Ποια προβλήματα αντιμετώπιζε το Βυζάντιο από τα μέσα του 6ου αιώνα, πού οφείλονταν και ποιος αυτοκράτορας θα τα αντιμετωπίσει;
Στο δεύτερο μισό του 6ου και τις αρχές του 7ου αι. το Βυζάντιο συγκλονίστηκε από μια πολύπλευρη κρίση.
Λοιμοί, κακές σοδειές, σεισμοί και εισβολές στα εδάφη της αυτοκρατορίας οδήγησαν:
α)στην εγκατάλειψη ή την παρακμή των πόλεων,
β)στη μείωση του πληθυσμού και
γ)την υποχώρηση του εμπορίου και της νομισματικής κυκλοφορίας.
Η επέκταση της κρίσης στη δημόσια οικονομία οδήγησε:
δ) στην παραμέληση του στρατού.
Επιπλέον:
ε)Οι Σλάβοι άρχισαν να κατακλύζουν τις ευρωπαϊκές επαρχίες και οι Πέρσες έφτασαν στις ακτές του Βοσπόρου.
Στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Ηρακλείου η κατάσταση της αυτοκρατορίας ήταν εξαιρετικά κρίσιμη. Μόνο η κινητοποίηση όλων των δυνάμεων του κράτους και μια ριζική μεταρρύθμιση θα μπορούσαν να αποτρέψουν τη διαγραφόμενη καταστροφή. Το έργο αυτό ανέλαβε και έφερε σε πέρας ο Ηράκλειος και η δυναστεία του.
β. Η αντεπίθεση του Ηρακλείου
Με ποιες μεθόδους αντιμετώπισε την πολλαπλή κρίση ο Ηράκλειος;
α) Ο Ηράκλειος αντιπροσωπεύει τον τύπο του στρατηγού-αυτοκράτορα που ηγήθηκε προσωπικά του βυζαντινού στρατού.
β) Αφού αναδιοργάνωσε το στράτευμα με την οικονομική συμπαράσταση της εκκλησίας,
γ) επιχείρησε συνεχείς εκστρατείες κατά των Περσών (622-628).
Ποιες ήταν οι στρατιωτικές επιτυχίες του Ηράκλειου;
Στη μάχη της Νινευί, κοντά στα Γαυγάμηλα, πέτυχε να συντρίψει τους Πέρσες και να ανακτήσει όλες τις βυζαντινές επαρχίες στην Εγγύς Ανατολή (627).
Ταπεινωτική ήττα υπέστησαν και οι Άβαροι και οι Σλάβοι, όταν σε συνεννόηση με τους Πέρσες, πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη το 626. Η διάσωση της Πόλης αποδόθηκε στην Παναγία (Ακάθιστος Ύμνος).
Ωστόσο οι επιτυχίες αυτές αποδείχτηκαν πρόσκαιρες.
γ. Θέματα και εξελληνισμός του κράτους
Ποιος νέος εξωτερικός εχθρός απείλησε το Βυζάντιο τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Ηρακλείου; Με ποιο τρόπο προσπάθησαν να τον αντιμετωπίσουν οι διάδοχοι του Ηρακλείου;
Τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Ηρακλείου σκιάζονται από τις αραβικές κατακτήσεις. Οι ανάγκες της άμυνας εναντίον των Αράβων φαίνεται ότι παρακίνησαν τους διαδόχους του να εγκαθιδρύσουν στη Μ. Ασία στη διάρκεια του 7ου αι. ένα νέο διοικητικό σύστημα που στηριζόταν στα θέματα.
Τι ήταν τα θέματα; Ποια ήταν η σημασία τους για την Αυτοκρατορία; Τι ήταν τα στρατιωτόπια και ποιος ο ρόλος του στρατηγού του θέματος;
α) Τα θέματα ήταν διοικητικές περιφέρειες με δικό τους στρατό.
β) Στον θεματικό στρατό υπηρετούσαν ελεύθεροι αγρότες, στους οποίους το κράτος παραχωρούσε στρατιωτικά κτήματα ή στρατιωτόπια. Με τα έσοδά τους οι στρατιώτες συντηρούσαν τις οικογένειές τους, αγόραζαν τον οπλισμό τους και κάλυπταν τα έξοδα των εκστρατειών. Ο θεματικός στρατός αντικατέστησε τους παλαιούς μισθοφορικούς στρατούς και αποτέλεσε ένα είδος εθνικού στρατού που αποδείχθηκε εξαιρετικά αποτελεσματικός για την άμυνα της αυτοκρατορίας.
γ) Η στρατιωτική και πολιτική διοίκηση των επαρχιών, η οποία στο παλαιό διοικητικό σύστημα της αυτοκρατορίας ασκούνταν από διαφορετικά πρόσωπα, ενώθηκαν τώρα στο πρόσωπο του στρατηγού. Ο στρατηγός ασκούσε την ανώτατη εξουσία μέσα στα όρια του θέματος.
Προς τα τέλη του 7ου αι. το σύστημα των θεμάτων σταθεροποιήθηκε και άρχισε να εξαπλώνεται και στις ευρωπαϊκές επαρχίες του κράτους.
Ποια μεγάλη αλλαγή στη διοίκηση του κράτους σηματοδοτεί το τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την αρχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας;
Μια άλλη σημαντική αλλαγή της εποχής αυτής είναι η ολοκλήρωση του εξελληνισμού της κρατικής διοίκησης. Επίσημη γλώσσα στην πολιτική και στρατιωτική διοίκηση έγινε η ελληνική, ενώ οι ρωμαϊκοί τίτλοι αντικαταστάθηκαν από ελληνικούς. Πρώτος ο Ηράκλειος υιοθέτησε τον τίτλο βασιλεύς με τη χριστιανική προσθήκη «πιστός έν Χριστώ». Διαφαίνεται έτσι και ο χριστιανικός χαρακτήρας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί σε συμβολικό επίπεδο το οριστικό τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την αρχή της μεσαιωνικής ελληνικής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήρθε πολλές φορές αντιμέτωπη με λαούς που ήθελαν να καταλάβουν τα εδάφη της. Επιδίωξη όλων των αυτοκρατόρων και των ανώτατων αξιωματούχων ήταν πάντοτε η επίλυση των προβλημάτων με τους γείτονες με διπλωματικά μέσα· πολλές φορές όμως η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Γι’ αυτό μεγάλη σημασία δόθηκε στην καλή οργάνωση του στρατού και του ναυτικού.
Ο στρατός ξηράς
Η οργάνωση του στρατού στηρίχθηκε στα δύο σώματα που είχαν δημιουργηθεί από τον Διοκλητιανό: τους λιμιτανέους και τους κομιτατήσιους Οι λιμιτανέοι ήταν γεωργοί που έμεναν στα σύνορα της χώρας, στους οποίους το κράτος έδινε δωρεάν καλλιεργήσιμη γη, με την υποχρέωση να προσφέρουν στρατιωτικές υπηρεσίες εάν χρειαζόταν. Οι κομιτατήσιοι ήταν ο τακτικός στρατός που μεταφερόταν όπου παρουσιαζόταν ανάγκη· αρχηγός τους ήταν ο αυτοκράτορας. Άλλα σώματα στρατού αποτελούνταν από ξένους συμμαχικούς λαούς που ήταν μισθοφόροι (με αμοιβή): οι βουκελλάριοι και οι ομόσπονδοι.
Ο αυτοκράτορας Ηράκλειοςάλλαξε την οργάνωση και τη διοίκηση του στρατού, μεταρρύθμιση που ολοκλήρωσαν οι διάδοχοί του. Δημιουργήθηκαν στρατιωτικές μονάδες, τα θέματα, που βρίσκονταν μόνιμα εγκατεστημένα στις επαρχίες, με σκοπό να ενισχύσουν την άμυνά τους, οι οποίες, μάλιστα, πήραν το όνομά τους από αυτές, π.χ. η περιοχή όπου υπηρετούσαν οι δυνάμεις από την Αρμενία ονομάστηκε θέμα Αρμενιάκων, η περιοχή των Θρακών Θρακώον θέμα κ.ο.κ. Το κάθε θέμα αποτελούσαν από δύο ως τέσσερις τούρμες, ανάλογα με την έκτασή του, με επικεφαλής τον τουρμάρχη. Η τούρμα χωριζόταν σε δρούγγους με επικεφαλής έναν δρουγγάριο, και οι δρούγγοι σε βάνδα. Κάθε βάνδο είχε 300-400 άνδρες και τους διοικούσε ένας κόμης. Επικεφαλής κάθε θέματος ήταν ο στρατηγός, που διοριζόταν συνήθως για διάστημα από τρία έως τέσσερα έτη. Τα στρατεύματα των θεμάτων αποτελούνταν από επαγγελματίες στρατιώτες που ήταν εγκατεστημένοι στην έδρα του στρατηγού και σε στρατηγικής σημασίας πόλεις-κάστρα. Υπήρχαν ωστόσο και στρατιώτες-γεωργοί που ήταν εγκατεστημένοι σε κτήματα που το κράτος τούς είχε παραχωρήσει, με την υποχρέωση να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε καιρό πολέμου. Σε περιοχές κοντά στα σύνορα, υπήρχαν στρατιωτικά σώματα που τα πρόσεχαν, τα οποία ονομάζονταν κλεισούρες (όπως λέγονται και τα στενά περάσματα ανάμεσα σε δύο βουνά) και είχαν διοικητή τους τον κλεισουράρχη. Με τα στρατεύματα των κλεισουρών είχαν σχέση και οι ακρίτες, που αποτελούσαν στρατιωτικά σώματα επίσης ταγμένα για τη φύλαξη των συνόρων.
Από τον 9ο αιώνα οι κύριες δυνάμεις της αυτοκρατορίας αποτελούνταν από τα τάγματα, δηλαδή τις στρατιωτικές μονάδες που βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη ή σε άλλες μεγάλες πόλεις και αποτελούνταν από επίλεκτες μονάδες. Τα σημαντικότερα από αυτά ήταν: α) οι σχολές που ήταν σώμα από έφιππους και πεζούς στρατιώτες, β) οι εξκουβίτορες που χρησιμοποιούνταν συχνά σε εμπιστευτικές αποστολές, γ) το σώμα του «αριθμού» ή της βίγλας κύρια αποστολή του οποίου ήταν η φρούρηση του παλατιού και δ) οι ικανάτοι που ήταν και το νεώτερο σώμα της φρουράς. Διοικητές των σωμάτων αυτών ήταν οι δομέστικοι και οι δρουγγάριοι. Η προσωπική φρουρά του αυτοκράτορα ονομαζόταν εταιρία και αποτελούνταν από ξένους μισθοφόρους. Τα καθήκοντα των στρατιωτικών σωμάτων ήταν καθορισμένα με ακρίβεια και η διοίκησή τους στηριζόταν στην τάξη και την πειθαρχία, ενώ ποινές προβλέπονταν για παραπτώματα όπως ανυπακοή, λιποταξία, εγκατάλειψη όπλων κ.ά.
