Όταν κι εμείς μικροί μπερδεύαμε το 1821 με το 1940, δεν ξέραμε ότι αυτή η σύγχυση θα συνεχίζεται για γενιές και γενιές. Γιατί αναρωτιόμαστε; Φταίμε εμείς οι δάσκαλοι που δεν διδάσκουμε σωστά την ιστορία; Φταίνε τα βιβλία που ζητάνε πολλά από τα παιδιά; Mήπως μια πολιτική του να μη μαθαίνουν τα παιδιά ιστορία; Έφταιγε σε μια άλλη εποχή η ανάγκη να φανεί η ηρωική Ελλάδα και κάθε ντροπή να αποσιωπείται; Φταίει το πλήθος των γνώσεων που απαιτείται να έχει ένα παιδί σήμερα;.
Και να λοιπόν στις σχολικές γιορτές να ανακατεύονται τα μουστάκια του Αθ. Διάκου (αυτόν τον ήξερα, ήταν γνωστός μου χωριανός μου)και οι φουστανέλες του Κολοκοτρώνη με τη μάνα που πλέκει κάλτσες για τους στρατιώτες στα Αλβανικά βουνά και τις χλαίνες, να ανακατεύονται τα γεγονότα, οι ημερομηνίες, οι Γερμανοί με τους Τούρκους, όλα ένα κουβάρι.
Και μετά, πολύ μετά, ίσως, έρχεται η αγάπη για την ιστορία, η αγάπη γι΄αυτό που προηγείται, η ανάγκη να καταλάβεις το γιατί και το πώς, να αποκτήσεις αυτό που λέμε ιστορική συνείδηση.
Στα παιδιά δεν αρέσει συνήθως η ιστορία. Μα τι είναι η ιστορία; Ιστορία είναι όσα έκαναν οι πρόγονοί σου, όσα ζεις εσύ τώρα και όσα θα κάνουν οι απόγονοί σου. Δεν είναι κάτι μακρινό, φανταστικό, απλησίαστο. Ιστορία είναι αυτή εδώ η συνάντησή μας σε αυτήν εδώ την επέτειο, σε αυτό το χώρο και αυτόν τον χρόνο. Συνεχώς δημιουργούμε ιστορία ,και μόνο με την παρουσία μας πόσο μάλλον όταν δρούμε, κρίνουμε, αποφασίζουμε. Γι΄αυτό πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στις κρίσεις μας και τις επιλογές μας. Δεν φτάνει μια επέτειος για να θυμόμαστε να αρνούμαστε, δεν φτάνουν μια παρέλαση και ένας λόγος για να αποκτήσουμε ιστορική συνείδηση.
Το να είμαστε γονείς και δάσκαλοι σημαίνει ότι καθημερινά με τη στάση μας, τα λόγια και τις πράξεις μας θα αποδεικνύουμε την ικανότητά σου και τη συνέπειά μας. Όταν διεκδικείς και αγωνίζεσαι, όταν δεν προσβάλλεις και σέβεσαι εξίσου μικρούς και μεγάλους, όταν προσέχεις τα λόγια σου να συνάδουν με τις πράξεις σου, όταν αγαπάς τη δουλειά σου και δεν είσαι ένας/μία απλός/η διαικπεραιωτής. Θεωρούμαστε όργανα του συστήματος, οι δυνάμεις εκμάθησης (όσων επιλέγουν να μάθουν τα παιδιά μας) που μαζί με τις δυνάμεις καταστολής ελέγχουν τα μυαλά και τα έργα των ανθρώπων. Είμαστε υπάλληλοι ενός συστήματος που καθημερινά μας απαξιώνει (όπως και όλους τους πολίτες εξ΄άλλου). Το πόσα ναι και πόσα όχι ( τιμώντας και την μνήμη του ΟΧΙ) θα πούμε στη ζωή μας, το πόσα ναι και όχι θα πούνε τα παιδιά μας, τα δικά μας παιδιά που διδάξαμε είναι έργο των γονιών, έργο δικό μας και έργο της πολιτείας. Αλλά τι είναι πολιτεία; Δεν είμαστε εμείς που δημιουργούμε τις μικρές και μεγάλες κοινότητες; Δεν είμαστε εμείς που ατομικά και συλλογικά δρούμε καθημερινά; Υπόχρεοι στο μέλλον είμαστε, υπόχρεοι σε αυτά τα παιδιά που είναι έξυπνα αλλά και αποπροσανατολίζονται, που απαιτούν αλλά και δεν χορταίνουν γιατί έτσι τα μάθαμε. Ας ξαναβρούμε τις χαμένες αξίες, και με συνέπεια ας τις ακολουθούμε, όσο μπορούμε, με όσες δυνάμεις και αισιοδοξία σθεναρά κρατάμε σε πείσμα των καιρών.
