δεδομένα του σχήματος αναφέρονται σε σταθερή θερμοκρασία.

Πολύ συχνά οι γραμμικές σχέσεις των εξισώσεων: P= ΧΑ .PA0      και    P= ΧB .PB0 ισχύουν μόνο για πολύ αραιά διαλύματα και κυρίως για το συστατικό με τη μεγαλύτερη αναλογία, δηλαδή το διαλύτη. Σε αυτή την περίπτωση η τάση ατμών της διαλυμένης ουσίας, PA, συνήθως υπακούει στο νόμο του Henry, που διατυπώθηκε για πρώτη φορά από τον William Henry το 1804.

P= k.ΧΑ

όπου k μια εμπειρική σταθερά που προσδιορίζεται στην περιοχή που το XA προσεγγίζει το μηδέν.

Στο επόμενο σχήμα παρουσιάζεται η ολική τάση ατμών ενός μίγματος n εξανίου – n επτανίου, συναρτήσει της σύστασης του μίγματος. Η οικογένεια των καμπυλών δείχνει την επίδραση της θερμοκρασίας:

scemaΣχήμα: Επίδραση της θερμοκρασίας στην ολική τάση ατμών για μίγμα εξανίου – επτανίου.

Σχήμα: Η επίδραση της θερμοκρασίας στην ολική τάση ατμών ενός συστήματος εξανίου – επτανίου. Στο διπλανό σχήμα αριστερά, εμφανίζεται η ολική τάση ατμών του μίγματος εξανίου – επτανίου, σχεδιασμένη συναρτήσει της σύστασης του μίγματος και για διάφορες θερμοκρασίες. Η τομή κάθε καμπύλης με την οριζόντια διακεκομμένη γραμμή στα 760 Torr, δίνει το σημείο ζέσεως του αντίστοιχου μίγματος. Από το σχήμα βλέπουμε ότι: ένα διάλυμα 2,5 % κατά mole σε επτάνιο θα βράζει στους 70 0C, αν είναι 46 % κατά mole σε επτάνιο θα βράζει στους 80 0C και 78 % κατά mole σε επτάνιο θα βράζει στους 90 0C. Αν είχαμε περισσότερες γραμμές στο γράφημα, θα βρίσκαμε τη θερμοκρασία βρασμού (σημείο ζέσεως) οποιουδήποτε μίγματος n-εξανίου και n-επτανίου.

Περισσότερες πληροφορίες μπορούμε να αποκτήσουμε, από τη γραφική παράσταση του σημείου ζέσεως, ως συνάρτηση της σύστασης του μίγματος, σε σταθερή πίεση 760 Torr. Επίσης είναι απαραίτητο να εξετάσουμε τη σύσταση του ατμού που διαφεύγει από το διάλυμα.

Αν ΧΑ και ΧΒ είναι τα γραμμομοριακά κλάσματα στην υγρή φάση, και ΥΑ, ΥΒ τα γραμμομοριακά κλάσματα στον ατμό του εξανίου και του επτανίου αντίστοιχα, υπάρχουν οι ακόλουθες απλές σχέσεις μεταξύ της μερικής πίεσης και της σύστασης:

Ο λόγος ΡΑΒ  για τα δύο συστατικά n-εξάνιο (Α) και n-επτάνιο (Β) γράφεται:

ΡΑΒ = ΥΑΒ = (ΧΑ.ΡοΑ)/(ΧΒ.ΡοΒ) = α (ΧΑ/ΧΒ)

όπου το κλάσμα α = (ΡοΑ/ΡοΒ) καλείται  σχετική πτητικότητα του Α ως προς το Β. Αν το συστατικό Α είναι πτητικότερο του Β, τότε ΡοΑ > ΡοΒ και συνεπώς ο λόγος ΥΑΒ πρέπει να είναι μεγαλύτερος από το λόγο ΧΑ/ΧΒ. Αυτή είναι η βασική αρχή της κλασματικής απόσταξης, δηλαδή στη διάρκεια του βρασμού του διαλύματος, ο ατμός εμπλουτίζεται με το περισσότερο πτητικό συστατικό.

Παράδειγμα – Πρόβλημα

Ποια είναι η σύσταση του ατμού που βρίσκεται σε ισορροπία με υγρό που περιέχει 46 % κατά mole επτάνιο και 64 % κατά mole εξάνιο στη θερμοκρασία του σημείου βρασμού του μίγματος;

Από τα δεδομένα του σχήματος παραπάνω βλέπουμε ότι το μίγμα 64 % εξάνιο (Α) – 46 % επτάνιο (Β), βράζει στους 80 0C.

Η τάση ατμών του εξανίου είναι: ΥΑ = ΧΑ.ΡοΑ = 0,54 . 1050 = 567 torr (mm Hg).

Η τάση ατμών του επτανίου είναι: ΥΒ = ΧΒοΒ = 0,46 . 427 = 193 torr (mm Hg).

Η σύσταση του ατμού είναι:  (567/760).100 = 74,5 % κατά mole εξάνιο.

και (193/760).100 = 22,5 % κατά mole επτάνιο.

Συνεπώς έχουμε έναν εμπλουτισμό του ατμού σε εξάνιο, από 54 % σε 74,5 % κατά mole.

Αν υποθέσουμε ότι οι πρώτοι ατμοί που προκύπτουν από την απόσταξη του παραπάνω παραδείγματος συμπυκνώνονται, το υγρό που προκύπτει θα περιέχει 74,5 % mole εξάνιο. Αν αποστάξουμε αυτό το υγρό, ένα όμοιος υπολογισμός με εκείνον του παραπάνω παραδείγματος δείχνει ότι ο ατμός θα εμπλουτιστεί ακόμα περισσότερο (87,5 % κατά mole) σε εξάνιο. Με παρόμοιους υπολογισμούς παίρνουμε τις καμπύλες του παρακάτω σχήματος:

mole fractionΣτο σχήμα έχουμε τη γραφική παράσταση του σημείου ζέσεως έναντι της σύστασης, για το σύστημα εξανίου – επτανίου. Η πάνω καμπύλη δείχνει τη σύσταση του ατμού, και η κάτω τη σύσταση του υγρού μίγματος. Τα ζεύγη των σημείων που σχηματίζονται στα άκρα των οριζόντιων γραμμών που κόβουν τις καμπύλες, δίνουν τη σύσταση του ατμού και του υγρού που βρίσκονται σε ισορροπία. Συνδέουν δηλαδή συστάσεις ατμού – υγρού σε ισορροπία σε διάφορες θερμοκρασίες. Η κάτω καμπύλη δίνει επίσης το σημείο βρασμού (σζ) συναρτήσει της σύστασης για το υγρό.

Ο εμπλουτισμός του ατμού με τον τρόπο αυτό είναι μια συνάρτηση της σχετικής τάσης ατμών των δύο συστατικών. Μία και μόνο απλή απόσταξη ενός μίγματος, δεν είναι δυνατόν να μας δώσει τα καθαρά συστατικά και γι’ αυτό το λόγο είναι απαραίτητη η μελέτη της κλασματικής απόσταξης.