Το στρατό, ιδίως σε περιπτώσεις εκστρατειών, ακολουθούσε μεγάλος αριθμός ανθρώπων που πρόσφεραν υποστηρικτικές υπηρεσίες, το τούλδον όπως το έλεγαν (επιμελητεία), στο οποίο ανήκαν οι πεταλωτήδες, οι σιδεράδες, οι μάγειροι, οι νοσοκόμοι, καθώς και τα ζώα που μετέφεραν τον εξοπλισμό (εργαλεία, σκηνές, τρόφιμα, όπλα κ.ά.). Στο βοηθητικό προσωπικό ανήκαν οι ρήτορες και οι κήρυκες (καντάτορες) που εμψύχωναν τους πολεμιστές, οι αγγελιοφόροι (μανδάτορες) που εξασφάλιζαν την επικοινωνία μεταξύ των σωμάτων, οι καλλιτέχνες που διασκέδαζαν τους πολεμιστές, οι κληρικοί που λειτουργούσαν στα στρατόπεδα και στα πεδία της μάχης. Επιπλέον, οι στρατιώτες είχαν δικαίωμα να παίρνουν μαζί τους δούλους ή υπηρέτες για να τους εξυπηρετούν σε διάφορες πρακτικές τους ανάγκες.
Η θητεία στον στρατό διαρκούσε πολλά χρόνια. Ορισμένοι, για να αποφύγουν τη στράτευση, γίνονταν μοναχοί ή ακόμα έφταναν στο σημείο να ακρωτηριάζουν μέλη του σώματός τους, ενώ οι πλούσιοι εξαγόραζαν τη στρατιωτική τους θητεία καταβάλλοντας χρηματικά ποσά που το κράτος χρησιμοποιούσε για να πληρώσει τους μισθοφόρους. Όμως, ο στρατός ήταν μια λύση για όσους δεν είχαν περιουσία. Η αμοιβή ενός στρατιωτικού εκτός από τον τακτικό μισθό, τη ρόγα όπως την έλεγαν, που ήταν ανάλογος με το αξίωμα και με το σώμα όπου υπηρετούσε, περιλάμβανε μερίδιο από τα λάφυρα, φορολογικές απαλλαγές και σιτηρέσιο (ψωμί, κρασί, λάδι και κρέας). Επίσης, οι στρατιωτικοί λάμβαναν και έκτακτες παροχές από τον αυτοκράτορα, όταν ανέβαινε στον θρόνο ή παντρευόταν ή όταν εορτάζονταν σημαντικά γεγονότα. Ο Κεκαυμένος, στο έργο του Λόγος νουθετητικός προς βασιλέα συστήνει να μην μειώνεται ποτέ ο μισθός των στρατιωτών, για να μην υπάρξει κίνδυνος να λιποτακτήσουν (να πάνε με το μέρος του εχθρού).
Μετά την ήττα στο Ματζικέρτ(1071) ο στρατός των θεμάτων διαλύθηκε σιγά σιγά, και αντικαταστάθηκε από τον θεσμό της πρόνοιας, δηλαδή την παραχώρηση αγροκτημάτων και φορολογικών εσόδων σε ευγενείς και αξιωματούχους, τους προνοιάριους, με την υποχρέωση να προσφέρουν στρατιωτικές υπηρεσίες σε περίοδο πολέμου. Αυτό το μέτρο όμως απέτυχε και ο στρατός μειώθηκε και βασίστηκε κυρίως στους μισθοφόρους, οι οποίοι βέβαια δεν πολεμούσαν με κίνητρο να σώσουν την πατρίδα τους, αλλά μόνο για τα χρήματα.
Το ναυτικό
Η εξάπλωση των Αράβων τον 7ο αιώνα απείλησε την κυριαρχία των Βυζαντινών στη θάλασσα και οδήγησε στην αναδιοργάνωση του πολεμικού ναυτικού, το πλώιμον όπως το έλεγαν, επικεφαλής του οποίου τέθηκε ο στρατηγός των καραβησιάνων. Το ναυτικό οργανώθηκε ως οργανικό τμήμα της διοίκησης των θεμάτων. Έτσι, δημιουργήθηκε ο στόλος των επαρχιών, τα θεματικά πλώιμα, με επικεφαλής στρατηγούς ή δρουγγάριους. Το βασιλικόν πλώιμον ήταν ανεξάρτητος στόλος για την άμυνα της πρωτεύουσας με επικεφαλής τον δρουγγάριο του πλώιμου, τον γενικό ναύαρχο. Το κύριο πολεμικό πλοίο κατά τους βυζαντινούς χρόνους ήταν ο δρόμων που μπορούσε να μεταφέρει μέχρι 300 άνδρες, πολεμιστές και κωπηλάτες. Άλλοι τύποι πολεμικών πλοίων ήταν το δρομώνιον και το χελάνδιον.
Πριν από κάθε αναχώρηση του στόλου, τα πλοία και τους άνδρες επιθεωρούσαν οι διοικητές τους, ενώ οι κληρικοί έψαλλαν ιδιαίτερη ακολουθία για να πάνε όλα καλά. Ο συνηθέστερος τρόπος ναυμαχίας ονομαζόταν πελαγολιμήν: ο πολεμικός στόλος ήταν σε παράταξη ημικυκλίου, στο κέντρο του οποίου βρισκόταν ο δρόμωνας του ναυάρχου, για να δίνει διαταγές που θα την άκουγαν όλοι, ενώ στις άκρες βρίσκονταν οι πιο δυνατοί δρόμωνες. Άλλος τρόπος διάταξης ήταν η κατά μήκος επίθεση, με τις πρώρες στραμμένες προς τον εχθρό. Σε αντίθεση με την αρχαία ναυτική τακτική, οι ναυμαχίες δεν στηρίζονταν πλέον στον εμβολισμό των εχθρικών πλοίων, αλλά στο πλεύρισμα και στην πρόσδεση στα εχθρικά πλοία· τότε οι στρατιώτες ορμούσαν και η μάχη δινόταν σώμα με σώμα. Με τα χρόνια, η ναυτική δύναμη του Βυζαντίου άρχισε να παρακμάζει και στα τέλη του 13ου αιώνα το ναυτικό διαλύθηκε, αφού πια το κράτος δεν μπορούσε να το συντηρήσει οικονομικά. Έτσι, οι Βενετοί και οι Γενουάτες που μέχρι τότε κατά καιρούς συμμαχούσαν με τον βυζαντινό στόλο, κυριάρχησαν στη Μεσόγειο.
Η τείχιση των πόλεων αποτέλεσε βασικό μέλημα της αυτοκρατορικής διοίκησης, όπως φαίνεται και από το σχέδιο του Ιουστινιανούνα τειχίσει πολλές πόλεις και να ενισχύσει με οχυρώσεις αρκετά ειδικής σημασίας στρατηγικά σημεία.
Οι φυσικές καταστροφές και επιδημίες, σε συνδυασμό με την πολιτική και οικονομική ύφεση που επικράτησε βαθμιαία από τα τέλη του 4ου αιώνα, επέφεραν σημαντικές αλλαγές στη μορφή των πόλεων, καθώς κάποιες πόλεις εγκαταλείφθηκαν, άλλες συρρικνώθηκαν σε μέγεθος και πληθυσμό, ενώ νέες πόλεις ιδρύθηκαν σε δυσπρόσιτες περιοχές με κύριο στόχο την παροχή ασφάλειας στους κατοίκους τους.
Βασικός στόχος των οχυρώσεων ήταν η απόκρουση των επιθέσεων με τη δημιουργία μεγάλων εμποδίων, που αναπτύσσονταν το ένα μετά το άλλο για την εξασφάλιση της άμυνας. Ο αριθμός και το ύψος των τειχών, το σχήμα και η μορφή των πύργων, ο αριθμός και ο τρόπος φύλαξης των πυλών καθορίζονταν από τη διαμόρφωση του εδάφους, τις εξελίξεις στην πολεμική τέχνη και τις εκάστοτε οικονομικές και οικοδομικές δυνατότητες.
Τα τείχη αποτελούνταν κατά κανόνα από πύργους, που είχαν δύο ή περισσότερα επίπεδα, από την κορυφή των οποίων οι αμυνόμενοι επιτίθονταν στον εχθρό, και από μεταπύργια, ψηλούς τοίχους με αρκετό πάχος για να αντέχουν τις επιθέσεις. Μπροστά από τα τείχη των πόλεων που βρίσκονταν σε πεδινά εδάφη κτιζόταν ένα χαμηλότερο τείχος, με πύργους κατά διαστήματα, και μπροστά του υπήρχε η τάφρος, που γέμιζε με νερό και λειτουργούσε ως μια πρώτη γραμμή ανάσχεσης του εχθρού.
Στο ψηλότερο σημείο του οικισμού βρισκόταν η ακρόπολη, που, έχοντας ιδιαίτερο τείχος για αμυντική αυτονομία, αποτελούσε το τελικό καταφύγιο των αμυνομένων και φιλοξενούσε την έδρα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας και της στρατιωτικής διοίκησης. Ήδη από τα χρόνια του Ιουστινιανού ένα ενδιάμεσο τείχος χώριζε την πόλη στα δύο, εξασφαλίζοντας έτσι μια επιπλέον γραμμή άμυνας. Οι πύλες, που άνοιγαν με την ανατολή του ήλιου και έκλειναν με τη δύση του, ιδρύονταν στα πιο ευπαθή σημεία της οχύρωσης, γι’ αυτό ήταν λίγες σε αριθμό.
Εξαιρετικό αμυντικό έργο αποτελεί η τείχιση της Κωνσταντινούπολης, που αποτέλεσε το πρότυπο για την οχύρωση των βυζαντινών πόλεων. Ενδεικτικό είναι ότι το τείχος της άντεξε για περισσότερο από χίλια χρόνια στην πολιορκία των Οθωμανών.
Τέλος, τα φρούρια και οι πύργοι ήταν οχυρωματικά έργα που, όπως οι πόλεις-κάστρα, ακολουθούσαν τη λογική των διαδοχικών γραμμών άμυνας. Σκοπός τους ήταν ο έλεγχος στρατηγικών θέσεων και περασμάτων, η άμυνα των ευρύτερων γεωγραφικών περιοχών, αλλά και η αποθήκευση της αγροτικής παραγωγής, η παροχή στέγης στον τοπικό άρχοντα και η παροχή καταφυγίου για τους κατοίκους σε περιόδους κινδύνου.
Πατήστε εδώ για να δείτε εικόνες από βυζαντινά κάστρα.
Ποιες ήταν οι βασικές αρχές της πολιτικής του Ιουστινιανού;
Ένας από τους σημαντικότερους ηγέτες της πρώιμης βυζαντινής ιστορίας υπήρξε ο Ιουστινιανός Α’ (527-565). Το πολιτικό του πρόγραμμα ήταν: Ένα κράτος, μία εκκλησία, μία νομοθεσία.
