ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
O Φιλώτας σύμφωνα με το πρόγραμμα Καλλικράτης είναι τοπικό διαμέρισμα του Δήμου Αμυνταίου. Είναι χτισμένος σε υψόμετρο 570 μ., ανήκει στο Νομό Φλώρινας και σύμφωνα με την τελευταία απογραφή έχει 1821 κατοίκους.
Η πλειονότητά των κατοίκων είναι πρόσφυγες με τόπους καταγωγής την Ανατολική Θράκη (Αυδήμι, Μπογαζκάιου, Γιολτζίκ), τον Πόντο (Σούρμενα, Οφίς) και τη Μικρά Ασία (Φλογητά Ικονίου).
Οι πρώτοι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στο Φιλώτα με βάση τη συμφωνία υποχρεωτικής ανταλλαγής, που υπογράφτηκε από την Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1923. Πριν από αυτούς στον Φιλώτα κατοικούσαν Τούρκοι. Με την υποστήριξη της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων (Ε.Α.Π) τους χορηγήθηκαν κτήματα και χτίστηκαν σπίτια, σχολεία και εκκλησίες. Στις τρεις εκκλησίες που υπάρχουν στον Φιλώτα, του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Βασιλείου και των Αγίων Πάντων, υπάρχουν ακόμα και σήμερα παλιές εικόνες και ιερά κειμήλια, που μεταφέρθηκαν από τις χαμένες πατρίδες.
Η σημερινή εικόνα του χωρίου δεν θυμίζει τίποτα από εκείνο τον προσφυγικό συνοικισμό του μεσοπολέμου, γεγονός που προδίδει την εργατικότητα και την προκοπή των κατοίκων.
Οι κάτοικοι του Φιλώτα ασχολούνται με τη γεωργία (εκτεταμένες δενδροκαλλιέργειες, καλαμπόκια, σιτάρια κ.λ.π.), την αμπελουργία και σε μικρό βαθμό με την κτηνοτροφία και την αλιεία, ενώ αρκετοί εργάζονται στο Σταθμό Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας Αμυνταίου – Φιλώτα.
ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ
Α) ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ
Ο ΓΑΜΟΣ ΣΤΗΝ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ: (Κουβούνλια και Γάγγρα)
Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι γάμοι γίνονταν μετά από συνοικέσιο. Πριν το γάμο γινόταν πάντα ένας αρραβώνας. Τα δώρα του αρραβώνα ήταν για την κοπέλα χρυσαφικά και φλουριά, των οποίων η αξία ήταν ανάλογη με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας. Στο γαμπρό δώριζαν ένα χρυσό ή ασημένιο ρολόι με αλυσίδα ή άλλες φορές ένα κεχριμπαρένιο κομπολόι με ασημένια ταμπακέρα.
Οι επίσημοι αρραβώνες γίνονταν συνήθως τις νυχτερινές ώρες. Όλοι όσοι επρόκειτο να παρευρεθούν σ’ αυτούς συγκεντρώνονταν στο σπίτι του γαμπρού και όλοι μαζί πήγαιναν στο σπίτι της κοπέλας. Τη συνοδεία του γαμπρού τη λέγαν “ογλαν εβι” που σημαίνει “η οικογένεια του γαμπρού”. Έπειτα μια αντιπροσωπεία απ’ αυτούς δηλ. η οικογένεια του γαμπρού μπαίναν στο σπίτι, όπου ο πατέρας της νύφης, τους οδηγούσε στο “μουσαφίρ οντά” = “δωμάτιο φιλοξενούμενων”. Έτσι άρχιζε η συζήτηση μεταξύ αυτών, η οποία ολοκληρωνόταν με την εμφάνιση του ζευγαριού. Συνέχιζαν με τραγούδι και χορό μέχρι τα μεσάνυχτα.
Ανήμερα του γάμου οι καλεσμένοι πήγαιναν με όργανα και έπαιρναν τον κουμπάρο, και έπειτα όλη μαζί η συνοδεία κατευθυνόταν στο σπίτι της νύφης.
Στο κουμπάρο πρόσφεραν το φούστερο (τηγανισμένα αυγά με φρέσκο βούτυρο, σαν ομελέτα) και την κοσάρα (ψημένη κότα, στολισμένη σε μια πιατέλα) κι αυτό έριχνε χρήματα, δηλαδή τα ξένιαζε.
Κατά τη διάρκεια της ετοιμασίας του γαμπρού κι ενώ οι κουρείς ξύριζαν το γαμπρό, οι γονείς του έβαζαν στα πόδια του ένα ταψί, όπου όλοι οι συγγενείς ρίχνουν χρήματα. Μετά το ξύρισμα του γαμπρού ο πατέρας του έσπαγε ένα τσουρέκι πάνω από το κεφάλι του γιου του και το μοίραζε στον κόσμο.
Τραγούδι κατά τη διάρκεια της ετοιμασίας του γαμπρού:
“Μπαρμπέρη μ’ τα ξυράφια σου να τα μαλαματώσεις
και το γαμπρό που ξυραφάς να μη τονε ματώσεις”.
Τραγούδι κατά τη διάρκεια της ετοιμασίας της νύφης:
“Νύφη στο σπίτι που θα πας δεξιά να προσκυνήσεις,
τον πεθερό την πεθερά καλά να τους τιμήσεις”.
Τραγούδια για το γάμο:
“Σήμερα μαύρος ουρανός
σήμερα μαύρη μέρα
σήμερα ξεχωρίζεται
μάνα και θυγατέρα.