 

Κατηγορία ΦΥΣΙΚΗ, ΧΗΜΕΙΑ | Δεν υπάρχουν σχόλια »

ΥΓΡΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ – ΤΑΣΗ ΑΤΜΩΝ ΥΓΡΟΥ – ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΔΙΑΛΥΜΑΤΟΣ & ΤΡΟΠΟΙ ΔΙΑΤΥΠΩΣΗΣ ΤΗΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ – ΔΙΑΛΥΤΟΤΗΤΑ ΑΕΡΙΩΝ ΣΤΑ ΥΓΡΑ & O ΝΟΜΟΣ HENRY

Συγγραφέας: ΗΛΙΑΣ ΓΑΒΡΙΛΗΣ στις 25 Νοεμβρίου 2024

Ονομάζουμε στερεά κατάσταση εκείνη κατά την οποία ένα σώμα έχει σταθερό όγκο και σχήμα, υγρή κατάσταση αυτή κατά την οποία ένα σώμα έχει σταθερό όγκο αλλά όχι σταθερό σχήμα, και τέλος αέρια κατάσταση αυτή κατά την οποία ένα σώμα δεν έχει ούτε σταθερό όγκο, ούτε σταθερό σχήμα. Από τις τρεις καταστάσεις, η αέρια είναι αυτή που μπορεί να μελετηθεί ευκολότερα όπως φαίνεται από τους απλούς νόμους των αερίων, που θεμελιώθηκαν στα πρώτα στάδια ανάπτυξης των θετικών επιστημών, κατά τους νεότερους χρόνους. Η υγρή κατάσταση μελετήθηκε πολύ αργότερα και, μπορεί να πει κανείς ότι η μελέτη της στερεάς κατάστασης βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη στη σημερινή εποχή.

Στην αέρια κατάσταση οι διαμοριακές ελκτικές δυνάμεις δεν είναι αρκετά ισχυρές για να κρατήσουν τα μόρια του αερίου σε κατάσταση συσσωμάτωσης, δηλαδή πολύ κοντά το ένα στο άλλο. Μπορεί να πει κανείς ότι στην αέρια κατάσταση, οι διαμοριακές ελκτικές δυνάμεις είναι ασθενέστερες από τις αντίστοιχες δυνάμεις απομάκρυνσης που προκύπτουν από τη μοριακή κίνηση. Αντίθετα στην υγρή κατάσταση τα δύο αυτά είδη δυνάμεων είναι περίπου ίσα, ενώ στη στερεή κατάσταση οι διαμοριακές ελκτικές δυνάμεις είναι ισχυρότερες από τις δυνάμεις απομάκρυνσης. Στην υγρή κατάσταση η μεταφορική κίνηση των μορίων (translation) είναι σχετικά εύκολη, γι’ αυτό χαρακτηριστικό της υγρής κατάστασης είναι τα φαινόμενα της διαλυτότητας καθώς και της διάχυσης διαφόρων ουσιών με αποτέλεσμα τον τελικό σχηματισμό ενός ομοιογενούς διαλύματος. Ένα άλλο χαρακτηριστικό της υγρής κατάστασης είναι το ιξώδες (viscosity), το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι η αντίσταση στη ροή  του υγρού.

“Διάλυμα” είναι ένα σύστημα που αποτελείται από διαφορετικές ουσίες, και το οποίο έχει ίδια σύσταση σε κάθε τμήμα της μάζας του. Έτσι τα διαλύματα μπορεί να είναι αέρια, υγρά ή στερεά (Daniels & Alberty 1955). Διακρίνουμε την κύρια ουσία του διαλύματος, το διαλύτη, και τη διαλυμένη ουσία του διαλύματος το διαλυτό (solute).

Ως γνωστόν η έννοια του γραμμοϊσοδυνάμου (gram equivalent – eq) διατυπώθηκε πολύ πριν από αυτήν του γραμμομορίου (gram molecule – mole). Διακρίνουμε την κύρια ουσία του διαλύματος, το διαλύτη, και τη διαλυμένη ουσία του διαλύματος το διαλυτό (solute). Και οι δύο αυτές έννοιες είναι ιδιαίτερα χρήσιμες γιατί μας δίνουν πληροφορίες για την ικανότητα αντίδρασης μιας ποσότητας ουσίας με μια ποσότητα άλλης ουσίας (γραμμοϊσοδύναμο), ή για τον αριθμό των διακριτών μονάδων (μορίων ή ιόντων) οι οποίες βρίσκονται σε μια ποσότητα ουσίας (γραμμομόριο – mole). Όταν μιλάμε για ένα διάλυμα (υγρού μέσα σε υγρό, ή στερεού μέσα σε υγρό) επιδιώκουμε να έχουμε όσο γίνεται περισσότερες πληροφορίες για τη σύσταση του διαλύματος, όμως ταυτόχρονα επιδιώκουμε να έχουμε όσο γίνεται μεγαλύτερη ευκολία στη διατύπωσή μας. Έτσι κανείς, όσο σχολαστικός επιστήμων και να είναι, “δεν θα διατυπώσει σε Angstrom (Ao) το μήκος ενός υφάσματος που το αγοράζει για να κάμει με αυτό ένα κοστούμι” (Schrondinger 1967). Ο τρόπος με τον οποίο ονομάζουμε ένα διάλυμα καθορίζεται κυρίως από τη χρήση για την οποία προορίζουμε το διάλυμα αυτό. Οι κυριότεροι τρόποι περιγραφής της σύνθεσης ενός διαλύματος είναι οι παρακάτω:

  1. Επί τοις εκατό όγκο σε όγκο – % (v/v). Ένα υδατικό διάλυμα αιθανόλης 70 % (v/v) αποτελείται από 70 όγκους αιθανόλης σε 100 όγκους διαλύματος. Για παράδειγμα ένα αλκοολούχο ποτό 5 αλκοολικών βαθμών (μπύρα alc 5o)  είναι 5 % (v/v), που σημαίνει ότι σε κάθε 100 ml ποτού υπάρχουν 5 ml αιθανόλης.
  2. Επι τοις εκατό κατά βάρος (w/w). Ένα υδατικό διάλυμα γλυκόζης 10 % (w/w) αποτελείται από 10 μονάδες βάρους γλυκόζης και 90 μονάδες βάρους νερού.
  3. Επί τοις εκατό βάρους σε όγκο (w/v). Για παράδειγμα ένα διάλυμα γλυκόζης 2 % (w/v) αποτελείται από 2 g γλυκόζης σε κάθε 100 ml διαλύματος.
  4. Η Μοριακότητα κατ’ όγκο – Molarity – του διαλύματος, δηλαδή ο αριθμός των moles της ουσίας που είναι διαλυμένα σε ένα λίτρο (1 L) διαλύματος. Η Molarity γράφεται είτε με το κεφαλαίο γράμμα Μ (πχ 0,5 Μ), είτε με την πλήρη ονομασία (0,5 moles per liter – 0,5 mole/L). Οι υποδιαιρέσεις της Molarity είναι χιλιοστομοριακότητα (mM) και μικρομοριακότητα (μM). Ένα χιλιοστομοριακό διάλυμα γράφεται: 10-3Μ ή mM, ενώ ένα μικρομοριακό διάλυμα γράφεται: 10-6Μ ή μM. Ένα διάλυμα γλυκόζης 180 g/L είναι διάλυμα 1 M ή 1 mole L-1. Ένα διάλυμα γλυκόζης 0,09 % (w/w), είναι διάλυμα 0,005 Μ ή 5,000 μΜ (Mr ΓΛΥΚΟΖΗΣ = 180).
  5. Μοριακότητα κατά βάρος – molality – είναι ο αριθμός των moles μιας ουσίας που έχουν διαλυθεί σε 1000 g διαλύτη. Η Μοριακότητα κατά βάρος γράφεται με το μικρό γράμμα m. Ένα διάλυμα στο οποίο 180 g γλυκόζης είναι διαλυμένα σε 1000 g νερού, είναι διάλυμα 1 m (1 molar). Η διατύπωση της συγκέντρωσης ενός διαλύματος με μορφή molality, έχει το πλεονέκτημα ότι η τελευταία δεν μεταβάλλεται με την αλλαγή της θερμοκρασίας.
  6. Το γραμμομοριακό κλάσμα ορίζεται ως εξής: Εάν ο αριθμός των moles μιας διαλυμένης ουσίας A είναι na, ενώ τα moles του διαλύτη και όλων των άλλων ουσιών είναι nb, nc, nd κλπ, τότε το γραμμομοριακό κλάσμα (xa της διαλυμένης ουσίας A στο διάλυμα είναι ίσο με:   x= nA/(nA+ nB + nC + nD+…).