Β. ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΥ
Πώς πέτυχε ο Ιουστινιανός να ενδυναμώσει την αυτοκρατορική εξουσία («ένα κράτος»);
α) Ο αυτοκράτορας κατέστειλε με αποφασιστικότητα και σε συνεργασία με την ικανότατη σύζυγο του Θεοδώρα, την εξέγερση των δήμων του Ιπποδρόμου Πράσινων και Βένετων και του λαού της Κωνσταντινούπολης. Η επανάσταση αυτή ονομάστηκε Στάση του Νίκα (532). Ακολούθως, ενίσχυσε την αυτοκρατορική εξουσία και περιόρισε σημαντικά τη δύναμη των δήμων.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι δήμοι ήταν αθλητικά σωματεία αλλά είχαν και πολιτική ισχύ.
β) Παράλληλα ο αυτοκράτορας προσπάθησε με αυστηρούς νόμους να περιορίσει τη δύναμη των μεγάλων γαιοκτημόνων των επαρχιών και να προστατεύσει τους ελεύθερους αγρότες, που ήταν πολύ χρήσιμοι στην κεντρική εξουσία γιατί πλήρωναν φόρους.
Πώς ενίσχυσε την ορθοδοξία («μία εκκλησία»);
α) Προσπάθησε να επιβάλει την Ορθοδοξία σε όλη την έκταση της αυτοκρατορίας και γι’ αυτό καταδίωξε τους οπαδούς των αιρέσεων και της αρχαίας θρησκείας και ανέστειλε τη λειτουργία της Νεοπλατωνικής Ακαδημίας στην Αθήνα (529).
β) Φρόντισε με κάθε μέσο να διαδώσει το Χριστιανισμό σε λαούς του Καυκάσου και της Ανατολικής Αφρικής.
Ποιο ήταν το νομοθετικό έργο του Ιουστινιανού και γιατί ήταν σημαντικό («μία νομοθεσία»);
Το διαρκέστερο έργο του αυτοκράτορα υπήρξε η κωδικοποίηση (τακτοποίηση, κατηγοριοποίηση) του Ρωμαϊκού Δικαίου. Επειδή το πλήθος και οι αντιφάσεις των νόμων δυσκόλευαν την ομαλή απονομή της δικαιοσύνης, συνέστησε επιτροπή ειδικών για την αναθεώρηση του ισχύοντος Δικαίου.
Μέσα σε μια πενταετία (529-534) εκδόθηκαν:
Ο Ιουστινιάνειος Κώδικας με τους πριν από τον Ιουστινιανό αυτοκρατορικούς νόμους.
Ο Πανδέκτης που περιλάμβανε γνώμες ρωμαίων νομικών.
Οι Εισηγήσεις που ήταν εγχειρίδιο για τους αρχάριους σπουδαστές της Νομικής.
Οι Νεαρές που ήταν οι νέοι νόμοι οι οποίοι εκδόθηκαν μετά το 534. Οι περισσότερες Νεαρές γράφτηκαν στα ελληνικά, γιατί οι υπήκοοι του ανατολικού τμήματος κυρίως δεν κατανοούσαν τη λατινική.
Το Ιουστινιάνειο Δίκαιο αποτέλεσε τη βάση του Δικαίου της Νεότερης Ευρώπης.
Γ. ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΥ
Πού αποσκοπούσε η εξωτερική πολιτική του Ιουστινιανού;
Η εξωτερική πολιτική του Ιουστινιανού απέβλεπε στην αποκατάσταση της Ρωμαϊκής Οικουμένης, δηλαδή την ανόρθωση της ρωμαϊκής εξουσίας στη Δύση.
Ποιες περιοχές κατέκτησε ξανά ο Ιουστινιανός;
Α) Το Βανδαλικό Βασίλειο στη Β. Αφρική, το οποίο καταλύθηκε εύκολα και γρήγορα (533-534).
Β) Το Οστρογοτθικό Βασίλειο στην Ιταλία. Εδώ οι αγώνες για την κατάκτηση υπήρξαν μακροί και σκληροί (535-555).
Γ) Τέλος το Βησιγοτθικό Βασίλειο στην Ισπανία, από το οποίο ανακτήθηκαν μόνο οι παράκτιες περιοχές στα ΝΑ.
Ποιοι λαοί απείλησαν το Βυζάντιο και πώς τους αντιμετώπισε ο Ιουστινιανός;
Πολύ επικίνδυνη έγινε η κατάσταση στην Ανατολή, όταν ο πέρσης μεγάλος βασιλιάς Χοσρόης Α’ κατέλαβε εκτεταμένες περιοχές. Ωστόσο με τη συνθήκη του 562, η εύθραυστη ισορροπία μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων της εποχής, Βυζαντίου και Περσίας, αποκαταστάθηκε.
Στη γραμμή του Δούναβη και τη Χερσόνησο του Αίμου ο Ιουστινιανός έκτισε πολλά φρούρια και δαπάνησε τεράστια ποσά για την εξαγορά της ειρήνης, αλλά δεν μπόρεσε να αναχαιτίσει τις καταστροφικές εισβολές των Σλάβων και άλλων λαών στις ευρωπαϊκές επαρχίες.
Πώς αξιολογείται η εξωτερική πολιτική του Ιουστινιανού;
Συνολικά η εξωτερική πολιτική του Ιουστινιανού Α’ ήταν σύμφωνη με τη ρωμαϊκή παράδοση και πολύ φιλόδοξη, αλλά ξεπερνούσε τις δυνατότητες του κράτους. Οι πόλεμοι του στη Δύση και την Ανατολή απογύμνωσαν τις ευρωπαϊκές επαρχίες από στρατεύματα και άδειασαν τα κρατικά ταμεία. Η κατάσταση αυτή εξασθένισε τη διεθνή θέση του Βυζαντίου και είχε ολέθριες επιπτώσεις στην εδαφική ακεραιότητα του κράτους επί των διαδόχων του.
Ποιο ήταν το οικοδομικό πρόγραμμα του Ιουστινιανού;
Ιδιαίτερα φιλόδοξο υπήρξε το οικοδομικό πρόγραμμα του Ιουστινιανού. Κατασκευάστηκε μεγάλος αριθμός έργων που ήταν χρήσιμα:
α) στην άμυνα (φρούρια και τείχη),
β) τη θρησκεία (ναοί),
γ) την υποδομή και την κοινή ωφέλεια (δρόμοι, γέφυρες, υδραγωγεία, αποθήκες σιτηρών). Λίγα από αυτά άντεξαν στο πέρασμα του χρόνου, όπως η Αγια Σοφία στην Κωνσταντινούπολη.
Ποιο ήταν το λαμπρότερο κτίσμα του Ιουστινιανού, τι ρυθμού ήταν, ποιοι ήταν οι αρχιτέκτονές του και ποια ήταν τα βασικά αρχιτεκτονικά του χαρακτηριστικά;
Τομή Αγίας Σοφίας κατά A. M. Schneider
Η Αγια Σοφία είναι το λαμπρότερο κτίσμα της βυζαντινής τέχνης. Εκπροσωπεί το νέο ρυθμό βασιλική μετά τρούλου, που προήλθε από τον συνδυασμό του κατά μήκος άξονα των βασιλικών (μακρόστενων ρωμαϊκών κτιρίων) με τον καθ’ ύψος άξονα των περίκεντρων (κυκλικών ή πολυγωνικών) κτιρίων. Ο συνδυασμός αυτός εξέφραζε την αγάπη του Ιουστινιανού Α’ για τις μνημειώδεις κατασκευές.
Οι αρχιτέκτονες Ανθέμιος από τις Τράλλεις και Ισίδωρος από τη Μίλητο της Μ. Ασίας, που επεξεργάστηκαν τα σχέδια και διεύθυναν τις εργασίες κατασκευής τη (532-537), έδωσαν έμφαση στο κέντρο, δηλαδή στον καθ’ ύψος άξονα του ναού. Το κτίριο είναι σχεδόν τετράγωνο (76 Χ 71 μ.). Τέσσερις ογκώδεις πεσσοί (τετράγωνοι κίονες) σχηματίζουν το κεντρικό τετράγωνο. Οι πεσσοί συνδέονται με τόξα που σχηματίζουν ημισφαιρικά τρίγωνα και δημιουργούν ένα στεφάνι, πάνω στο οποίο στηρίζεται ο τεράστιος τρούλος. Ο τρούλος μοιάζει να κρέμεται από τον ουρανό. Το φως εισδύει άπλετο από τα παράθυρά του και πλημμυρίζει το εσωτερικό του ναού. Ο ιστορικός Προκόπιος εξαίρει (τονίζει)το κάλλος και το μέγεθος της Αγίας Σοφίας.
Από τους τριάντα δύο ναούς που ο Ιουστινιανός έχτισε στην Κωνσταντινούπολη η Αγία Σοφία ήταν η μόνη που άντεξε στο χρόνο, υμνήθηκε και έγινε σύμβολο και πηγή έμπνευσης όχι μόνο για το μεσαιωνικό αλλά και για το νεότερο Ελληνισμό.
Πατήστε στον σύνδεσμο που ακολουθεί για μια εικονική περιήγηση στην Αγία Σοφία.
Στην ύπαιθρο η γη συγκεντρώνεται στα χέρια μεγαλογαιοκτημόνων και οι μικροϊδιοκτήτες γίνονται δουλοπάροικοι.
Οι φόροι πλήττουν τους αγρότες που μεταβαίνουν στις πόλεις ή τα μοναστήρια.
Αναπτύσσεται το εμπόριο με την επέκταση της αυτοκρατορίας στις χώρες της Ερυθράς θάλασσας.
Μετά το θάνατο του Θεοδόσιου του Α΄ το 395 μ. Χ. το κράτος χωρίζεται σε ανατολικό και δυτικό τμήμα. Μοιρασμένο αντιμετωπίζει τις επιθέσεις των γερμανικών φύλων.
Οι αυτοκράτορες του Ανατολικού τμήματος, εξουδετέρωσαν την απειλή των Γερμανικών λαών.
Το δυτικό τμήμα, που ήταν οικονομικά εξαντλημένο, νικήθηκε από τα γερμανικά φύλα και έτσι ιδρύεται το Οστρογοτθικό κράτος στην Ιταλία, με πρωτεύουσα τη Ραβέννα (493 μ.Χ.)
Την ίδια περίοδο ιδρύονται και τα υπόλοιπα γερμανικά κράτη: Βουργουνδικό (Γαλλία), Φραγκικό (Γαλλία και Γερμανία), Βησιγοτθικό (Ισπανία), Βανδαλικό (Βόρεια Αφρική).
