Του Οδυσσεα Iωαννου
Κανένας δεν δείχνει προς τα κάπου. Και όμως, κάποτε είχαμε τόσα πολλά χέρια… Δεν προλαβαίναμε να δείχνουμε συνέχεια προς το σωστό. Με τη σιγουριά του καπετάνιου που κυβερνάει φουσκωτό σε πισίνα, νομίζαμε ότι ελέγχαμε τον καιρό και τους θυμούς του νερού. Είχαμε διαβάσει και κάτι ολοστρόγγυλες φράσεις στα βιβλία για την αυτοπεποίθηση, για το πώς να κουμαντάρεις τη ζωή σου και να ορίζεις τον χρόνο σου, και ψηθήκαμε πως ο ουρανός ήταν δικός μας. Δήθεν δοτικοί, χιλιάδες φιλιά, χιλιάδες αγκαλιές στις δημόσιες συναναστροφές, εκεί που οξειδώνεσαι μες στη νοτιά των ανθρώπων και συστεγάζονται κάτω από τον ίδιο στίχο ο Καβάφης και ο Ελύτης. Πολύ σώμα δώσαμε για κάτι τόσο λίγο… Τώρα τα χέρια κρέμονται. Δεν δείχνουν, δεν χειρονομούν, δεν ζωγραφίζουν στον αέρα εκείνες τις ωραίες παραβολές, δεν ριμάρουν με τα αστέρια. Δεν μιλάνε πια και την παρηγορητική γλώσσα. Αλαλα. Και αν μαζί με αυτά, χάσουν και το σφρίγος τους στο ερωτικό άγγιγμα, θα πέσουν κάτω καμιά μέρα στον δρόμο καθώς περπατάμε κι ούτε θα σκύψουμε να τα μαζέψουμε.
Δεν παρηγορούσαμε, περιαυτολογούσαμε. Ο «θάνατος» ήταν για τους άλλους, η απόγνωση ήταν ένα κακό ριζικό από το οποίο εμείς ευτυχώς είχαμε γλιτώσει από τη γέννα μας. Και δείχναμε. Παντού. Για την πολιτική, την τέχνη, την κοινωνία, τον άνθρωπο, το σωστό, το ηθικό, τη ζωή. Καλά κάναμε. Ο καθένας μαρτυράει την αλήθεια που έχει καταφέρει να συλλέξει σταγόνα σταγόνα με το στόμα. Κάποτε όμως στεγνώνει η γλώσσα και πρέπει να φτιάξεις μόνος σου το νερό σου. Εκεί είμαστε. Τώρα θα φανεί τι έχουμε μαζέψει τόσα χρόνια στις στέρνες από τις βροχές. Γιατί η αλήθεια είναι πως πέρασαν πολλές βροχές από τα χέρια μας. Δεν μας έλειψαν οι ευκαιρίες να γίνουμε καλύτεροι και δυνατότεροι, να γίνουμε ριζιμιά. Κάποιοι τις κλώτσησαν όλες, άλλοι προσπάθησαν αλλά δεν τους βγήκε η ρίζα και θα πετάξουν σαν φύλλα από τους ορόφους τους. Ηδη μετράμε τα πρώτα «γυμνά» σπίτια σε αυτό το πρώιμο φθινόπωρο.
Ας πούμε πως χρειάζεται μια τράπεζα συλλογικού κουράγιου. Μια ματιά στον διπλανό μας, μια αληθινή ερώτηση, ένα κανονικό ενδιαφέρον. Ακριβώς το ανάποδο δηλαδή από τον τρόπο που διαχειριστήκαμε τα λεφτά μας. Το μέτρημά τους είχε καταντήσει η πιο κρυφή πράξη του ανθρώπου. Ξεπέρασε ακόμη και τις άλλες…
Ανοιχτά φύλα, ανοιχτές πόρτες, ανοιχτά χέρια. Δεν είναι ρομαντισμός. ΄Η τουλάχιστον δεν είναι μόνο αυτό. Γινόμαστε λιγότεροι μέρα με τη μέρα, το βλέπεις. Σε αριθμό, σε έκταση, σε όγκο. Πιάνουμε όλο και λιγότερο χώρο. Συρρικνωνόμαστε. Τα απλά αθροίσματα μπορούν να γίνουν γινόμενα. Και τα χέρια να δείχνουν πάλι κάπου…
ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ, ΑΠΟ ΤΗΝ “ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ”
Ο ΣΕΡΖ ΛΑΤΟΥΣ είναι καθηγητής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο ΧΙ του Παρισιού.
Στη γλώσσα μας κυκλοφορεί το βιβλίο του «Το στοίχημα της απο-ανάπτυξης» (Βάνιας, 2008). Η ακόλουθη συνέντευξή του δημοσιεύτηκε στο ιταλικό περιοδικό «Una citta».
