Tου Nίκου Γ. Ξυδάκη, από την “Καθημερινή”
Οι κλιμακούμενες απαιτήσεις της τρόικας ωθούν την παραπαίουσα κυβέρνηση πέραν των ορίων αντοχής της, και τη χώρα προς τις εκλογές ή άλλες πολιτικές εξελίξεις, ακριβώς δύο χρόνια από την ανάληψη της εξουσίας από το ΠΑΣΟΚ, υπό τον Γ.Α. Παπανδρέου. Ηταν τα κρισιμότερα χρόνια της μεταπολιτευτικής περιόδου και πρελούδιο για πολύ δύσκολους καιρούς. Η Ελλάδα βρίσκεται σε πτώση και μαρασμό, οι Ελληνες πλήττονται από κατάθλιψη και φοβία, περισσότερο κι από τη βίαιη, απότομη φτωχοποίηση. Τα δύο αυτά γεγονότα, ο μαρασμός και η διακυβέρνηση, συνδέονται, όχι μονοσήμαντα, αλλά συνδέονται. Και προφανώς η εύκολη οδός ανακούφισης από τον πόνο και τον φόβο των επερχομένων, θα ήταν η άμεση εξεύρεση υπευθύνων, ενόχων και αποδιοπομπαίων τράγων. Ομως όχι, η εύκολη οδός, το κυνήγι ενόχων και μαγισσών, θα ήταν επώδυνη οδός, ενδεχομένως με κόστος πολύ βαρύτερο από το όφελος της ανακούφισης.
Αυτό που προέχει σήμερα είναι να αντιληφθούμε ότι δεν κινδυνεύουμε μόνο από τη βίαιη υποτίμηση του ιδιωτικού και δημόσιου πλούτου, δεν κινδυνεύουμε από τη φτώχεια – αυτά έχουν ήδη συντελεσθεί και συντελούνται, χωρίς να μπορούμε να επηρεάσουμε άμεσα την τροπή τους. Πολύ περισσότερο κινδυνεύουμε από την απώλεια του φρονήματος, την απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, την απώλεια της αξιοπρέπειας, ατομικής και συλλογικής, τη ρήξη της κοινωνική συνοχής, το ξεκούρδισμα των κρατικών λειτουργιών.
Η βίαιη υποβάθμιση εισοδημάτων και περιουσιών σοκάρει τόσο πολύ, που χάνουμε από την όρασή μας τους κινδύνους αποσάθρωσης του κοινωνικού οικοδομήματος, εξαιτίας της περικοπής πόρων και της κλιμακούμενης κόπωσης και αδράνειας των κρατικών μηχανισμών. Το πολλαπλασιαζόμενο κοινό έγκλημα, η γκετοποίηση εκτεταμένων ζωνών της Αθήνας, η εγκατάλειψη των αναπήρων και των μειονεκτούντων από το συρρικνούμενο κοινωνικό κράτος, η μαζική εξάπλωση επαιτών, ρακοσυλλεκτών και αστέγων, είναι τα ανησυχητικά σημάδια που πρέπει να αξιολογήσουν οι Ελληνες πολίτες. Και να αποφασίσουν: θα πορευτούν στο εξής φτωχοί, αλλά με αξιοπρέπεια, με αυτοσεβασμό, με οργάνωση κοινωνίας, με ρυθμό βίου. Και να δράσουν αναλόγως, για να προστατέψουν πολύτιμες πολιτισμικές κατακτήσεις, αυτές που έως τώρα φάνταζαν αυτονόητες: να περπατάει ασφαλής στη γειτονιά του ο γέροντας, να λειτουργούν οι συγκοινωνίες, το νοσοκομείο, το λιμάνι, το σχολείο, η αποκομιδή απορριμμάτων. Δεν είναι αυτονόητο ότι θα λειτουργούν ευτάκτως όλα αυτά, εφόσον αδιαφορήσουν ή στασιάσουν οι εργαζόμενοι, αν ο καθείς στραφεί στον εαυτό του και στην κατατονία του, αν κυριαρχήσουν η μνησικακία, η πίκρα, ο τομαρισμός και η εμφύλια τυφλότης.
Ναι, βεβαίως, κάθε νοικοκυριό συγκροτεί τις στρατηγικές της επιβίωσής του, αλλά μαζί με την ατομική διάσωση έχουμε καθήκον να αναπτύξουμε πάραυτα στρατηγικές διάσωσης του δημόσιου χώρου, του δημοκρατικού κράτους, των θεσμών, των θεμελίων του και των λειτουργιών του. Εχουμε καθήκον να επιζήσουμε με αξιοπρέπεια, το χρωστάμε στην ιστορία μας και στα παιδιά μας.
Από τον Féaux de la Croix.
Προς
κ. Νίκο Κωνσταντάρα
Διευθυντή Σύνταξης
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Η φιλία που βασίζεται στην αρετή δεν επιτρέπει την δημιουργία προστριβών.[1164β] *
Ανήκω σε εκείνους που διαβάζουν πάντα τα σχόλιά σας με μεγάλο ενδιαφέρον. Και οφείλω να ομολογήσω ότι ο τρόπος με τον οποίο σκιαγραφείτε τους «Γερμανούς» και τις ευρωπαϊκές τους προθέσεις ορισμένες φορές με έχει στεναχωρήσει. Και αυτό όχι μόνο ως εκπρόσωπο της χώρας μου εδώ στην Αθήνα, αλλά και σε προσωπικό επίπεδο, ως γερμανό πολίτη που αισθάνεται εμφανώς παρεξηγημένος.
Το αυτό συνέβη και την περασμένη εβδομάδα όταν σε άρθρο σας απευθυνόμενος «προς τους Γερμανούς» αναφέρετε στο αναγνωστικό σας κοινό ότι «ακούμε ολοένα και περισσότερους Γερμανούς, από ιθύνοντες για την χάραξη πολιτικής μέχρι ηθικολόγους των μέσων μαζικής, ενημέρωσης, αλλά και διάφορες δημοσκοπήσεις, που θα ήθελαν να δουν την Ελλάδα να βυθίζεται σαν την Ατλαντίδα του Πλάτωνα».
Επιτρέψτε μου συνεπώς να σας περιγράψω τα συναισθήματά μου, τα οποία είναι βέβαιο ότι εκφράζουν πολλούς Γερμανούς, αν όχι την συντριπτική πλειοψηφία των συμπατριωτών μου, δεδομένου ότι εδώ και δεκαετίες θεωρούμε ότι η δική μας ειρήνη και ευημερία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ευμάρεια των λαών της Ευρώπης.
Φίλος είναι εκείνος που επιθυμεί την ύπαρξη και διατήρηση του φίλου του για χάρη του φίλου του.[1166a] *
Επανειλημμένως οι Γερμανοί έχουν δεχθεί να συνεισφέρουν με διαφορά το μεγαλύτερο καθαρό ποσό στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Οι Γερμανοί» δεν σήκωσαν τα βάρη αυτά στοχεύοντας απλά και μόνο στο οικονομικό όφελος από την ανάπτυξη και ευημερία των εταίρων τους κρατών αλλά και οραματιζόμενοι την δημιουργία ενός κοινού μέλλοντος.
Το όραμά μας για την Ευρώπη είναι να δημιουργηθεί μια κοινωνία αξιών, η οποία θα έχει ανθρωπιστικό προσανατολισμό και στην οποία κάθε άνθρωπος θα μπορεί να οικοδομήσει την ζωή του στα πλαίσια μιας ευρύτερης δημοκρατικής κοινωνίας που σέβεται τους νόμους, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την κοινωνική δικαιοσύνη και τα εφαρμόζει ως θεμέλιους λίθους της.
Εδώ και πολύ καιρό η φυσική μας αφοσίωση προς το γερμανικό έθνος, το οποίο μας γέννησε, συμπληρώνεται από την βαθιά συναίσθηση της ευρωπαϊκής μας ταυτότητας. Ακόμα και σε μια εποχή κατά την οποία οι κλασικές σπουδές δεν αποτελούν πλέον την βάση της μόρφωσης, για εμάς παραμένει σαφές ότι η Ελλάδα αποτελεί την κοιτίδα της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Είμαστε τέκνα της ίδιας μητρός. Και μπορώ να σας διαβεβαιώσω επίσης ότι οι οδυνηρές αναμνήσεις του πιο σύγχρονου παρελθόντος διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο ενεργούν οι πολιτικοί μας, οι οποίοι αν δεν επιδεικνύουν ταπεινοφροσύνη αν μη τι άλλο ενεργούν με μετριοπαθές πνεύμα και έντονο το αίσθημα της γερμανικής ευθύνης. Η Καγκελάριος Angela Merkel, ο Αντικαγκελάριος και Υπουργός Οικονομίας Philipp Roesler, ο Υπουργός Εξωτερικών Guido Westerwelle και ο Υπουργός Οικονομικών Wolfgang Schaeuble σίγουρα υποκινούνται από ένα έντονο συναίσθημα ιστορικής ευθύνης που επιβάλλει μια μετριοπαθή στάση. Πολύ δύσκολα θα βρείτε στις μέρες μας άλλους ευρωπαίους πολιτικούς αρχηγούς που να πιστεύουν στο ευρωπαϊκό ιδεώδες και στο πνεύμα αλληλεγγύης περισσότερο από τους δικούς μας πολιτικούς αρχηγούς.
Η καλή θέληση φαίνεται να αποτελεί την αρχή της φιλίας.[1166β] *
«Δεν είναι καιρός ούτε να επαινέσουμε τους Γερμανούς ούτε να τους κατηγορήσουμε για τα λάθη του παρελθόντος και τις εμμονές του παρόντος, αλλά ούτε και για να αντιδικήσουμε μαζί τους» όπως αναφέρετε. Δεν υπάρχουν άλλοι Ευρωπαίοι για εσάς, είτε φίλοι είτε εταίροι; Όπως τους παρουσιάζουν τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, οι Γερμανοί εμφανίζονται να είναι απομονωμένοι στις «εμμονές» τους και παρόλα αυτά να επιβάλλουν την θέλησή τους στα υπόλοιπα 26 κράτη μέλη της Ε.Ε. Από όσα διαβάζω εγώ ωστόσο για την Ευρώπη και την κοινή γνώμη, στην πλειοψηφία των κρατών της Ε.Ε. κάτι τέτοιο δεν ισχύει, πολλώ μάλλον για τα κράτη εκείνα, τα οποία παρέχουν εγγυήσεις και συνεισφέρουν με ίδια κονδύλια στα πακέτα διάσωσης της Ελλάδας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας. Από ό,τι βλέπω εγώ αναφορικά με τις αντιδράσεις στην Ευρώπη υπάρχει ένα μάλλον μεγάλο ρεύμα σύμπνοιας και ενθάρρυνσης των απόψεων που εκφράζονται και προωθούνται από τους ιθύνοντες για την χάραξη πολιτικής στην Γερμανία.
Ωστόσο, πραγματικοί φίλοι είναι εκείνοι που επιθυμούν το καλό δια τους φίλους τους για χάρη των φίλων τους και μόνο.[1156β] *
Δεν επιθυμώ ωστόσο να εμπλέξω άλλους Ευρωπαίους στην πολύ ιδιαίτερη ελληνογερμανική σχέση. Θεωρώ ότι επαρκεί σε αυτό το σημείο να αναφέρω ότι σε καμία περίπτωση δεν θα χαροποιούσαν τους ευαίσθητους Έλληνες τα σχετικά άρθρα που δημοσιεύτηκαν σε άλλες γλώσσες της Βόρειας Ευρώπης, οι οποίες πιθανότατα είναι λιγότερο προσβάσιμες από τα γερμανικά, ή αυτά που ειπώθηκαν στα κοινοβούλια ορισμένων κρατών.
Μετά από πολλούς μήνες δραματικών και τραυματικών εξελίξεων, μετά από πολλές προσπάθειες που έγιναν για να καταφέρουν οι χώρες μας να ξεπεράσουν μια βαθιά οικονομική κρίση που σχετιζόταν με το χρέος, και μετά από υπεράνθρωπες προσπάθειες που καταβλήθηκαν προς αυτόν τον κοινό σκοπό, κυρίως δε από τους πολιτικούς μας αρχηγούς στην Γερμανία, μήπως δεν είναι η ώρα να πάψουμε να αμφισβητούμε και να αρχίσουμε να επιδεικνύουμε αμοιβαία εμπιστοσύνη ο ένας στο ευρωπαϊκό ήθος του άλλου; Αλλά και να θεωρήσουμε ότι ο άλλος εταίρος ενεργεί καλή τη πίστει στα πλαίσια της αρχής της αλληλεγγύης και της ευθύνης; Όσο πολύ πιστεύουμε στην πρόθεση του ελληνικού λαού να ξεπεράσει τα πολιτικά λάθη και τις πλάνες του παρελθόντος και να αναστηλώσει την ελληνική οικονομία και κοινωνία τόσο ελπίζουμε οι έλληνες εταίροι μας να σεβαστούν τις καλές μας προθέσεις να τους συμπαρασταθούμε. Ευελπιστούμε να κατανοήσετε ότι κουβαλάμε ένα βαρύτατο φορτίο διασφαλίζοντας για την Ελλάδα ένα σταθερό ευρωπαϊκό πλαίσιο, στο οποίο η οικονομία σας μπορεί να αναπτυχθεί και πάλι και το έθνος σας να ακμάσει.
Η φιλία των ενάρετων είναι ενάρετη και αυξάνει με την συναναστροφή τους.[1172a] *
Έχοντας παρακολουθήσει στενά τον γερμανικό τύπο και τις δημόσιες συζητήσεις δεν μπορώ να ανακαλέσω ούτε ένα άρθρο το οποίο να υπαινισσόταν, όπως το θέτετε, ότι θα πρέπει «οι προθέσεις των ‘Γερμανών’ να είναι να αφήσουν την Ελλάδα να βουλιάξει όπως η Ατλαντίδα του Πλάτωνα». Ακριβώς όπως και στην Ελλάδα έτσι και στην Γερμανία υπήρξαν από την αρχή φωνές, μεταξύ των οποίων και κάποιοι σοβαροί και καλοπροαίρετοι οικονομολόγοι, οι οποίοι πρότειναν διάφορες εναλλακτικές προσεγγίσεις αντί της συμφωνηθείσας πορείας μεταρρυθμίσεων. Πράγματι, κάποιοι οικονομολόγοι θεωρούσαν ότι οι δραστικές μέθοδοι αποτελούσαν ασφαλέστερη και λιγότερο επώδυνη λύση των προβλημάτων που προκαλούσε η κρίση χρέους.
Πρέπει λοιπόν να διαλύουμε την φιλία ευθύς αμέσως;
Ή μήπως πρέπει να διαλύουμε την φιλία
μόνο αν οι φίλοι καθίστανται ανεπίστρεπτα μοχθηροί,
ενώ για όσο ακόμα υπάρχει δυνατότητα να βελτιωθούν
θα πρέπει να τους συμπαραστεκόμαστε ηθικά και οικονομικά.[1165β]
Όπως συνέβη και στην Ελλάδα, κάποιοι ειδικοί από μη κυβερνητικές οργανώσεις προπαγάνδιζαν υπέρ κάποιων ριζικών λύσεων, οι οποίες κατά πάσα πιθανότητα θα είχαν καταστροφικές συνέπειες, κυρίως δε για τον ελληνικό λαό. Πρέπει ωστόσο να ειπωθεί σε αυτό το σημείο ότι επανειλημμένως η γερμανική κυβέρνηση, με την στήριξη της πλειοψηφίας του κοινοβουλίου μας, αντιστάθηκε στον πειρασμό της εφαρμογής επικίνδυνων «πρόχειρων λύσεων». Οι «ιθύνοντες για την χάραξη της πολιτικής» μας, όπως τους αποκαλείτε, διαβεβαίωσαν εκ νέου την πρόθεσή μας να υπερασπιστούμε το κοινό μας μέλλον στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την ζώνη του κοινού μας νομίσματος, του ευρώ. Και αυτό όχι μόνο με ειλικρινείς δηλώσεις αλλά και με τολμηρές αποφάσεις και σημαντικές πράξεις. Για εμάς η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει ένωση της ολοκλήρωσης και της ενσωμάτωσης. Και θα υπεραμυνθούμε δεόντως αυτής της θεμελιώδους φιλοσοφίας.
Η φιλία συντελείται στην κοινωνία.[1159β] *
Ευελπιστώ οι έλληνες εταίροι μας να λάβουν υπόψη τους το γεγονός ότι η Γερμανία επενδύει την καλή της θέληση και αρκετή προσπάθεια σε μια άνευ προηγουμένου πρωτοβουλία ελληνογερμανικής συνεργασίας. Αυτό καθίσταται ιδιαιτέρως εμφανές από το πρόγραμμα ελληνογερμανικής συνεργασίας που παρουσίασαν από κοινού η Γερμανίδα Καγκελάριος Angela Merkel και ο Έλληνας Πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου στις 5 Μαρτίου 2010 στο Βερολίνο και το οποίο ευδοκίμησε μέσω μιας πληθώρας νέων μορφών διαλόγου και συνεργασίας που εκτείνονται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έως ανταλλαγές στον τομέα της υγείας και ενίσχυση της Ελλάδας ως προορισμού για τους γερμανούς τουρίστες.
Στις 27 Ιουλίου ο Υπουργός Οικονομίας της Γερμανίας κ. Philipp Roesler ανέλαβε την πρωτοβουλία διεξαγωγής συνάντησης με 26 συνδέσμους από τον χώρο της γερμανικής βιομηχανίας, στα πλαίσια προσπάθειας του ιδίου να επιστρέψει η Ελλάδα σε πορεία οικονομικής ανάπτυξης και μεγαλύτερης ανταγωνιστικότηταςσε παγκόσμιο επίπεδο.