– Γαμπρέ μας, τη νυφούλα μας,
να μην τηνε μαλώνεις
σαν γλάστρα του βασιλικού
να τηνε καμαρώνεις
Τη νύφη μας την είχαμε
σ’ ένα μικρό γλαστράκι
τώρα την παραδίνουμε
σ’ ένα παλικαράκι”.
“Ήρθε η ώρα η καλή ευλογημένη
να παρ’ ο νιος την πέρδικα την
ωριοπλουτισμένη.
Άσπρο σταφύλι ροζουκί και κόκκινο
κεράσι
Τ’ αντρόγυνο που γίνεται να ζήσει
να γεράσει.
Έλα Χριστέ και Παναγιά με τον
μονογενή σου.
Τ’ αντρόγυνο που γίνεται
να δώσεις την ευχή σου
Πηγαίνω μάνα μ’ μη με κλαις
μου’ δώσε την ευκή σου
Και πες πως δε με γέννησες και
δε μ’ έχεις παιδί σου”.
( Κουβούκλια και Τάγγρο Μ. Ασίας)
Ο ΓΑΜΟΣ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ
Για την ημερομηνία του γάμου κουβέντιαζαν τα συμπεθέρια μεταξύ τους. Την Δευτέρα πριν το γάμο η μητέρα του γαμπρού πήγαινε στο σπίτι της νύφης και πρόσφερε τσίπουρο και λουκούμια. Αν η μητέρα της νύφης δεν τα δεχόταν σήμαινε πως η νύφη δεν ήταν παρθένα και ο γάμος αναβαλλόταν. Την Πέμπτη έπλεναν τα ρούχα της νύφης και την προίκα της και τα άπλωναν για να τα βλέπει ο κόσμος και φώναζαν τους συγγενείς για να τους κάνουν το τραπέζι. Την Παρασκευή ετοίμαζαν φαγητά και μεζέδες. Τα νέα κορίτσια (που δεν έπρεπε να είναι ορφανά) ζύμωναν το ψωμί. Την παραμονή του γάμου συγκεντρώνονταν στο σπίτι της νύφης ανύπαντρα κορίτσια για να λούσουν τη νύφη και να στρώσουν το νυφιάτικο κρεβάτι. Το ίδιο γινόταν και στο σπίτι του γαμπρού, τρία πρωτότοκα κορίτσια έλουζαν τον γαμπρό.
Τραγούδια του γάμου:
1) Ήρθε η ώρα η καλή
και η ευλογημένη
να σ’ ευλογήσει ο Θεός
απ’ του παπά το χέρι
3) Έλα μητέρα του γαμπρού
και πεθερά της νύφης
τη νύφη που σου φέραμε
κουφέτα να ραντίσεις.
2) Νύφη μου το φουστάνι σου
αγγέλοι σου το ράψαν
και γύρω στο ποδόγυρο
το όνομά σου γράψαν
Τη δεύτερη μέρα του γάμου ξαναδιασκέδαζαν όλοι μαζί και αυτό τ’ ονόμαζαν “αντίχορο”.
(Μπογάλκιου στη Θράκη 50 χιλιόμετρα από την Κων/πολη)
Ο ΓΑΜΟΣ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ
Την ημέρα του γάμου, η νύφη πήγαινε στο σπίτι του γαμπρού και έπλενε τα πόδια των συγγενών χωρίς να πρέπει να μιλήσει καθόλου. Ο γαμπρός για ν’ αποφύγει τη συνάντηση έφευγε από το σπίτι του. Όταν η νύφη πλησίαζε στην πόρτα του σπιτιού ρίχναν σιτάρι για γούρι. Έπειτα συγκεντρωνόταν οι καλεσμένοι και οι συγγενείς δώριζαν τη νύφη. Έπειτα ακολουθούσε η τελετή και το γλέντι.
Τραγούδια του γάμου:
“Αφή, κόρη, τον κύρη σου
και ποίσον άλλον κύρην
αφή, κόρη, την μάνα σου
και ποίσον άλλεν μάναν
αφή κόρη τ’ αδέλφια σου
και ποίσον άλλ’ αδέλφια”.
“Οσήμερα το κορασόν
δύο καρδόπα έχει
τ’ έναν αφήνει ση κυρού
και τ’ ‘άλλο παίρ’ και πάει”
Β) ΒΑΦΤΙΣΙΑ
Κωνσταντινούπολη: Οι γονείς δεν πήγαιναν στην εκκλησία την ημέρα της βαφτίσεως. Αργότερα, κάποιο από τα παιδιά που ήταν στη βάφτιση, πήγαινε στους γονείς και ανάγγελλε το όνομα που δόθηκε στο παιδί τους. Τότε, οι γονείς έδιναν στο παιδί το “μπαξίσι”, δηλαδή χρήματα.
Θράκη: Στη Θράκη επίσης οι γονείς δεν πήγαιναν στη βάφτιση του παιδιού τους. Όταν όμως τελείωνε η βάφτιση, η νονά / ο νονός, πήγαινε το μωρό στο σπίτι με τη συνοδεία του παπά. Όταν η μάνα έπαιρνε το παιδί απ’ τον / την κουμπάρο / -ρα, έκανε τρεις μετάνοιες.