Παράδειγμα: Εάν ένα διάλυμα περιέχει 60 g (1 mole) οξικού οξέος και 1000 g νερού, τότε το γραμμομοριακό κλάσμα x του οξικού οξέος είναι:

x = 1/(1+55,5) = 0,0177

Είναι ευνόητο ότι, για το παραπάνω διάλυμα, το γραμμομοριακό κλάσμα του νερού είναι 0,983. (Η molarity του νερού είναι 1000/18=55,5 Μ).

7. Η διατύπωση της συγκέντρωσης σε ισοδύναμα (eq) και τις υποδιαιρέσεις τους. Ονομάζουμε γραμμοϊσοδύναμο (gram equivalent g-eq), ή για συντομία ισοδύναμο (equivalent) μιας ένωσης, την ποσότητα της ένωσης αυτής που περιέχει ή αποδίδει σε διάλυμα ή αντίδραση 1 mole στοιχειωδών φορτίων Q = NAx [e] = 96489 Coulomb όπουNA ο αριθμός Avogadro. Έτσι επειδή 1 mole CaCl2 περιέχει 2 mole στοιχειωδών φορτίων το 1 eqCaCl2 = 1 mole/2 = 111/2 = 55,5 g. Η περιεκτικότητα ενός διαλύματος που αντιστοιχεί σε 1 ισοδύναμο ανά λίτρο γράφεται 1 eq/L (eq . L-1), και ένα διάλυμα που περιέχει ένα χιλιοστοισοδύναμο (1/1000 eq) ανά λίτρο γράφεται  1 meq/L (meq . L-1).

Η εξάτμιση ενός υγρού και η τάση ατμών του υγρού: Η μετάπτωση ενός σώματος από την υγρή στην αέριο κατάσταση ονομάζεται εξάτμιση του υγρού (για ένα στερεό σώμα το αντίστοιχο φαινόμενο ονομάζεται εξάχνωση). Το αντίθετο φαινόμενο, ο σχηματισμός υγρού από αέριο, ονομάζεται συμπύκνωση του αερίου. Οι δύο αυτές διεργασίες, εξάτμιση και συμπύκνωση, γίνονται ταυτόχρονα, όταν δε οι ταχύτητες των διεργασιών εξισωθούν, τότε έχει επέλθει μια κατάσταση ισορροπίας ανάμεσα στην υγρή και την αέρια φάση ενός σώματος.

Η τάση ατμών ενός υγρού, ο ατμός του οποίου βρίσκεται σε ισορροπία με το υγρό, ορίζεται σαν η πίεση που ασκείται στα τοιχώματα του δοχείου, καθώς και στην επιφάνεια του υγρού από τον ατμό. Τα φαινόμενα της εξάτμισης και της συμπύκνωσης εξηγούνται με την κινητική θεωρία.  Για την ιδανική κατάσταση, η σχέση ανάμεσα στην τάση ατμών ενός υγρού και την απόλυτη θερμοκρασία δίνεται από την εξίσωση Clausius-Clapeyron:

ln(P2/P1) = -ΔH/R (1/T– 1/T1)

όπου P1 και P2 είναι η τάση ατμών του υγρού στις θερμοκρασίες T1 και T2 αντίστοιχα, ΔH0 είναι η πρότυπη ενθαλπία εξάτμισης, και R είναι η γενική σταθερά των ιδανικών αερίων (universal gas constant). Από την ανωτέρω εξίσωση βλέπουμε ότι η τάση ατμών ενός υγρού είναι εκθετική συνάρτηση της απόλυτης θερμοκρασίας. Παρόμοιες συναρτήσεις συναντώνται και σε άλλες περιπτώσεις, όπως είναι η εξάρτηση από τη θερμοκρασία της σταθεράς ισορροπίας και της σταθεράς ταχύτητας μιας χημικής ή ενζυμικής αντίδρασης. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, η εξάρτηση του μεγέθους τυου φαινομένου που μελετάται από την απόλυτη θερμοκρασία, εξηγείται με την κατανομή μοριακών ταχυτήτων σύμφωνα με το πρότυπο πάνω στο οποίο στηρίχτηκε η μαθηματική ανάλυση της κίνησης των μορίων ενός αερίου ή ενός υγρού, κατά τους Maxwell-Boltzmann.

Στην περίπτωση της τάσης ατμών ενός υγρού λέμε ότι για να μεταβεί ένα μόριο ουσίας από την υγρή στην αέρια φάση, θα πρέπει να έχει ταχύτητα ίση ή μεγαλύτερη από μια ελάχιστη τιμή που ονομάζεται ταχύτητα διαφυγής των μορίων. Από το σχήμα βλέπουμε ότι το ποσοστό των μορίων ενός αερίου τα οποία έχουν την ταχύτητα διαφυγής (ή μεγαλύτερη απ’ αυτήν) αυξάνει με την αύξηση της θερμοκρασίας.

escape velocity

Σχήμα: Η ταχύτητα διαφυγής ενός μορίου του υγρού σαν συνάρτηση της απόλυτης θερμοκρασίας. Η σκιασμένη επιφάνεια αντιστοιχεί στα μόρια που έχουν ταχύτητα ίση ή μεγαλύτερη από την ταχύτητα διαφυγής.

Η διαλυτότητα των αερίων στα υγρά. Ο νόμος του Henry. Η διαλυτότητα των αερίων στα υγρά μελετήθηκε για πρώτη φορά από το Άγγλο Φυσικό και Χημικό William Henry (1775-1836).  Ο Henry έκανε πειράματα πάνω στην ικανότητα του νερού να απορροφά διάφορα αέρια, όταν τα τελευταία βρίσκονται σε υψηλή πίεση πάνω από την επιφάνεια του υγρού και έφτασε στο συμπέρασμα ότι το ποσό του αερίου το οποίο απορροφάται από το υγρό, είναι κατ’ ευθείαν ανάλογο προς την πίεση του αερίου. Η αρχή αυτή είναι γνωστή σαν “ο νόμος του Henry”.