Η φιλία εμπεριέχει μια σχέση μεταξύ εταίρων.[1171β] *
«Δεν είμαστε ούτε φίλοι, ούτε εχθροί, είμαστε εταίροι», αναφέρετε στο άρθρο σας. Λοιπόν, αγαπητέ Νίκο, δεν συμφωνώ. Για τον απλό λόγο ότι, ευτυχώς, η φιλία είναι θέμα που έγκειται της ελεύθερης βουλήσεώς μας. Ως άτομα είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε να είμαστε φίλοι. Το ίδιο ισχύει και για τους λαούς της Ευρώπης.
Λέτε ότι είμαστε εταίροι. Υποθέτω ότι ο Αριστοτέλης θα αποκαλούσε την σχέση μας «φιλία δι’ ὠφέλιμον». Και σε μια τέτοιου είδους φιλία ο φίλος δεν πρέπει να διαμαρτύρεται για την μη ύπαρξη φιλίας εκ μέρους του άλλου, εφόσον η απογοήτευσή του αυτή έγκειται στο γεγονός ότι δεν έλαβε οφέλη, τα οποία ωστόσο υπερβαίνουν εκείνα που είχαν συμφωνηθεί αρχικά επί τη βάσει της σχέσης τους. Σε αντίθεση με τα παραπάνω, μήπως το γεγονός ότι αισθάνεται παραμελημένος και διαμαρτύρεται για έλλειψη αλληλεγγύης καταδεικνύει ότι ο διαμαρτυρόμενος θεωρεί ότι υπάρχει μεγαλύτερη φιλία από μια απλή φιλία δια το ωφέλιμον;
Σε όλες τις σχέσεις μεταξύ εταίρων εμπεριέχονται κάποιου είδους αμοιβαία δικαιώματα αλλά και συναισθήματα φιλίας. [1159β] *
Η αλληλεγγύη αποτελεί στάση που εκτείνεται πολύ πέραν των υποχρεώσεων της φιλίας δια το ωφέλιμον. Αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο όταν ο ένας εκ των δύο έχει ήδη στο παρελθόν αθετήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Η επίσπευση ωστόσο προς βοήθεια του ετέρου απαντάται στην ζωή των ατόμων και των κοινωνιών μόνο όταν υπάρχουν πολύ στενοί δεσμοί, σε φυλές και σε οικογένειες. Στην περίπτωση αυτή απαιτούνται κάποιες πράξεις ενδεικτικές της εμπιστοσύνης, η οποία είθισται να μην υφίσταται στις σχέσεις δια το ωφέλιμον, αλλά απάνταται μεταξύ αδελφών, ο δεσμός μεταξύ των οποίων αποτελεί την υψηλότερη μορφή φιλίας μεταξύ ίσων. Τέτοιου είδους αλληλεγγύη αποτελεί αρετή και όχι στάση κατά της οποίας μπορεί κανείς να διαμαρτυρηθεί. Υποδηλώνει οικογενειακό δεσμό, ο οποίος πρέπει να τιμάται με μια κουλτούρα φιλίας, κατανόησης και επικοινωνίας.
«πολλάς δή φιλίας απροσηγορία διέλυσεν». [1155β]
(Παράθεση ενός κλασικού ελληνικού ρητού από τον Αριστοτέλη)
Ο δεσμός της φιλίας, τον οποίο μπορούμε να θαυμάσουμε στον εκπληκτικό εσωτερικό διάκοσμο του Παρθενώνα, αποτελούσε προϋπόθεση της συστάσεως δημοκρατικής πόλεως.Δεν πρόκειται να επιτύχουμε στην δημιουργία μίας ενιαίας Ευρωπαϊκής Ένωσης αν δεν έχουμε ως γνώμονα ένα συναίσθημα ειλικρινούς φιλίας. Ο Αριστοτέλης στο έργο του Ηθικά Νικομάχεια διακρίνει μεταξύ διαφόρων ειδών φιλίας. Ένα από αυτά είναι ο ηθικά υποδεέστερος δεσμός δια το ωφέλιμον. Η Ευρωπαϊκή μας Ένωση, ωστόσο, έχει ιστορικά προ πολλού υπερβεί την κατάσταση της συμμαχίας «quid pro quo» ή «do ut des». Έχει αποδείξει ότι είναι μια κοινότητα στην οποία επενδύουμε μέρος του εαυτού μας για την ευμάρεια των εταίρων ευρωπαϊκών λαών.
Επιπλέον, η φιλία φαίνεται να αποτελεί και συνδετικό δεσμό μεταξύ των κρατών.[1155α] *
Εν τέλει πρόκειται για μία Ένωση που μας κάνει υπερήφανους τόσο για τα επιτεύγματα της όσο και για την οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική πρόοδο καθώς και την ευημερία των εταίρων της. Είναι μια Ένωση, στην οποία είμαστε ευγνώμονες που οι ευρωπαίοι φίλοι μας έχουν την δυνατότητα να εμπλουτίζουν την ζωή μας, τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο εθνών. Στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας δώσαμε μάχες για αυτήν μας την δυνατότητα και θα συνεχίσουμε να μαχόμεθα.
Η φιλία και η δικαιοσύνη ωστόσο ευδοκιμεί ως επί το πλείστον στις δημοκρατίες, όπου οι πολίτες ως ίσοι έχουν πλήθος κοινών στοιχείων.[1161β] *
Για αυτούς τους λόγους συνεπώς είμαι πεπεισμένος ότι θα έρθει η στιγμή που ο ελληνικός λαός θα δηλώνει ότι: «Στις δύσκολες στιγμές οι Γερμανοί μας στάθηκαν».
Η φιλία είναι αρετή.[1155α]
Συνεπώς, γιατί δεν συμφωνούμε να είμαστε ενάρετοι άνθρωποι.
Με ιδιαίτερη εκτίμηση…
Tου Σταθη N. Kαλυβα*
Στα πράγματα που μου έκαναν μεγάλη εντύπωση όταν πρωτοπήγα στην Αμερική πριν από κάμποσα χρόνια, συμπεριλαμβάνω και την «ανακάλυψη» μιας ευρύτατα διαδεδομένης αίσθησης που συνέδεε φόρους και δημόσιες δαπάνες. Θυμάμαι χαρακτηριστικά έναν δημοτικό εργάτη σε μια από τις πρώτες βόλτες που είχα κάνει στο πάρκο της γειτονιάς, να μου δηλώνει μεταξύ αστείου και σοβαρού: «your tax dollars at work» (δηλαδή, δουλεύουν οι φόροι σου). Ηταν κάτι το καινούργιο για μένα, γιατί είχα ώς τότε αφελώς την αίσθηση πως η σχέση φόρων και δαπανών δεν είχε πρακτική, καθημερινή υπόσταση. Ως φοιτητής π.χ. θεωρούσα πως ήταν δικαίωμά μου να αδιαφορώ για τις κτιριακές εγκαταστάσεις του ελληνικού πανεπιστημίου, γιατί το κράτος είχε την υποχρέωση να επισκευάζει τις φθορές που προκαλούσαμε. Τώρα, το πώς θα έβρισκε το κράτος τους αναγκαίους πόρους, δεν ήταν κάτι που με απασχολούσε ιδιαίτερα.
Η αφέλεια αυτή ήταν εν μέρει προϊόν της ηλικίας: όταν δεν πληρώνεις φόρους, δύσκολα προβληματίζεσαι για τη διαχείριση των δημόσιων δαπανών. Αντανακλούσε, όμως, και μια ευρύτατα διαδεδομένη αντίληψη στη χώρα μας, σύμφωνα με την οποία το κράτος γίνεται αντιληπτό ως ένας αυτοδύναμος παροχέας αγαθών και υπηρεσιών. Πράγματι, μολονότι η κλοπή του δημοσίου χρήματος πάντοτε ενοχλούσε, δεν συνέβαινε το ίδιο με την απλόχερη διάθεσή του. Το παράδειγμα των Ολυμπιακών Αγώνων είναι ίσως ακραίο, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί εξαίρεση. Ρίζωσε μ’ άλλα λόγια στην κοινωνία μια αντίληψη που αντιμετώπιζε τις δημόσιες δαπάνες ως ένα μέγεθος εντελώς αποκομμένο και άσχετο από την φορολόγηση των πολιτών.
Αναμφίβολα, η στάση αυτή δεν ήταν καθόλου άσχετη ούτε με την εκτεταμένη φοροδιαφυγή ούτε με τις πηγές των πόρων. Δουλειά του κράτους ήταν ο εντοπισμός των πόρων (με έμφαση στα ευρωπαϊκά κονδύλια και τον φθηνό δανεισμό) και δουλειά των πολιτών η ατομική και συλλογική «απορρόφησή» τους – μια χαρακτηριστική λέξη της πρόσφατης περιόδου της Ιστορίας μας. Από κει ξεπήδησε και η λογική του «δώσε και μένα μπάρμπα» που κυριάρχησε ώς τώρα.
Να σημειώσω εδώ πως η διεκδίκηση κρατικών πόρων δεν ενέχει κάτι το ασυνήθιστο. Μάλιστα, αρκετοί πολιτικοί επιστήμονες θεωρούν πως αποτελεί την ουσία της πολιτικής και πως βασική λειτουργία της δημοκρατίας είναι η οργάνωση της διεκδίκησης αυτής με ειρηνικό και οργανωμένο τρόπο. Εκείνο όμως που είναι ασυνήθιστο, είναι η αποσύνδεση, τόσο στην ατομική όσο και στη συλλογική συνείδηση, της σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στη συλλογή των πόρων και τη διανομή τους.
Η αποσύνδεση αυτή γίνεται ακόμα περισσότερο διακριτή αν συνδυαστεί με το σύνδρομο «του τρίτου πληθυντικού». Είτε έχει κανείς παράπονο για κάτι που δεν δουλεύει καλά, είτε εγείρει κάποια απαίτηση, συνηθίζει την αναφορά σε αόριστους τρίτους: «Γιατί δεν κάνουν τίποτα;» Δεν είναι δύσκολο να μαντέψει κανείς ποιοι είναι οι αόριστοι αυτοί τρίτοι που θεωρούνται υπόλογοι για μια τεράστια γκάμα δημόσιων ή ιδιωτικών, συλλογικών ή ατομικών δραστηριοτήτων: «Πού είναι το κράτος;» Η χρήση του τρίτου πληθυντικού είναι ιδιαίτερα βολική, γιατί μας αποσυνδέει εντελώς από οποιαδήποτε συμμετοχή ή ευθύνη. Είναι εύκολο π.χ. να διαμαρτύρεται κανείς γιατί το κράτος δεν ξοδεύει περισσότερα για τη συντήρηση ενός δημόσιου χώρου την ίδια στιγμή που εμείς είτε συμβάλλουμε στην υποβάθμισή του είτε σφυρίζουμε αδιάφορα όταν τον βλέπουμε να υποβαθμίζεται. Ετσι καλλιεργήθηκε ο συνδυασμός μιας μαξιμαλιστικής και γενικευμένης (αλλά πάντοτε αόριστης) γκρίνιας με μια καθημερινή κριτική χαλαρότητα και αδράνεια που ουσιαστικά ενθάρρυνε και δικαιολογούσε τη δημόσια σπατάλη.
Η φορολογική επίθεση που εξαπέλυσε πρόσφατα η κυβέρνηση ως αντιστάθμισμα της αδυναμίας ή απροθυμίας της να εφαρμόσει τις αναγκαίες δομικές μεταρρυθμίσεις είναι δυσάρεστη και πιθανότατα θα αποδειχθεί αναποτελεσματική. Εχει όμως και μια αθέατη θετική πλευρά: συμβάλλει, με έναν ακραίο τρόπο, στη βελτίωση της οικονομικής παιδείας στην χώρα μας – μιας παιδείας που ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη. Από δω και μπρος, δύσκολα οι πολίτες θα αντιμετωπίζουν με την ίδια γαλαντομία τις παροχές του κράτους, ως δηλαδή κάτι το εντελώς μακρινό που δεν τους αφορά άμεσα. Σιγά σιγά, θα μάθουν να λειτουργούν πολύ πιο κριτικά και όχι μόνο με αοριστολογίες τρίτου πληθυντικού. Εννοείται πως η αλλαγή αυτή δεν αρκεί. Είναι όμως ένα μεγάλο πρώτο βήμα.
Το να μαθαίνεις από τα παθήματά σου είναι μια στραβή μέθοδος που θα επέλεγαν μόνον οι ανόητοι, ιδίως μάλιστα όταν η γνώση κάθε άλλο παρά στερνή είναι. Γι’ αυτό έχουν τεράστια ευθύνη όσοι (δημοσιογράφοι και διανοούμενοι) όχι μόνο δεν την καλλιέργησαν, αλλά συχνά και ενσυνείδητα την απέκρυψαν. Τελικά, μπορεί να ξενίζει που χρειάστηκε το πάθημα της φοροεπιδρομής για να αρχίσει να εμπεδώνεται η αντίληψη πως οι δημόσιες δαπάνες είναι κάτι που αφορά όλους, και μάλιστα ατομικά. Ως πάθημα, πάντως, ωχριά μπροστά στις συνέπειες που θα είχε μια οικονομική κατάρρευση και επιστροφή στη δραχμή. Δυστυχώς, όμως, αυτό θα αποδειχθεί το σκληρότερο μάθημα, αν αναβάλουμε κι άλλο την εφαρμογή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων.
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.
Του Χαρίδημου Κ. Τσούκα*, από την “Καθημερινή”
Ο πολιτικός εκφυλισμός αποτυπώνεται και στη γλώσσα. Στο υπέροχο δοκίμιό του «Πολιτική και η Αγγλική γλώσσα», ο Τζορτζ Οργουελ σχολιάζει διεισδυτικά τον βρόχο ανατροφοδότησης μεταξύ πολιτικής και γλώσσας. Η παρακμή της γλώσσας έχει πολιτικά και οικονομικά αίτια, παρατηρεί. Αλλά, όπως ο άνθρωπος πίνει γιατί αισθάνεται αποτυχημένος και μετά η εξάρτησή του από το ποτό τον οδηγεί σε αποτυχίες, έτσι και η γλώσσα «γίνεται άσχημη και ανακριβής διότι οι σκέψεις μας είναι ανόητες, αλλά η ατημελησία της γλώσσας μας καθιστά πιο εύκολο να έχουμε ανόητες σκέψεις».
Ενα παράδειγμα. Απευθυνόμενος πρόσφατα στην κυβέρνηση Παπανδρέου, στη Βουλή, ο βουλευτής του ΛΑΟΣ κ. Α. Ροντούλης είπε: «Είστε ψεύτες, απατεώνες και γομάρια». Η φράση σχολιάστηκε στα ΜΜΕ, όχι όμως ολόκληρη. Οι ακραίοι χαρακτηρισμοί «ψεύτες» και «απατεώνες» πέρασαν απαρατήρητοι, πιθανότατα γιατί είναι διάχυτη η προσδοκία ότι οι πολιτικοί μας είναι ψεύτες και απατεώνες, άρα δεν εκπλήσσεται κανείς. Αν, αντιθέτως, στη βρετανική βουλή είχαν διατυπωθεί ανάλογοι χαρακτηρισμοί (μεταφράστε τους στα αγγλικά για να συνειδητοποιήσετε τη βαρύτητά τους), να είστε σίγουροι ότι θα είχε προκληθεί σάλος.
Γιατί; Διότι θεμελιώδης αρχή του δημόσιου ήθους σε μια ώριμη δημοκρατία είναι η εντιμότητα που αναμένεται να διακρίνει τους πολιτικούς εκπροσώπους, οπότε οποιαδήποτε αμφισβήτησή της απαιτείται να διατυπωθεί με αυξημένες αξιώσεις λογικής συγκρότησης και εμπειρικής τεκμηρίωσης. Σε μια ανώριμη δημοκρατία, αντιθέτως, δεν υπάρχουν αντίστοιχες απαιτήσεις. Οχι μόνο γιατί εδώ οι λέξεις τείνουν να μη μεταφέρουν ακριβές νοηματικό φορτίο και δεν υπάρχει αξίωση από τους ομιλητές να είναι διαυγείς και τεκμηριωμένοι, αλλά και γιατί η ευκολία με την οποία διατυπώνονται ακραίοι χαρακτηρισμοί αντανακλά ευρύτατα αποδεκτές παραδοχές για τα κυρίαρχα πολιτικά ήθη. Στο μέτρο δε που η ρητορική ακρότητα περνά απαρατήρητη, απο-καλύπτεται το ήθος της κοινότητας – τι θεωρεί αυτονόητο και τι όχι.
Το «γομάρια» όμως εξέπληξε. Σε τηλεοπτική συνέντευξή του σε δελτίο δήθεν ειδήσεων, ο κ. Ροντούλης, με προφορά και ύφος Χατζηχρήστου, προσπάθησε να εξηγήσει τη φρασεολογία του: «Εγώ είμαι χωριάτης και θα πρέπει να μεταφέρω ακριβώς την επικρατούσα άποψη […] Ο κόσμος έχει σκάσει»! Εξήγησε ότι ήταν συναισθηματικά φορτισμένος διότι είχε δεχθεί ένα τηλεφώνημα από μια μητέρα πολυμελούς οικογένειας, η οποία του περιέγραψε τις τεράστιες οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει. Και συνέχισε: «Γιατί το γομάρια είναι ύβρις; Αμα δεν ακούν τι να κάνουμε; Στο χωριό μου έτσι μιλάμε… Εσείς κρατήστε το σαβουάρ βιβρ του Κολωνακίου. […]».