Πόντος: Για τα βαφτίσια του μωρού, πρώτα πήγαιναν στους κουμπάρους και τους ανακοίνωναν αν το μωρό είναι αγόρι ή κορίτσι. Ο παπάς έδινε στη λεχώνα μια “ειδική” ευχή για να μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερα στο σπίτι. Ο άντρας της, τις 40 μέρες, όταν γυρνούσε στο σπίτι από έξω, έβγαζε έξω το σακάκι του, για να μην αρρωστήσει το μωρό.
ΗΘΗ – ΕΘΙΜΑ – ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ
Σχετικά με τον θάνατο σε διάφορες περιοχές
Ο θάνατος στην Θράκη
Όταν πέθαινε κάποιος, τον έλουζαν, τον άλειφαν με κρασί και τον έντυναν, μόνο οι συγγενείς και τα κοντινά του πρόσωπα. Τον έβαζαν στην κάσα, τον σκέπαζαν με λουλούδια και του έβαζαν μια εικόνα. Στην συνέχεια μαζεύονταν στο δωμάτιο μόνο γυναίκες, συνήθως ηλικιωμένες) και τον μοιρολογούσαν. Τα μοιρολόγια τα αυτοσχεδίαζαν εκείνη την ώρα και μιλούσαν για την πίκρα και τις στεναχώριες της ζωής. Τέλος πήγαιναν στην εκκλησία, τον κήδευαν και μετά μοίραζαν κόλλυβα ή γιαχάδες, ο κόσμος μαζευόταν στο σπίτι του νεκρού και έτρωγε.
Πόντος – Μ. Ασία
Στο θάνατο οι Πόντιοι είχαν ίδια έθιμα και παραδόσεις με τους Μικρασιάτες. Στη Γάγγρα της Μ. Ασίας μόλις αδιαθετούσε ένας ηλικιωμένος τελούσαν το μυστήριο του ευχελαίου, ώστε να γίνει καλά ή να αφεθούν οι αμαρτίες του. Στο ευχέλαιο έπαιρναν μέρος και οι καλεσμένοι κρατώντας κεριά αναμμένα. Μετά ο άρρωστος κοινωνούσε. Αν κάποιος δυσκολευόταν να πεθάνει πίστευαν ότι ήταν αμαρτωλός ή ότι ήθελε να δει κάποιο αγαπημένο του πρόσωπο που έλειπε στην ξενιτιά γι’ αυτό έβαζαν στο στήθος του κάποια εικόνα ή φωτογραφία του ξενιτεμένου.
Όταν πέθαινε του έκλειναν τα μάτια και τον έλουζαν. Στην συνέχεια του φορούσαν καλά ρούχα, κάλτσες και καινούριες παντόφλες. Αν επρόκειτο για νιόπαντρη ή ανύπαντρη της φορούσαν το νυφικό της. Αν ο νεκρός ήταν άντρας τον ξύριζε κουρέας, αν ήταν γυναίκα την χτένιζαν οι γυναίκες. Δεν είχαν ειδικές μοιρολογίστρες, τον μοιρολογούσαν οι συγγενείς (όσοι ήθελαν). Πριν ξεκινήσουν σήκωναν το φέρετρο ψηλά και το ακουμπούσαν στο χώμα 3 φορές για να μην πάρει μαζί του ο νεκρός πρόωρα και άλλους συγγενείς του. Μετά την επικήδεια τελετή από τον ιερέα, έριχναν όλοι από 3 χούφτες χώμα πάνω στον νεκρό. Πριν φύγουν από το σπίτι έσπαγαν ένα πιάτο και φρόντιζαν να μείνει κάποιος στο σπίτι. Αυτοί που βοηθούσαν στην ταφή του νεκρού με φανάρια δεν έπαιρναν ποτέ το φτυάρι κατ’ ευθείαν από τα χέρια του άλλου, αλλά έπρεπε εκείνος να το αφήσει κάτω.
ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΣΤΙΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ
Χριστούγεννα – Πρωτοχρονιά – Φώτα
Στην Πόλη και πιο συγκεκριμένα στο Μπογαζκάϊου για τα Χριστούγεννα δεν στόλιζαν δέντρα επειδή δεν υπήρχαν και δεν είχαν την οικονομική άνεση να τα αγοράσουν. Τα παιδιά την παραμονή των Χριστουγέννων έψαλαν τα κάλαντα και τους έδιναν κάστανα, καρύδια και κούτσουμπα.
Τα Χριστούγεννα σφάζαν το γουρούνι τους και έφτιαχναν λουκουμάδες, που πετούσαν στα κεραμίδια για να μην μπουν οι καλικάντζαροι στα σπίτια τους και προκαλέσουν ζημιές. Για φαγητό ή γλύκισμα πρόσφεραν τις πεπέλες που είναι σαν τις κρέπες.
Στη γιορτή της Πρωτοχρονιάς νέοι και νέες επισκέπτονταν τα σπίτια και απαιτούσαν αμοιβή σε χρήμα ή σε κέρασμα τραγουδούσαν το παρακάτω τραγούδι που αναφέρεται λίγο στη γιορτή και στον άγιο, ακολουθείται όμως από ευχές στον οικοδεσπότη, την οικοδέσποινα και τους δικούς τους. Το τραγούδι επίσης συνοδεύεται από μιμικές πράξεις, δηλ. κτυπήματα χεριών και ποδιών αλλά και από μουσικά όργανα, όπως τύμπανα και ραβδιά.