Στο ανατολικό τμήμα του κράτους (Βυζάντιο), σταδιακά, κυριαρχεί το ελληνικό στοιχείο και υπάρχει πολιτιστική ανάπτυξη. Ιδρύεται το Πανεπιστήμιο της Κων/πολης.
Η ΠΑΛΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΘΡΗΣΚΕΙΑ
Αιρέσεις ήταν οι θρησκευτικές αντιλήψεις που διαφοροποιούνταν από την ορθή χριστιανική διδασκαλία. Μια από τις σημαντικότερες ήταν ο Μονοφυσιτισμός, σύμφωνα με τον οποίο ο Χριστός ήταν μόνο Θεός και όχι άνθρωπος.
Αυτές αποτελούσαν αιτία για αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις μέσα στο κράτος. Γι΄ αυτό, το κράτος προσπάθησε να βοηθήσει την Εκκλησία να τις καταπολεμήσει με τις Οικουμενικές Συνόδους. Εκεί διατυπώθηκε η επίσημη θέση της Εκκλησίας για κάθε αίρεση.
Μεγάλη σύγκρουση υπήρξε ακόμη ανάμεσα στο Χριστιανισμό και την αρχαία θρησκεία. Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος το 393 πολέμησε την αρχαία θρησκεία, κλείνοντας ναούς και μαντεία και απαγορεύοντας τους Ολυμπιακούς αγώνες.
Με ποιον ρωμαίο αυτοκράτορα συνδέεται η ύπαρξη του Βυζαντίου;
Το Βυζάντιο* συνδέει την ύπαρξή του με το έργο του ρωμαίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Α΄.
Ποια μέτρα πήρε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Α΄ για να ανορθώσει το ρωμαϊκό κράτος που κλονιζόταν;
Ίδρυσε ένα νέο διοικητικό κέντρο στην Ανατολή, την Κωνσταντινούπολη.
Αναγνώρισε το δικαίωμα άσκησης της χριστιανικής λατρείας.
Καθιέρωσε στη διοίκηση τη διάκριση της πολιτικής από τη στρατιωτική εξουσία.
Έκοψε και έθεσε σε κυκλοφορία ένα πολύ σταθερό χρυσό νόμισμα.
Α. Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ
Πότε και κάτω από ποιες συνθήκες γίνεται η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης;
Όταν ο Κωνσταντίνος νίκησε το Λικίνιο, Αύγουστο* του ανατολικού τμήματος του κράτους και έμεινε μονοκράτορας* (324), αποφάσισε να ιδρύσει ένα νέο διοικητικό κέντρο στη θέση του αρχαίου Βυζαντίου, πόλης που είχε μοναδική γεωπολιτική* θέση, αφού βρισκόταν στο σταυροδρόμι της Ασίας και της Ευρώπης, του Ευξείνου Πόντου και της Μεσογείου και είχε μεγάλη εμπορική σημασία.
Για ποιους λόγους ο Κωνσταντίνος Α΄ αποφάσισε την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης;
Η Ανατολή διέθετε, σε αντίθεση με τη Δύση, ακμαίο πληθυσμό και οικονομία.
Οι Χριστιανοί, στους οποίους ο Κωνσταντίνος Α΄ στηρίχτηκε πολιτικά, ήταν πολυπληθέστεροι στην Ανατολή.
Οι μεγάλες πόλεις της Ανατολής υπέφεραν από θρησκευτικές συγκρούσεις
Από το Βυζάντιο μπορούσε να αποκρούσει ευκολότερα τους Γότθους (στο Δούναβη) και τους Πέρσες (στον Ευφράτη).
Πώς σχεδιάστηκε η Κωνσταντινούπολη;
Ο αυτοκράτορας ανοικοδόμησε το Βυζάντιο σύμφωνα με το ρυμοτομικό σχέδιο της Ρώμης. Προίκισε την πόλη με νέα τείχη, επιβλητικές λεωφόρους και το φόρουμ (πλατεία) του Κωνσταντίνου.
Τη στόλισε με λαμπρά έργα τέχνης, το Ιερόν Παλάτιον, το κτίριο της Συγκλήτου και άλλα δημόσια κτίρια: εκκλησίες, λουτρά και δεξαμενές.
Πότε εγκαινιάστηκε η Κωνσταντινούπολη;
Στις 11 Μαΐου 330 ολοκληρώθηκε η πρώτη φάση των εργασιών και τελέστηκαν τα εγκαίνια της πόλης, η οποία έλαβε το όνομα του ιδρυτή της (Κωνσταντινούπολη). Έκτοτε και για αιώνες την ημέρα αυτή γιορτάζονταν τα γενέθλιά της.
Ποια χριστιανικά στοιχεία ενισχύθηκαν με την πάροδο του χρόνου στη μορφή της Κωνσταντινούπολης;
Η Κωνσταντινούπολη ή Νέα Ρώμη βαθμιαία απέκτησε χαρακτηριστικά χριστιανικής πόλης, αφού οικοδομήθηκαν εκεί πολλές εκκλησίες.
Ποια ήταν η πληθυσμιακή εξέλιξη της Κωνσταντινούπολης;
Η πόλη αναπτύχθηκε ραγδαία: στις αρχές του 5ου αι. ο πληθυσμός της είχε αυξηθεί σε 150.000 ψυχές περίπου, ενώ στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α΄ (527-565) αριθμούσε 300.000 κατοίκους, σύμφωνα με τους μετριότερους υπολογισμούς. Έτσι η Νέα Ρώμη, μέσα σε δύο αιώνες ξεπέρασε το πρότυπο της, δηλαδή την Παλαιά Ρώμη.
Β. ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Για ποιο λόγο ο Κωνσταντίνος έδειξε ευνοϊκή στάση προς τον Χριστιανισμό;
Οι οπαδοί του Χριστιανισμού συγκροτούσαν τη δυναμικότερη πληθυσμιακή ομάδα της Ανατολής. Η νέα αυτή θρησκεία φαινόταν ότι μπορούσε να αποκαταστήσει την κλονισμένη ενότητα του Ρωμαϊκού Κράτους. Για το λόγο αυτό ο Κωνσταντίνος έδειξε ευνοϊκή στάση προς τον Χριστιανισμό.
Με ποια μέτρα οΚωνσταντίνος έδειξε ευνοϊκή στάση προς τον Χριστιανισμό;
Μετά τη νίκη του επί του Μαξεντίου (312) μετέφερε το μονόγραμμα του Χριστού (Χριστόγραμμα*), σημαντικό χριστιανικό σύμβολο, από τη στρατιωτική σημαία (λάβαρον) στα νομίσματά του.
Εξέδωσε νόμους ευνοϊκούς για τους Χριστιανούς.
Το Διάταγμα των Μεδιολάνων που βασίστηκε σε συμφωνία του Κωνσταντίνου και του Λικίνιου (313), αναγνώρισε στους Χριστιανούς ελευθερία άσκησης της λατρείας τους και έτσι εξίσωσε τα δικαιώματά τους με αυτά των άλλων θρησκειών του Ρωμαϊκού Κράτους. Οι διωγμοί Χριστιανών πάντως έπαυσαν εντελώς, μόνο όταν ο Κωνσταντίνος έγινε μονοκράτορας στο Ρωμαϊκό Κράτος (324).
Ένα χρόνο αργότερα (325) ο Κωνσταντίνος συγκάλεσε στη Νίκαια της Βιθυνίας σύνοδο (συνέδριο) επισκόπων απ’ όλες τις επαρχίες του Οικουμενικού Ρωμαϊκού Κράτους γι’ αυτό η σύνοδος ονομάστηκε οικουμενική. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος διατύπωσε τη διδασκαλία της Εκκλησίας έναντι των αιρέσεων* που είχαν ήδη εμφανισθεί. Έκτοτε έγιναν πολλές τέτοιες σύνοδοι. Η σύγκλησή τους είχε σκοπό την ειρήνευση της Εκκλησίας και, κατ’ επέκταση την ειρήνευση της αυτοκρατορίας.
Για ποιους λόγους ο Κωνσταντίνος δεν υιοθέτησε μια καθαρή θρησκευτική στάση;
Η σθεναρή αντίσταση των οπαδών της αρχαίας θρησκείας (ειδωλολατρίας) που εντοπίζονται τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, ιδίως στους κόλπους της συγκλητικής αριστοκρατίας της Ρώμης, δεν επέτρεψε στον Κωνσταντίνο να υιοθετήσει μια καθαρή θρησκευτική στάση ως το τέλος της ζωής του.
ΓΛΩΣΣΑΡΙ
Νέα Ρώμη: η Κωνσταντινούπολη. Βυζάντιο: αποικία που ίδρυσαν οι Μεγαρείς στο Βόσπορο το 657 π.Χ..
Αύγουστος: στα λατινικά σημαίνει σεβαστός. Έτσι ονομάζονταν όλοι οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες.
Μονοκράτορας: ο μόνος κυρίαρχος ενός κράτους. Είναι συνώνυμο της λέξης αυτοκράτορας (=τίτλος που δίνεται στον ηγέτη μιας αυτοκρατορίας).
γεωπολιτική: η σημασία που έχει η γεωγραφική θέση μιας χώρας στη διαμόρφωση της εθνικής ή της εξωτερικής πολιτικής της.
Χριστόγραμμα: μονόγραμμα του Χριστού που ήταν κεντημένο σε λάβαρα ή αποτυπωμένο σε νομίσματα.
Αίρεση: είναι η θρησκευτική διδασκαλία που παρεκκλίνει από τη γνήσια και αυθεντική χριστιανική πίστη και επομένως λανθασμένη και αντιχριστιανική.
Φωνή του ρήματος λέγεται ένα σύνολο από τύπους που μπορεί να σχηματίσει το ρήμα.
Κάθε ρήμα κανονικά σχηματίζει δύο σύνολα από τύπους, δηλ. έχει δύο φωνές. Αυτές είναι:
α) η ενεργητική φωνή, που ο πρώτος τύπος της (δηλ. το α΄ ενικό πρόσωπο της οριστικής του ενεστώτα) λήγει σε -ω ή -μι:λύ-ω, τιμῶ, τίθη-μι ·
β) η μέση φωνή, που ο πρώτος τύπος της (δηλ. το α΄ ενικό πρόσωπο της οριστικής του ενεστώτα) λήγει σε -μαι:λύ-ο-μαι, τιμῶμαι, τίθε-μαι.
Β) ΤΗ ΣΥΖΥΓΙΑ
Κατά τον τρόπο που κλίνονται τα ρήματα χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, που λέγονται συζυγίες.
α) Στην πρώτη συζυγία ανήκουν όσα ρήματα στο α΄ πρόσωπο της οριστικής του ενεργητικού ενεστώτα λήγουν σε -ω. Όσα τονίζονται στη λήγουσα στο α΄ενικό ενεστώτα λέγονται συνηρημένα (τιμῶ ). Όσα δεν τονίζονται στη λήγουσα (λύ-ω, γράφ-ω) λέγονται βαρύτονα.