Το πιο ενδιαφέρον εδώ δεν είναι το αγοραίο ύφος του κ. Ροντούλη. Περισσότερο ενδιαφέρουσα είναι η γλώσσα με την οποία υπερασπίζεται τη γλώσσα του. Προσέξτε πόσο ταυτολογικό είναι το επιχείρημά του: μιλάω έτσι, γιατί έτσι έμαθα να μιλάω! Δεν μπορεί ο δύστυχος βουλευτής να αρθρώσει κάποιο σοβαρό επιχείρημα για να υπερασπίσει τη γλώσσα που χρησιμοποιεί. Ανακυκλώνεται! Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να κατασκευάσει ρητορικά τη «λαϊκή» καταγωγή του («εγώ είμαι χωριάτης») και να ταυτίσει έμμεσα το λογοπλαίσιο (discourse) του «χωριού» με αυτό της Βουλής. Για να είναι δε πειστική η κατασκευή του πρέπει να αντιδιασταλεί με μιαν άλλη – το «σαβουάρ βιβρ του Κολωνακίου»! Το υπόρρητο συμπέρασμα είναι ότι οι «αστοί» του Κολωνακίου υποκρίνονται, ενώ εγώ ως «λαϊκός» μιλώ με ειλικρίνεια. Η Βουλή πρέπει να μοιάζει περισσότερο με το καφενείο του χωριού και λιγότερο με τα «καλά σπίτια» του Κολωνακίου!
Υποδυόμενος τον ρόλο του Χατζηχρήστου, ο κ. Ροντούλης δεν αντιλαμβάνεται δύο πράγματα.
Πρώτον, ακόμα και στο καφενείο του χωριού σπάνια χαρακτηρίζει κάποιος τον συνομιλητή του «γομάρι», εκτός κι αν είναι αποφασισμένος να διαρρήξει τη σχέση μαζί του. Μπορεί ο κ. Ροντούλης να μην το έχει αντιληφθεί, αλλά όλα τα ρητορικά πλαίσια, από τα πιο «λαϊκά» μέχρι τα πιο «αστικά», έχουν τους δικούς τους κώδικες κοσμιότητας. Ο λόγος που δεν αποκαλούμε δημοσίως τον συνομιλητή μας «γομάρι» είναι απλός: τέτοιοι χαρακτηρισμοί θέτουν τον συνομιλητή εκτός της κοινότητας των έλλογων όντων, τερματίζουν τη σχέση. Καταστατική αρχή της Βουλής είναι το βουλεύεσθαι, η έλλογη συ-ζήτηση. Ως βουλευτής μπορώ να μιλώ επειδή ο θεσμός στον οποίο μετέχω θεμελιώνεται στον διά-λογο και στον απορρέοντα σεβασμό του συν-ομιλητή. Βουλεύομαι, στο μέτρο που δημιουργώ χώρο μέσα μου να συναντηθώ διαλογικά με τον άλλο. Με τα «γομάρια» δεν μπορώ να διαλεχθώ, άρα αυτο-ακυρώνομαι…
Δεύτερον, ο κ. Ροντούλης θεωρεί ότι ο ρόλος του είναι απλώς να μεταφέρει στην εκτελεστική εξουσία τα αισθήματα των πολιτών. Δεν του περνά από το μυαλό ότι, ως εκπρόσωπός τους, καλείται να κάνει κάτι πιο απαιτητικό: και να συγκινηθεί από το δράμα ενός πολίτη και να αναζητήσει έλλογους τρόπους περιγραφής και αντιμετώπισής του. Το συναίσθημα παρέχει την αναγκαία ενέργεια για δράση, αλλά χρειάζεται ο επεξεργασμένος λόγος για να αποκτήσει ακρίβεια η έκφρασή μας και σαφήνεια η σκέψη μας. Μόνο τότε μπορούμε να κάνουμε τις απαραίτητες αναλυτικές διακρίσεις, να στοχαστούμε, και να σχεδιάσουμε ορθολογικές πολιτικές. Από τους βουλευτές έχουμε την αξίωση όχι να είναι απλοί αναμεταδότες λαϊκών αισθημάτων αλλά και μετασχηματιστές αντιλήψεων. Ξέρω ότι ζητάμε πολλά.
«Το να σκέφτεσαι καθαρά», λέει ο Οργουελ, «είναι το απαραίτητο πρώτο βήμα προς την πολιτική αναγέννηση». Παρατηρώντας τη γλώσσα του κ. Ροντούλη και άλλων πολιτικάντηδων, αντιλαμβάνεται κανείς γιατί η πολιτική αναγέννηση είναι τόσο δύσκολο να συμβεί στην Ελλάδα της χρεοκοπίας. Η γλώσσα των ηγετών μας απο-καλύπτει τον πυρήνα της κακοδαιμονίας μας – την προσποίηση, τη μεταμφίεση, τη σύγχυση. Ατημέλητη γλώσσα, ανόητες σκέψεις – και αντιστρόφως.
* Ο κ. Χ. Κ. Τσούκας (htsoukas@gmail.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.
Tου Παντελή Μπουκάλα
Ταραγμένη η χώρα επί μήνες. Ταυτόχρονα μουδιασμένη και θυμωμένη, σιωπηλή και επιθετικότατα ομιλητική, φίλαυτη και αλληλέγγυα, λίγο πριν – λίγο μετά το κατώφλι μιας κατάθλιψης που η θεραπεία της φαίνεται κάθε μέρα λιγότερο πιθανή. Ηδη αποδίδει πικρούς καρπούς η επιχείρηση της μαζικής ενοχοποίησης, σχεδόν με φυλετικά κριτήρια («τα ρεμάλια οι Ελληνες, τα παράσιτα της ενάρετης Ευρώπης…»)· μια επιχείρηση στην οποία πρωτοστάτησαν οι καθοδηγητές της διεθνούς κοινής γνώμης, μίντια, πολιτικοί ηγέτες, οικονομικοί αναλυτές, για να βρουν γρήγορα θερμή υποστήριξη από τους ημετέρους προθύμους, που ξαναβρήκαν την ευκαιρία να παίξουν το παλιό παιχνίδι της διάχυσης των ευθυνών, ώστε να παραγραφούν οι δικές τους, να χαθούν μέσα στο όλον.
Μερίδιο ευθύνης για τον δρόμο που πήρε ο τόπος μας, για το πώς τον ξοδέψαμε, έχουμε όλοι. Αλλά, μα την αλήθεια, δεν αποφασίσαμε όλοι μαζί να φορτωθούμε το «εθνικό όραμα» των Ολυμπιακών που το πληρώσαμε πανάκριβα μόνο και μόνο για να ικανοποιηθεί η μωροφιλοδοξία ελαχίστων και να εξυπηρετηθούν οι κερδοσκοπικοί σχεδιασμοί άλλων ευπατριδών με τη μέθοδο της άνευ διαγωνισμού ανάθεσης έργων λόγω του κατασκευασμένου «κατεπείγοντος» χαρακτήρα τους – και, πάνω κάτω, πρόκειται για τους ίδιους πεντακοσιομέδιμνους που, επιδεικνύοντας άλλη μια φορά τον υψηλό πατριωτισμό τους, έχουν ήδη εξαγάγει ένα καλό κομμάτι των κεφαλαίων τους στις ασφαλείς τράπεζες της Ελβετίας. Δεν συντάξαμε όλοι μαζί τον νόμο περί ευθύνης υπουργών, τον νόμο δηλαδή που απαλλάσσει εκ προοιμίου οποιονδήποτε ασκεί εξουσία. Δεν συναινέσαμε όλοι στα υπέρογκα εξοπλιστικά προγράμματα. Δεν τζογάραμε όλοι στο Χρηματιστήριο, εκμεταλλευόμενοι την εσωτερική πληροφόρηση. Δεν ήμασταν όλοι διπλοτριπλοθεσίτες αργόμισθοι υπό την σκέπη του κόμματός μας, γαλάζιου ή πράσινου, που, για να ανταμείψει τα «δικά του παιδιά», διόγκωσε το Δημόσιο. Δεν ήμασταν όλοι στους καταλόγους επιχορηγουμένων της Ζίμενς ούτε στους καταλόγους των επιδοτουμένων με μυστικά κονδύλια, τάχα προς εξυπηρέτηση εθνικών σκοπών. Δεν προσκυνήσαμε όλοι το δόγμα «ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό». Δεν ιδρύσαμε όλοι οφσόρ εταιρείες σε εξωτικά νησιά για να εξασφαλίσουμε «το μέλλον των παιδιών μας», ούτε δεχτήκαμε επιταγές αγνώστων, και πάλι «για το καλό των παιδιών μας». Δεν κλέψαμε όλοι την εφορία δηλώνοντας ένα αστείο ετήσιο εισόδημα, την ώρα που και εξοχικά διαθέταμε σε όρη και σε νησιά, και σκάφη και στόλο πολυτελών αυτοκινήτων και παχυλές καταθέσεις. Δεν μαγαρίσαμε όλοι και δεν μαγαριστήκαμε όλοι. Γιατί δεν είμαστε όλοι Ελληνες (ή γενικώς πολίτες ή άνθρωποι) με τον ίδιο τρόπο.
Με το φαρμάκι της συλλογικής ευθύνης ωστόσο να πληγώνει βαριά και το αίσθημα και τον νου της, μάταια προσπαθεί η χώρα να σχηματίσει μια γενική εικόνα, κάπως συνεκτική και λογική, με τα κομμάτια πληροφόρησης και τα τρίμματα νοήματος που έχει στη διάθεσή της. Μάταια δοκιμάζει να ερμηνεύσει τα συμβαίνοντα, όσα καλύπτονται πίσω από αγγλικής κοπής αρκτικόλεξα, ESM, ECB, IMF, CDS, κι από κοντά τα funds, τα haircut, τα selective default και τα λοιπά συσκοτιστικά. Τα χρησιμοποιούν βέβαια όλα τούτα με άνεση, αν όχι και με κάποια ξιπασιά, οι ειδήμονες, αυθεντικοί ή κατά δήλωσή τους. Σε τίποτα το συγκεκριμένο δεν μεταφράζονται όμως για όσους «πρωτόγονους» και «απροσάρμοστους» εξακολουθούν να ζουν και να νιώθουν τον κόσμο στην προ παγκοσμιοποιήσεως εποχή του, τότε που οι πεταλούδες ήταν απλώς πεταλούδες και όχι υπαίτιες, με το πέταγμά τους, για την κατακρήμνιση του ενός ή του άλλου χρηματιστηρίου μυριάδες μίλια μακριά. Υπάρχουν ακόμα τέτοιοι άνθρωποι, παλαιικοί, που δεν ξέρουν τι στα κομμάτια σημαίνει το credit default swaps ή το EFSF, και δεν διανοούνται ότι οφείλουν να το πάρουν απόφαση πως άρχοντες του πλανήτη είναι οι οίκοι αξιολόγησης, οι Μούντις και οι Στάνταρ εντ Πουρς ή η Λίμαν Μπρόδερς, και όχι οι εκλεγόμενοι πολιτικοί, έστω μέτριοι, έστω διεφθαρμένοι. Οπως υπάρχουν βέβαια και πολλοί, και όχι μονάχα στα χωριά αλλά και σε πόλεις, που δεν έχουν υπολογιστή και δεν μπορούν να απολαύσουν τα αγαθά της ηλεκτρονικής εκπαίδευσης, με τα σιντί και τα ντιβιντί που παίζουν – δεν παίζουν. Πρωτοπόρος η υπουργός της Παιδείας, θεώρησε λήξασα την εποχή του τυπωμένου χαρτιού και επιχείρησε να παραστήσει την αποτυχία της σαν πρόοδο και τον τραγέλαφο σαν ψηφιακή επανάσταση. Τυπικός πασοκισμός.
Μια χώρα Τρώων η χώρα μας, μολονότι την κατοικούν Ελληνες. Ξέρουμε πως δεν φταίει «της τύχης η καταφορά», αλλά, όπως και οι αντίπαλοι των Αχαιών, «κομάτι κατορθώνουμε· κομάτι / παίρνουμ’ επάνω μας»· μα γρήγορα, πριν καν «αρχίσουμε να ’χουμε θάρρος και καλές ελπίδες», ξαναβυθιζόμαστε στην πεποίθηση της ματαιότητας, που απορρέει και από την αίσθηση ότι είμαστε πιόνια σε ένα αδυσώπητο παιχνίδι που δεν υπερβαίνει μόνο τους ανωνύμους, αλλά και όσους υποτίθεται ότι ηγεμονεύουν πολιτικά στη χώρα τους ή και στον πλανήτη όλο. Και, σαν τους Τρώες, βλέπουμε τις θυσίες μας, βαρύτερες έπειτα από κάθε «σωστικό» πρόγραμμα, να μην έχουν αντίκρισμα, αλλά να καταντούν μια σοφιστική δικαιολογία για τα αμέσως επόμενα πλήγματα.
Και τα πλήγματα είναι πολλά και κάθε είδους. Για «μειωμένη δημοσιονομική κυριαρχία» μιλάει ο υπουργός Οικονομικών, διαλέγοντας με προσοχή λέξεις που θα ακουστούν ουδέτερες και ανώδυνες. Θα πρέπει δηλαδή να πιστέψουμε ότι το ελληνικό πρόβλημα είναι απλώς δημοσιονομικό, ότι η καθόλου κυριαρχία μας δεν αμφισβητείται και δεν μειώνεται, ότι η περηφάνια μας, όπως κι αν την εννοήσουμε, δεν πλήττεται βάναυσα. Να πιστέψουμε εντέλει ότι δεν είναι τίποτα σπουδαίο να διοικείται η Ελλάδα όχι από εκείνους που εκλέξαμε διά της ψήφου μας (έστω κι αν άλλα, εντελώς διαφορετικά απ’ όσα τώρα πράττουν, κατέθεταν προεκλογικά δίκην συμβολαίου με τον λαό), αλλά από τα εκτελεστικά όργανα μιας τρικέφαλης αυτοκρατορίας. Κι αυτοί οι επικυρίαρχοι, που οι φανατικότεροι της εθελοδουλίας τούς καλωσορίζουν, συχνά δεν μπαίνουν καν στον κόπο της αυτοπρόσωπης παρουσίας στην επαρχία που τους έχουν αναθέσει, αρκούμενοι στη διαχείριση διά τηλεδιασκέψεων.
Πώς αλλάζει κανείς κανάλι με το τηλεχειριστήριό του, με την ψευδαίσθηση της ελεύθερης επιλογής; Ετσι, κάπως έτσι, πατάνε ένα κουμπί στο τηλεχειριστήριό τους οι νέοι αυθέντες και αλλάζουν πρόγραμμα (οικονομικό και πολιτικό) για την Ελλαδα, περνώντας από τη μία απαίτηση στην άλλη, από τον πρώτο εκβιασμό στον δεύτερο, τον τρίτο, τον δέκατο. Κι αν οι ημεδαποί διοικητές μας, πρωθυπουργοί και αντιπρόεδροι, επιμένουν να σιτίζονται με τη φαντασίωση ότι αυτοί κρατούν το τηλεχειριστήριο, αυτοί αποφασίζουν, σχεδιάζουν και επιβάλλουν, σ’ εμάς δεν επιτρέπονται τέτοιες αυταπάτες. Η καλλιεργημένη αυταπάτη άλλωστε πως είμαστε ο ομφαλός του κόσμου δεν είναι ανεύθυνη για το ναυάγιό μας, που μας έφερε όντως στο κέντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος αλλά για λόγους σφόδρα αντίθετους από εκείνους που θα ενίσχυαν την αυτοεκτίμησή μας.
Θεσμοί και νοοτροπίες στην ελληνική οικονομία1
Του Αρίστου Δοξιάδη
(Δημοσιεύτηκε στο Athens Review of Books, τεύχος 8, Ιούνιος 2010.)
ΛΟΓΟΠΛΑΙΣΙΟ
Καθαρεύουσα και δημοτική
Ο τρόπος που συζητάμε για την οικονομία άλλαξε άρδην, μέσα σε λίγους μήνες. Πριν ξεσπάσει η δική μας κρίση του χρέους ο δημόσιος διάλογος δεν διέφερε πολύ από τον αντίστοιχο στις δυτικές χώρες. Είχαμε τις κλασικές συζητήσεις υπέρ του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα, υπέρ της τόνωσης της ζήτησης ή της περικοπής δαπανών, για το φιλελευθερισμό και τη σοσιαλδημοκρατία, κ.ο.κ.
Λίγοι σχολιαστές επέμεναν στις ελληνικές ιδιαιτερότητες.2 Για παράδειγμα ότι το Δημόσιο δεν είναι Δημόσιο όταν το έχουν αλώσει ιδιωτικά και συντεχνιακά συμφέροντα, και το ιδιωτικό δεν είναι ιδιωτικό όταν ζει από το δημόσιο χρήμα. Αλλά αυτές οι φωνές δεν ήταν παρούσες ούτε στο λόγο των κομμάτων, ούτε των καναλιών, ούτε φυσικά στη χάραξη της κυβερνητικής πολιτικής.
Οι τεχνοκράτες ασχολούνταν περισσότερο με το επίσημο, παρά με το πραγματικό. Με το ύψος, π.χ., των φορολογικών συντελεστών, αλλά όχι με τους φόρους που πραγματικά πλήρωναν οι επιχειρήσεις – πολύ ψηλότερους από την επίσημη κλίμακα όταν το ΣΔΟΕ επέδραμε επί δικαίων και αδίκων, πολύ χαμηλότερους όταν ο επιχειρηματίας είχε τον τρόπο του.
Υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον επίσημο λόγο της πολιτείας, της πολιτικής, της τεχνοκρατίας, και σε αυτό που διαισθανόμασταν, που κουβεντιάζαμε στις παρέες, αλλά δεν αρθρώναμε δημόσια. Στον επίσημο λόγο, την καθαρεύουσα, μιλούσαμε για επενδύσεις, προγραμματισμό, ανταγωνισμό, παραγωγικότητα, κίνητρα, ελέγχους, νόμους. Στη δημοτική, για φραπέ, χαβαλέ, και το δαιμόνιο του Έλληνα. Ξέραμε ότι οι δημόσιες διακηρύξεις δεν θα πραγματοποιηθούν, αλλά λέγαμε: ας προσπαθήσουμε, και αν γίνει το ένα δέκατο, πάλι καλά – να μη μείνουμε πολύ πίσω από «την Ευρώπη».