Αρχιμηνιά και αρχιχρονιά κι αρχή του Γεναριού
κι αρχή που βγήκε ο Χριστός στη γη να περπατήσει.
Βγήκε και χαιρέτισε όλους τους ζευγολάτες,
κι ο πρώτος του ο χαιρετισμός ήταν Άγιος Βασίλης
Άγιε Βασίλη, δέσποτα, καλό ζευγάρι κάνεις
– Με την ευκή σου, δέσποτα, καλό και ευλογημένο.
Θα σε ρωτήσω, δέσποτα, πόσα πινάκια σπέρνεις;
– Σπέρνω σιτάρια, δώδεκα, κριθάρια δεκαπέντε
μα κείνα τα ζηλέψανε περδίκια και λαγούδια,
επαίρνω την ντουφέκα μου και πα να τα σκοτώσω.
Μήτε περδίκια σκότωσα, μήτε λαγούς απιάσα,
μον, θέρισα κι αλώνισα όλα τ’ αποφαγούδια,
και κάνω χίλια μετρητά και χίλια αμετρημένα.
Κι εκεί που τα μετρούσανε να κι ο Χριστός επέρνα,
κι εκεί που στάθηκε ο Χριστός, χρυσό δεντρί φυτρώνει
κι εκεί που παραστάθηκε, χρυσό κυπαρισσάκι.
Στη μέση είχε το Σταυρό, στην άκρη το Βαγγέλιο,
και στα παρακλωνάρια του Αγγέλοι μαζεμένοι
και κάτω στη ριζούλα του μια κρουσταλένια βρύση
εσένα πρεπ’ αφέντη μου δαμασκηνό τραπέζι,
και πάλι ξαναπρέπει σου στο πεύκια να καθίσεις
κυρά ψηλή, κυρά λιγνή, κυρά καμαρυφρύδα,
πήρφες τα ρόδια απ’ τη ροδιά, τ’ ασπράδι απ’ το χιόνι.
πήρες και το ματόφρυδο από το χελιδόνι.
Πολλά ’πάμε για την κυρά ας πούμε για την κόρη
Κυρά μ’, τη θυγατέρα σου, γραμματικός την θέλει
κι αν είναι και γραμματικός πολλά προικιά γυρεύει.
Στα Κουβούκλια της Μ. Ασίας τα Θεοφάνια η μητέρα έστελνε γλυκά και ένα μπουκάλι τσίπουρο στο νονό των παιδιών της. Ο νονός ή η νονά έκανε ένα μεγάλο “φωτίκι” που αποτελούνταν από πορτοκάλια, μήλα και άλλα φρούτα, το οποίο έστελνε στα βαφτιστικά του
Επίσης στη Μ. Ασία την παραμονή των Φώτων τα παιδιά μαζί με τον ιερέα πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι ψέλνοντας το “εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε” ενώ ο ιερέας με το Σταυρό και το βασιλικό έραινε τους νοικοκύρηδες. Το αγιασμένο νερό βρισκόταν μέσα στο “παγκράτσι”, ένα δοχείο με λαβή που χωρούσε 2 – 3 οκάδες και το οποίο κρατούσε ένα παιδάκι. Επίσης την παραμονή τα παιδικά γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι μάζευαν ξύλα και άναβαν φωτιά μπροστά στην εκκλησία· στη συνέχεια πηδούσαν πάνω από την φωτιά και φώναζαν “σάγια, σάγια, σάγιατα…” που σήμαινε:
σάγια, σάγια από τα σάγια,
βγαίνει το φίδι από τα βράχια,
δεν πεθάναμε απ’ την πείνα.
Με την τελετή αυτή που ονομαζόταν “σάγιᨔ πίστευαν ότι έτσι καίγεται ο σαϊτάν (ο σατανάς). Πρόκειται για έθιμο που έχει τις ρίζες του στην πυρολατρεία που ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στην περιοχή της Καππαδοκίας.
Στη Στρύμνη της Ανατ. Θράκης τα Φώτα συνήθιζαν τα παλικάρια μετά την περιφορά της εικόνας στις γειτονιές του χωριού να σχηματίζουν παρέες και να πηγαίνουν στα σπίτια να ζητούν κότες. Μετά γύριζαν στις γειτονιές και όταν έφταναν σ’ ένα πηγάδι που βρίσκονταν στο μαχαλά ένας από τα παλικάρια της παρέας αναπαριστάνοντας τη βάπτιση του Χριστού του έριχναν ένα κουβά με νερό και μετά έσφαζαν μια κότα και τον άλειφαν με τα αίματα· το σφάξιμι της κότας λεγόταν Κουρμπάνι.
Συνήθως τα παλικάρια πήγαιναν στο πηγάδι που ήταν κοντά στο σπίτι των κοριτσιών που αγαπούσαν και βρέχονταν για να δείξουν την αγάπη τους.
Την ημέρα των Φώτων τραγουδούσαν:
Σήμερα τα Φώτα και οι Φωτισμοί
και χαρές μεγάλες και αφεντισμοί
Αργά να κρατούν τα κεριά ν’ αφτούν
μπροστά στον Αι – Γιάννη να παρακαλέσω
και να σε το πω.
Κάτω στον Αγιορδάνο τον ποταμό
ήρθε καραβοκύρης κι έφραξε
με την πεθερά με τον πεθερό
με το θυμιατήρι στο χέρι του
και το πετραχήλι στον ώμο του
“Θείτσα και τη χρον’ στάρ”.