β) Στη δεύτερη συζυγία ανήκουν όσα ρήματα στο α΄πρόσωπο της οριστικής του ενεργητικού ενεστώτα λήγουν σε -μι:δείκνυ-μι, τίθη-μι.
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ
Στους ρηματικούς τύπους ξεχωρίζομε διάφορα στοιχεία: κατάληξη, θέμα, χαρακτήρα, αύξηση, αναδιπλασιασμό . Π.χ. στον τύπο λύ-ω το λυ- είναι θέμα, το -υ-χαρακτήρας, το -ω κατάληξη· στον τύπο ἔ-λυ-ον το ε- είναι αύξηση, το -λυ– θέμα, το-ον κατάληξη.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Κατάληξη του ρηματικού τύπου είναι το τελευταίο μέρος που αλλάζει, για να δηλωθεί η φωνή, το πρόσωπο, ο αριθμός, κ.α.: -ω, -εις, -ει, -ομεν, -ετε, -ουσι· -ω, -ῃς, -ῃ κτλ
ΘΕΜΑ
Θέμα του ρηματικού τύπου είναι το μέρος που δεν αλλάζει.
ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ
Είναι το τελευταίο γράμμα του θέματος π.χ. το ρ. λύω έχει θέμα. λυ- και χαρακτ. –υ.
Ο ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΟΡΙΣΤΙΚΗΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗΣ ΦΩΝΗΣ
Ο μέλλοντας έχει τις ίδιες καταλήξεις με τον ενεστώτα, μόνο που προστίθεται ένα -σ- (ο χρονικός χαρακτήρας) πριν από τις καταλήξεις.
Τα αφωνόληκτα ρήματα τα οποία έχουν χαρακτήρα άφωνο σύμφωνο, δηλαδή ουρανικό, χειλικό ή οδοντικό, σχηματίζουν την οριστική του μέλλοντα όπως τα φωνηεντόληκτα, με τη διαφορά ότι από τη συγχώνευση του χαρακτήρα των ρημάτων αυτών με τον χρονικό χαρακτήρα -σ- προκύπτουν τα ακόλουθα:
Τα ρήματα στην οριστική των ιστορικών χρόνων, δηλαδή του παρατατικού, του αορίστου και του υπερσυντελίκου, παίρνουν στην αρχή του θέματος αύξηση, η οποία δηλώνει το παρελθόν. Υπάρχουν δύο είδη αύξησης: η συλλαβική και η χρονική.
ρήματα που αρχίζουν
από σύμφωνο
ρήματα που αρχίζουν
από φωνήεν ή δίφθογγο
συλλαβική αύξηση
χρονική αύξηση
προσθήκη ενός ἐ- πριν από το θέμα
λύω γράφω
→
→
ἔ-λυ-ον ἔ-γραφ-ον
έκταση του αρχικού βραχύχρονου φωνήεντος
α, ε → η
ἄρχω
→
ἦρχον
ἐλπίζω
→
ἤλπιζον
αι, ει → ῃ
αἴρω
→
ᾖρον
εἰκάζω
→
ᾔκαζον
ο → ω
ὁρίζω
→
ὥριζον
οι → ῳ
οἰκίζω
→
ᾤκιζον
ῐ , ῠ → ῑ , ῡ
ἱδρύω
→
ἵδρυον
ὑβρίζω
→
ὕβριζον
αυ, ευ → ηυ
αὔξω
→
ηὖξον
εὕδω
→
ηὗδον
ΠΡΟΣΟΧΗ
Τα ρήματα που αρχίζουν από ῥ-, όταν παίρνουν αύξηση, γράφονται με δύο ρ, π.χ. ῥίπτω →ἔρριπτον.
Στα σύνθετα ή παρασύνθετα ρήματα με α΄ συνθετικό πρόθεση, η αύξηση μπαίνει μετά την πρόθεση και λέγεται εσωτερική αύξηση π.χ. ἀπάγω → ἀπῆγον, ἐκφέρω → ἐξέφερον, ἐγκωμιάζω → ἐνεκωμίαζον.
ΚΑΤΑΛΗΞΗΑΟΡΙΣΤΟΥ
Όπως και στον μέλλοντα, έτσι και στον αόριστο, γίνεται συγχώνευση του άφωνου χαρακτήρα του ρήματος με τον χρονικό χαρακτήρα -σ- :
Ο παρακείμενος και ο υπερσυντέλικος έχουν στην αρχή του θέματος αναδιπλασιασμό σε όλες τις εγκλίσεις και στους ονοματικούς τύπους (απαρέμφατο, μετοχή).
ΕΙΔΗ ΟΜΑΛΟΥ ΑΝΑΔΙΠΛΑΣΙΑΣΜΟΥ
Το ρήμα αρχίζει από:
είδος αναδιπλασιασμού
Α.
1. απλό σύμφωνο (εκτός του ῥ-)2. δύο σύμφωνα, από τα οποία:
το πρώτο είναι άφωνο
(κ, γ, χ, π, β, φ, τ, δ, θ)
και το δεύτερο υγρό ή ένρινο
(μ, ν, λ, ρ)
επανάληψη του αρχικού συμφώνου +ε λύω →λέλυκα γράφω →γέγραφα
Β.
1. διπλό σύμφωνο(ζ, ξ, ψ) 2.ῥ- 3. δύο σύμφωνα, χωρίς να είναι το πρώτο άφωνο και το δεύτερο υγρό ή ένρινο (σπ, στ, σκ, κτ) 4. τρία σύμφωνα
συλλαβική αύξηση ψεύδω →ἔψευκα ῥάπτω →ἔρραφα (Προσοχή στον διπλασιασμό του ρ!) κτείνω →ἔκτονα στρατεύω →ἐστράτευκα
Γ.
φωνήεν ή δίφθογγο
χρονική αύξηση ἐλπίζω →ἤλπικα ἁθροίζω →ἥθροικα
Παρατηρήσεις
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στον αναδιπλασιασμό που παίρνουν τα ρήματα που αρχίζουν από δασέα σύμφωνα (χ, φ, θ), τα οποία τρέπονται στα αντίστοιχα ψιλά (κ, π, τ):
χ→κ
χορεύω
→
κε-χόρευκα
φ→π
φυλάττω
→
πε-φύλαχα
θ→τ
θύω
→
τέ-θυκα
Στα σύνθετα ή παρασύνθετα ρήματα με α′ συνθετικό πρόθεση ο αναδιπλασιασμός μπαίνει μετά την πρόθεση, π.χ. ἀπο-γράφω → ἀπο-γέ-γραφα.
Ιδιαίτερο είδος αναδιπλασιασμού είναι ο αττικός.
Ρήματα που αρχίζουν από α, ε, ο, στους συντελικούς χρόνους επαναλαμβάνουν τους δύο πρώτους φθόγγους του θέματος και συγχρόνως τρέπουν σε μακρό το αρχικό φωνήεν, δηλαδή α → η, ε → η, ο → ω,
π.χ. ἀκούω → ἀκήκοα (<ἀκ-ὰκο-α), ἐλαύνω → ἐλήλακα (<ἐλ-έλα-κα), ὀρύττω → ὀρώρυχα (<ὀρ-ὸρυ-χα).
α.Ουρανικόληκτα: Σχηματίζουν την οριστική παρακειμένου και υπερσυντελίκου με μετατροπή του ουρανικού χαρακτήρα του θέματος σε –χ–, π.χ. κηρύττω → κε-κήρυχ-α → ἐ-κε-κηρύχ-ειν, τάττω → τέ-ταχ-α → ἐ-τε-τάχ-ειν.
β.Χειλικόληκτα: Σχηματίζουν την οριστική παρακειμένου και υπερσυντελίκου με μετατροπή του χειλικού χαρακτήρα του θέματος σε –φ–, π.χ. τρίβω → τέ-τριφ-α → ἐ-τε-τρίφ-ειν, κόπτω → κέ-κοφ-α → ἐ-κε-κόφ-ειν.
γ.Οδοντικόληκτα: Σχηματίζουν την οριστική παρακειμένου και υπερσυντελίκου με τον χρονικό χαρακτήρα -κ-, αφού προηγουμένως αποβάλουν τον οδοντικό χαρακτήρα, π.χ. πείθω → πέ-πει-κα → ἐ-πε-πεί-κειν, κο-μίζω → κε-κόμι-κα → ἐ-κε-κομί-κειν.
ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΥ
Για να σχηματίσουμε τον υπερσυντέλικο, παίρνουμε το θέμα του ρήματος έτσι όπως έχει διαμορφωθεί στον παρακείμενο. Προσθέτουμε:
α) στην αρχή, συλλαβική αύξηση (ε-) για όσα ρήματα αρχίζουν από σύμφωνο. Διατηρούμε την χρονική αύξηση του παρακειμένου για τα ρήματα που αρχίζουν από φωνήεν ή δίφθογγο.
β) στο τέλος, τις καταλήξεις του υπερσυντελίκου -ειν -εις -ει -εμεν -ετε –εσαν.
ΠΗΓΕΣ
Αρχαία Ελληνική Γλώσσα Α΄Γυμνασίου ΟΕΔΒ
Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Γυμνασίου – Λυκείου) ΟΕΔΒ
Ήταν ένας από τους πιο γνωστούς καραγκιοζοπαίκτες. Αν και ήταν εντελώς αγράμματος, υπήρξε ένας από τους καλύτερους δημιουργούς της ιστορίας του Καραγκιόζη. Ζώντας σε μια δύσκολη εποχή (Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική καταστροφή), προσπάθησε να περάσει μέσα στα έργα του και τις νέες φιγούρες που εισήγαγε, τα πάθη και τις δυσκολίες του Έλληνα της εποχής, που προσπαθούσε να κάνει τα πάντα για να επιβιώσει. Αναγνωρίστηκε ως ο κορυφαίος δημιουργός του Θεάτρου Σκιών του 20ου αιώνα.
ΥΠΟΘΕΣΗ ΘΕΑΤΡΟΥ ΣΚΙΩΝ
Ο Καραγκιόζης είναι ο τύπος του μέσου Έλληνα της εποχής που σκαρφίζεται διάφορους τρόπους, λιγότερο ή περισσότερο νόμιμους, στην καθημερινή προσπάθειά του να επιβιώσει.
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΕΙΔΟΣ
Είναι απόσπασμα από έργο προορισμένο για παράσταση Θεάτρου Σκιών. Το Θέατρο Σκιών είναι το γνωστό λαϊκό θέαμα που το χαρακτηρίζει η αμεσότητα, το χιούμορ η σάτιρα και η παιδαγωγική πρόθεση. Άμεση είναι η επικοινωνία Καραγκιοζοπαίχτη και κοινού.
ΕΝΟΤΗΤΕΣ:
1η – Σκηνή Α΄: Ο Καραγκιόζης αναφέρει στον Χατζηαβάτη τα παθήματά του από τον Μπαρμπαγιώργο και το σχέδιό του για τη λειτουργία ενός εξοχικού κέντρου.