Τώρα η δημόσια συζήτηση άλλαξε, και ξαφνικά μοιάζει με τις κουβέντες της παρέας. Το δίλημμα «δημόσιο ή ιδιωτικό;» μεταλλάχτηκε: «με τον αργόμισθο ή με το φοροφυγά;». Το «συνδικάτα ή εργοδοσία;» μεταλλάχτηκε: «να κόψουμε τη σύνταξη από τα 52 ή τα ιατρικά υλικά που τα πληρώνουμε για χρυσάφι;». Αρχίσαμε να συζητάμε για την πραγματική Ελλάδα, όχι για μια θεωρητική μικτή οικονομία. Οι καθημερινές εμπειρίες του καθενός ταυτίστηκαν με τα μεγάλα ζητήματα. Αυτό είναι υγιές. Είναι η αρχή της αυτογνωσίας.
Αλλά η οικονομία είναι πολύπλοκη, και οι εμπειρίες μας είναι χαοτικές, ποικίλες και αντιφατικές. Είναι εύκολο να καταλήξουμε σε υπερβολές, να μείνουμε σε καταγγελίες και μονόλογους, να χάσουμε τις αιτίες και την προοπτική. Από τη δημώδη εμπειρία πρέπει να ξαναστήσουμε μια λόγια θεωρία για την ελληνική οικονομία, που να εστιάζει στα ουσιώδη, να τα εξηγεί, και να ορίζει επιλογές.
Θεωρίες της ιδιομορφίας
Μια καλή προσέγγιση είναι να εντοπίσουμε σε τι διαφέρουμε από τις αναπτυγμένες δυτικές οικονομίες, που συνειδητά ή ασυνείδητα τις έχουμε για πρότυπο. Ακόμα και όταν τις επικρίνουμε, αυτές έχουμε ως μέτρο σύγκρισης, τόσο για την ιδιωτική κατανάλωση όσο και για τις κοινωνικές υπηρεσίες. Για το σκοπό αυτό είναι χρήσιμη μια νεοθεσμικήοπτική, που αναλύει τις παραλλαγές του καπιταλισμού και τις σχετίζει με τις ιστορικές καταβολές και τους θεσμούς κάθε χώρας3.
Οι θεσμοί είναι μια ευρεία έννοια, που επιδέχεται διαφορετικούς ορισμούς. Στον πιο γενικό ορισμό ο όρος περιλαμβάνει τους επίσημους θεσμούς (το σχολείο) και τουςανεπίσημους (το φροντιστήριο και το ιδιαίτερο). Περιλαμβάνει τις ρυθμίσεις (ιατρική νομοθεσία), τους οργανισμούς (το νοσοκομείο), αλλά και τις συχνές συμπεριφορές (το φακελάκι). Περιλαμβάνει επίσης, σε μερικές θεωρήσεις, την ιδεολογία (τι είναι πρόοδος) και τη νοοτροπία (εργασιακή ηθική).
Η νεοθεσμική θεώρηση επιδιώκει να φωτίσει και να εξηγήσει τις μικρο-οικονομικές συμπεριφορές που διαμόρφωσαν τα μακρο-μεγέθη. Γιατί αφήσαμε την κοινωνική ασφάλιση να χρεοκοπήσει; Γιατί δεν πληρώνουμε φόρους; Γιατί δεν έχουμε εξαγώγιμα βιομηχανικά προϊόντα; Γιατί κάνουν φροντιστήριο οι μαθητές των λυκείων; Σε τι είμαστε διαφορετικοίσε αυτό το επίπεδο από τους Γερμανούς;
Η πρόχειρη εμπειρική απάντηση είναι ένας πολύ μακρύς κατάλογος: διαφθορά, πελατειακό σύστημα, γραφειοκρατία, οικογενειοκρατία, διαπλοκή, καταναλωτισμός, παπαγαλία στο σχολείο, καχυποψία, αλλά και ευέλικτες επιχειρήσεις, πτυχιούχοι, φιλοδοξία, κινητικότητα, πολιτική άποψη, αντίσταση, πολυγλωσσία, εργατικότητα (υπό όρους), εξωστρέφεια. Δεν βοηθάει όμως πολύ μια τέτοια παράθεση. Πιο διαφωτιστικό είναι, από όλο το πλέγμα των θεσμών που απαρτίζουν την ελληνική μικροοικονομία, να ξεχωρίσουμε λίγα και βασικά, όπου διαφέρουμε από τις πιο αναπτυγμένες οικονομίες. Τα ακόλουθα θεωρώ ότι είναι τα κρίσιμα στοιχεία της ελληνικής ιδιομορφίας:
Το πλήθος και το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων, μαζί με τη μεγάλη διασπορά της ιδιοκτησίας των ακινήτων (νοικοκυραίοι).
Η μεγάλη έκταση και διασπορά των προσόδων (ραντιέρηδες).
Η ελλιπής συνείδηση συνεργασίας και παράλληλα η μεγάλη ανταπόκριση σε κίνητρα και αντικίνητρα (καιροσκόποι).
Η Ελλάδα είναι μια καπιταλιστική οικονομία με κοινωνικό κράτος, όπως πολλές άλλες. Αλλά όπως και κάθε άλλη έχει τη δική της δυναμική, που δημιουργείται από τα ιδιαίτερα στοιχεία της μαζί με τα γενικά στοιχεία του καπιταλισμού.
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑΙΟΙ
‘Ενας θεμελιακός θεσμός
Δεν υπάρχει άλλη χώρα στην Ευρώπη και στον ΟΟΣΑ που να έχει τόσο πολλούς αυτοαπασχολούμενους και τόσα μικροαφεντικά όπως η Ελλάδα σε αναλογία με τον πληθυσμό. Στην Ελλάδα το 57% όσων απασχολούνται στη «μη χρηματοοικονομική επιχειρηματική οικονομία» (ΜΧΕΟ) είναι είτε αυτοαπασχολούμενοι είτε σε επιχειρήσεις με λιγότερους από 10 απασχολούμενους. Στο σύνολο της ΕΕ των «27» ο δείκτης είναι 30%. Η Ιταλία έρχεται δεύτερη με 47%, η Πορτογαλία τρίτη με 42%. Η Γαλλία είναι στο 27%, η Μ. Βρετανία στο 21%, η Γερμανία στο 18%. Το νέο μας πρότυπο, η Δανία, στο 20%4.
Εξίσου κατακερματισμένη είναι και η γεωργία, που δεν περιλαμβάνεται στα παραπάνω. Στην αμπελοπαραγωγό Κορινθία ο μέσος εξαγωγικός αμπελώνας είναι κάτω από 30 στρέμματα και ο μεγαλύτερος κάτω από 200. Οι ανταγωνιστές της Κορινθίας στη Μούρθια της Ισπανίας έχουν πάνω από 1.000 στρέμματα ο καθένας. Το ίδιο και στην Καλιφόρνια, στη Νότιο Αφρική, στη Χιλή, στην Αίγυπτο.
Στο σύνολο της οικονομίας, οι απασχολούμενοι σε επιχειρήσεις άνω των 250 εργαζομένων δεν ξεπερνούν το 9% του εργατικού δυναμικού – μαζί με τις ΔΕΚΟ και τις τράπεζες.
Πώς έχει συμβεί να έχουμε τόσο πολλές και μικρές επιχειρήσεις –αμπέλια, ελαιοτριβεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια, μίνι μάρκετ, ιατρεία, θέατρα, μπουτίκ, βιοτεχνίες ενδυμάτων, εταιρειούλες πληροφορικής– και γιατί πολύ λίγους μεγάλους εργοδότες;
Το οφείλουμε στην ιστορία, που απέτρεψε σε εμάς την πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου των δυτικών οικονομιών, στους θεσμούς του σημερινού κράτους, που βοηθούν να επιβιώσει η μικρή ιδιοκτησία και εμποδίζουν τη μεγέθυνση των επιχειρήσεων, αλλά και στη νοοτροπία που μας αποτρέπει από το να συνεργαζόμαστε.
Η Δυτική Ευρώπη μπήκε στη βιομηχανική εποχή με μεγάλες γαιοκτησίες και πλήθος ακτήμονες εργάτες, κληρονομιά της φεουδαρχίας. Το νέο ελληνικό κράτος δημιουργήθηκε μέσα σε μια κοινωνία από μικροϊδιοκτήτες, συνέπεια της οθωμανικής πολιτικής που στήριζε τον μικρό γεωργό και αποθάρρυνε τη μεγάλη γαιοκτησία. Η πολιτική γης του νέου κράτους συνέχισε να ευνοεί τον μικρό κλήρο. Ακόμα και τα μεγάλα τσιφλίκια της Θεσσαλίας κατακερματίστηκαν με τα χρόνια. Η μεγάλη πλειονότητα των οικογενειών είχε κάποια ακίνητη περιουσία, αγροτική ή αστική, όπου έστησε μια αγροτική εκμετάλλευση ή ένα μαγαζί ή έχτισε ιδιόκτητο σπίτι. Σε αυτό η Ελλάδα ήταν τελείως διαφορετική από όλη τη μη Οθωμανική Ευρώπη. Οι δε γείτονές μας στα Βαλκάνια, όσοι είχαν εκτεταμένη μικροϊδιοκτησία, την απώλεσαν με τον σοσιαλισμό.
Οι μικροεπιχειρήσεις εξακολουθούν να είναι η κυρίαρχη μορφή οργάνωσης του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας μετά από 180 χρόνια σύγχρονου κράτους, με αστικούς θεσμούς και με περίπου ελεύθερη αγορά. Αυτό είναι αξιοπερίεργο. Σε μια σύγχρονη οικονομία το μέγεθος είναι πλεονέκτημα – αν όχι σε όλες τις δουλειές, πάντως σε πάρα πολλές. Εδώ όμως οι επιχειρήσεις δεν μεγαλώνουν. Ας απαριθμήσουμε τις αιτίες.
Οι οικογένειες με ιδιοκτησία, έστω και μικρή, δεν στέλνουν τα παιδιά τους να γίνουν εργάτες. Αν αποφασίσουν να γίνουν χαμηλόμισθοι υπάλληλοι, αυτό γίνεται μόνο σε δουλειές με εργασιακή ασφάλεια και καλή σύνταξη – στο Δημόσιο ή στις τράπεζες. Αλλιώς προτιμάνε το χωράφι ή το μικρομάγαζο των γονιών. Το νοικοκυριό αντιστέκεται στην προλεταριοποίηση.
Οι νόμοι δεν εφαρμόζονται ομοιόμορφα. Η φορολογία, η κοινωνική ασφάλιση, οι κανονισμοί εργασίας κ.ά. επιβαρύνουν περισσότερο τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, επειδή οι μικρές παρανομούν πιο εύκολα. Όταν το ταμείο το κρατάει η οικογένεια μπορεί να αποκρύψει πωλήσεις ή να απασχολήσει ανασφάλιστους. Ενώ όταν η τιμολόγηση και οι προσλήψεις καταγράφονται σε οργανωμένο λογιστήριο από υπαλλήλους, η φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή ενέχει μεγαλύτερο ρίσκο. Συνεπώς στην Ελλάδα η ανομία ευνοεί τον κατακερματισμό. Το κράτος γενικά δεν κυνηγάει τους μικρούς.
Οι ξένες άμεσες επενδύσεις αποθαρρύνονται. Σε άλλες περιφερειακές χώρες δημιουργήθηκε μεγάλη βιομηχανία από το ξένο κεφάλαιο. Εδώ, η γραφειοκρατία, η διαφθορά, η αντίσταση των τοπικών κοινωνιών, η ρητορική του λαϊκισμού είχαν αποτέλεσμα να έρθουν σχετικά λίγοι ξένοι επενδυτές και να παραμείνουν πολύ λιγότεροι. Σημαντικές εξαιρέσεις, οι κλάδοι των μη εμπορεύσιμων (non-tradable) υπηρεσιών: τράπεζες, τηλεφωνία, λιανικό εμπόριο.5 Σε αυτούς οι ξένοι ήρθαν γιατί το ψηλό κόστος εισόδου και λειτουργίας δεν τους αποτρέπει – το καλύπτουν με ψηλότερες τιμές. Άλλο να έχεις να ανταγωνιστείς στην παγκόσμια αγορά και άλλο μόνο τις ελληνικές επιχειρήσεις στην ελληνική αγορά.
Στα παραπάνω ας προστεθούν οι πάμπολλοι κανονισμοί και απαγορεύσεις που προστατεύουν τον υπάρχοντα τρόπο λειτουργίας σε δεκάδες κλάδους, καθώς και το μικρό μέγεθος των οικοπέδων.
Είναι τόσο ισχυρή η θεσμική προτίμηση προς τη μικρή κλίμακα, ώστε ούτε οι πρόσφυγες του 1922, ούτε οι μετανάστες μετά το 1990 δεν έγιναν μόνιμο προλεταριάτο για μεγάλους εργοδότες, όπως συνέβη αντίστοιχα αλλού. Ενώ οι μικροεργοδότες πλούτισαν στα χωράφια και στις πόλεις στην πλάτη των μεταναστών.
Η αυτοαπασχόληση, η μικροεργοδοσία, η οικογενειακή επιχείρηση είναι σταθερός και θεμελιακός θεσμός της οικονομικής μας οργάνωσης. Ίσως ο πιο θεμελιακός. Η ποσοστιαία συμμετοχή τους στην απασχόληση και στο εισόδημα δεν πρόκειται να συρρικνωθεί υπό κανονικές συνθήκες. Ούτε καν μια βαθιά και μακροχρόνια ύφεση δεν θα το αλλάξει αυτό. Μόνο μια επανάσταση στους θεσμούς θα το άλλαζε.
Είναι σημαντικό το εξής: ο θεσμός ορίζει την εξειδίκευση και όχι το αντίστροφο. Δηλαδή, επειδή είμαστε μια κοινωνία μικροεπιχειρηματιών, δεν μπορούμε να παράγουμε ηλεκτρονικές συσκευές – και όχι, επειδή δεν παράγουμε συσκευές, είμαστε μικροεπιχειρηματίες. Αυτό δεν έχει γίνει συνείδηση στην τεχνοκρατία που σχεδιάζει κατά καιρούς τις πολιτικές της ανάπτυξης. Πιστεύει ότι με κατάλληλες χρηματοδοτήσεις και υποδομές μπορεί να δημιουργηθούν ανταγωνιστικές βιομηχανίες σε κλάδους που απαιτούν μεγαλύτερη κλίμακα. Σε κάθε εποχή οι μικροϊδιοκτήτες θα κάνουν τις εργασίες που τους ταιριάζουν – χτες σφουγγαράδες, σήμερα ενοικιαζόμενα δωμάτια, αύριο τι;
Οικογενειακές στρατηγικές
Μια οικονομία μικρών μονάδων ωθεί τα νοικοκυριά σε άλλες επιλογές από μια οικονομία υπαλλήλων και μεγάλων οργανισμών. Η οικογένεια αναζητά τη σταθερότητα στηνπολυέργεια6, δηλαδή σε πολλαπλές πηγές εισοδήματος, όσες μπορεί να βρει και να προσποριστεί. Υπάρχει οικογενειακή αλληλεγγύη: τα πολλαπλά εισοδήματα απαιτούν πολλαπλά χέρια: ο πατέρας έχει το πρατήριο βενζίνης για τη σιγουριά, ο γιος σπουδάζει πληροφορική για το κάτι παραπάνω, αλλά άμα δεν του βγει δεν θα πεινάσει. Η κόρη, κατά προτίμηση δασκάλα ή υπάλληλος του Δήμου – κάτι σταθερό που αφήνει ελεύθερο χρόνο για να φροντίζει γέροντες γονείς και την επόμενη γενιά. Αν το οικογενειακό μαγαζί πάει καλά, η οικογένεια ολόκληρη το δουλεύει. Αν όχι, μένει να δουλεύει με ένα-δυο μέλη. Το σύστημα έχει θαυμαστή σταθερότητα, ευελιξία και διάρκεια.
Σε οικονομία μικροϊδιοκτητών, οι επενδύσεις των νοικοκυριών διαφέρουν από αυτές στις οικονομίες της μεγάλης κλίμακας. Κατευθύνονται, απόλυτα ορθολογικά, σε ακίνητα και σε εκπαίδευση. Στις δυτικές οικονομίες οι αποταμιεύσεις επενδύονται συλλογικά μέσα από ασφαλιστικά ταμεία, ή από αμοιβαία κεφάλαια, ή από καταθέσεις. Καταλήγουν ως χρηματοδότηση στη βιομηχανία, στην τεχνολογία, σε υποδομές, και γενικά σε μεγάλους οργανισμούς. Στην ελληνική μικρή οικονομία η χρηματική αποταμίευση δεν έχει αξιόπιστες συλλογικές διεξόδους.
Το ανθρώπινο κεφάλαιο έχει άλλη μορφή στη μικροϊδιοκτησία. Στις δυτικές οικονομίες μπορεί να αναπτυχθεί μέσα από καριέρα – δηλαδή χτίζοντας σχέση με μια μεγάλη επιχείρηση ή οργανισμό. Η ανώτατη εκπαίδευση είναι χρήσιμη μόνο ως πρώτο βήμα στην καριέρα – αν η αγορά εργασίας δεν την ζητά ούτε οι νέοι την επιδιώκουν. Στη μικρή ιδιοκτησία, η αξία του ανθρώπου επενδύεται στα ατομικά του στοιχεία. Η αγορά εργασίας δεν δίνει σαφή μηνύματα. Σημασία έχουν τα εφόδια που θα κατέχω σε μια γενικά αβέβαιη πορεία. Σπουδάζω μηχανικός, όχι επειδή προσδοκώ να δουλέψω στη Volkswagen, αλλά επειδή θα έχω επιλογές ως έμπορος, κατασκευαστής, εργολάβος, μελετητής, και ίσως ίσως στέλεχος. Γι’ αυτό τα νοικοκυριά υπερεπενδύουν στην εκπαίδευση των παιδιών: σε φροντιστήρια ξένων γλωσσών και πανελλαδικών εξετάσεων, σε δαπάνες διαβίωσης των φοιτητών. Στους εθνικούς λογαριασμούς αυτές οι δαπάνες φαίνονται ως κατανάλωση. Αλλά είναι επένδυση.