Όταν μελετάμε την απορρόφηση ενός αερίου από ένα υγρό, σε συνάρτηση με την πίεση του αερίου, συνήθως εκφράζουμε τα αποτελέσματα σαν μια συνάρτηση της πίεσης P του αερίου και της molality (m) του διαλυμένου αερίου P = f(m) ή του γραμμομοριακού κλάσματος x του διαλυμένου αερίου P = f(x). Στην πρώτη περίπτωση ο νόμος του Henry διατυπώνεται με τη σχέση:

Q = m/P

Όπου P είναι η πίεση του αερίου και m η Μοριακότητα κατά βάρος (molality) του διαλυμένου αερίου. Στη δεύτερη περίπτωση η διαλυτότητα του αερίου στο υγρό περιγράφεται με τη σχέση:

K = P/x

όπου x είναι το γραμμομοριακό κλάσμα του διαλυμένου αερίου. Σαν παράδειγμα του πρώτου είδους διατύπωσης δίνεται στον πίνακα η διαλυτότητα του διοξειδίου του άνθρακα στο νερό σε διάφορες θερμοκρασίες:

Πίνακας: Διαλυτότητα Q του CO2 στο νερό, και σε διάλυμα 0,2 M NaCl σαν συνάρτηση της θερμοκρασίας

Θερμοκρασία (0C) Q (σε Η2Ο) Q (σε 0,2 M NaCl)
0 0,0770 0,0726
10 0,0640 0,0610
20 0,0393 0,0373
25 0,0345 0,0328
30 0,0302 0,0286
35 0,0268 0,0255
38 0,0250 0,0238
40 0,0241 0,0229
50 0,0198 0,0190

Q = mCO2 / PCO2             

mCO2  =  n(moles CO2) /KgH2O

PCO2 = μερική πίεση CO2 (σε Atm).

Σαν παράδειγμα του δεύτερου είδους διατύπωσης, δίνεται η τιμή της σταθεράς του νόμου του Henry για διάφορα αέρια και με διαλύτες το νερό και το βενζόλιο.

Η σταθερά Κ του νόμου Henry για διάφορα αέρια.

Αέριο Διαλύτης – Νερό Διαλύτης – Βενζόλιο
H2 5,34 x 107 2,75 x 106
N2 6,51 x 107 1,79 x 106
O2 3,30 x 107
CO 4,34 x 107 1,22 x 106
CO2 1,25 x 106 8,57 x 104
CH4 3,14 x 107 4,27 x 105
C2H2 1,01 x 106
C2H4 8,67 x 106
C2H6 2,30 x 107

Ο Dalton έδειξε ότι, για ένα μίγμα αερίων, η διαλυτότητα του καθενός αερίου είναι απ’ ευθείας ανάλογη με τη μερική του πίεση και έτσι είναι ουσιαστικά ανεξάρτητη από τη διαλυτότητα των άλλων αερίων. Η διαλυτότητα του οξυγόνου στο νερό είναι διπλάσια από αυτήν του αζώτου. Έτσι ο αέρας που είναι διαλυμένος στο νερό, είναι σημαντικά πλουσιότερος σε οξυγόνο απ’ ότι είναι ο αέρας που βρίσκεται πάνω απ’ την επιφάνεια του υγρού (Daniels & Alberty 1955).

Από τον πίνακα βλέπουμε ότι η απορρόφηση του διοξειδίου του άνθρακα από το νερό ελαττώνεται με την αύξηση της θερμοκρασίας, κάτι που βέβαια ισχύει για όλα τα αέρια γενικά. Έτσι είναι δυνατόν να αφαιρεθεί ο αέρας από ένα υδατικό διάλυμα με βρασμό, και στη συνέχεια ταχεία ψύξη του διαλύματος. Επειδή η ταχύτητα διάλυσης των αερίων στο νερό είναι σχετικά μικρή, είναι δυνατόν αυτό το φτωχό σε αέρια διάλυμα να χρησιμοποιηθεί για την απορρόφηση μιας μικρής ποσότητας ενός αερίου, πχ για την αφαίρεση φυσαλίδων αέρα από το υλικό μιας στήλης χρωματογραφίας.

Παράδειγμα:

Ζητείται ο υπολογισμός της διαλυτότητας του διοξειδίου του άνθρακα στο νερό, σε πίεση PCO2 = 1 Atm και στους 25 οC. Δεχόμαστε ότι ένα λίτρο (1 L) νερού ουσιαστικά περιέχει 1000 g νερού. Η σταθερά του νόμου Henry είναι 1,25 x 106 από τον πίνακα.

1,25 x 10= (760/xCO2) = (760/nCO2) ( nCO2 + 1000/18)   

Δεχόμαστε ότι ο αριθμός των moles του διαλυμένου διοξειδίου του άνθρακα (nCO2) είναι ασήμαντος σε σχέση με τον αριθμό των moles του νερού. Οπότε έχουμε:

1,25 x 106 = (760/nCO2) (55,5)   Οπότε  nCO2 = (760)(55,5)/(1,25 x 106) = 0,0337 mol/L 

Η τιμή αυτή μπορεί να συγκριθεί με την τιμή 0,0345 του πρώτου πίνακα.

  • Η διαλυτότητα ενός αερίου σε υγρά συνήθως μειώνεται με αύξηση της θερμοκρασίας, αφού η θερμότητα αποβάλλεται κατά τη διεργασία της διάλυσης. Είναι κοινή η παρατήρηση, ότι ένα ποτήρι με κρύο νερό, όταν θερμαίνεται σε θερμοκρασία δωματίου εμφανίζει πολλές μικρές φυσαλίδες αέρα. Υπάρχουν και αρκετές εξαιρέσεις όμως, ειδικά με διαλύτες όπως υγρή αμμωνία, λειωμένος άργυρος, και πολλά οργανικά υγρά.
  • Η διαλυτότητα ενός αδρανούς αερίου, οφείλεται στις διαμοριακές ελκτικές δυνάμεις μεταξύ των μορίων του αερίου και των μορίων του διαλύτη. Υπάρχει καλή συσχέτιση μεταξύ της διαλυτότητας των αερίων σε διάφορους διαλύτες, και των σημείων ζέσεως των αερίων αυτών. Ενώσεις με χαμηλά σημεία ζέσεως (He, H2, N2, Ne κλπ), έχουν ασθενείς διαμοριακές έλξεις, και άρα δεν είναι ιδιαίτερα διαλυτές στα υγρά.
  • Η διαλυτότητα των αερίων στο νερό, συνήθως μειώνεται με την προσθήκη άλλων διαλυμένων ουσιών, ιδιαίτερα ηλεκτρολυτών. Η έκταση αυτής της “εξαλάτωσης” ποικίλει μεταξύ διαφορετικών αλάτων, όμως προκειμένου για το ίδιο άλας, η σχετική μείωση στη διαλυτότητα είναι  σχεδόν η ίδια για τα διάφορα αέρια. Η διαλυτότητα των υγρών και στερεών στο νερό επίσης εμφανίζεται το φαινόμενο της εξαλάτωσης.