Απόκριες Στη Μ. Ασία τις Απόκριες διασκέδαζαν και γλεντούσαν πηγαίνοντας από το ένα σπίτι στο άλλο. Η Κυριακή της Τυρινής λεγόταν “Παγκερτί” και είναι πιθανόν να προερχόταν η λέξη αυτή από παραφθορά της λέξης πανεγκρατεία αφού από την επόμενη μέρα άρχιζε η νηστεία από το κρέας. Την Κυριακή αυτή συγγενείς και φίλοι έτρωγαν όλοι μαζί κει έπειτα διασκέδαζαν.
Την Καθαρά Δευτέρα άρχιζε το καθάρισμα του σπιτιού και των σκευών αλλά και των ανθρώπων, σώματος και ψυχής, με θρησκευτική μυστικοπάθεια. Οι άντρες τρέφονταν με νερόβραστα φαγητά και προσεύχονταν καθημερινώς. Το ίδιο έκαναν και οι γυναίκες όλη τη Σαρακοστή. Πολλές από αυτές δεν έτρωγαν τίποτα από το πρωί της Καθαράς Δευτέρας μέχρι την Τετάρτη το απόγευμα μετά τους πρώτους Χαιρετισμούς.
Αρκετές γυναίκες συνέχιζαν τη νηστεία μέχρι το Πάσχα τρώγοντας και πίνοντας νερό μόνο κάθε είκοσι τέσσερις ώρες. Άνδρες και γυναίκες άρχιζαν τη νηστεία με αυγό την Καθαρά Δευτέρα και την τέλειωναν πάλι με αυγό το Πάσχα.
Στη Στρύμνη της Ανατολικής Θράκης το βράδυ της Τυρινής μετά το φαγητό, κρεμούσαν με γερή κλωστή από την οροφή ένα αβγό την άκρη της οποίας κρατούσε ο πατέρας και το κουνούσε σιγά γύρω – γύρω. Τα παιδιά έχοντας τα χέρια πίσω στην πλάτη προσπαθούσαν να δαγκώσουν το αβγό, πράγμα βέβαια πολύ δύσκολο. Στο τέλος καθάριζαν το αβγό και το έτρωγαν “για να βουλώσουν το στόμα τους με αβγό και να το ανοίξουν πάλι με αβγό. Κατά τη διάρκεια του δείπνου έριχναν και 2 – 3 πιστολιές για να κάνουν πολλά κουκούλια. Την επόμενη μέρα για να εξαπατήσουν τα παιδιά να μην ξαναζητήσουν γάλα, τυρί και αβγά τους έλεγαν: “χθες πέρασαν οι καμήλες και τα πήραν όλα για να τα φέρουν την Πασχαλιά”.
Στο Μπογαζκαίου τις Απόκριες κρεμούσαν κούνιες σε μεγάλα δέντρα και έκαναν όλοι κούνια τραγουδώντας διάφορα τραγούδια. Δύο από αυτά είναι:
Παίρνω τα σκυλαράκια μου
το μαύρο και το άσπρο
και παίρνω γύρω τα βουνά
λαγούς, περδίκια να ’βρω.
Λαγούς, περδίκια δε βρήκα
βρήκα μια περιστέρα,
βρήκα μια κόρη που ’πλενε
στη βρύση το μαντίλι.
Και σεις πουλιά του κάμπου
και της Ρούμελης
πολύ ψηλά πετάτε
να χαμηλώσετε.
Να γράψω στα φτερά σας
γράμμα και γραφή,
να στείλω στη μανούλα μου
να μη με καρτερεί.
Με πάντρεψαν οι φίλοι
στης Τούρνας τα βουνά
με ’δώσαν μια γυναίκα
σκύλα μάγισσα.
Όταν κινήσω να ’ρθω
χιόνια και βροχές
κι όταν γυρίσω πίσω
ήλιος και χαρές.
Μ. Εβδομάδα – Ανάσταση
Για τους κατοίκους του Πόντου, της Θράκης και της Μ. Ασίας. Η Μ. Εβδομάδα ήταν περίοδος βαθιάς θρησκευτικότητας και κατάνυξης. Στον Πόντο κρατούσαν όλοι νηστεία και τις πενήντα ημέρες. Το μεσημέρι της Μ. Τετάρτης πήγαιναν στην εκκλησία για το ευχέλαιο. Έπαιρναν μαζί τους ένα ταψί με καλαμπόκια, φασόλια, αλάτι, σιτάρι, αλεύρι, μαγιά και αυγά. Μέσα σ’ αυτό το ταψί έβαζαν και μια καντήλα και άναβαν εφτά κεριά
Τη Μ. Πέμπτη οι άντρες έσφαζαν τα ζώα και οι νοικοκυρές έβαφαν τα αβγά και έφτιαχναν τα τσουρέκια. Το βράδυ της Μ. Πέμπτης πήγαιναν στην εκκλησία κρατώντας ένα μεγάλο άρτο και ένα μικρό – ο δεύτερος για τον ιερέα – τους οποίους τοποθετούσαν κάτω από το ευαγγέλιο. Όποιος ήθελε ξενυχτούσε στην εκκλησία.
Τη Μ. Παρασκευή δεν έκαναν καμιά δουλειά γιατί έβγαινε ο επιτάφιος. Ώσπου να βγει ο επιτάφιος από την εκκλησία κανείς δεν έτρωγε ούτε έπινε τίποτα. Όταν τελείωνε η εκκλησία ο καθένας έπαιρνε τον άρτο του και τον έτρωγε στο σπίτι.