Δυναμική
Ο θεσμός είναι σταθερός εφόσον μπορεί να παράγει αρκετό εισόδημα για τα μέλη του, έστω με κρίσεις και μεταλλάξεις. Αλλά δεν υπάρχουν πολλές περιπτώσεις στον κόσμο που οι τοπικές οικονομίες μικροεπιχειρήσεων να είναι διεθνώς ανταγωνιστικές – στη βόρεια Ιταλία βρίσκονται τα λίγα πετυχημένα παραδείγματα. Στην Ελλάδα ήταν ανταγωνιστική κατά καιρούς η μικρής κλίμακας γεωργία και ο τουρισμός, και είχαν μεγάλη συμβολή τα εμβάσματα από προσωπική εργασία– από τους μετανάστες και τους ναυτικούς. Αλλά αυτά δεν έφταναν και τα συμπληρώναμε με δάνεια και επιχορηγήσεις από το εξωτερικό.
Τώρα που στέρεψαν τα δάνεια, η Ελλάδα θα χρειαστεί να γίνει ανταγωνιστική σε περισσότερους κλάδους. Μπορούν αυτό να το πετύχουν οι μικροεπιχειρήσεις; Δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερο πρόβλημα η μετάβαση σε νέες δραστηριότητες. Η ελληνική πολυέργεια των οικογενειών αυτό σημαίνει. Δεν πρόκειται για οικογένειες που αφοσιώνονται στην ίδια τέχνη από γενιά σε γενιά. Τα παιδιά σπουδάζουν νέα αντικείμενα και οι γονείς τα στηρίζουν.
Τρία είναι τα μεγάλα μειονεκτήματα της μικρής κλίμακας: το κόστος (οικονομίες κλίμακας), ο συντονισμός (κόστος συναλλαγών, οικονομίες φάσματος) και η συνέχεια (καινοτομία, αναβάθμιση, διαδοχή γενεών). Αν το ευρύτερο θεσμικό περιβάλλον αλλάξει για να βοηθήσει τις μικροεπιχειρήσεις να τα αντιμετωπίσουν, τότε ναι, ίσως μπορέσουμε να χτίσουμε μια ανταγωνιστική οικονομία πάνω στη μικρή κλίμακα. Αλλιώς, είτε φτώχεια είτε απότομη συγκέντρωση του κεφαλαίου.
ΡΑΝΤΙΕΡΗΔΕΣ
Ο όρος πολιτική πρόσοδος δηλώνει τους διάφορους μηχανισμούς με τους οποίους επιχειρήσεις, συντεχνίες και άτομα καρπώνονται εισοδήματα από το κράτος που δεν αντιστοιχούν σε πραγματική προσφορά υπηρεσίας ή προϊόντος. Ο όρος περιλαμβάνει την αργομισθία, τη συνταξιοδότηση με προνομιακούς όρους, τις επιχορηγήσεις χωρίς αναπτυξιακό αποτέλεσμα, τις υπερκοστολογημένες προμήθειες και έργα, και τις μίζες των δημοσίων υπαλλήλων. Περιλαμβάνει επίσης τις ρυθμίσεις που επιτρέπουν σε συντεχνίες να υπερτιμολογούν στην αγορά (κλειστά επαγγέλματα, ρυθμιζόμενες αμοιβές, απαγορεύσεις), και, κάτι λιγότερο φανερό, τα οφέλη από την παρανομία όταν οι ανταγωνιστές σου είναι σύννομοι. Δεν περιλαμβάνει εκείνους του μισθούς του Δημοσίου που αμείβουν πραγματικά εργαζόμενους, ούτε τις συντάξεις, τα επιδόματα ανεργίας, κτλ, που δίνονται με γενικά κοινωνικά κριτήρια.
Μερικοί ανάγουν τη διόγκωση της πολιτικής προσόδου στη δεκαετία του 1980 και στον τρόπο με τον οποίο το ΠΑΣΟΚ ενσωμάτωσε νέα στρώματα και νέα τζάκια στην οικονομική ανάπτυξη. Αλλά η φαυλοκρατία και οι πελατειακές σχέσεις ήταν σύμφυτες με το ελληνικό κράτος από την ίδρυσή του7, και το κράτος ήταν πάντα ρυθμιστής στην οικονομία. Η διανομή προσόδων ήταν αναγκαίος μηχανισμός για τη νομιμοποίηση των πολιτικών στα μάτια του κόσμου, αλλά και ο προσπορισμός προσόδων ήταν βασικός λόγος για γίνει κάποιος πολιτικός.
Το κράτος συνολικά υπήρξε ραντιέρης εμβασμάτων, ζώντας σε μεγάλο βαθμό από διεθνείς εισροές: δάνεια που μοίρασε και δεν αποπλήρωσε, σχέδια βοήθειας, και πιο πρόσφατα τα ταμεία της ΕΕ. Τούτα τα εμβάσματα έχουν επηρεάσει σε βάθος την κοινωνία: «Ας περάσει το χρήμα τα σύνορα και θα βρούμε τη μοιρασιά» μου έλεγε ένας μικροεργολάβος αγροτικών εγκαταστάσεων κουβεντιάζοντας πώς θα πάρουμε κάποια επιχορήγηση.
Υπήρχαν και υπάρχουν σημαντικές μη πολιτικές πρόσοδοι στην ιδιωτική οικονομία. Τα έσοδα από τουρισμό ενέχουν μεγάλο στοιχείο προσόδου, εφόσον ο επισκέπτης πληρώνει πρώτα για τον τόπο και μετά για τις υπηρεσίες. Τα εμβάσματα από το εξωτερικό (ναυτιλιακά, μεταναστευτικά) παράγονται μεν από εργασία εκτός συνόρων, αλλά για την τοπική κοινωνία που τα υποδέχεται είναι καθαρή πρόσοδος.
Η δημοκρατική πρόσοδος
Οι μηχανισμοί προσπορισμού προσόδων διαφέρουν πολύ μεταξύ τους. Παράγουν όμως ένα κοινό πολιτισμικό αποτέλεσμα: όλοι σχεδόν οι Έλληνες, από τον μεγάλο επιχειρηματία μέχρι τον μικροοικοπεδούχο στο νησί και τον δημοτικό υπάλληλο στην επαρχία, θεωρούν φυσικό να έχουν κάποια εισοδήματα χωρίς να ρισκάρουν κεφάλαια και χωρίς να εργάζονται παραγωγικά – εισοδήματα σημαντικά για τα μέτρα του καθενός. Αν δεν το πετύχουν αισθάνονται αδικημένοι.
Πώς αναπαραγόταν τόσα χρόνια το σύστημα της προσοδοκρατίας; Η πρώτη αιτία ήταν ότι «λεφτά υπάρχουν» – από τις εισροές από το εξωτερικό, από την απομύζηση της παραγωγής σε μια κοινωνία που μπορούσε κατά καιρούς να παρακολουθεί ικανοποιητικά την τεχνική πρόοδο, αλλά πρόσφατα και από την υπερεκμετάλλευση των μεταναστών.
Η δεύτερη αιτία ήταν ο δημοκρατικός χαρακτήρας του συστήματος. Οι πρόσοδοι είχαν ευρεία διασπορά· ιδίως μετά το 1980 τα περισσότερα νοικοκυριά κάτι τσιμπούσαν από το σύστημα. Η δημοκρατική νομιμοποίηση ενισχύθηκε από νέους μηχανισμούς που προσδίδουν στο σύστημα έναν αντικειμενικό χαρακτήρα: ΑΣΕΠ αντί για ρουσφέτι, πανελλαδικές αντί για το βαθμό του σχολείου. Όταν για να διοριστούν ή να εισαχθούν χρειάζεται να κοπιάσουν και να ανταγωνιστούν τίμια, κανένας δεν αναρωτιέται μήπως η θέση που πήραν είναι άχρηστη. Και θεωρείται άδικο να καταργηθούν τα όποια προνόμια έχει η θέση.
Συμπεριφορές
Όπως κάθε οικονομικός μηχανισμός που κυριαρχεί (ή συγκυριαρχεί) σε μια κοινωνία έτσι και η προσοδοκρατία επιδρά με πολλούς τρόπους στις συμπεριφορές και στη νοοτροπία. Μπορεί να μην πηγάζει από πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, αλλά σίγουρα τις δημιουργεί.
Μηδενικό άθροισμα: η πρόσοδος δεν μεγεθύνει την πίτα, τη μοιράζει. Συνεπώς προϋποθέτει μαχητική διεκδίκηση, και δεν προϋποθέτει παραγωγική εργασία. Εκτρέφει το λαϊκισμό, που βασικό συστατικό του είναι ότι μεταθέτει την ευθύνη για το σύνολο στον άλλο πόλο, στον εχθρό. Στο λαϊκισμό οι πολίτες, ανεξάρτητα από την πραγματική τους θέση στην παραγωγή και στη διανομή, νιώθουν σαν να ανήκουν στο πιο αδύναμο στρώμα, που δικαιούται να διεκδικεί αναδιανομή για λόγους ανθρωπιστικούς, δικαιοσύνης8. Δεν τους αφορά πώς θα παραχθεί ο πλούτος, ούτε αν πρέπει η αναδιανομή να γίνει πρώτα σε άλλους, πιο αδύναμους. Την ευθύνη για το όλον την έχουν άλλοι. Ο λαϊκισμός διαφέρει ριζικά σε τούτο από μια σοσιαλιστική στρατηγική που θα άρχιζε από τον τρόπο παραγωγής πριν φτάσει στη διανομή. Ή από μια στρατηγική αναδιανομής που θα εστίαζε στους πραγματικά πιο αδύναμους και αποκλεισμένους.
Επιχειρηματικότητα: αν οι επιχειρήσεις μπορούν να βγάλουν ψηλά κέρδη από τις κρατικές εργολαβίες ή από άλλα προνόμια, επενδύουν πιο πολύ στο να αποκτήσουν τα προνόμια παρά στο να γίνουν ανταγωνιστικές σε μια ανοιχτή αγορά. Με το καιρό αυτό στρεβλώνει όλη τη στρατηγική τους – ο καλός πωλητής είναι αυτός που καλλιεργεί σχέσεις στο Δημόσιο, ο καλός μηχανικός είναι αυτός που ξεχειλώνει το έργο για να κοστίσει περισσότερο, κτλ. Σπάνια μια επιχείρηση κρατικοδίαιτη είναι και ανταγωνιστική. Τα παραδείγματα αρχίζουν από τους εθνικούς προμηθευτές και φτάνουν στις εταιρειούλες πληροφορικής της δεκαετίας του 1990, όπου ευφυέστατοι τεχνικοί έφαγαν τα νιάτα τους σε άκαρπη «έρευνα και ανάπτυξη» για ευρωπαϊκά προγράμματα.
Μετρήσεις και προϋπολογισμοί: ο ραντιέρης δεν έχει ανάγκη να μετρήσει τον κόσμο, ο παραγωγός έχει. Ο ραντιέρης θα παζαρέψει. Ο παραγωγός θα σχεδιάσει τις εισροές και τις εκροές του, θα προσπαθήσει να μεγιστοποιήσει το περιθώριο ανάμεσα στις δύο. Ό,τι κάνει ο ραντιέρης κάνει και το κράτος της προσοδοκρατίας. Παζαρεύει συνεχώς με διάφορες ομάδες (αδιόριστους για διορισμούς, αγρότες για παροχές, επιχειρηματίες για έργα), στις οποίες πάντα δίνει κάτι παραπάνω από εκεί που ξεκίνησε. Δεν δεσμεύεται από ένα απόλυτο όριο δαπανών ή φοροαπαλλαγών. Καταλήγει σχεδόν πάντα με έλλειμμα, χωρίς να το έχει προγραμματίσει. Αλλά και πέρα από τα δημοσιονομικά, η κοινωνία δεν ζητά μετρήσεις: ούτε για τους ρύπους, ούτε την ποιότητα των νοσοκομείων, ούτε για την επίδραση της αστυνόμευσης στην εγκληματικότητα. Δεν υπάρχει καμιά πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες να μετρήσουν και να αξιολογήσουν. Κάπως έτσι καταλήγουμε στα Greek statistics – πολύ πριν τη σκόπιμη παραποίηση των αριθμών.
ΚΑΙΡΟΣΚΟΠΟΙ
Ίσως να είμαστε το ίδιο εργατικοί με τους Δυτικούς όταν έχουμε τις ίδιες επιλογές με αυτούς. Είμαστε όμως λιγότερο συνεργατικοί.
Στη θεωρία παιγνίων καιροσκόπος (ή οπορτουνιστής) είναι αυτός που αρπάζει την ευκαιρία να βγάλει ένα καλό κέρδος σήμερα, ακόμα και αν αυτό δυσχεράνει τη θέση του αύριο. Συνήθως, είναι αυτός που παραβαίνει έναν κανόνα ή χαλάει μια συνεργασία για να κάνει την αρπαχτή.
Ο ταβερνιάρης στην Πλάκα που σερβίρει σαβούρα στους τουρίστες αυτό κάνει: παραβαίνει την άτυπη σύμβαση του εστιάτορα με τον πελάτη, για να βγάλει καλό κέρδος στη μερίδα, με κίνδυνο ο πελάτης να μην ξαναέρθει. Πράττει απόλυτα ορθολογικά, γιατί ο τουρίστας είναι περαστικός και δεν θα ξαναερχόταν έτσι κι αλλιώς. Αυτό χαλάει τη γενική εικόνα της Αθήνας, αλλά δεν τον ενδιαφέρει, γιατί η εικόνα διαμορφώνεται από όλες τις ταβέρνες μαζί, όχι από τη δική του.
Στον αντίποδα της καιροσκοπίας είναι η συμμόρφωση ή η συνεργασία. Η επιχείρηση που επενδύει στην ποιότητα, ο εργολάβος που αποθέτει τα μπάζα στη μακρινή επίσημη χωματερή αντί για το διπλανό χωράφι, ο συνεργάτης που δουλεύει σκληρά αντί να λουφάρει σε βάρος της ομάδας, ο επαγγελματίας που δεν φοροδιαφεύγει είναι στη γλώσσα της θεωρίας παιγνίων συνεργάσιμος (cooperator).
Οι ρίζες της συνεργασίας
Οι Έλληνες φέρονται πιο καιροσκοπικά από τους Σουηδούς ή και τους Γάλλους. Η διαφορετική συμπεριφορά δεν έχει μια μόνο αιτία. Υπάρχει πολιτισμική διαφορά νοοτροπίας. Παράλληλα η δομή των κινήτρων και των κυρώσεων συγκριτικά ευνοεί την αρπαχτή. Τα δύο επίπεδα (νοοτροπία – δομή) αλληλεπιδρούν μέσα από την ανοχή (δεν σε καταγγέλλω που φοροδιαφεύγεις) και τη δυσπιστία (σε ρίχνω, γιατί φοβάμαι ότι θα με ρίξεις).
Πού οφείλεται η πολιτισμική διαφορά στην έφεση για συνεργασία, και πόσο βαθιά είναι; Σε τέτοια ερωτήματα η συστηματική έρευνα και θεωρία διεθνώς τώρα ξεκινάει, ουσιαστικά τα τελευταία είκοσι χρόνια. Για την Ελλάδα η πιο ενδιαφέρουσα αφήγηση είναι του Στέλιου Ράμφου, για την «άπρακτη εξατομίκευση». Η ανθρωπολογία του προσώπου διαμορφώθηκε διαφορετικά σε εμάς από ό,τι στη Δύση. Εκεί «σκοπός του ατόμου είναι η εντός του ανακεφαλαίωση, ει δυνατόν, της συνολικής κοινωνικής και πνευματικής εξελίξεως – η εν ευαισθησία καθολικότης του ως ανθρώπου»9. Ο δυτικός άνθρωπος έχει εσωτερικεύσει τους κανόνες της κοινωνίας – τους έχει εξατομικεύσει. Στους Έλληνες, όταν διασπάστηκαν οι συλλογικές δομές του μεσαίωνα, μείναμε στον ατομισμό χωρίς την εξατομίκευση.
Συναφής αλλά διακριτός παράγοντας ήταν η εξέλιξη των πολιτικών θεσμών και των οικονομικών ιεραρχιών. Στη Δύση η φεουδαρχία, η μοναρχία και η Καθολική Εκκλησία με την αλληλεπίδρασή τους δημιούργησαν το απολυταρχικό κράτος που είχε την ευθύνη να καθοδηγεί την κοινωνία. Το κράτος αυτό το κληρονόμησε η αστική τάξη και ενίσχυσε τον καθοδηγητικό του ρόλο10. Παράλληλα, στη βιομηχανική επανάσταση αναπτύχθηκαν οι μεγάλες επιχειρήσεις-ιεραρχίες που έδιναν σταθερούς ρόλους σε εργάτες και υπαλλήλους. Αυτά δεν έγιναν στην Ελλάδα, που αποτίναξε το οθωμανικό κράτος, δεν το μετεξέλιξε, και που αντιστάθηκε στις οικονομικές ιεραρχίες.
Με άλλα λόγια, οι αναπτυγμένες δυτικές οικονομίες δεν στηρίχτηκαν μόνο στην ελεύθερη αγορά και στα ατομικά κίνητρα. Στηρίχτηκαν σε ιεραρχικούς οργανισμούς (κάθετους κανόνες) και σε στρατηγικές συνεργασίας (οριζόντιους κανόνες). Ο πετυχημένος και ιδεολογικά ηγεμονικός καπιταλισμός είναι ελεύθερη αγορά ενσωματωμένη σε κοινωνία κανόνων και ευθύνης. Αλλιώς είναι ή ζούγκλα ή μικρομάγαζα. Εμείς δεν έχουμε αποδεχθεί ούτε τους κάθετους κανόνες ούτε τους οριζόντιους – ούτε πειθαρχούντες ούτε πειθαρχημένοι. Αν έχουμε αποφύγει τη ζούγκλα είναι γιατί έχουμε κρατήσει τα μικρομάγαζα.