Κατηγορία ΧΗΜΕΙΑ | Δεν υπάρχουν σχόλια »

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

Συγγραφέας: ΗΛΙΑΣ ΓΑΒΡΙΛΗΣ στις 24 Νοεμβρίου 2024

Η αρχαία Ελλάδα θεωρείται ως η γενέτειρα της δυτικής φιλοσοφίας. Άλλωστε, η ίδια η λέξη φιλοσοφία προέρχεται από τις αρχαιοελληνικές λέξεις  “φίλος” και “σοφός”. Πράγματι, η αρχαία Ελλάδα παρήγαγε τα μεγάλα μυαλά του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Ωστόσο, το μονοπάτι της κλασικής φιλοσοφίας ξεκινά από την Ελλάδα και τη Ρώμη, διασχίζει τη Μεσόγειο και εκτείνεται από την Περσία στην Ισπανία πριν αναδυθεί για να υποστηρίξει αυτό που συχνά αποκαλείται γέννηση της νεότερης φιλοσοφίας .

Η κλασική φιλοσοφία εμφανίστηκε στην αρχαία Ελλάδα, μέσα από μια διαδρομή εκκινώντας από τους λεγόμενους Προσωκρατικούς, προς τους τρεις μεγάλους φιλοσόφους, τον Σωκράτη (470-399 π.Χ.), τον Πλάτωνα (περίπου 428 έως το 347 π.Χ.) και τον Αριστοτέλη (384-322 π.Χ.). , και στη συνέχεια σε μεταγενέστερες σχολές σκέψης, συμπεριλαμβανομένων των Επικούρειων και των Στωικών. Όπως συμβαίνει με όλες τις αρχαίες κοινωνίες, η γνώση αυτών των στοχαστών περιορίζεται από τα σωζόμενα που την τεκμηριώνουν. Ο Σωκράτης, για παράδειγμα, δεν έγραψε τίποτα. Αντίθετα, ο Πλάτων έγραψε διαλόγους με τον μέντορά του Σωκράτη να συμμετέχει σε φιλοσοφικές συζητήσεις με διάφορους ανθρώπους στην Αθήνα, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων συμπολιτών του και άλλων επιφανών επισκεπτών της πόλης. Το υλικό που έχει διασωθεί από την αρχαία Ελλάδα έχει τροφοδοτήσει τον φιλοσοφικό λόγο για δύο χιλιετίες.

Οι Προσωκρατικοί
Ο όρος «Προσωκρατικός» είναι κάπως προβληματικός. Τουλάχιστον ορισμένοι από τους στοχαστές που θεωρούνται μέρος αυτής της σχολής ήταν σύγχρονοι του Σωκράτη και αναφέρονται στους διαλόγους του Πλάτωνα. Κυρίαρχη θέση ανάμεσά τους κατέχουν οι σοφιστές, πλανόδιοι καθηγητές ρητορικής που χρησιμεύουν ως “κάλπικα νομίσματα” για τους φιλοσόφους του Πλάτωνα. Ο Πλάτων προσπάθησε να διακρίνει τους φιλοσόφους, τους αναζητητές της αλήθειας, από τους σοφιστές, τους οποίους έβλεπε ότι αναζητούσαν πλούτο και φήμη και διαπραγματεύονταν ψεύτικα επιχειρήματα. Πράγματι, ένας από τους επιφανέστερους σοφιστές, ο Πρωταγόρας, είναι ένα από τα βασικά πρόσωπα του διαλόγου που φέρει το όνομά του.

Είναι δύσκολο να ερευνήσει κανείς τους Προσωκρατικούς γιατί πολύ λίγο από το έργο τους έχει διασωθεί. Αυτό που έχουμε είναι αποσπασματικό και συχνά βασίζεται σε αφηγήσεις μεταγενέστερων φιλοσόφων. Ωστόσο, με βάση τα διαθέσιμα έργα, μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τους Προσωκρατικούς ως ενδιαφερόμενους για ζητήματα μεταφυσικής και φυσικής φιλοσοφίας, με πολλούς από αυτούς να προτείνουν ότι η φύση αποτελείται από μία ή περισσότερες βασικές ουσίες.

Τα σωζόμενα θραύσματα των έργων αυτών των πρώιμων φιλοσόφων αφορούν μεταφυσικά ζητήματα. Μία από τις κύριες συζητήσεις των Προσωκρατικών αφορά τον μονισμό και τον πλουραλισμό. Όσοι πιστεύουν ότι η φύση αποτελείται από μια ενιαία ουσία ονομάζονται μονιστές, σε αντίθεση με τους πλουραλιστές, που τη θεωρούν ως αποτελούμενη από πολλές ουσίες. Για παράδειγμα, ο (μονιστής) Θαλής ο Μιλήσιος πίστευε ότι το βασικό στοιχείο που συνέθετε τα πάντα ήταν το νερό, ενώ ο Εμπεδοκλής,  (πλουραλιστής), πιστεύει στη διαμάχη μέσ’ απ’ την οποία αναδύθηκαν τα 4 βασικά στοιχεία Γη Φωτιά Αέρας και Νερό. Στο Περί Φύσεως προσπαθεί να δώσει τις βασικές αρχές της φυσικής φιλοσοφίας του, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από την εναλλασσόμενη κυριαρχία της Φιλίας (=Φιλότης) και της Διαμάχης (=Νείκος) πάνω στα τέσσερα ριζώματα (=πυρ, αήρ, ύδωρ, γη). Η ουσία του σύμπαντος νοείται από τον Εμπεδοκλή σε μια δίχως τέλος μεταλλαγή καταστάσεων από το ένα στα πολλά και από τα πολλά στο ένα.

monism1

Εικόνα: Μια κεντρική συζήτηση μεταξύ των προσωκρατικών Ελλήνων φιλοσόφων ήταν αν η φύση αποτελείται από μια ενιαία ουσία (μονιστές) ή εάν αποτελείται από πολλές ουσίες, τη θέση που υιοθετούν οι πλουραλιστές. Ένας κορυφαίος μονιστής, ο Θαλής ο Μιλήσιος, ισχυρίστηκε ότι όλη η φύση ήταν φτιαγμένη από νερό. Ο Εμπεδοκλής, ένας πλουραλιστής, υποστήριξε ότι τα τέσσερα στοιχεία της γης, του αέρα, της φωτιάς και του νερού αποτελούσαν τη βάση του φυσικού κόσμου.

Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι ήταν αυτοί που προσπάθησαν να παρουσιάσουν μια ενοποιημένη αντίληψη της φύσης, υποστήριξαν ότι η φύση αποτελείται τελικά από μια ενιαία ουσία. Αυτή η πρόταση μπορεί να ερμηνευτεί με διαφορετικούς τρόπους. Ο ισχυρισμός που διατύπωσε ο Θαλής ο Μιλήσιος (620-546 π.Χ.) ότι η βασική ουσία του σύμπαντος ήταν το νερό είναι κάπως διφορούμενος. Μπορεί να σημαίνει ότι όλα είναι τελικά φτιαγμένα από νερό ή μπορεί να σημαίνει ότι το νερό είναι η προέλευση όλων των πραγμάτων. Ο Θαλής και δύο από τους μαθητές του, ο Αναξίμανδρος και ο Αναξιμένης, σχημάτισαν τη Μιλήσια μονιστική σχολή. Ο Αναξίμανδρος πίστευε ότι το νερό ήταν πολύ εξειδικευμένη ουσία για να είναι η βάση όλων των υπαρχόντων. Αντίθετα, πίστευε ότι η βασική ουσία του σύμπαντος ήταν το άπειρον, το αόριστο ή απέραντο. Οι Αναξιμένιοι υποστήριξαν ότι ο αέρας ήταν η βασική ουσία του σύμπαντος.