Kι επειδή γενικά πάσχουμε από προγονοπληξία, που σημαίνει υπερβολική προγονολατρεία, επειδή αισθανόμαστε περήφανοι για τους ένδοξους προγόνους μας για τη Δημοκρατία της αρχαίας Ελλάδας, για το ΄21, το ΄40, τον αγώνα ενάντια στη Χούντα, ας αναρωτηθούμε αν κληρονομήσουμε αυτή την περηφάνεια στα δικά μας εγγόνια, δισέγγονα, τρισέγγονα. Θα έχουν λόγο να είναι περήφανοι για μας, 100, 200, 500 χρόνια μετά;
Η πρώτη μάχη που πρέπει να δώσουμε είναι η μάχη της γνώσης της αλήθειας, να μην είμαστε θύματα, υπήκοοι μιας χώρας που λέει ναι στην υποδούλωση. Αυτό έκαναν και το ΄40 οι Έλληνες, αρνήθηκαν την υποδούλωση. Όμως ο εχθρός ήταν ξεκάθαρος τότε, δεν συμβαίνει πάντα αυτό, γι΄αυτό Έχουμε διαφορετικό πόλεμο τώρα, χωρίς όπλα και σφαίρες, με αόρατους εχθρούς, γι΄αυτό και πιο επικίνδυνους. Πρέπει να έχουμε κρίση να ξεχωρίζουμε τον καλυμμένο εχθρό, τον εχθρό με το προσωπείο που ξεγελά και να διαλέξουμε να τον αρνηθούμε, έτσι όπως επιλέγουμε τους πραγματικούς φίλους μας
Ο άλλος αγώνας μας είναι ο αγώνας του ναι και του όχι. Τα όχι και τα ναι μας, μικρά και μεγάλα, καθημερινά, σημαντικά και ασήμαντα μας λένε ποιοι είμαστε. Το όχι του ΄40 μας μίλησε για το πνεύμα ελευθερίας, για τη διάθεση για αγώνα για την ομοψυχία, ο πόλεμος, η πείνα, τα σκελετωμένα παιδιά μας μίλησαν για τις αντοχές, το θάρρος αλλά και την ταπείνωση της ανθρώπινης ύπαρξης, οι κουκουλοφόροι δοσίλογοι, οι προδότες μας διηγήθηκαν μια άλλη ιστορία, του φόβου του σκουληκιού που κρύβεται στην τρύπα του, του φόβου που ζητά προστασία από τον δυνάστη, την αισχρή και απάνθρωπη μανία για κέρδος που δε λογαριάζει τον άνθρωπο, τον διπλανό και δεν συντροφεύει κανέναν σε κανέναν αγώνα .
Προς τα πού θα στρέψουμε το ηχηρό μας όχι σήμερα; Μήπως σε όσους απαξιώνουν την παιδεία, σε όσους προσβάλλουν τη νοημοσύνη μας και την αξιοπρέπειά μας, που μας ζητούν απλά να επιβιώνουμε, που μας στερούν τον πολιτισμό και την υγεία, μέχρι τον καθένα στην καθημερινότητά μας που μας βρίζει, μας εκφοβίζει, μας εκβιάζει, που μας σπρώχνει στο δρόμο, που αρνείται να μας ακούσει, σε όσους θέλουν να μας διαφεντεύει ένας άλλος Χίτλερ; Πόσα μαθήματα ιστορίας έχουμε πάρει και δεν έχουμε καταλάβει;
Δεν είναι πάντα οι άλλοι φταίχτες, είμαστε εμείς που δεν μιλήσαμε, που δεν είπαμε την αλήθεια, που δεν είπαμε όχι. Με αυτή τη σκέψη και με μια εικόνα ας φύγουμε σήμερα. Αυτή με τα συσσίτια του 1940 και αυτή με τα συσσίτια του 2012.
Ευχαριστώ
Γιόλα Πελεκάνου
Κάτω από : 28 Οκτωβρίου, Περιοδικό ποικίλης ύλης




























































Αφήστε μια απάντηση