Οι θεσμοί των καιροσκόπων
Η καιροσκοπική νοοτροπία εξηγεί γιατί αποτυχαίνουν οι συνεταιρισμοί και πετυχαίνουν οι συντεχνίες. Ο συνεταιρισμός διαχειρίζεται ένα συλλογικό αγαθό – για παράδειγμα, ένα συσκευαστήριο για τα αγροτικά προϊόντα των μελών του ή μια κρατική επιχορήγηση που δίνεται για να γίνει το συσκευαστήριο. Χωρίς αμοιβαία εμπιστοσύνη και συμμόρφωση στους κανόνες τα μέλη κοιτάνε πώς θα κερδίσουν ο καθένας ρίχνοντας τη ζημιά στο συλλογικό αγαθό. Θα στείλουν στο συσκευαστήριο τη δεύτερη ποιότητα, αλλά το καλό θα το πουλήσουν ιδιωτικά – ή θα φάνε την επιχορήγηση χωρίς να επενδύσουν, γιατί δεν εμπιστεύονται ο ένας τον άλλο για συνεταίρο.
Η συντεχνία δεν έχει συλλογικό αγαθό, έχει συλλογική διεκδίκηση. Τα μέλη αναγνωρίζουν το κοινό συμφέρον στην κοινή επαγγελματική ταμπέλα, και διεκδικούν προνόμια κοινά μεν, αλλά που θα τα καρπωθούν ιδιωτικά. Είναι μια συνεργασία με χαμηλή επένδυση και ρίσκο, όπως αρμόζει σε σύνολα με χαλαρούς δεσμούς συνεργασίας.
Σε αυτό το πλαίσιο αναπτύξαμε μερικούς αξιοθαύμαστους οικονομικούς θεσμούς, που όμως ξενίζουν τους δυτικής παιδείας τεχνοκράτες. Οι μεταχρονολογημένες επιταγές, με το νομικό πλαίσιο που τις διέπει, ενισχύουν την εμπιστοσύνη ανάμεσα στους συναλλασσόμενους γιατί επιφέρουν άμεση κύρωση στον εκδότη της ακάλυπτης επιταγής χωρίς να παρεμβάλλεται η γραφειοκρατία μιας τράπεζας. Ο καθένας αναλαμβάνει την ευθύνη για τον αντισυμβαλλόμενο που επιλέγει. Το πρόσωπο, η φήμη, μετράει ιδιαίτερα. Είναι εντυπωσιακό ότι κανένας αποδέκτης μεταχρονολογημένης επιταγής δεν την εμφανίζει πρόωρα για πληρωμή, ενώ νομικά το δικαιούται. Αν το κάνει, η αγορά θα τον αποβάλει. Αυτόν τον θεσμό της ίσος-προς-ίσον χρηματοδότησης, με την ατομική και ονομαστική ευθύνη, θα πρέπει να τον διαφυλάξουμε, και όχι να θέλουμε να τον καταργήσουμε. Η ιεραρχική χρηματοδότηση των τραπεζών περιθωριοποιεί τη ατομική ευθύνη και ενισχύει τον καιροσκοπισμό.
Το μέλλον της συνεργασίας
Ο καιροσκόπος δεν είναι φύσει απατεώνας. Είναι «ορθολογικά εγωιστής». Θα συμμορφωθεί στους κανόνες όταν τον συμφέρει. Αν βρεθεί σε περιβάλλον όπου πλειοψηφούν οι συνεργάσιμοι και υπάρχουν κυρώσεις στην καιροσκοπία, τότε μετατρέπεται σε συνεργάσιμο11. Το πρόβλημα εδώ είναι ο φαύλος κύκλος. Αν το σύνολο ξεκινάει με πλειονότητα καιροσκόπων, πολύ δύσκολα θα συγκλίνει σε ένα καθεστώς συνεργασίας. Για αυτό μετράει τόσο πολύ η ιστορική κληρονομιά.
Στη Δύση η κληρονομιά ήταν υπέρ της συνεργασίας. Υπάρχουν όμως φόβοι ότι τις τελευταίες δεκαετίες φθείρονται οι θεσμοί και διογκώνεται ο ατομισμός. Οι αιτίες που αναφέρονται είναι πολλές, από τη διάβρωση της οικογένειας, τον καταναλωτισμό και τα ατομικά δικαιώματα μέχρι τον οικονομικό φιλελευθερισμό, την εισοδηματική ανισότητα και τις προσόδους. Μήπως εκεί που τείνουν οι Δυτικοί είμαστε ήδη εμείς; Μήπως είμαστε εικόνα από το δυστοπικό τους μέλλον;
Μια αντίρροπη τάση έρχεται από την τεχνολογία. Οι πλατφόρμες ενημέρωσης και συνεργασίας που καθιστούν διάφανη τη συνεισφορά του καθενός και άχρηστη την ιεραρχία επιτρέπουν για πρώτη φορά στην ιστορία να δημιουργούνται συλλογικά προϊόντα με καταμερισμό ατομικής ευθύνης. Δίνουν ένα πλαίσιο συνεργασίας για καιροσκόπους· π.χ. δίνουν τη δυνατότητα σε κάθε μοναχικό προγραμματιστή να πουλήσει υπηρεσίες σε όλο τον κόσμο. Παράλληλα δίνουν μεγάλη δύναμη στην εθελοντική προσφορά του ελεύθερου χρόνου (λ.χ. Wikipedia) και επιτρέπουν τη συντήρηση μερικών συλλογικών αγαθών χωρίς μεγάλες προσωπικές θυσίες. Μήπως ο ελληνικός ατομισμός βρει τώρα μια δημιουργική θέση στην παγκόσμια οικονομία;
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑ
Κλείνω με λίγα προλεγόμενα σε μια μεγάλη συζήτηση.
Η πολιτική ανάπτυξης θα πετύχει μόνο αν εστιάσει στις οικογενειακές στρατηγικές, στις μικροεπιχειρήσεις, στην προσοδοκρατία και στον καιροσκοπισμό – είτε για να αξιοποιήσει μερικά στοιχεία τους, είτε για να τα αλλάξει.
Ένα νέο ελληνικό αναπτυξιακό μοντέλο δεν θα μοιάζει με τα πετυχημένα διεθνώς. Ξεκινάει από άλλες βάσεις, και θα έχει άλλη τροχιά. Ας αποδεχθούμε την ιδιομορφία.
Η κοινωνία έχει αναπτύξει ανεπίσημους θεσμούς ευρείας αποδοχής. Τα φροντιστήρια, για παράδειγμα, που δεν κλείνουν ποτέ όταν γίνονται καταλήψεις στα σχολεία. Ή τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Ας σκεφτούμε πώς θα τους αξιοποιήσουμε.
Δεν έχουμε μεγάλες επιχειρήσεις στα διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά. Θα ενισχύσουμε τη συγκέντρωση του κεφαλαίου εκεί, και με ποιο τρόπο; Να ένα ερώτημα-αγκάθι για όλο το ιδεολογικό φάσμα. Και αν ναι, πώς θα αποτρέψουμε την προσοδοθηρία και τον καιροσκοπισμό που εισχωρούν σε όλες τις μεγάλης κλίμακας προσπάθειες στη χώρα μας;
Οι μικρές μονάδες θα είναι πάντα κρίσιμες σε εμάς. Χρειάζεται να γίνουν εξωστρεφείς, ανταγωνιστικές, να καινοτομούν, να συντονίζονται, να μην επιβαρύνονται από τη δημόσια διοίκηση. Όλα τα συστήματα του Δημοσίου, εκπαιδευτικό, φορολογικό, ασφαλιστικό, έρευνα, υποδομές, πρέπει να υποστηρίξουν αυτούς τους στόχους. Το αναπτυξιακό λογοπλαίσιο να διαμορφωθεί πάνω στη μικρή κλίμακα.
Ο καθείς και τα όπλα του.
- Ευχαριστώ τους Σ. Γεωργανά, Γ. Πάνζαρη και Μ. Φραγκιά για τις παρατηρήσεις τους. [↩]
- Παλιότερα, από αριστερή οπτική, οι Κ. Τσουκαλάς, Κ. Βεργόπουλος, Ν. Μουζέλης, Μ. Παπαγιαννάκης. Πιο πρόσφατα, από εκσυγχρονιστική φιλελεύθερη οπτική, οι Χ. Τσούκας, Γ. Παγουλάτος, Θ. Πελαγίδης και Μ. Μητσόπουλος. [↩]
- Douglass C. North, Institutions, Institutional Change and Economic Performance, Cambridge University Press, 1990· David S. Landes, The Wealth and Poverty of Nations: Why Some Are So Rich and Some So Poor, W. W. Norton & Company 1999· Lawrence E. Harrison & Samuel P. Huntington (ed.), Culture Matters: How Values Shape Human Progress, Basic Books 2001· Peter A. Hall, David Soskice (ed.), Varieties of Capitalism: The Institutional Foundations of Comparative Advantage, Oxford University Press 2001· Bruno Amable, The Diversity of Modern Capitalism, Oxford University Press 2004. [↩]
- Manfred Schmiemann, Enterprises by Size Class, Eurostat (2008). Στοιχεία έτους 2005. [↩]
- Ενώ στους διεθνώς εμπορεύσιμους κλάδους κυριαρχεί η οικονομία του φραπέ,, που τη λοιδορεί όλη η τεχνοκρατία και η γραφειοκρατία, αλλά που αυτή ελπίζουμε ότι θα στηρίξει το εξωτερικό ισοζύγιο· βλ. «Εσωτερική υποτίμηση» στο ιστολόγιο [↩]
- Ο όρος είναι του Γ. Β. Δερτιλή· βλ. Ιστορία του ελληνικού κράτους 1830-1920, Bιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2004, Τ.1 σελ. 70 [↩]
- Για μια γλαφυρή αφήγηση βλ. Ευάγγελος Κοροβίνης, Η νεοελληνική φαυλοκρατία, Αρμός, Αθήνα 2007. [↩]
- Ernesto Laclau, On Populist Reason, Verso 2005. [↩]
- Στέλιος Ράμφος, Ο καημός του ενός. Κεφάλαια της ψυχικής ιστορίας των Ελλήνων, Αρμός, Αθήνα 2000, σ. 14. [↩]
- Gianfranco Poggi, The Development of the Modern State. A Sociological Introduction, Stanford University Press, 1978, κεφ. 4. [↩]
- Elinor Ostrom, Collective Action and the Evolution of Social Norms, Journal of Economic Perspectives, Vol. 14, No 3, Summer 2000. [↩]
Του Κώστα Σημίτη, από την “Καθημερινή”
Διάφοροι πολιτικοί και εμπειρογνώμονες μάς διαβεβαιώνουν ότι έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη δεν είναι δυνατή, διότι δεν προβλέπεται από τις Συνθήκες η αποχώρηση χώρας ή η αποπομπή της. Μας καθησυχάζουν, λοιπόν, λέγοντας: μη φοβάστε, δεν συμφέρει την Ενωση να αποχωρήσουμε, δεν θα εμμείνουν στις απαιτήσεις τους, γιατί αλλιώς θα καταστραφούν και οι ίδιοι. Αλλοι ισχυρίζονται ότι «καμιά από τις ισχυρές χώρες της Ευρώπης δεν επιθυμεί την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ, κάτι που αποσαφηνίσθηκε από τις δηλώσεις Μέρκελ – Σαρκοζί». Εχουμε άρα ελευθερία κινήσεων. Υπάρχουν επίσης εκείνοι που πιστεύουν ότι η Ευρωζώνη έτσι κι αλλιώς θα καταρρεύσει. Δεν χρειάζεται λοιπόν να ακολουθούμε περιορισμούς. Το κλίμα ότι έχουμε πολύ μεγαλύτερα περιθώρια πρωτοβουλιών, απ’ ό,τι αρχικά πιστεύαμε, οδήγησε σε εφησυχασμό. Επιβεβλημένα μέτρα με πολιτικό κόστος αναβλήθηκαν ή τροποποιήθηκαν. Οταν δεν καταβλήθηκε η έκτη δόση του δανείου στα μέσα Σεπτεμβρίου, διαπιστώσαμε έκπληκτοι ότι οι εταίροι μας έχουν αρκετά διαφορετικές απόψεις από μας σε σχέση με το τι πρέπει να γίνει. Οι κρίσεις δεν αντιμετωπίζονται ούτε με αβάσιμες ελπίδες ούτε με φαντασιώσεις. Η γνώση της πραγματικότητας είναι προϋπόθεση της αντιμετώπισής τους.
Στις Συνθήκες πράγματι δεν προβλέπονται ρήτρες αποπομπής μιας χώρας από την ΟΝΕ. Αλλά μόνον όσοι εθελοτυφλούν μπορούν να πιστεύουν ότι κατόπιν τούτου δεν διατρέχει κίνδυνο η Ελλάδα. Η πραγματικότητα της λειτουργίας της Ενωσης καθορίζει το πλαίσιο για την παραμονή ή την έξοδο μιας χώρας. Γι’ αυτό και είναι σημαντικό να προβλέπουμε και να μην εφησυχάζουμε. Οι όποιες διαβεβαιώσεις ηγετών της Ενωσης είναι δεσμευτικές στο μέτρο, που η Ελλάδα τηρεί τις υποχρεώσεις της. Αν δεν ανταποκρίνεται στα συμφωνηθέντα -όπως ισχυρίζονται ότι συμβαίνει- δεν ισχύουν.
Η συμφωνία του Ιουλίου 2011 εξασφάλισε στην Ελλάδα πρόσθετη χρηματοδότηση και μερική αναδιάρθρωση του χρέους της, ώστε να διευκολύνει την επάνοδο της χώρας στις αγορές το 2014. Η συμφωνία αυτή υποδηλώνει το σχέδιο που επιδιώκει να εφαρμόσει ο ηγετικός πυρήνας της Ενωσης. Επιθυμεί, κατά την αρχή λειτουργίας του Νέου Μόνιμου Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) το 2013 ή και ακόμη γρηγορότερα, να δώσει την οριστική λύση του προβλήματος των υπερχρεωμένων χωρών με βάση τις καταστατικές διατάξεις του Μηχανισμού. Σύμφωνα μ’ αυτές, όποια κράτη έχουν βιώσιμο χρέος, όποια δηλαδή έχουν τη δυνατότητα να αντλήσουν κεφάλαια από τις αγορές, θα συνεχίσουν να υποστηρίζονται. Τα άλλα, των οποίων το χρέος δεν είναι βιώσιμο, θα πρέπει να τα βγάλουν πέρα μόνα τους. Νέα χρηματοδότηση δεν θα δοθεί παρά μόνο για εξαιρετικά περιορισμένο χρόνο. Οσες χώρες δεν θα μπορέσουν να ξεπεράσουν τις δυσκολίες τους, θα ενταχθούν σε μια διαδικασία ελεγχόμενης χρεοκοπίας. Στόχος θα είναι να περιορισθούν οι αρνητικές επιπτώσεις στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα.
«Οικειοθελής αναστολή»
Ελεγχόμενη χρεοκοπία σημαίνει ελεγχόμενη συμπεριφορά των δανειστών, συμφωνία μεταξύ των δανειστών και της οφειλέτριας χώρας για την αναδιάρθρωση του χρέους, δηλαδή παράταση του χρόνου εξόφλησης, περιορισμός (κούρεμα) των απαιτήσεων των τραπεζών, ρυθμίσεις που εγγυώνται την εξόφληση, όπως εκχώρηση των χρημάτων των κοινοτικών προγραμμάτων στις τράπεζες, νέοι κανόνες για το καταβλητέο επιτόκιο. Η ελεγχόμενη χρεοκοπία συνεπάγεται την οικειοθελή «αναστολή» της συμμετοχής της χώρας που χρεοκοπεί στην Ευρωζώνη. Η παραμονή της θα σήμαινε συνέχιση των κλυδωνισμών που προκαλεί η αδυναμία της στην αξία του ευρώ. Το ευρώ θα έχανε αμέσως αξία απέναντι στο δολάριο ή τη λίρα με αποτέλεσμα τη φυγή των επενδυτών προς άλλα νομίσματα. Η Ευρωζώνη θα εγκατέλειπε τη φιλοδοξία να είναι μια από τις πιο ισχυρές και ανταγωνιστικές οικονομίες. Η Γερμανία, η Γαλλία αλλά και άλλες χώρες δεν είναι διατεθειμένες να υποστούν μια τέτοια εξέλιξη. Θα αντιδράσουν σκληρά σε όσους δανείστηκαν τεράστια ποσά χωρίς να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους.
Η «οικειοθελής αναστολή» είναι άλλωστε το λογικό επακόλουθο ενός συστήματος, όπου όλοι είναι υποχρεωμένοι να τηρούν ορισμένους κανόνες για να λειτουργήσει. Αν κάποιος αρνείται να τους εφαρμόσει και κάνει του κεφαλιού του, το σύστημα ή θα τον αποπέμψει ή θα αυτοαναιρεθεί. Αυτοαναίρεση της Ευρωζώνης λόγω μιας μικρής περιφερειακής χώρας δεν πρόκειται να συμβεί. Τα άλλα κράτη έχουν επενδύσει τεράστιους πόρους και προσπάθεια στην ΟΝΕ, ώστε να αποδεχθούν μοιρολατρικά την αδιαφορία ενός μέλους για τις κοινές ρυθμίσεις.