1η – Σκηνή Β΄: Ο Χατζηαβάτης μαλακώνει τον οργισμένο με τον Καραγκιόζη Μπαρμπαγιώργο κι αυτός δέχεται να ακούσει τον Καραγκιόζη.
Ο τίτλος είναι χαρακτηριστικός όχι μόνο του αποσπάσματος, αλλά και της γενικότερης κατάστασης που επικρατούσε την εποχή στην οποία γράφτηκε (αρχές 20ου αιώνα). Στο πρόσωπο του Καραγκιόζη αντανακλάται η βιοπάλη κι ο αγώνας επιβίωσης του ελληνικού λαού.
ΧΡΟΝΟΣ
Τα γεγονότα εξελίσσονται μέσα σε μια μέρα. Όμως παρεμβάλλεται μια αναδρομική αφήγηση για ένα γεγονός που έγινε δύο μέρες πριν (προχθές), δηλαδή το ξυλοκόπημα του Καραγκιόζη απ’ τον Μπαρμπα-Γιώργο.
ΤΟΠΟΣ
Στην Α΄ σκηνή τα γεγονότα διαδραματίζονται στον δρόμο με φόντο δεξιά το σαράι και αριστερά το καραγκιοζόσπιτο.
Στη Β΄ σκηνή τα γεγονότα διαδραματίζονται στο καφενείο. Τα γεγονότα με τη Θεια-Γιωργούλα εξελίσσονται στη στάνη.
ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ
Περιγραφή ( το σύκο, το κέρασμα της θείας)
Διάλογος (θεατρικό έργο)
Μονόλογος (όταν ο Καραγκιόζης σχολιάζει τον Χατζηαβάτη και τον Μπαρμπα-Γιώργο).
ΓΛΩΣΣΑ
Λαϊκή, ζωντανή, απλή, λιτή, με εκφράσεις του προφορικού λόγου και ιδιωματισμούς γιατί εκφράζει καθημερινούς ανθρώπους. Η γλώσσα του Μπαρμπαγιώργου είναι η χαρακτηριστική ρουμελιώτικη διάλεκτος. Επίσης, χρησιμοποιούνται τύποι της καθαρεύουσας (Ήλθον τα άντερά μου εις έριδας), συχνά ανάμεικτοι με λαϊκή γλώσσα, όταν ο Καραγκιόζης προσπαθεί να δώσει κύρος και επισημότητα στα λόγια του.
ΥΦΟΣ
Λιτό, παραστατικό, άμεσο, σατιρικό, χιουμοριστικό, όπως η προφορική ομιλία των λαϊκών ανθρώπων.
ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΑ ΜΕΣΑ
(βλέπε στην κατηγορία του Μπλογκ ΤΑ ΣΧΗΜΑΤΑ ΛΟΓΟΥ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ)
Μεταφορές (να κατεβάσω το τροπάριο της ψευτιάς), παρομοιώσεις, (σαν μοτοσικλέτα), προσωποποιήσεις ( ήλθον τα άντερά μου εις έριδας), εικόνες ηχητικές, οπτικές, οσφρητικές (π.χ. η μοσχοβολιά), μετωνυμία (νομίζει πως βλέπει τον χάρο του αντί τον θάνατο), ειρωνεία (το τροπάριο της ψευτιάς), υπερβολή (είχα αλληθωρίσει από την πείνα) ηχοποίητες λέξεις (γκαπ, πίτσι-πίτσι), αντιθέσεις (εμπρός καρδιά, ποδάρια πίσω).
ΨΥΧΟΓΡΑΦΗΣΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΩΝ
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Θεόφτωχος, ζωηρός και κεφάτος άνθρωπος του λαού. Παρά τη φτώχεια του, αντιμετωπίζει με εύθυμο τρόπο την κατάστασή του. Από τα λόγια των άλλων φαίνεται ένας μικρός λωποδύτης που καταφεύγει σε κλεψιές και απατεωνιές. Είναι ζωηρό και ανήσυχο μυαλό, καθώς ψάχνει να βρει δουλειές για να επιβιώσει. Αν και δεν ξέρει καμία τέχνη, είναι πρόθυμος ν΄ ανακατευτεί παντού, ακόμα και σε επιστημονικές δουλειές. Το ξύλο δεν το φοβάται. Σε όλα τα επαγγέλματα αποτυχαίνει, κάνει ζημιές και καταλήγει στο καλύβι του πάντα πεινασμένος.Το καλύβι του ετοιμόρροπο, βρίσκεται δίπλα στο λαμπερό σαράι του πασά.
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ: Είναι κόλακας, δουλοπρεπής και καταφέρνει να κερδίσει την εύνοια των ισχυρών. Δε διστάζει να κολακέψει, να επαινέσει, να υποκλιθεί όσες φορές χρειαστεί σε κάποιον ανώτερο, για να πετύχει τον στόχο του. Με τις γαλιφιές του πέτυχε να μεταπείσει τον τραχύ Μπαρμπαγιώργο για να βοηθήσει τον φίλο του. Φαίνεται σίγουρος για τον εαυτό του (δέχεται να φάει και ξύλο αν αποτύχει) και χρησιμοποιεί επιτηδευμένη (προσποιητή) γλώσσα.
ΜΠΑΡΜΠΑ-ΓΙΩΡΓΟΣ: Ρουμελιώτης, πρωτόγονος, τραχύς, σκληρός χωρίς λεπτούς τρόπους και ευαισθησίες, αφελής και αγνός στην ψυχή Έλληνας, που δε γνωρίζει από υποκρισία και διπλωματία αλλά λέει χοντροκομμένα τις σκέψεις του. Δεν έχει καθόλου καλή ιδέα για τον ανιψιό του τον Καραγκιόζη που τον ονομάζει λωποδύτη. Είναι τσιγκούνης (δε βοηθά οικονομικά τον Καραγκιόζη) και προληπτικός (θεωρεί τον Καραγκιόζη γρουσούζη).
ΘΕΙΑ-ΓΙΩΡΓΟΥΛΑ: Συμπονετική και καλόκαρδη, προσφέρει πλούσιο γεύμα στον Καραγκιόζη.
ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΑ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ
Το κυνήγι του καθημερινού επιούσιου (φαγητού), η διπροσωπία για προσωπικά οφέλη αλλά και η βοήθεια του φίλου, η χωριάτικη καλοσύνη και χοντροκοπιά, η αισιοδοξία παρά τις δυσκολίες.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΣΚΙΩΝ:
11ος αιώνας: συναντάται στην Κίνα
12ος-13ος αιώνας: οι Άραβες, οι Πέρσες και οι Αιγύπτιοι έχουν ήδη θέατρο σκιών.
16ος αιώνας: το θέατρο σκιών φτάνει στην Κωνσταντινούπολη.
ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ
Η γέννηση του πασίγνωστου λαϊκού μας ήρωα του ελληνικού θεάτρου σκιών, του αγαπημένου μας Καραγκιόζη, δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένη και έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις πάνω στο θέμα αυτό.
Α΄ ΕΚΔΟΧΗ
Η ιστορία της δημιουργίας του βασίζεται σε προφορικές παραδόσεις από τις οποίες η πιο διαδεδομένη αναφέρεται στον γνωστό θρύλο του Καραγκιόζη και του Χατζηαβάτη που ζούσαν στην Προύσα. Ο Χατζηαβάτης ήταν εργολάβος οικοδομών και είχε αναλάβει να χτίσει το σαράϊ του πασά της Προύσας. Πήρε στο γιαπί εργάτες και αρχιμάστορα έβαλε τον Καραγκιόζη που ήταν μαραγκός, μα είχε μυαλό πρωτομάστορα. Ο πασάς είδε ότι το σαράϊ αργούσε να τελειώσει κι εφοβέρισε τον Χατζηαβάτη πως θα τον θανατώσει. Ο Χατζηαβάτης φοβήθηκε και φανέρωσε στον πασά ότι φταίχτης ήταν ο Καραγκιόζης που έλεγε αστεία στους μαστόρους και γελούσαν. Ο πασάς φοβέρισε και τον Καραγκιόζη αλλά εκείνος εξακολούθησε να αστειεύεται. Έτσι ο πασάς τον θανάτωσε. Όλοι αγανάχτησαν με τον άδικο σκοτωμό του Καραγκιόζη κι ο πασάς για να ημερέψει τον λαό έχτισε ένα ωραίο μνημείο στην Προύσα κι έθαψε εκεί τον Καραγκιόζη με μεγάλες τιμές. Η αδικία όμως αυτή κόστισε πολύ στον πασά κι αρρώστησε βαριά. Οι άλλοι αγάδες για να διασκεδάσουν τον πασά έφεραν τον Χατζηαβάτη στο σαράϊ να του λέει τα χωρατά του Καραγκιόζη. Μια μέρα ο Χατζηαβάτης έκοψε έναν χάρτινο Καραγκιόζη, τέντωσε ένα πανί που το φώτισε κι έδωσε παράσταση Καραγκιόζη. Ο πασάς ευχαριστήθηκε τόσο που του έδωσε άδεια να παίζει παραστάσεις όπου θέλει. Λέγεται, λοιπόν, πως έτσι δημιουργήθηκε ο Καραγκιόζης.
Β΄ ΕΚΔΟΧΗ
Όμως υπάρχει και ακόμα ένας θρύλος για τον Καραγκιόζη που αναφέρεται στην ιστορία ενός Έλληνα από την Ύδρα, τον Ν Γ. Μαυρομάτη και τοποθετείται χρονολογικά περίπου τον 18ο αιώνα. Ο Μαυρομάτης, λέγεται ότι ήλθε στην Τουρκία από την Κίνα με το θέατρο σκιών του. Αποφασίζοντας να εγκατασταθεί πλέον μόνιμα στην Πόλη, προσάρμοσε τόσο τη ζωή του όσο και το θέατρό του στα ήθη των τούρκων. Έτσι, oνόμασε τον πρωταγωνιστή του Καραγκιόζ, προέκταση στα ελληνικά Καραγκιόζης, που στα τούρκικα σημαίνει μαυρομάτης. Ο Μαυρομάτης πέθανε στην Τουρκία και πληροφορίες αναφέρουν ότι είχε βοηθό του τον Γιάννη Μπράχαλη, τον πρώτο καλλιτέχνη του είδους που έφερε τον Καραγκιόζη στην Ελλάδα.
Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Οι πρώτες ιστορικά βεβαιωμένες πληροφορίες για το θέατρο του Καραγκιόζη εντοπίζονται στα μέσα του 17ου αιώνα και μας τον παρουσιάζουν να εκφράζει εικόνες από την ζωή των Τούρκων. Πολλοί υποστήριξαν ότι ο Καραγκιόζης ήταν τούρκικο θέατρο, όμως, όποιος γνωρίζει τον πνευματικό χαρακτήρα των λαών που ζούσαν μέσα στην τουρκική αυτοκρατορία, δύσκολο να φαντασθεί Τούρκο, ή Εβραίο ή Αρμένη για δημιουργό του Καραγκιόζη και μάλιστα εμπνευσμένο από τη ζωή δυο Ελλήνων: του Χατζηαβάτη και του Καραγκιόζη (Μαυρομάτη). Απλώς, η εντύπωση δημιουργήθηκε γιατί, μετά την εμφάνιση του Καραγκιόζη, η τουρκική κυριαρχία απλώθηκε σ’ όλες τις χώρες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και επόμενο ήταν το θέατρο σκιών να πάρει μορφή και έκφραση σύμφωνα με τις νέες κοινωνικές συνθήκες, δηλαδή, οθωμανική κυριαρχία.
Ήταν, επομένως, λογικό οι ακόλουθοι τέσσερεις σχεδόν αιώνες της τουρκοκρατίας να έχουν σαν αποτέλεσμα να ξεχασθεί τόσο πολύ η ελληνικότητά του, ώστε οι περισσότεροι ερευνητές να χαρακτηρίζουν τον Καραγκιόζη σαν τούρκικο θέατρο σκιών.
Ο Καραγκιόζης δεν ήταν άγνωστος στην Ελλάδα πριν από την Απελευθέρωση. Μάλιστα λέγεται ότι, τον καιρό που ετοιμαζόταν η επανάσταση, το θέατρο αυτό χρησίμευε σαν τόπος συνάντησης των αρχηγών της που κατέστρωναν εκεί τα σχέδιά τους δίχως να τους υποψιαστούν οι Τούρκοι.
Επρόκειτο άλλωστε για θέατρο που περιόδευε από περιοχή σε περιοχή ξεκινώντας κυρίως από την Πόλη. Μετά την απελευθέρωση, ο Καραγκιόζης εγκαθίσταται μόνιμα στην Ελλάδα και από τις αρχές πλέον του 1900 μπορούμε να μιλάμε για καθαρά ελληνικό Καραγκιόζη.
Το 1924 ιδρύεται στην Ελλάδα το Σωματείο Ελλήνων Καραγκιοζοπαικτών που αποτελείτο από 120 μέλη. Εκείνη την περίοδο και μέχρι το 1940 η τέχνη του Καραγκιόζη ήκμασε πολύ σε όλο τον ελληνικό χώρο. Η γερμανική κατοχή κατόπιν προκάλεσε την πρώτη κρίση του θεατρικού αυτού είδους, αλλά, παρ’ όλα αυτά δεν χάθηκε χάρη στον αγώνα των δημιουργών του.
Με την εισβολή του έγχρωμου κινηματογράφου ο Καραγκιόζης και η τέχνη του έτεινε να εκλείψει, ωστόσο η επίπονη και επίμονη προσπάθεια του αξιόλογου καλλιτέχνη Ευγένιου Σπαθάρη ξαναζωντάνεψε τον λαϊκό μας ήρωα. Σήμερα, η θεατρική αυτή παράδοση συνεχίζεται με ενδιαφέρον από διάφορους παίκτες σε όλη την Ελλάδα και οι θεατές εξακολουθούν να την δέχονται με μεγάλη αγάπη και απέραντη νοσταλγία. Πρόκειται για μια κληρονομιά πολύτιμη που δεν πρέπει να χαθεί και αξίζει γιατί ο ήρωάς της είναι ο καθρέφτης της γνήσιας ελληνικής ψυχής.
Επικοινωνία: είναι η ανταλλαγή μηνυμάτων ανάμεσα σε δύο ή περισσοτέρους ανθρώπους.
Απαραίτητα συστατικά της επικοινωνίας είναι:
ο πομπός και ο δέκτης, δηλαδή αυτοί που επικοινωνούν: ο πομπός στέλνει το μήνυμα και ο δέκτης το παίρνει, για παράδειγμα ο πομπός στέλνει ένα γράμμα, το οποίο λαμβάνει ο δέκτης,
ο κώδικας, για παράδειγμα η γλώσσα, ο κώδικας των μαθηματικών , της μουσικής, της οδικής κυκλοφορίας, της χημείας, της νοηματικής κ.λπ.
το μήνυμα, δηλαδή, αυτό που λέμε, γράφουμε, ρωτάμε, απαντάμε, κάθε πληροφορία, ερώτηση, απάντηση, σκέψη κτλ.
το μέσο, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο μεταδίδεται το μήνυμα, για παράδειγμα το τηλέφωνο ή ο υπολογιστής
η παραγωγή (κωδικοποίηση, μιλάω, γράφω, φωνάζω) και η κατανόηση (αποκωδικοποίηση, με ακούν, με διαβάζουν) του μηνύματος,
οι συνθήκες επικοινωνίας, για παράδειγμα η σχέση μεταξύ αυτών που επικοινωνούν(συγγενική, φιλική σχέση, οικείο/γνωστό πρόσωπο), ο χώρος(φιλικό/εργασίας, σπίτι, γραφείο) στον οποίο βρίσκονται κτλ.
Είδη γλωσσικής επικοινωνίας:
Υπάρχουν δύο είδη γλωσσικής επικοινωνίας, η προφορική και η γραπτή. Όταν επικοινωνούμε, χρησιμοποιούμε τα στοιχεία εκείνα, τις λέξεις εκείνες που είναι οι πλέον κατάλληλες ανάλογα με: α) το σκοπό μας (τι θέλουμε να εκφράσουμε, μια επιθυμία, μια παράκληση, μια προσταγή, κ.ά.), β) τις συνθήκες της όλης επικοινωνίας: σε ποιον απευθυνόμαστε(φίλο, γνωστό, συγγενή, γνωστό, ανώτερο), σε τι περιβάλλον βρισκόμαστε (φιλικό, εργασίας) και γ) το δίαυλο, το μέσο της επικοινωνίας (τηλέφωνο, διαδίκτυο, κ.ά.), προκειμένου να επιτύχουμε το σκοπό μας, να γίνουμε, δηλαδή, κατανοητοί από το δέκτη. Η επικοινωνία είναι επιτυχημένη όταν η πληροφορία που προσλαμβάνεται, είναι ίδια με αυτή που στάλθηκε.
Κώδικας είναι κάθε σύστημα σημείων συμβόλων που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να μεταδοθεί ένα μήνυμα, για παράδειγμα η φυσική ή η νοηματική γλώσσα.
Νοηματική είναι η γλώσσα που χρησιμοποιούν οι κωφάλαλοι και η οποία βασίζεται σε νοήματα. Κάθε γράμμα του αλφαβήτου παριστάνεται με τα αντίστοιχα σήματα. Έτσι μπορούμε να εκφράσουμε με τη νοηματική χωρίς περιορισμό ό,τι θα εκφράζαμε με τη χρήση του γλωσσικού κώδικα επικοινωνίας. Για να δείξουμε το όνομά μας στη νοηματική γλώσσα, αφού το γράψουμε, αντικαθιστούμε τα γράμματα του ονόματός μας με τα αντίστοιχα της νοηματικής γλώσσας.
Πολυτροπικά είναι τα κείμενα που για να μεταδώσουν το μήνυμά τους δε χρησιμοποιούν μόνο τη γλώσσα αλλά και σήματα από άλλους κώδικες
1) Οι καταλήξεις του πληθυντικού των αρσενικών και των θηλυκών είναι οι ίδιες.
2) Το α στην κατάληξη -ας (σε οποιαδήποτε πτώση) είναι πάντοτε μακρόχρονο: ὁ Αἰνείᾱς, τῆς χώρᾱς, τοὺς στρατιώτᾱς (μακρόχρονη είναι και η κατάληξη α του δυϊκού:τὼ Ἀτρείδᾱ).
3) Η γενική του πληθ. τονίζεται στη λήγουσα και παίρνει περισπωμένη: τῶν νεανιῶν, τῶν θαλασσῶν.
4) Η δίφθογγος αι, όταν βρίσκεται στο τέλος κλιτής λέξης είναι βραχεία, π.χ. οἱ ποιηταὶ (αλλά τοῖς ποιηταῖς), αἱ κῶμαι (αλλά ταῖς κώμαις)
5) Προσοχή στην κλητική ενικού των αρσενικών σε -ης! Τα περισσότερα σχηματίζουν κλητική σε -α βραχύ. Μόνο τα ουσιαστικά σε -δης (π.χ. εὐπατρίδης) και το κύριο όνομα Αἰσχίνης διατηρούν την κατάληξη -η.
6) Στα πρωτόκλιτα θηλυκά που λήγουν σε –α:
α) αν πριν από την κατάληξη α υπάρχει σύμφωνο (εκτός από το ρ), τότε το α αυτό στη γενική και δοτική του ενικού τρέπεται σε η: ἡ μοῦσα, τῆς μούσης, τῇ μούσῃ κτλ. – ἡ μᾶζα, τῆς μάζης, τῇ μάζῃκτλ.
β) αν πριν από την κατάληξη α υπάρχει φωνήεν ή ρ, τότε το α αυτό διατηρείται σε όλες τις πτώσεις του ενικού: ἡ πολιτεία, τῆς πολιτείας, τῇ πολιτείᾳ κτλ. – ἡ ὥρα, τῆς ὥρας, τῇ ὥρᾳ κτλ.
7) το α της κατάληξης στην αιτιατική και την κλητική του ενικού είναι μακρόχρονο ή βραχύχρονο, ανάλογα με το τι είναι στην ονομαστική: (ἡ πολιτείᾱ) τὴν πολιτείᾱν, ὦ πολιτείᾱ – (ἡ μοῦσᾰ) τὴν μοῦσᾰν, ὦ μοῦσᾰ
Κατά τη δεύτερη κλίση κλίνονται ονόματα και των τριών γενών: αρσενικά και θηλυκά που λήγουν σε –ος και ουδέτερα που λήγουν σε –ον.
α) Παραδείγματα αρσενικών και θηλυκών
(θ. ἀνθρωπο-)
(θ. ἀγρο-)
(θ. νησο-)
(θ. ὁδο-)
Ενικός αριθμός
ον.
ὁ
ἄνθρωπ-ος
ἀγρὸς
ἡ
νῆσος
ὁδὸς
γεν.
τοῦ
ἀνθρώπ-ου
ἀγροῦ
τῆς
νήσου
ὁδοῦ
δοτ.
τῷ
ἀνθρώπ-ῳ
ἀγρῷ
τῇ
νήσῳ
ὁδῷ
αιτ.
τὸν
ἄνθρωπον
ἀγρὸν
τὴν
νῆσον
ὁδὸν
κλ.
(ὦ)
ἄνθρωπ-ε
ἀγρὲ
(ὦ)
νῆσε
ὁδὲ
Πληθυντικός αριθμός
ον.