Το Μ. Σάββατο το πρωί έκαναν τις δουλειές του σπιτιού και ετοίμαζαν τα φαγητά. Το βράδυ πήγαιναν στην εκκλησία και μετά την Ανάσταση έσκαγαν τάπες με πιστόλια και τσούγκριζαν τα αβγά.
Ανάλογα έθιμα βρίσκουμε και στο Μπογαζκαίου της Θράκης. Τη Μ. Πέμπτη έβγαζαν έξω από τα σπίτια ένα κόκκινο πανί, που έλεγαν ότι ήταν βαμμένο από το αίμα του Χριστού. Οι νοικοκυρές δεν έπλεναν τίποτα, σύμφωνα με την παράδοση, έβαφαν όμως τα αβγά (τη Μ. Πέμπτη την ονόμαζαν και κόκκινη Πέμπτη) και μαγείρευαν νερόβραστη φακή, που την παρομοίαζαν με τα δάκρυα της Παναγίας. Το βράδυ πήγαιναν στην εκκλησία για να ακούσουν τα 12 Ευαγγέλια.
Τη Μ. Παρασκευή δε μαγείρευαν πριν σχολάσει ο Επιτάφιος. Μετά τον επιτάφιο μαγείρευαν ταχινόσουπα. Το Μεγάλο Σάββατο ετοίμαζαν τη μαγειρίτσα, που την έτρωγαν το βράδυ μετά την Ανάσταση.
ΤΟΠΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ
Μ. Ασία (Γάγγρα / Κουβούκλια)
Ιδιαίτερα γιορτάζονταν στις 31 Μαρτίου ο πολιούχος και προστάτης της Γάγγρας Άγιος Υπάτιος και στις 2 Σεπτεμβρίου ο Άγιος Μάμας. Το πανηγύρι του Αγίου Μάμα γιορταζόταν στη θέση “Μάμανιος κουγιουσού” (το πηγάδι – σπηλιά του Αγίου Μάμα), μια θέση απόκρημνη κοντά στον Άϊ – Γιώργη καλεσί” (κάστρο του Αγίου Γεωργίου).
Στην κοντινή κωμόπολη τούχτ, που ήταν διοικητικά “μουτουρλίκι”, δηλαδή δήμος και υπαγόταν στο “μουτάσαρριφλίκι” της Γάγγρας, γιορταζόταν με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια το 15αύγουστο η γιορτή της Παναγιάς. Στο πανηγύρι αυτό πήγαιναν όλοι οι Έλληνες της περιοχής και κυρίως της Γάγγρας καβάλα στ’ άλογά τους και με γρήγορο καλπασμό “ντορντάλ” (στα τέσσερα), για του Χριστού. Άλλη γιορτή ήταν των Τριών Ιεραρχών στις 30 Ιανουαρίου. Ήταν γιορτή σχολική αλλά και εθνική, αν και δεν μπορούσε να γιορταστεί επίσημα ως εθνική γιορτή. Τη μέρα αυτή βραβεύονταν οι καλύτεροι μαθητές. Η λειτουργία στην εκκλησία γινόταν φυσικά στην ελληνική γλώσσα εκτός από το κήρυγμα που γινόταν στην τουρκική ώστε να το καταλαβαίνουν οι μεγαλύτεροι.
Στα Κουβούκλια την ημέρα του Αγ. Αθανασίου γινόταν στο χωριό παλαίστρες. Κάτω στο πλατάνι πάλευαν τα παλικάρια με τα παλικάρια από τα γύρω χωριά, φορώντας ένα δερμάτινο παντελόνι και αλειμμένοι με λάδι.
Ανατολική Θράκη (Μπογαζκάιου)
Μεγάλη γιορτή στο Μπογαζκάιου θεωρούνταν η γιορτή της Αγίας Παρασκευής στις 26 Ιουλίου. Η εικόνα ήρθε από το Μπουγάζι, καθώς επίσης και η καμπάνα, και μέχρι σήμερα ο Φιλώτας γιορτάζει την Αγία Παρασκευή με πατροπαράδοτο πανηγύρι και γλέντι.
Διατροφή
Φαγητά: Οι κάτοικοι που φιλοξενούσαν οι περιοχές του Πόντου, της Μικρασίας και της Θράκης είχαν γενικά μεγάλες γνώσεις μαγειρικής και η υψηλή γαστρονομία αποτελούσε για αυτούς βίωμα. Συνήθως έτρωγαν όσπρια, ή λαχανικά τα οποία καλλιεργούνταν από τον καθένα τότε, αφού δεν είχαν χρήματα για να αγοράσουν κρέας το οποίο έτρωγαν μόνο τα Χριστούγεννα και το Πάσχα. Μερικά από τα φαγητά τα οποία έτρωγαν είναι:
1. Γιουσαφλάκια σουλού
2. Τας κεμπάπ
4. Γιουβέτσι
5. Καπαμά
6. Ντονέρ
7. Μουσακάς
8. Ντολμάδες γιαλαντί
9. Ντολμάδες γιαπράκια
10. Τραχανά
11. Κατσαμάκι
Μερικές συνταγές των φαγητών τους
1) Κατσαμάκι: Φαγητό, το οποίο γινόταν από καλαμποκίσιο αλεύρι, ζάχαρη και βούτυρο, πετιμέζι (το οποίο ήταν μούστος βρασμένος) και το ρετσέλι (που ήταν βρασμένος μούστος με κολοκύθι).