Οι διαπιστώσεις αυτές απαντούν με σαφήνεια στον ισχυρισμό ότι δεν επιτρέπεται «νομικά» η αποχώρησή μας από το ευρώ. Οι νομικοί κανόνες για την έξοδό μας έχουν ήδη ουσιαστικά καθοριστεί. Το αργότερο το 2014 λοιπόν θα κριθεί το μέλλον της Ελλάδας στην Ευρωζώνη. Ο χρόνος που μας μένει για να αποφύγουμε την έξωση είναι το πολύ τρία περίπου χρόνια και με την προϋπόθεση ότι δεν θα συμβεί στο μεταξύ κάποιο ατύχημα. Ας σημειωθεί εδώ, ότι στην Ευρωζώνη άρχισαν να κυκλοφορούν σενάρια επιτάχυνσης των διαδικασιών. Επιδιώκεται να λειτουργήσει ο Μηχανισμός αντί το δεύτερο εξάμηνο του 2013 ήδη από το πρώτο εξάμηνο του 2012. Ο διαθέσιμος χρόνος για την ανατροπή της αρνητικής μας πορείας θα είναι ελάχιστος σ’ αυτή την περίπτωση.
Η αναστολή της συμμετοχής μας στην Ευρωζώνη θα σημάνει πιθανότατα επάνοδο στη δραχμή. Η ισοτιμία της νέας δραχμής προς το ευρώ θα είναι πολύ κατώτερη εκείνης με την οποία πραγματοποιήθηκε η είσοδος στην Ευρωζώνη (1 ευρώ=340 δρχ.) Ενα ευρώ θα αντιστοιχεί σε εξακόσιες δραχμές ή και πολύ παραπάνω. Η οριστική τιμή της δραχμής θα καθορισθεί τελικά από τις αγορές ύστερα από αλλεπάλληλες υποτιμήσεις. Οι Ελληνες θα χάσουμε ένα μεγάλο ποσοστό της αξίας των χρημάτων μας, οι μισθωτοί ένα μεγάλο τμήμα της αγοραστικής τους δύναμης. Οι τιμές των εισαγόμενων ειδών θα αυξηθούν κατά το ύψος της υποτίμησης. Πολλά εγχώρια αγαθά θα ακολουθήσουν και αυτά την αλματώδη άνοδο των τιμών μια που οι περισσότερες πρώτες ύλες προέρχονται από το εξωτερικό. Η ανάκαμψη θα είναι εντελώς αβέβαιη για πολύ καιρό γιατί οι μοχλοί ανάπτυξης που είναι ήδη ασθενείς θα παραμείνουν περιορισμένοι.
Η ελεγχόμενη χρεοκοπία, έξωση, θα πραγματοποιηθεί, ίσως με υποσχέσεις για σύντομη επάνοδο στο ευρώ. Παρ’ όλα αυτά θα είναι πιθανότατα εξίσου δραματική με τη μη ελεγχόμενη. Για την κυκλοφορία του ευρώ στην Ελλάδα είχαν γίνει προετοιμασίες ενός έτους. Για την επανακυκλοφορία της δραχμής δεν θα μπορεί να γίνει ούτε μιας μέρας προπαρασκευαστική δουλειά. Μόλις μαθευτεί ότι είναι σε εξέλιξη η εγκατάλειψη του ευρώ θα κυριαρχήσει πανικός στην αγορά. Τράπεζες και καταθέτες θα προσπαθήσουν να εξασφαλίσουν αμέσως όσο το δυνατό περισσότερα ευρώ για να τα στείλουν στο εξωτερικό ή να αποθηκεύσουν.
Ο βέβαιος πανικός δεν θα είναι η μόνη δυσκολία στην αλλαγή του νομίσματος. Το τραπεζικό μας σύστημα έχει προσανατολιστεί στο ευρώ, όσον αφορά τη διαχείρισή του, λογισμικό, υπολογιστές, εκπαίδευση. Η αλλαγή του ώστε να εργασθεί με το νέο νόμισμα απαιτεί τεράστιο κόστος και αρκετό χρόνο. Κερδοσκοπία, απάτες, αβεβαιότητα θα κυριαρχήσουν. Τα χρέη μας προς το εξωτερικό, που θα πρέπει να αποπληρωθούν σε ευρώ, αυτομάτως θα αυξηθούν κατά το ποσοστό της υποτίμησης. Ελληνικές επιχειρήσεις που συναλλάσσονταν με το εξωτερικό θα βρεθούν ίσως σε μια νύχτα με διπλάσια χρέη. Το δημόσιο χρέος θα φτάσει δυσθεώρητα ύψη. Οποια και αν είναι η έκταση της αναδιάρθρωσής του, η εξόφλησή του θα παραμένει προβληματική. Το 1996, η Ελλάδα αποπλήρωνε ακόμη οφειλές που προέκυψαν πριν από το 1900. Τα εγγόνια μας θα εξοφλούν και αυτά πιθανότατα δάνεια, που θα έχουν συμφωνηθεί δεκαετίες πριν γεννηθούν. Θα πραγματοποιηθεί ανακατανομή του εισοδήματος και πλούτου χωρίς κανόνες και ηθική δικαιολόγηση. Η κοινωνική αναταραχή θα είναι έντονη, η οργή ανάλογη της χωρίς προηγούμενο φτώχειας και ανεργίας.
Θα υπάρξουν δισταγμοί, αναστολές, προσπάθειες της τελευταίας στιγμής για να αποτραπεί από την ίδια την Ευρωζώνη ο εξοστρακισμός μιας χώρας-μέλους με καταστροφικές συνέπειες για την οικονομία της. Δεν θα εφαρμοστεί όμως η ίδια συνταγή διάσωσης που ίσχυσε μέχρι τώρα: νέα δάνεια, νέες υποσχέσεις της Ελλάδος, νέες εγγυήσεις, νέα παρακολούθηση εκ μέρους της τρόικας. Το τελευταίο βήμα θα είναι ο αναγκαστικός διαχειριστής, ο σύνδικος της πτώχευσης. Θα παίρνει αυτός τις αποφάσεις που μας αφορούν, θα ορίζει ποια χρήματα θα περιέρχονται στους δανειστές και ποια στη χώρα, θα καθορίζει διαδικασίες ώστε να ολοκληρωθεί η ύστατη προσπάθεια με το λιγότερο δυνατό κόστος για όλους.
Ορισμένα σενάρια
Υπάρχουν βέβαια και άλλες πιθανές εξελίξεις. Εξαρτώνται σημαντικά από την πορεία της ευρωπαϊκής και της διεθνούς οικονομίας, τους περιορισμούς που επιβάλλει ή τις ευχέρειες που παρέχει. Κριτήρια της κάθε λύσης είναι κυρίως το κόστος της για τα κράτη της Ευρωζώνης, οι ζημιές για τις τράπεζές τους, οι δυνατότητες ανακεφαλαίωσης των τραπεζών. Ορισμένη λύση μπορεί να ενδείκνυται για συγκεκριμένη στιγμή, αλλά να είναι απρόσφορη σε άλλη συγκυρία. Ας δούμε ορισμένα σενάρια.
Εστω ότι οι Ευρωπαίοι εταίροι μας και το ΔΝΤ αρνηθούν να πληρώσουν δύο ή τρεις συνεχόμενες δόσεις, διότι δεν εκτελούμε ανειλημμένες υποχρεώσεις. Τι θα συμβεί; Το Δημόσιο θα προσφύγει στις διεθνείς αγορές για να εξασφαλίσει χρηματοδότηση. Δεν θα μπορέσει όμως να δανεισθεί γιατί οι ξένες τράπεζες θα ζητούν επιτόκια ανώτερα του 40%. Δεν θα έχει επομένως χρήματα ούτε για να εξοφλήσει τα ληξιπρόθεσμα δάνεια ούτε για να καλύψει τις τρέχουσες ανάγκες του. Η συνέχεια θα εξαρτηθεί από τη στάση που θα ακολουθήσει η Ευρωζώνη. Θα έχει διάφορες δυνατότητες. Αν θέλει να μην προκληθεί αναταραχή από μια χρεοκοπία χώρας-μέλους, αλλά και ταυτόχρονα να φανεί συνεπής η ίδια στην τήρηση των όρων που θέτει, θα προχωρήσει προς την τελική εκκαθάριση του θέματος δίνοντας μια τελευταία ευκαιρία στην Ελλάδα. Θα αποφασίσει την εκτεταμένη αναδιάρθρωση του χρέους δηλαδή, τον δραστικό περιορισμό του ελληνικού χρέους κατά ποσοστό πολύ μεγαλύτερο εκείνου του 21% που προέβλεπε η συμφωνία του Ιουλίου. Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) θα δώσει στους κατόχους ελληνικών ομολόγων νέα ομόλογα των οποίων η τιμή θα ανταποκρίνεται στην κατά πολύ κατώτερη της ονομαστικής πραγματικής τους αξία. Την αποπληρωμή τους θα εγγυάται όμως το ίδιο. Υποχρέωση της Ελλάδος θα είναι να καταστήσει, υπό την αυστηρή εποπτεία του EFSF, το χρέος της βιώσιμο μέχρι την οριστική κρίση του 2013/2014. Η εποπτεία θα συνεχισθεί, αν κριθεί το χρέος βιώσιμο, για αρκετά χρόνια για να εξασφαλισθεί η δυνατότητα εξόφλησής του. Οι τράπεζες θα υποστούν πλήγμα από την αναδιάρθρωση γιατί θα χαθεί ένα μεγάλο τμήμα της αξίας των ομολόγων που κατέχουν. Θα έχουν όμως ήδη ανακεφαλαιωθεί ή θα χρηματοδοτηθούν από το EFSF, για να καλύψουν μέρος της ζημιάς τους. Το μεγάλο όφελος της Ευρωζώνης θα είναι ο τερματισμός της ανασφάλειας, η αποτελεσματική περιχαράκωση του κινδύνου.
Πιθανό είναι επίσης η Ευρωζώνη να αποφασίσει να πληρώνει εφεξής τις δόσεις, όχι στην Ελλάδα απευθείας αλλά στις τράπεζες που μας δάνεισαν ώστε να εξοφλούνται τα χρέη μας. Στην περίπτωση αυτή δεν θα υπάρξει άμεση και μόνιμη στάση πληρωμών αφού τα χρέη θα εξυπηρετούνται κανονικά. Με τη μέθοδο αυτή θα επιτευχθεί η απαλλαγή των τραπεζών της Ευρωπαϊκής Ενωσης από το τοξικό ελληνικό χρέος και η ανάληψή του από τα κράτη-μέλη. Ο κίνδυνος ότι η ελληνική χρεοκοπία θα προκαλέσει κλυδωνισμούς στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα θα έχει ελεγχθεί.
Aναταραχή στο εσωτερικό
Η λύση αυτή δεν θα αποφύγει την αναταραχή στο εσωτερικό της χώρας. Το ελληνικό Δημόσιο πιθανόν να μην έχει επαρκή χρήματα να πληρώσει μισθούς, συντάξεις και άλλες υποχρεώσεις του για να δουλέψει η κρατική μηχανή. Για να αντιμετωπίσει την έκτακτη αυτή κατάσταση πιθανόν να πληρώνει με πιστοποιήσεις οφειλής (ομόλογα) τους υπαλλήλους, οι δημόσιες επιχειρήσεις τους εργαζομένους, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις τους προμηθευτές τους. Πιθανόν να υπάρξει τότε επέμβαση εκ μέρους είτε του προσωρινού μηχανισμού (EFSF) είτε της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τη χρηματοδότηση των τραπεζών και εμμέσως του ελληνικού Δημοσίου. Στόχος της θα είναι να οδηγηθεί ομαλά η Ελλάδα στην προβλεπόμενη από το Μόνιμο Μηχανισμό (ESM) διαδικασία που θα αποφασίσει οριστικά για τη μελλοντική εξέλιξη.
Εάν, τέλος, η Ευρωζώνη δεν συμφωνήσει σε παρέμβαση, όπως στις παραπάνω περιπτώσεις, και συνεχίσει να αρνείται την πληρωμή των δόσεων, η Ελλάδα θα κηρύξει στάση πληρωμών και θα διαπραγματευτεί τους όρους της χρεοκοπίας της. Θα είναι μια μη ελεγχόμενη χρεοκοπία. Οι δανειστές θα απαιτούν το σύνολο του οφειλόμενου ποσού χωρίς εκπτώσεις και αναβολές με κάθε δυνατό τρόπο. Η Ελλάδα θα αποκοπεί από τις διεθνείς συναλλαγές για πάρα πολύ χρόνο.
Την εικόνα των πιθανών εξελίξεων θα πρέπει να συμπληρώσει η διαπίστωση, ότι η Ελλάδα θα είναι συνεχώς εκτεθειμένη στον κίνδυνο ενός απρόβλεπτου ή τυχαίου γεγονότος. Μια νέα διεθνής ύφεση, μια νέα διεθνής τραπεζική κρίση, έντονες διαφορές μεταξύ των μελών της Ενωσης για την οικονομική διακυβέρνηση της Ευρωζώνης θα αυξήσουν το αίσθημα της ανασφάλειας και θα επηρεάσουν αρνητικά τη συμπαράσταση στα προβλήματά μας.
Το συμπέρασμα από την εξέταση των διαφόρων σεναρίων είναι ότι η ομαλή πορεία της χώρας προϋποθέτει την ομαλή καταβολή των δόσεων από τους δανειστές και την ανταπόκρισή μας στους όρους που μας έχουν τεθεί. Κάθε παρασπονδία μάς οδηγεί σε αυστηρότερη εποπτεία. Κάθε βελτίωση που πετυχαίνουμε αυξάνει τη διαπραγματευτική μας δύναμη. Η συνάντηση της κ. Μέρκελ με τον πρωθυπουργό την περασμένη Τρίτη το επιβεβαίωσε. «Εάν θέλετε να σας στηρίξουμε πάρετε όλα τα μέτρα», ήταν η επωδός της καγκελαρίου, φιλική αλλά αποφασιστική. Αποτελούν, τέλος, δονκιχωτισμούς οι απόψεις, ότι πρέπει να απεγκλωβιστούμε από τη συμπαράσταση της Ευρωζώνης, να μιμηθούμε το παράδειγμα της Αργεντινής «που τα πάει καλά», να «πούμε όχι» στους δανειστές μας, να επαναδιαπραγματευτούμε το σύνολο του προβλήματος με την Ευρωζώνη. Η έξοδος από την ΟΝΕ πρέπει να αποφευχθεί με κάθε τρόπο. Θα είναι καταστροφική.
Το ερώτημα, αν μπορούμε να αλλάξουμε τους καταπιεστικούς όρους, ώστε να περιορίσουμε τη δυστυχία που προκαλούν, έχει απαντηθεί μέχρι σήμερα από τις εξελίξεις. Τόσο η συμφωνία του Ιουλίου όσο και η άρνηση αποδοχής των ελληνικών θέσεων τον Σεπτέμβρη έδειξαν ότι κάθε διαπραγμάτευση χρειάζεται επιδόσεις που πείθουν και μελετημένα σχέδια. Αν αυτό δεν συμβαίνει, οδηγείται σε αδιέξοδο. Θα πρέπει με την κατάλληλη προετοιμασία να επιδιώξουμε μια συμφωνία, που μπορεί να εκπληρωθεί σε όφελος όλων, αλλά και της χώρας μας. Η ανάπτυξη να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη σημασία. Τα μέτρα να είναι δικαιότερα για τα χαμηλότερα εισοδήματα. Χρειάζεται μια διαφορετική προσέγγιση από εκείνη που ακολουθήσαμε μέχρι τώρα.
Δεν υπάρχουν γέφυρες;
Οι συνεχείς διασκέψεις πρωθυπουργών και υπουργών Οικονομικών δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αλλαγές πολιτικής. Στα Συμβούλια δεν υπάρχει χρόνος συζήτησης. Ολα έχουν σχεδόν λεπτομερειακά προετοιμαστεί. Για οτιδήποτε καινούργιο οι συμμετέχοντες κρατούν τα χαρτιά τους κλειστά. Κοινά σχέδια προκύπτουν όταν οι υψηλού επιπέδου κύριοι συνεργάτες των πολιτικά υπευθύνων συζητούν βάσει οδηγιών ελεύθερα, μακριά από κάμερες, χωρίς δηλώσεις, αλλά με εξονυχιστική διερεύνηση όλων των δυνατοτήτων. Βέβαια συζητούν συγκεκριμένα σχέδια και όχι αόριστες επιθυμίες ή πολιτικά ευχολόγια. Για να ενταχθεί η χώρα στην ΟΝΕ υπήρχε μια συνεχής προπαρασκευαστική άτυπη επαφή και ελεύθερη συζήτηση των συνεργατών και των υπουργών επί χρόνια. Σήμερα μοιάζει να μην υπάρχουν γέφυρες.
Γέφυρες υπάρχουν, όταν αναγνωρίζεις το πρόβλημα του συνομιλητή σου. Το θέμα που απασχολεί τις χώρες του Βορρά είναι ο ορατός κίνδυνος να τις παρασύρουν οι χώρες της περιφέρειας στην κρίση τους. Πρέπει να τις πείσουμε, ότι μας ενδιαφέρει να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά την κρίση. Είχαμε υποσχεθεί τον Φεβρουάριο του 2010 αποκρατικοποιήσεις. Δεν προχώρησαν ακόμη. Είχαμε προτείνει πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων ύψους 50 δισ. Δεν έχουμε καταφέρει να συμπληρώσουμε το ποσό του 1 δισ. Δεν αξιοποιήσαμε το ΕΣΠΑ. Η Ελλάδα έχει δημιουργήσει την πεποίθηση στους δανειστές της ότι δεν τηρεί τις υποσχέσεις της ελπίζοντας να βολευτούν τα πράγματα κατά τον ένα ή άλλο τρόπο χωρίς τομές. Χρειάζονται έκτακτες διαδικασίες και έκτακτη προσπάθεια. Εάν προωθούνται τα θέματα με τις συνηθισμένες γραφειοκρατικές μεθόδους το αποτέλεσμα θα παραμείνει μηδενικό. Μηδενική όμως θα είναι και η συμπαράσταση σε μας. Η προοπτική της ανάκαμψης θα παραμείνει ζωντανή αν δουλέψουμε με συνέπεια, σχέδιο και θέληση.