οἱ
ἄνθρωποι
ἀγροὶ
αἱ
νῆσοι
ὁδοὶ
γεν.
τῶν
ἀνθρώπων
ἀγρῶν
τῶν
νήσων
ὁδῶν
δοτ.
τοῖς
ἀνθρώποις
ἀγροῖς
ταῖς
νήσοις
ὁδοῖς
αιτ.
τοὺς
ἀνθρώπους
ἀγροὺς
τὰς
νήσους
ὁδοὺς
κλ.
(ὦ)
ἄνθρωποι
ἀγροὶ
(ὦ)
νῆσοι
ὁδοὶ
β) Παραδείγματα ουδετέρων
(θ. μυστηριο-) (θ. δωρο-) (θ. φυτο-)
Ενικός αριθμός
Πληθυντικός αριθμός
ον.
τὸ
μυστήριον
δῶρον
φυτὸν
τὰ
μυστήρια
δῶρα
φυτὰ
γεν.
τοῦ
μυστηρίου
δώρου
φυτοῦ
τῶν
μυστηρίων
δώρων
φυτῶν
δοτ.
τῷ
μυστηρίῳ
δώρῳ
φυτῷ
τοῖς
μυστηρίοις
δώροις
φυτοῖς
αιτ.
τὸ
μυστήριον
δῶρον
φυτὸν
τὰ
μυστήρια
δῶρα
φυτὰ
κλ.
(ὦ)
μυστήριον
δῶρον
φυτὸν
(ὦ)
μυστήρια
δῶρα
φυτὰ
ΚΑΤΑΛΗΞΕΙΣ ΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΤΗΣ Β’ ΚΛΙΣΗΣ
Αρσενικό και θηλυκό
Ουδέτερο
Ενικός
Πληθ.
Ενικός
Πληθ.
ον.
-ος
-οι
-ον
-ᾰ
γεν.
-ου
-ων
-ου
-ων
δοτ.
-ῳ
-οις
-ῳ
-οις
αιτ.
-ον
-ους
-ον
-ᾰ
κλ.
-ε
-οι
-ον
-ᾰ
Παρατηρήσεις
Από τα ουσιαστικά της β΄ κλίσης:
1) Τα αρσενικά και τα θηλυκά έχουν σε όλες τις πτώσεις τις ίδιες καταλήξεις (και τα ξεχωρίζουμε μόνο από το άρθρο).
2) Τα ουδέτερα διαφέρουν από τα αρσενικά και τα θηλυκά στην ονομ. και κλητ. του ενικού (όπου έχουν κατάλ. –ον) και στην ονομ., αιτιατ. και κλητ. του πληθ. (όπου έχουν κατάλ. –ᾰ).
3)α) Τα ουδέτερα των πτωτικών* σε όλες τις κλίσεις σχηματίζουν στον ενικό και στον πληθ. τρεις πτώσεις όμοιες: την ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική.
β) Η κατάληξη α των ουδετέρων όλων γενικά των πτωτικών* είναι βραχύχρονη: τὰ μῆλᾰ, τὸ σῶμᾰ, τὰ σώματᾰ, τὰ γενναῖᾰ, ἐκεῖνᾰ, τὰ τιμῶντᾰ.
*ΠΤΩΤΙΚΑ: Στην αρχαία ελληνική, όπως και στη νέα, το άρθρο, το ουσιαστικό, το επίθετο, η αντωνυμία και η μετοχή σχηματίζουν τύπους που λέγονται πτώσεις. Γι’ αυτό τα πέντε αυτά κλιτά μέρη του λόγου λέγονται πτωτικά.
Οι φθόγγοι της αρχαίας ελληνικής (όπως και της νέας) διαιρούνται σε φωνήεντα και σε σύμφωνα.
α) Τα φωνήεντα της αρχαίας, ως φθόγγοι, παριστάνονται με 7 γράμματα: α, ε, η, ι, ο, υ, ω.
β) Τα σύμφωνα της αρχαίας, ως φθόγγοι, παριστάνονται με 17 γράμματα: β, γ, δ, ζ, θ, κ, λ, μ, ν, ξ, π, ρ, σ (-ς), τ, φ, χ,
Διαίρεση φωνηέντων
Από τα 7 γράμματα α, ε, η, ι, ο, υ, ω που παριστάνουν φωνήεντα:
α) Το ε και το ο ονομάζονται βραχύχρονα (γιατί παριστάνουν φθόγγους βραχύχρονους).
β) Το η και το ω ονομάζονται μακρόχρονα (γιατί παριστάνουν φθόγγους μακρόχρονους).
γ) Το α, το ι και το υ ονομάζονται δίχρονα, γιατί παριστάνουν φθόγγους άλλοτε μακρόχρονους και άλλοτε βραχύχρονους (δηλ. σε άλλες λέξεις ή τύπους λέξεων είναι μακρόχρονα και σε άλλες βραχύχρονα).
Σημ. Η μακρότητα του δίχρονου σημειώνεται με το σημάδι ¯ (χώρᾱ), η βραχύτητα με το σημάδι ˘ (γλώσσᾰ).
Διαίρεση συμφώνων
Τα σύμφωνα της αρχαίας (δηλ. οι φθόγγοι που ακούονταν σαν σύμφωνα) διαιρούνται:
α) σε 9 άφωνα· αυτά παριστάνονται με τα γράμματα κ, γ, χ -π, β, φ, -τ, δ, θ
β) σε 5 ημίφωνα· αυτά παριστάνονται με τα γράμματα λ, ρ – μ, ν, σ(ς).
γ) Εκτός από τα παραπάνω γράμματα, υπάρχουν τρία ακόμα, τα ζ, ξ, ψ, που παριστάνουν σύμφωνα· αυτά λέγονται διπλά.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Τα γράμματα ζ, ξ, ψ ονομάστηκαν διπλά, γιατί το καθένα από αυτά παριστάνει δύο φθόγγους συγχωνευμένους: το ξ έγινε από τo κ+σ(πίνακς = πίναξ), το ψ από το π+σ (κώνωπς = κώνωψ) και το ζ από το σ+δ (Ἀθήνασδε = Ἀθήναζε).
Τα άφωνα σύμφωνα υποδιαιρούνται:
α) κατά το φωνητικό όργανο με το οποίο κυρίως προφέρονται: στα ουρανικάκ, γ, χ, στα χειλικάπ, β, φ και στα οδοντικάτ, δ, θ·
β) κατά το είδος της πνοής που συνοδεύει την εκφώνησή τους: στα ψιλόπνοα (δηλ. λεπτά κατά την πνοή) κ, π, τ, στα δασύπνοα (δηλ. παχιά κατά την πνοή) χ, φ, θ και στα μέσαβ, γ, δ.
Τα ημίφωνα υποδιαιρούνται στα υγράλ, ρ, στα ένριναμ, ν και στο συριστικόσ (ς).
ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΩΝ ΣΥΜΦΩΝΩΝ
Είδη
φθόγγων
Κατά το φωνητικό όργανο
Κατά το είδος
της πνοής
Ουρανικά
Χειλικά
Οδοντικά
Άφωνα
κ
π
τ
ψιλόπνοα
γ
β
δ
μέσα
χ
φ
θ
δασύπνοα
Ημίφωνα
υγρά: λ, ρ
ένρινα: μ, ν (και γ πριν από τα κ, γ, χ, ξ)
συριστικό: σ (ς)
παλαιότερα ημίφωνα: F, j
Διπλά ζ, ξ, ψ
Δίφθογγοι
Οι δίφθογγοι της αρχαίας ελληνικής είναι έντεκα:
α) οχτώ κύριοι: αι, ει, οι, υι – αυ, ευ, ηυ, ου.
β) τρεις καταχρηστικοί: ᾳ, ῃ, ῳ.
Οι δίφθογγοι γενικά είναι μακρόχρονοι: παιδεύει, ὦ βασιλεῦ, ὦ γραῦ, ὦ βοῦ. Μόνο οι δίφθογγοι αι και οι λογαριάζονται βραχύχρονοι, όταν βρίσκονται εντελώς στο τέλος κλιτής λέξης: οἱ ναῦται, οἱ κῆποι
ΜΙΑ “ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ” ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΟΝΙΣΜΟΥ
ΤΟΝΟΙ ΚΑΙ ΤΟΝΙΣΜΟΣ
Τόνοι
Οι τόνοι είναι τρεις: η οξεία (′), η βαρεία (‵) και η περισπωμένη(~): Ἀρταξέρξης καὶ Κῦρος.
Ονομασία των λέξεων από τον τόνο τους
Σε κάθε λέξη πάνω στο φωνήεν ή το δίφθογγο της συλλαβής που τονίζεται σημειώνουμε κάθε φορά έναν ορισμένο τόνο. Κατά τη θέση που έχει ο τόνος σε μια λέξη και κατά το είδος του η λέξη αυτή λέγεται:
οξύτονη, αν έχει οξεία στη λήγουσα: πατήρ·
παροξύτονη, αν έχει οξεία στην παραλήγουσα: μήτηρ·
προπαροξύτονη, αν έχει οξεία στην προπαραλήγουσα: λέγομεν·
περισπώμενη, αν έχει περισπωμένη στη λήγουσα: τιμῶ·
προπερισπώμενη, αν έχει περισπωμένη στην παραλήγουσα: δῶρον·
Τονισμός. Γενικοί κανόνες τονισμού
Ο τονισμός των λέξεων στην αρχαία ελληνική γίνεται κατά τους εξής γενικούς κανόνες:
1) Καμιά λέξη δεν τονίζεται πιο πάνω από την προπαραλήγουσα (όπως και στη νέα ελληνική): λέγομεν, ἐλέγομεν, ἐλεγόμεθα, ἐπικίνδυνος, ἐπικινδυνότατος.
2) Όταν η λήγουσα είναι μακρόχρονη, η προπαραλήγουσα δεν τονίζεται: (ἡ βασίλισσα, αλλά) τῆς βασιλίσσης, (ἄμεσος, αλλά) ἀμέσως.
3) Η προπαραλήγουσα, όταν τονίζεται, παίρνει πάντοτε οξεία: τιμώμεθα, παρήγορος, πείθομαι.
4) Κάθε βραχύχρονη συλλαβή, όταν τονίζεται, παίρνει πάντοτε οξεία: νέφος, τόπος, ἀγαθός.
5) Η μακρόχρονη παραλήγουσα, όταν τονίζεται, παίρνει οξεία εμπρός από μακρόχρονη λήγουσα: θήκη, κώμη, παιδεύω, κλαίω.
6) Η μακρόχρονη παραλήγουσα, όταν τονίζεται, παίρνει περισπωμένη εμπρός από βραχύχρονη λήγουσα: κῆπος, χῶρος, φεῦγε, κῶμαι.
7) Η μακροκατάληκτη γενική και δοτική των πτωτικών, όταν τονίζεται στη λήγουσα, παίρνει περισπωμένη:
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.
Πρόσφατα σχόλια