2) Κασουρμάς: Πρόβιο, χοιρινό ή καμηλίσιο κρέας που το έβραζαν με αλάτι και έπειτα το έβαζαν μέσα στο λίπος του σε πήλινα δοχεία και το διατηρούσαν όλο το χρόνο.
3) Γασουρμάν: Τα Χριστούγεννα κάθε οικογένεια έσφαζε ένα γουρούνι. Από αυτό διάλεγαν το κρέας δίχως λίπος και το έκοβαν σε μικρά – μικρά κομματάκια. Μετά έβαζαν το κρέας σε ένα μικρό πιθάρι και το έβαζαν σε ένα δροσερό μέρος Το γασουρμάν το έτρωγαν όπως ήταν ή με τηγανητά αυτά.
4) Μαυρολάχανα: Βάζουμε τα φασόλια και το αλεσμένο καλαμπόκι στη φωτιά. Έπειτα προσθέτουμε τα μαυρολάχανα κομμένα και αφού βράσουνε βάζουμε τα καρότα. Τσιγαρίζουμε το λάδι με κόκκινο πιπέρι και τα κρεμμύδια και ύστερα τα ρίχνουμε στην κατσαρόλα. Το φαγητό είναι έτοιμο.
Τα γλυκά που τρώγαν είναι τα εξής:
1) Σαραγλί: πίτα με καρύδια κανέλα και ζάχαρη
2) Πεπέλες: οι σημερινές κρέπες που τις έψηναν πάνω σε σατσι και τις έφτιαχναν με βούτυρο κανέλα και ζάχαρη
3) Νισαστέ: φτιαχνόταν με μουσκεμένο ρύζι μέσα σε σκαφίδες που το πατούσαν και έβγαινε το γάλα. Έπειτα έχυναν το νερό που έμενε πάνω και ότι απέμενε το ξέραιναν στον ήλιο.
Πίτες:
1. Οτλου (Σπανακόπιτα)
2. Κίίμαλι (κρεατόπιτα)
3. Πεϊνιρλί (τυρόπιτα)
4. Σασανλή (κρεμμυδόπιτα)
Ακόμη υπήρχαν και τα ψάρια τα οποία ψάρευαν από τη λίμνη.
ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ
α) Πόντου
Ανδρική:
Την ανδρική παραδοσιακή φορεσιά μπορούμε να τη χωρίσουμε σε εσωτερική και εξωτερική
α. εσωτερική. Την αποτελούσαν:
1) το καμίσ’ (το κοινό πουκάμισο). Κατασκευαζόταν από άσπρο ύφασμα, είχε στενό γιακά και μακριά μανίκια, συνήθως χωρίς κουμπιά.
2) το σώβρακον που κατασκευαζόταν από το ίδιο με το καμίσ’ ύφασμα, ξεκινούσε από τη μέση κι έφτανε μέχρι τον αστράγαλο.
β. εξωτερική:
1) η κετσέ. Ήταν κάλυμμα του κεφαλιού από ύφασμα μάλλινο άσπρου ή μαύρου χρώματος με θολωτό σχήμα.
2) το καλπάκ ή γαλπάγ ή γαλπάχ το οποίο το πήραν οι Πόντιοι από τους Τούρκους.
3) το τερλίκ. Ήταν κάλυμμα σε σχήμα φεσιού και κατασκευαζόταν από κετσέ.
4) το φεσ’. Είχε χρώμα σκούρο κόκκινο ή βυσσινί και σπάνια μαύρο. Είχε φούντα από μεταξωτά μαύρα νήματα.
5) το γελέκ’ ήταν ένδυμα με φόδρα και χωρίς μανίκια και φοριόταν πάνω από το πουκάμισο.
6) το καπακλίν, σταυρωτό ένδυμα με μανίκια που έφτανε μέχρι τη μέση και φοριόταν πάνω από το υποκάμισο. Κατασκευαζόταν από λινό ύφασμα.
7) το ζωνάρ’. Είχε μήκος 3 – 4 μ. και πλάτος περίπου 40 εκατοστά.
8) το νυχτικόν που ήταν γνωστό και ως γκετζελίκ’. Ήταν ένδυμα μακρύ με μανίκια που το φορούσαν την ώρα του ύπνου.
9) το μαντήλ’ που κατασκευαζόταν από λινό ή μεταξωτό μονόχρωμα ή πολύχρωμο ύφασμα.
10) το γαζεκίν. Κοντό ένδυμα το οποίο είχε 2 εσωτερικές τσέπες.
11) η γούνα. Μακρύ πανωφόρι μαύρη, γκρίζα ή καφέ τσόχα με γιακά και μακριά μανίκια.
12) η χουρκά. Μακρύς μανδύας.
Γυναικεία:
Όπως και των ανδρών, έτσι και των γυναικών τα ενδύματα μπορούμε να τα χωρίσουμε σε 2 ομάδες: 1) τα εσωτερικά και 2) τα εξωτερικά
α) εσωτερικά. Αυτά ήταν:
1) το καμίσ’. Το κοινό πουκάμισο με πλατιά και μακριά μανίκια και στενό γιακά.
2) το βρακίν. Έτσι ονομαζόταν το γυναικείο εσώρουχο.
3) το στηθοπάν’ ο σημερινός στηθόδεσμος.