Ο Παρμενίδης, ένας από τους πιο σημαντικούς προσωκρατικούς μονιστές, έφτασε στο σημείο να αρνηθεί την πραγματικότητα της αλλαγής. Παρουσίασε τις μεταφυσικές του ιδέες σε ένα ποίημα που τον δείχνει να τον επιβιβάζουν σε άρμα για να επισκεφτούν μια θεά που ισχυρίζεται ότι του αποκαλύπτει τις αλήθειες του σύμπαντος. Το ποίημα έχει δύο μέρη, «Ο δρόμος της αλήθειας», που εξηγεί πως,  ό,τι υπάρχει είναι ενιαίο, πλήρες και αμετάβλητο και «Ο τρόπος της γνώμης», που υποστηρίζει ότι η αντίληψη της αλλαγής στον φυσικό κόσμο είναι εσφαλμένη. Οι αισθήσεις μας μας παραπλανούν. Αν και ο ισχυρισμός του Παρμενίδη ότι η αλλαγή δεν είναι πραγματική μπορεί να μας φαίνεται παράλογος, αυτός και ο μαθητής του Ζήνων προέβαλαν ισχυρά επιχειρήματα. Ο Παρμενίδης ήταν ο πρώτος που πρότεινε ότι το φως της σελήνης προέρχεται από τον ήλιο και εξήγησε τις φάσεις της σελήνης. Έδειξε ότι ακόμα κι αν δούμε τη σελήνη ως ημισέληνο, ημικύκλιο ή πλήρη κύκλο, η ίδια η σελήνη δεν αλλάζει (Graham 2013). Η αντίληψη ότι το φεγγάρι αλλάζει είναι μια ψευδαίσθηση.

Ο Ζήνων πρότεινε παράδοξα, γνωστά ως παράδοξα του Ζήνωνος, τα οποία αποδεικνύουν ότι αυτό που θεωρούμε ως πολλαπλότητα και κίνηση απλά δεν είναι δυνατό. Υποθέτουμε για παράδειγμα, ότι θέλετε να περπατήσετε από τη βιβλιοθήκη στο πάρκο. Για να φτάσετε εκεί, πρέπει πρώτα να περπατήσετε τη μισή απόσταση -τα μισά του δρόμου. Για να ολοκληρώσετε το ταξίδι σας, πρέπει να διανύσετε τη μισή απόσταση, και απομένει το ένα τέταρτο. Για να καλύψετε το τελευταίο τέταρτο της απόστασης, πρέπει πρώτα να καλύψετε το μισό αυτής της απόστασης (το ένα όγδοο της συνολικής απόστασης). Αυτή η διαδικασία μπορεί να συνεχιστεί για πάντα, δημιουργώντας έναν άπειρο αριθμό διακριτών αποστάσεων που πρέπει να διανύσετε. Είναι λοιπόν αδύνατο να φτάσετε στο πάρκο. Ένας πιο συνηθισμένος τρόπος παρουσίασης αυτού του παραδόξου σήμερα είναι ως ασύμπτωτο ή μαθηματικό όριο, όπως φαίνεται στην παρακάτω εικόνα. Από αυτή την άποψη, δεν μπορείτε ποτέ να φτάσετε στο σημείο α από το σημείο β, γιατί ανεξάρτητα από το πού βρίσκεστε στο μονοπάτι, θα υπάρχει πάντα μια απόσταση μεταξύ του σημείου που βρίσκεστε και του σημείου που θέλετε να βρίσκεστε.

Επιφανείς πλουραλιστές
Ο Παρμενίδης και ο Ηράκλειτος (525-475 π.Χ.) είχαν εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις για τη φύση του σύμπαντος. Εκεί που ο Παρμενίδης είδε την ενότητα, ο Ηράκλειτος είδε τη διαφορετικότητα. Ο Ηράκλειτος υποστήριξε ότι τίποτα δεν μένει ίδιο και όλα βρίσκονται σε κίνηση. Ένα από τα πιο γνωστά ρητά του είναι το: «[Δεν είναι δυνατό να μπεις στο ίδιο ποτάμι δύο φορές]… Διασκορπίζεται και μαζεύεται ξανά, πλησιάζει και υποχωρεί».

Ο Αναξαγόρας (500-428 π.Χ.) και ο Εμπεδοκλής (494-434 π.Χ.) ήταν πλουραλιστές ουσιών που πίστευαν ότι το σύμπαν αποτελούνταν από περισσότερα από ένα είδη βασικών εναλλακτικών «πράξεων». Ο Αναξαγόρας πίστευε ότι είναι ο νους, ή εμείς, που ελέγχει το σύμπαν αναμιγνύοντας και ξεμπερδεύοντας πράγματα σε μια ποικιλία διαφορετικών συνδυασμών. Ο Εμπεδοκλής υποστήριξε ότι τέσσερις βασικές ουσίες (τα τέσσερα στοιχεία του αέρα, της γης, της φωτιάς και του νερού) συνδυάστηκαν και ανασυνδυάστηκαν από τις αντίπαλες δυνάμεις της φιλότητας και του νείκους (διαμάχης).

Τέλος, υπάρχουν οι σχολές των ατομιστών, που πίστευαν ότι η βασική ουσία του σύμπαντος αποτελείται από μικροσκοπικά, αδιαίρετα άτομα. Για τους ατομιστές, όλα ήταν απλά άτομα ή κενό. Όλα όσα βιώνουμε είναι το αποτέλεσμα των ατόμων που συνδυάζονται μεταξύ τους.

ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ
Ο φιλοσοφικός τομέας της μεταφυσική καλύπτει τις μονισμικές και τον πλουραλικές αντιλήψεις μεταξύ των φιλοσόφων.

Προσωκρατική θεολογία
Ο προσωκρατικός φιλόσοφος Πυθαγόρας (570-490 π.Χ.) και οι μαθητές του, γνωστοί ως Πυθαγόρειοι, σχημάτισαν μια λογική αλλά μυστικιστική αίρεση λόγιων ανθρώπων. Οι Πυθαγόρειοι είχαν τη φήμη της μάθησης και ήταν θρυλικοί για τις γνώσεις τους στα μαθηματικά, τη μουσική και την αστρονομία, καθώς και για τις διατροφικές τους πρακτικές και άλλα έθιμα (Curd 2011). Όπως ο Σωκράτης, ο Πυθαγόρας δεν έγραψε τίποτα, έτσι οι μελετητές συνεχίζουν να αναρωτιούνται ποιες ιδέες προήλθαν από τον Πυθαγόρα και ποιες συνελήφθησαν από τους μαθητές του.