Είναι καιρός λοιπόν να σταματήσουν οι αυταπάτες για τις δυνατότητές μας, οι νομικισμοί, οι επικλήσεις των αρχών και αξιών της Ενωσης, για τις οποίες πρώτοι εμείς αδιαφορούμε. Δεν μας ταιριάζει το σύνδρομο της στρουθοκαμήλου που κρύβει το πρόσωπό της γιατί δεν αντέχει να βλέπει την πραγματικότητα. Ας δούμε με ειλικρίνεια και αυτογνωσία την κατάσταση. Μόνο έτσι θα διαμορφώσουμε τα μέσα να την αντιμετωπίσουμε.
Διαφοροποίηση των τρόπων εκδήλωσης στις βόρειες και νότιες χώρες της Ευρώπης.
Ο έμμεσος σχολικός εκφοβισμός σε βάρος μαθητών – θυμάτων, που στοχοποιούνται από τους συμμαθητές τους γιατί εμφανίζουν κάποιες ιδιαιτερότητες, είναι διαρκώς παρών και αποτελεί κανόνα της σχολικής ζωής, με σημαντικότερες και πιο επικίνδυνες συνέπειες, ακόμη και από τον άμεσο εκφοβισμό, που μπορεί να εκδηλωθεί μέσα από έναν καβγά ή ξυλοδαρμό. Χαρακτηρίζει δε περισσότερο την εικόνα συμπεριφοράς μαθητών στα σχολεία των χωρών του νότου της Ευρώπης και των Βαλκανίων, από ό,τι των βόρειο-δυτικών κοινωνιών, όπου ο άμεσος εκφοβισμός είναι συχνότερος και εντονότερος, καθώς δεν αποκλείεται να εκδηλώνεται και μέσα από συμμορίες.
Οι διαφορές αυτές οφείλονται στο γεγονός ότι οι κοινωνίες των χωρών του νότου και των Βαλκανίων, διατηρούν ακόμη την παραδοσιακή τους δομή και τις ισχυρές οικογενειακές σχέσεις, σε αντίθεση με τις βόρειες χώρες, όπου παρατηρείται διάρρηξη του οικογενειακού ιστού, απουσία των γονιών από το σπίτι και αποξένωση.
Την χρήση βίας και τις διαφορές συμπεριφοράς των μαθητών στο σχολικό περιβάλλον, επιχειρεί να καταγράψει και να συγκρίνει έρευνα που διενεργείται ταυτόχρονα σε 10 ευρωπαϊκά κράτη (Ελλάδα, Κύπρος, Σλοβενία, Ιταλία, Γαλλία, Βέλγιο, Ρουμανία, FYROM, Βουλγαρία, Γερμανία), από ακαδημαϊκά και εκπαιδευτικά ιδρύματα των χωρών, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος Daphne III. Στην Ελλάδα, φορείς υλοποίησης είναι το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και το πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, ενώ τα συνολικά αποτελέσματα, πρόκειται να παρουσιαστούν στο τέλος της χρονιάς στην Ιταλία.
Πάνω από το 90% των μαθητών υπήρξε θύμα ή θύτης εκφοβισμού
Το φαινόμενο της σχολικής βίας (εκφοβισμού, ο διεθνής όρος: bullying) έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις τα τελευταία χρόνια και στα ελληνικά σχολεία και υφίσταται από τα πρώτα χρόνια της σχολικής ζωής μέχρι τα τελευταία, διάστημα κατά το οποίο, το θύμα μπορεί να εμφανιστεί μεταγενέστερα και ως θύτης, κυρίως όταν νιώθει δυνατός και ασφαλής, όπως για παράδειγμα μέσω της ομαδοποίησης.
Την καταγραφή του φαινομένου για τα ελληνικά σχολεία, διερεύνησε το πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, μέσω ερωτηματολογίων και συνεντεύξεων κατά την περσινή σχολική χρονιά, σε 852 μαθητές (719 γηγενείς και 133 αλλοδαπούς) από 25 σχολεία (δημοτικά και γυμνάσια) της Αθήνας, Θεσσαλονίκης, Πάτρας και Ιωαννίνων.
Όπως προέκυψε από την έρευνα, η συντριπτική πλειονότητα των μαθητών (πάνω από 90%) έχουν υπάρξει θύματα ή θύτες άμεσου και έμμεσου εκφοβισμού σε όλη τη διάρκεια της μαθητείας τους στην σχολική κοινότητα. Σύμφωνα με τον επιστημονικό υπεύθυνο της έρευνας και της πράξης «Καλλιέργεια κλίματος διαπολιτισμικής επικοινωνίας σε επίπεδο σχολείου», επίκουρο καθηγητή του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Γιώργο Νικολάου, οι μορφές έμμεσου εκφοβισμού (π.χ. διάδοση φημών, εκβιασμών, απειλών, περιθωριοποίησης, ψυχολογική πίεση), καταλαμβάνουν μεγαλύτερο ποσοστό και ένταση στα ελληνικά σχολεία από ότι ο άμεσος εκφοβισμός (καβγάς, βρισιές, ξυλοδαρμοί, συμπλοκές, όπλα), αποτελεί κυρίως επιλογή συμπεριφοράς από τα κορίτσια, και κρίνεται εξίσου ή και περισσότερο επικίνδυνος, από τον άμεσο εκφοβισμό. «Ο έμμεσος εκφοβισμός μπορεί να είναι διαρκής, εάν το θύμα δεν αλλάξει σχολικό περιβάλλον, και να οδηγήσει σε κατάθλιψη, ακόμη και σε απόπειρες αυτοκτονίας, προκειμένου το άτομο να απαλλαγεί από καταστάσεις ψυχολογικής πίεσης», ανέφερε.
Ο διαδικτυακός εκφοβισμός (cyber-bullying: χρήση απειλητικών – εκβιαστικών μηνυμάτων) «κερδίζει έδαφος» στην μαθητική κοινότητα, ως μορφή έμμεσου εκφοβισμού, τον οποίο χρησιμοποιούν τα κορίτσια σε ποσοστό άνω του 60%, σε αντίθεση με τα αγόρια που καταφεύγουν στον άμεσο εκφοβισμό σε ποσοστό 80% (στα κορίτσια αυτό το ποσοστό είναι στο 10%). Σε ό,τι αφορά τους αλλοδαπούς μαθητές – παιδιά μεταναστών, διαπιστώνεται ότι θυματοποιούνται όταν αποτελούν τη μειοψηφία της τάξης ή του σχολείου – μέσω του στιγματισμού, της απομόνωσης και του λεκτικού εκφοβισμού – ωστόσο, όταν το ποσοστό τους φτάνει το 50-70% ομαδοποιούνται και στρέφονται κατά της κυρίαρχης γηγενούς ομάδας μαθητών. Σύμφωνα με τον κ. Νικολάου, αν και η σύσταση και δράση μαθητικών συμμοριών δεν έχουν έκταση στην Ελλάδα, ωστόσο, συναντώνται περιστασιακά στις μεγάλες πόλεις.
Προφίλ θύματος – θύτη
Η έρευνα αλλάζει παλαιότερα δεδομένα για το προφίλ των θυτών, ότι δηλαδή είναι παιδιά που έχουν βιώσει την βία μέσα στην οικογένειά τους, γεγονός που εξακολουθεί να ισχύει, ωστόσο ως τμήμα μόνο της συνολικής εικόνας. «Πολλοί από τους θύτες φαίνονται να προέρχονται από εύπορες και μορφωμένες οικογένειες, ωστόσο, έχουν μία υπερφίαλη εικόνα για τον εαυτό τους, τον οποίο διαχωρίζουν από τους «κατώτερους» συμμαθητές τους», επισημαίνει ο κ. Νικολάου. Από την άλλη πλευρά τα θύματα του εκφοβισμού παρουσιάζουν μειωμένη αυτοεκτίμηση, είναι συνήθως ντροπαλά, έχουν δυσκολίες στην επικοινωνία και στις συναναστροφές τους, και πολλές φορές η ετερότητά τους βρίσκεται σε κάποια σωματική ανωμαλία, ανήκουν σε μειονοτική ομάδα κ.α.
Οι μαθητές θύματα αποφεύγουν να συζητούν τα περιστατικά σχολικού εκφοβισμού στο σπίτι, για αυτό οι γονείς θα πρέπει να είναι προσεχτικοί και παρατηρητικοί σε διάφορα σημεία και ενδείξεις όπως μώλωπες, τραυματισμούς, προφάσεις ασθένειας για να λείψουν από το σχολείο, έλλειψη σχέσεων με συμμαθητές τους, εσωστρέφεια, επανεμφάνιση βραδινής ενούρησης κ.α.
www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ
Του Κωστα Θ. Καλφοπουλου
Κάθε προσπάθεια να συλλάβει κανείς το πνεύμα και το έργο του Μπόρχες σκοντάφτει σε ένα φανταστικό παράδοξο: έχει κανείς την αίσθηση πως ισχύει ό,τι και τη στιγμή της σύλληψης από αστυνομικό στις ΗΠΑ: «έχεις το δικαίωμα να παραμείνεις σιωπηλός, ό,τι πεις ενδέχεται να χρησιμοποιηθεί εναντίον σου» – όχι όμως για τον συλληφθέντα αλλά, αντιθέτως, για τον συλλαμβάνοντα.
Για κανέναν, ίσως, συγγραφέα της νεωτερικότητας, από τον Πόε μέχρι τον Κάφκα και τον Ναμπόκοβ, οι δυσκολίες να μιλήσει κανείς γι’ αυτόν δεν είναι τόσο ανυπέρβλητες όσο στην περίπτωσή του: στους ήχους του ταγκό ο Μπόρχες γλιστρά επιδέξια στις αργεντίνικες πάμπες, στους λαβυρίνθους της πόλης και των βιβλιοθηκών, κι ύστερα εμφανίζεται σε ένα διαφορετικό σημείο, το οποίο ήδη έχει γνωστοποιήσει, όπως στο διήγημά του «Η πυξίδα και ο θάνατος». Αυτό το παιχνίδι της απόκρυψης και της αποκάλυψης μεταξύ του ντετέκτιβ και του κακοποιού (μία επιστολή και ένα γράμμα της αλφαβήτου ενημερώνει τον διώκτη για τον τόπο κάθε επόμενου εγκλήματος, στο τέλος ο ντετέκτιβ είναι το τελευταίο θύμα) προκύπτει από την ιδιοσυγκρασία του κοσμοπολίτη Αργεντινού, καθώς και από τα τέσσερα θεμελιώδη θέματα, σαν ακρογωνιαίοι λίθοι στην Καθεδρική της Λογοτεχνίας, του Μπόρχες, αναφορικά με τη φανταστική λογοτεχνία: το έργο τέχνης συμπεριλαμβανόμενο μέσα στο ίδιο το έργο, την εισβολή του ονείρου στην πραγματικότητα, το ταξίδι στον χρόνο, τη διχοτόμηση της πραγματικότητας (E. Rodriguez Monegal, Borges por el mismo, 1984, μτφρ.: Β. Ιβάνοβιτς, Αθήνα 1987).
Ο Μπόρχες δεν αποκατέστησε μόνο την τιμή της αργεντίνικης γλώσσας και κουλτούρας ώς τα πέρατα του κόσμου αλλά, ταυτόχρονα, προσέδωσε στη «λογοτεχνία του τετριμμένου» (φανταστική και περιπετειώδη, καθώς και του μυστηρίου, ακόμα και του γουέστερν, ως παρωδία και παραβολή) τη χαμένη αξιοπρέπεια, που πρώτος ο Πόε ανέδειξε στο πολυσχιδές έργο του. Ο,τι του στέρησε πρόωρα η όραση, το αποτύπωσε ένας «ένδον οφθαλμός», αναζητώντας με στωικότητα έναν «λαβύρινθο, που θα αποτελούνταν από μια μοναδική ευθεία γραμμή».
Ο Μπόρχες, κι ο ίδιος όμηρος της τύφλωσης, είναι ο Ομηρος της νεωτερικότητας, με προσωκρατικές αρετές: αμφίσημος και συνάμα συμπαντικός. Οι ήρωές του είναι Οδυσσείς, οι περιπλανήσεις του(ς) αρχέτυπα μυθικές και μοντέρνα φανταστικές (κρύβεται μέχρι και στο «Alphaville» του Γκοντάρ, στα λόγια του ηλεκτρονικού εγκεφάλου), το Μπουένος Αϊρες η Ιθάκη του(ς), οι αφηγήσεις του πυκνές, συχνά κρυπτικές, ανάμεσα στη γνώση, την ανάμνηση και τη λήθη. Επιπλέον, κατάφερε να ανανεώσει τρία είδη, αναπαλαιώνοντάς τα ευφάνταστα: το είδος της γραμματέως (τα χρέη της εκτελούσε η μητέρα του μέχρι τον θάνατό της), τη γενέθλια πόλη και γλώσσα (παραλλάσσοντας τον Χάιντεγκερ, η γλώσσα είναι η πόλη που κατοικούμε) και το αστυνομικό είδος (analytic detective story). Το έργο του, ένα ναρκοπέδιο λέξεων (πατώντας πάνω τους αυτές εκρήγνυνται με εικόνες, μνήμες, σύμβολα, γρίφους και κώδικες), συμφιλιώνεται με το μηδέν και το άπειρο, η ανάγνωσή του είναι ταυτόχρονα συναίσθηση και παραίσθηση, κι ο συγγραφέας, μέσα από τις «περσόνες» του, «είναι πολλαπλός, όλοι και κανείς» (Ροντρίγκεζ Μονεγκάλ).
Ο Μπόρχες-Μπιόρχες είναι ο αιώνια καταζητούμενος της λογοτεχνίας.
Φέτος γιορτάζονται -αν μπορεί κανείς να το πει έτσι- τα 100 χρόνια από τη γέννηση ενός ανθρώπου του οποίου το όνομα εμπλέκεται, με τον πιο ζωηρό και ινδαλματικό τρόπο, στην άνθηση της ελληνικής ποίησης τον περασμένο αιώνα.
Οι ραγδαίες και σχεδόν εξωπραγματικές μεταβολές που σάρωσαν το πολιτισμικό και κοινωνικό τοπίο σε ολόκληρη τη Δύση, επηρεάζοντας ριζικά το ρόλο, το ύφος και το περιεχόμενο των τεχνών, ενθαρρύνουν τη μελαγχολική αίσθηση ότι ήδη απέχουμε 100 χρόνια όχι απ’ τη γέννηση αλλ’ απ’ τον θάνατό του, κι ότι τέτοια πρόσωπα ανήκουν σ’ έναν κόσμο αξιών απροσμέτρητα μακρινό και λησμονημένο, έναν κόσμο που, παρά τις σημερινές αρχαιολογικές φωταψίες, προσεγγίζουμε υποχρεωτικά σαν κάτι το οποίο αποσυντίθεται στη μυστηριώδη σιωπή που περιβάλλει ένα ναυάγιο.
Η ΠΕΡΙΣΤΑΣΗ φέρνει ωστόσο στην επιφάνεια την αγωνία για μια παράλληλη απώλεια, πιο επώδυνη απ’ το θάμπωμα της πρόσληψης των μεγάλων επιτευγμάτων του Γκάτσου, κι αυτή η απώλεια είναι, απλούστατα, η απομάκρυνσή μας, συλλογικά, ως κοινωνίας ή κοινότητας, απ’ το πρότυπο του ανθρώπου που ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης αντιπροσώπευε και τιμούσε. Η φιλοσοφική αμηχανία των σημερινών καλλιτεχνών, η ασυνάρτητη υπερκινητικότητά τους στις δημόσιες σχέσεις, η φθορά τους απ’ τα παραληρηματικά συστήματα επικοινωνίας και τις τηλεοπτικές συμπεριφορές, η προθυμία συμβιβασμού με τις απαιτήσεις της αγοράς και η αλαζονεία τους μπροστά στο φακό, καθιστούν εν πολλοίς εξωτική τη σκιαγράφηση του πορτρέτου ενός πολίτη προικισμένου με το παλαιομοδίτικο ήθος του Νίκου Γκάτσου.
ΞΕΧΑΣΜΕΝΟΣ όρος το ήθος, φαντάζει από μόνο του σαν κάτι προϊστορικό, μια παρωχημένη, δύσχρηστη, περιττή και ίσως παιδαριώδης μορφή ηθικής αντίστασης σε ό,τι αίφνης μας παρουσιάστηκε ως αναπόφευκτη τεχνολογική και οικονομική πρόοδος -όλη αυτή η γενικευμένη παραίσθηση παντοδυναμίας τι άλλο κατέστρεψε άραγε αν όχι τα τελευταία ίχνη ηθικής αξιοπιστίας;
Ο ΓΚΑΤΣΟΣ ήταν αναμφίβολα ένα ορόσημο της λήξης της εποχής που το ήθος αποτελούσε ακόμη ένα μέγεθος ευλογημένο και επιβλητικό, το ήθος σαν μέτρο ευσπλαχνικής συμφιλίωσης με μια ταυτότητα που είχε υποτάξει τις αντιθέσεις της. Επαρχιώτης με τη βαθύτερη έννοια, σύχναζε μόνιμα στο κέντρο του κέντρου των Αθηνών, στο εστιατόριο του ξενοδοχείου Grande Bretagne, ενσαρκώνοντας το αρχαίο ελληνικό παράδοξο της μεγαλοπρεπούς απλότητας ή, αν θέλετε, μιας γενναιοδωρίας δίχως στάλα επίδειξης ή κομπασμού, αυτή τη μύχια γνώση των αντιφάσεων της ανθρώπινης μοίρας που διατηρούσαν κάποτε οι γέροντες, θεμελιωμένη στην ασκητική επιδεξιότητα του να την αποσιωπούν. Φτωχός μεταξύ φτωχών, έζησε σαν πλούσιος.
ΕΝ ΟΛΙΓΟΙΣ: τέτοια σοφά πρόσωπα δεν υπάρχουν πια και ούτε τους επιτρέπεται να υπάρξουν. Αυτή θα ήταν η αληθινή σημασία του πένθους αν είχαμε την ευτυχία να το φέρουμε εις πέρας.