β) Εξωτερικά. Τα κυριότερα απ’ αυτά ήταν:
1) η τάπλα. Ήταν κάλυμμα κεφαλής
2) το λετζέκ. Μεγάλο τετράγωνο μαντήλι.
3) η κάγια. Ήταν νυφική καλύπτρα μακριά.
4) το νυχτικόν. Κατασκευαζόταν από τα ίδια με το αντρικό υφάσματα.
5) η ζιπούνα ή ζουπούνα. Μακρύς χιτώνας με στενό γιακά και σχιστά μανίκια.
6) η τσόχα. Αφοδράριστο και ανοιχτό μπροστά πανωφόρι.
7) η γούνα που ήταν γνωστή και ως μακρογούν’, η οποία κατασκευαζόταν από τσόχα.
8) η ντελμέ. Μακρύ πανωφόρι που το φορούσαν οι μεσήλικες και οι γριές.
Μ. Ασία
β) Γάγγρας:
Ανδρική:
Οι άντρες που είχαν κάποια θέση στην κοινωνία όπως οι δικηγόροι, οι γιατροί, οι δάσκαλοι, οι δημογέροντες και άλλοι σπουδασμένοι είχαν ευρωπαϊκό ντύσιμο. Αυτήν την αποτελούσε το κλασσικό κουστούμι με σακάκι, παντελόνι και γιλέκο, το άσπρο πουκάμισο με το χαρακτηριστικό ψηλό κολάρο και το απαραίτητο παπιγιόν.
Οι υπόλοιποι, που ήταν και οι περισσότεροι, είχαν πιο απλή εμφάνιση, ενώ σπάνια έβλεπε κανείς και γεροντότερους με παλιά τοπική φορεσιά (σεπκέν, τσουμπέ και αμπά).
Γυναικεία:
Οι γυναίκες είχαν για καλά γιορτινά ρούχα, τα “καφτάνια” από τζάνφες και ατζάζι και τα τσόχινα χειμωνιάτικα, κεντημένα με “σιρμά” και “γαϊτάνια”, καθώς και τα βελούδινα πανωφόρια με τον γνωστό γούνινο γιακά.
Φορούσαν και χρυσοκέντητες μπλούζες με μακριές φούστες ποτέ όμως σαλβάρια.
Με τις φούστες φορούσαν απαραίτητα φαρδιά ζώνη με ασημένια πόρπη. Οι πόρπες είχαν ωραιότατες παραστάσεις και κυρίως το δικέφαλο αετό, το ιερό αυτό σύμβολο του ελληνισμού. Οι δικέφαλοι αετοί ήταν φιλοτεχνημένοι από άριστους αργυροχρυσοχόους της Γάγγρας, με τεχνοτροπία “σαϊβάτ” ή “καπατρμά” ή “τελκιαρί” συρματερό.
Τέλος, σαν κάλυμμα κεφαλής είχαν το “βέλλο”, ενώ πιο παλιά είχαν τον τσιτακκά με πισκούλια που από κάτω του φαίνονταν οι μακριές πλεξούδες των μαλλιών τους.
Α. Θράκη
γ) Μπογατζκοί ή Μπογασκάϊου
Η παραδοσιακή τους φορεσιά ήταν:
Γυναίκες: κόκκινες κεντημένες μακριές φούστες, μακριά φορέματα, μαύρες ποδιές, πουκάμισα, γιλέκα, μπλούζες, μαντήλες, τσαεράκια και για υποδήματα φορούσαν παντόφλες που τις ονόμαζαν “πασούμια”, στο κεφάλι φορούσαν μαντήλες με φλουριά, τα “τσαϊράκια”.
Άνδρες: φαρδιά μαύρα παντελόνια, άσπρο ζωνάρι, γιλέκο, πουκάμισα υφαντά με όρθιο γιακά, των οποίων τα κουμπιά ήταν ανοιχτά μέχρι το στήθος. Ακόμη μαύρη τραγιάσκα, παπούτσια, τα οποία τα λέγανε γεμάνια, και κάλτσες πλεγμένες στο χέρι με διάφορα χρώματα. Τα υποδήματα φτιάχνονταν από δέρμα.
δ) Γενικά:
Οι γυναίκες φορούσαν κόκκινες φούστες κεντημένες – πολκάκια (ήταν μπλούζα με κεντημένο κοφτό γιακά) – ποδιές μαύρες σατέν – μαντήλα με “μπιμπίλα” πάνω στο κεφάλι που ήταν φτιαγμένη από κλωστή και σύρμα – μαύρα παπούτσια μ’ ένα λουράκι και λίγο τακούνι – κάλτσες πλεχτές.
Οι άντρες φορούσαν βράκες μαύρες – μπότες – μάλλινες κάλτσες – ζωνάρια και καπέλα στο κεφάλι με φούντα.
Η ενδυμασία ήταν απλή. Τα αγόρια και οι άνδρες φορούσαν παντελόνια και πουκάμισα και οι γυναίκες κυρίως φορέματα.
Αυτοί που ήρθαν απ’ την Τουρκία Þ οι γυναίκες φορούσαν βράκες ενώ οι άντρες κιλότες (παντελόνι που από το γόνατο και κάτω στένευε).
Για τους Θρακιώτες Þ οι γυναίκες φορούσαν φουστανέλες και οι άντρες παντελόνια (όπως τα ξέρουμε εμείς σήμερα).