Μεταξύ των βασικών πεποιθήσεων των Πυθαγορείων κυρίαρχη ήταν η ιδέα ότι η λύση στα μυστήρια του σύμπαντος ήταν αριθμούς και ότι αυτά τα μυστήρια των αριθμών μπορούσαν να αποκαλυφθούν μέσω της μουσικής. Μια υπενθύμιση της μαθηματικής τους κληρονομιάς βρίσκεται στο Πυθαγόρειο θεώρημα, το οποίο οι μαθητές συνεχίζουν να μαθαίνουν στο σχολείο. Οι Πυθαγόρειοι πίστευαν επίσης στη μετεμψύχωση των ψυχών, μια ιδέα που θα υιοθετούσε ο Πλάτων. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, η ψυχή επιζεί από το σώμα και τα άτομα ξαναγεννιούνται μετά τον θάνατο σε άλλο ανθρώπινο σώμα ή ακόμα και σε σώμα μη ανθρώπινου ζώου.

Ο Ξενοφάνης (περ. 570-478 π.Χ.) ήταν ένας άλλος σημαντικός προσωκρατικός φιλόσοφος που παρήγαγε νέες θεολογικές ιδέες. Ο Ξενοφάνης, γοητευμένος από τη θρησκεία, απέρριψε τις παραδοσιακές αφηγήσεις για τους θεούς του Ολύμπου. Αναζήτησε μια λογική θρησκευτική βάση και ήταν από τους πρώτους που υποστήριξαν ότι οι θεοί είναι στην πραγματικότητα προβολές του ανθρώπινου νου. Υποστήριξε ότι οι Έλληνες μορφοποίησαν ανθρώπινα τη θεότητα, και όπως πολλοί μεταγενέστεροι θεολόγοι, υποστήριξε ότι υπάρχει ένας Θεός του οποίου τη φύση δεν μπορούμε να συλλάβουμε.

 

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΑ ΦΕ, ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ | Δεν υπάρχουν σχόλια »

ΚΙΝΗΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΑΕΡΙΩΝ – ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΜΟΡΙΑΚΩΝ ΤΑΧΥΤΗΤΩΝ ΚΑΤΑ Maxwell-Boltzmann – ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ Boyle-Marriote

Συγγραφέας: ΗΛΙΑΣ ΓΑΒΡΙΛΗΣ στις 19 Νοεμβρίου 2024

Τόσο ο νόμος των Boyle-Marriotte, όσο και η τροποποίησή του από τον van der Waals, αποτελούν καθαρά εμπειρικά διατυπωμένες σχέσεις. Η θεωρητική ανάπτυξη του θέματος αυτού δόθηκε με την κινητική θεωρία των αερίων, η οποία γενικεύτηκε στην κινητική θεωρία της ύλης. Η κινητική θεωρία των αερίων διατυπώθηκε από τους James Maxwell (1831-1879) και Ludwing Edward Boltzmann (1844-1906). ΟΙ δύο ερευνητές δούλεψαν ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον. Έτσι  τελική μορφή της θεωρίας έχει τα ονόματα και των δύο. Οι παραπάνω ερευνητές έκαναν μία θεωρητική μελέτη αναφορικά με την κατανομή των ταχυτήτων στα μόρια ενός αερίου σε μια συγκεκριμένη θερμοκρασία, καθώς και των κρούσεων των μορίων αυτών στα τοιχώματα του δοχείου που περιέχει το αέριο. Η θεωρία που προέκυψε ονομάστηκε κινητική θεωρία των αερίων. Μια πολύ εμπεριστατωμένη έκθεση της θεωρίας έχει γίνει από τον Άγγλο φυσικό και αστρονόμο James Jeans (1940).

Η κινητική θεωρία των αερίων στηρίζεται στις ακόλουθες παραδοχές:

(1) Ο όγκος του αερίου που μελετούμε περιέχει έναν πολύ μεγάλο αριθμό μορίων. Αυτό είναι επακόλουθο του μεγέθους του αριθμού του Avogadro.

(2) Τα μόρια του αερίου έχουν ασήμαντο μέγεθος σε σχέση με τις μεταξύ τους αποστάσεις, και κινούνται σε ευθείες τροχιές στα μεσοδιαστήματα μεταξύ των συγκρούσεων.

(3) Τα μόρια έχουν σφαιρικό σχήμα και δεν αλληλεπιδρούν με κανέναν άλλο τρόπο εκτός από τις μεταξύ τους συγκρούσεις.

(4) Οι συγκρούσεις των μορίων, είτε μεταξύ τους είτε με τα τοιχώματα του δοχείου είναι ελαστικές. Μια σύγκρουση θεωρείται ότι είναι ελαστική όταν δεν επιφέρει μείωση της κινητικής ενέργειας του μορίου (Daniels & Alberty 1955).

Τα μόρια του αερίου δεν κινούνται όλα με την ίδια ταχύτητα. Η αριθμητική μέση ταχύτητα ū, των μορίων λαμβάνεται με την άθροιση φων ταχυτήτων των μορίων και τη διαίρεση του αθροίσματος με τον συνολικό αριθμό μορίων Ν:

vmean = (1/Ν) Σ νi  (με i=1 έως i=N)

Η μέση ταχύτητα των μορίων διαφόρων αερίων δίνεται στον παρακάτω πίνακα:

Μέσες μοριακές ταχύτητες στους 0 0C

ΑΕΡΙΟ Ταχύτητα (m/s)
H2 1839
He 1310
H2O(g) 615
Ne 584
C2H4 493
N2 493
O2 461
air 485
Hg(g) 185
Kr 286
efree 1,12 x 105

 

Η κατανομή των ταχυτήτων ενός αερίου μπορεί να υπολογιστεί με την εξίσωση Boltzmann:

Ni = N0 ei/kT

Όπου Ni είναι ο αριθμός των μορίων με ενέργεια εi, και όπου Ν0 είναι ο αριθμός των μορίων στη βασική τους κατάσταση (ground state) με ενεργειακό περιεχόμενο ε0. Ο συνολικός αριθμός των μορίων του συστήματος Ν, δίνεται από τη σχέση:

Ν = Ν012+…

Στον παράγοντα του Boltzmann, δηλαδή το ei/kT, ο εκθέτης περιλαμβάνει το λόγο της ενέργειας ετου μορίου προς τη θερμική ενέργεια kT. Η σταθερά Boltzmann, η μοριακή σταθερά αερίων k, ισούται προς τη σταθερά των ιδανικών αερίων διαιρεμένη με τον αριθμό του Avogadro.

k = (8,314 J/mole.K-1)/(6,0221 μόρια/mole) = 1,381 x 10-23 J/(μόριο..K)

Η εξίσωση κατανομής στις τρεις διαστάσεις του χώρου, των ταχυτήτων των μορίων ενός αερίου είναι:

(dNū/N) = 4πū2.(m/2πkT)3/2. e/kT du  όπου Ē=mu2/2  u είναι η ταχύτητα των Ν μορίων και m είναι η μάζα ενός μορίου του αερίου (Wilkinson 1980). Η κατανομή ταχυτήτων στο αέριο άζωτο στους 298 οΚ και στους 1200 οΚ δίνεται στο σχήμα.

Πρόβλημα

Να υπολογιστεί το μέγεθος (1/N)dN(v) /dv για το αέριο άζωτο, σε θερμοκρασία 298 0Κ, και για τα μόρια του αερίου με ταχύτητα 400 m/s.

Στην εξίσωση (dN(v) /N) = 4πv2.(m/2πkT)3/2. e/kT dv αντικαθιστούμε v=400 m/s  k = 1,38.(10)-23  J/K   m=(28/NA)(10-3Kg) και Τ=298 οπότε:

(1/N)dN(v) /dv = 19,6 . (10-8) s/m

Ο νόμος των Boyle-Marriotte μπορεί να εξαχθεί από τις βασικές αρχές της κινητικής θεωρίας των αερίων. Θεωρούμε ότι σε ένα δοχείο όγκου V περιέχονται Ν μόρια, καθένα από τα οποία έχει μάζα m. Κανουμε την παραδοχή ότι όλα τα μόρια κινούνται κατά μήκος των τριών καρτεσιανών συντεταγμένων και κάθετα προς τα τοιχώματα του δοχείου, καθώς και ότι όλα έχουν την ίδια ταχύτητα v. Θεωρούμε ότι υπάρχει μια κυβική περιοχή η οποία έχει τη βάση της στην εσωτερική επιφάνεια του δοχείου. Η βάση του υποθετικού αυτού κύβου έχει εμβαδόν Α (σχήμα). Το ύψος του κύβου είναι v.t όπου t είναι ένα μικρό χρονικό διάστημα. Η δύναμη f που ασκείται πάνω στην επιφάνεια Α, όταν ένα μόριο αερίου προσκρούει σ’ αυτήν, είναι:

Boyles law

f = m . a

όπου a η επιτάχυνση του μορίου. Επειδή η επιτάχυνση ορίζεται σαν η μεταβολή της ταχύτητας στη μεταβολή του χρόνου, τότε ισχύει η σχέση:

f = m . a = m . (Δv/Δt) = Δ(mv)/Δt = Δp/Δt

δηλαδή η δύναμη ισούται με τη μεταβολή της ορμής στη μονάδα του χρόνου. Η μεταβολή της ορμής στη μονάδα του χρόνου, μπορεί να υπολογιστεί από τον αριθμό των κρούσεων στη μονάδα του χρόνου. Η μεταβολή της ορμής για κάθε κρούση, λαμβάνεται με την αφαίρεση της αρχικής από την τελική ορμή του μορίου. Άρα η μεταβολή της ορμής του μορίου είναι (-2.m.v) και η ορμή που μεταδίδεται στο τοίχωμα του δοχείου είναι το αντίθετό της, δηλαδή (2mv). Αυτό συμβαίνει γιατί, σύμφωνα με την αρχική υπόθεση πάνω στην οποία στηρίζεται η κινητική θεωρία των αερίων, οι κρούσεις των μορίων με τα τοιχώματα του δοχείου είναι ελαστικές.

Ο αριθμός των κρούσεων πάνω στην επιφάνεια Α μπορεί να υπολογιστεί ως εξής: Ο όγκος του κύβου είναι ίσος με (A.v.t) και, επειδή ο αριθμός των μορίων, ανά μονάδα όγκου, είναι ίσος με  (N/V), ο ολικός αριθμός των μορίων στον υποθετικό κύβο είναι ίσος με (N.A.v.t)/V. Όμως από τα παραπάνω μόρια, μόνο το 1/6 κινείται προς την επιφάνεια Α, δηλαδή τη μία από τις επιφάνειες του υποθετικού κύβου (σύμφωνα με την αρχική παραδοχή της κίνησης των μορίων μόνο κατά μήκος των τριών καρτεσιανών συντεταγμένων). Άρα ο αριθμός των μορίων τα οποία κτυπούν την επιφάνεια Α στη μονάδα του χρόνου είναι:

P = 2.m.v.[(1/6).N.A.v/V] = [(1/3).N.A.m.v2/V]

Δεχόμαστε ότι μπορούμε να αντικαταστήσουμε την ταχύτητα με την τετραγωνική ρίζα του μέσου των τετραγώνων των ταχυτήτων των μορίων του αερίου:  ū = urms root mean squares – (Jeans 1940).

Η τετραγωνική ρίζα του μέσου των τετραγώνων των ταχυτήτων vrms (root mean square velocity) ορίζεται ως εξής: Η κινητική ενέργεια ΚΕ των μορίων ενός αερίου είναι:

ΚΕ = (1/2)m.(vmean)2 = (1/2)m (v12+v22+v32+…+vN2)

όπου Ν είναι ο αριθμός των μορίων του αερίου, και v είναι η ταχύτητα καθενός μορίου. Συνεπώς προκύπτει ότι: (vi2)mean = (v12+v22+v32+…+vN2)/Ν. Με εξαγωγή της τετραγωνικής ρίζας έχουμε:

vrms = [(1/N) ]. Σ (vi2)1/2 

Είναι προφανές ότι το vrms είναι ένα μέτρο της κινητικής ενέργειας των μορίων, πράγμα που δεν συμβαίνει με την αριθμητική μέση ταχύτητα των μορίων vmean = (1/Ν) Σ νi  (με i=1 έως i=N).

Συνεπώς ισχύει η σχέση:

P.V = (2/3).N(m.ū2/2)

Βλέπουμε ότι η παραπάνω εξίσωση αντιστοιχεί στη διατύπωση του νόμου των Boyle-Marriotte. Το γινόμενο της πίεσης επί τον όγκο, είναι ανάλογο με τον αριθμό μορίων του αερίου. Η τιμή (m.ū2/2) παριστά τη μέση κινητική ενέργεια των μορίων και είναι σταθερή για μια συγκεκριμένη θερμοκρασία.

Από την εξίσωση μπορούμε επίσης να δούμε τη φυσική σημασία της σταθεράς Boltzmann. αφού ο αριθμός των μορίων ενός αερίου είναι N = n.NA όπου n ο αριθμός των moles και NA ο αριθμός Avogadro, τότε αντικαθιστώντας στην εξίσωση λαμβάνουμε:

P.V = (2/3).n.NA(m.ū2/2) = n.R.T

όπου  (m.ū2/3T)=(R/NA)=k

όπου k είναι η σταθερά του Boltzmann. Από την τελευταία εξίσωση βλέπουμε ότι η θερμοκρασία είναι μια παράμετρος η οποία αναφέρεται στην κινητική ενέργεια μεταφοράς των μορίων του αερίου. Η μοριακή κίνηση μπορεί να διακριθεί σε τρεις συνιστώσες: την κίνηση μεταφοράς (translation), περιστροφής (rotation) και δόνησης (vibration) των μορίων του αερίου.

Η κατανομή ταχυτήτων κατά τους Maxwell-Boltzmann παρέχει τη θεωρητική βάση για την εξήγηση της εξάρτησης από τη θερμοκρασία διαφόρων φυσικών μεγεθών, όπως η θερμότητα εξάτμισης ενός υγρού (εξίσωση Clausius-Clapeyron), η σταθερά ισορροπίας (εξίσωση Vant Hoff), και η ενέργεια ενεργοποίησης μιας χημικής ή ενζυμικής αντίδρασης (εξίσωση Arrhenius).

Κατηγορία ΧΗΜΕΙΑ | Δεν υπάρχουν σχόλια »