-Καθηγητή Λατούς, εσείς υποστηρίζετε ότι η εξέλιξη της δυτικής κοινωνίας οδηγεί στην κατασκευή μιας «μεγαμηχανής»…
Ο ορισμός της κοινωνίας ως «μεγαμηχανής» δεν είναι δικός μου αλλά του Λιούις Μάμφορντ, ο οποίος στο βιβλίο του «Ο μύθος της μηχανής» [ελληνική έκδοση: «Νησίδες», 2005] υποστήριζε ότι η κοινωνική οργάνωση είναι η πιο εντυπωσιακή μηχανή που επινόησαν οι άνθρωποι, επειδή, ακριβώς όπως μια μηχανή, τείνει να λειτουργεί με αυτοματισμούς. Ο Μάμφορντ έβλεπε ιστορικά παραδείγματα αυτής της μεγαμηχανής στην περίφημη μακεδονική φάλαγγα, στην Αίγυπτο των Φαραώ, στη γραφειοκρατία της κινεζικής αυτοκρατορίας της εποχής των Μινγκ, και μου φάνηκε μια φανταστική λέξη η οποία ταιριάζει καλά σε αυτό που συμβαίνει μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, επειδή αναφέρεται στη μηχανή, αλλά δεν είναι μια απλή μηχανή, ένα αντικείμενο. Μιλώντας για «μεγαμηχανή», πράγματι, θέλω να υπογραμμίσω ότι η τεχνική λογική αυτονομήθηκε από την κοινωνία, με αποτέλεσμα η κοινωνία να λειτουργεί όλο και περισσότερο ως μια πλανητική μηχανή, ως μια μεγαμηχανή ακριβώς, στην οποία καθένας μας δραστηριοποιείται σε κάποιο γρανάζι και αποδέχεται να είναι γρανάζι. Αλλά αν οι ανθρώπινες υπάρξεις αποδέχονται την ιδέα ότι είναι γρανάζια ή δεν έχουν επίγνωση αυτής τους της κατάστασης, αυτό σημαίνει ότι η ελευθερία τους απειλείται.
-Πάνω σε ποιες προϋποθέσεις έγινε δυνατή αυτή η αυτονόμηση;
Δεν μου είναι σαφές αν η ορθολογικότητα που κυριαρχεί σήμερα είναι καθαυτή περισσότερο τεχνική ή οικονομική, καθώς είναι δύσκολο να τις διακρίνουμε. Αυτό ωστόσο που μου φαίνεται σαφές είναι ότι εκείνη που σήμερα αποκαλούμε «ορθολογικότητα» δεν είναι πλέον η λογική, η φρόνηση, αλλά ο ολικός μετασχηματισμός του λόγου σε εργαλειακό και υπολογιστικό λόγο, σε ένα λόγο που βλέπει ως σκοπό του μόνο τη μεγιστοποίηση των αποτελεσμάτων και του οποίου η ενεργοποίηση αποβλέπει αποκλειστικά στην ανακάλυψη του καλύτερου συνδυασμού των μέσων για την επίτευξη του μέγιστου αποτελέσματος. Εξετάζοντας όλα αυτά, οδηγήθηκα στη σκέψη ότι η υπολογιστική ορθολογικότητα ταιριάζει περισσότερο στην οικονομία από όσο στην τεχνική -δεν είναι τυχαίο που και η ανάπτυξη της τεχνικής υπόκειται στον οικονομικό νόμο- και γι’ αυτό νομίζω ότι το θεμέλιο αυτού του μετασχηματισμού οφείλεται στους οικονομικούς μηχανισμούς. Ενώ πριν από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου αυτοί οι μηχανισμοί λειτουργούσαν μέσα στο πλαίσιο των εθνών-κρατών και επομένως υποτάσσονταν στη λογική τους, σήμερα με την παγκοσμιοποίηση απελευθερώθηκαν από αυτά τα όρια και λειτουργούν σε παγκόσμιο επίπεδο, χωρίς να υπάρχει κάποιος τύπος ρύθμισης.
Σε αυτούς τους μηχανισμούς προστέθηκε έπειτα το γεγονός ότι ακόμα και η τεχνική αποδεσμεύτηκε σε μεγάλο βαθμό από τον κοινωνικό έλεγχο και αυτό είχε ως αποτέλεσμα όλες οι όψεις της ζωής και της κουλτούρας να έχουν γίνει σήμερα υπερεθνικές, παγκόσμιες. Η συνένωση οικονομικής ορθολογικότητας και τεχνικής ορθολογικότητας, που έγινε στη σκιά του ανθεκτικού μύθου της προόδου, φώτισε το φάντασμα που βρίσκεται πίσω τους: την κυριαρχία πάνω στη φύση, τον έλεγχο των πάντων. Αυτό είναι το φάντασμα που, ασυνείδητα, υποκινεί το σύγχρονο άνθρωπο και που έχει ως αποτέλεσμα ο σύγχρονος λόγος να καταστρέφει κάθε αξία και η ανθρώπινη ύπαρξη να έχει ήδη γίνει μόνον ένα μέρος του οικονομικού και τεχνικού υπολογισμού.
Ηδη η λογική των δυτικών κοινωνιών είναι εκείνη της υπερβολικής ισχύος, του να κάνουμε όλο και περισσότερα. Πριν από κάμποσο καιρό, ένας αλγερινός υπουργός είπε: «Την προηγούμενη χρονιά ήμασταν στο χείλος του γκρεμού, αλλά φέτος κάναμε ένα μεγάλο βήμα προς τα μπρος». Στο βάθος, με το ακούσιο χιούμορ του, φώτιζε τη δική μας κατάσταση: όλοι βλέπουν ότι μπροστά μας υπάρχει ένας γκρεμός, αλλά όλοι λένε ότι πρέπει να προχωρήσουμε προς τα μπρος.
-Πρέπει, επομένως, να εγκαταλείψουμε την τεχνολογία;
Οχι, δεν πιστεύω ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε την τεχνολογική ανάπτυξη, αν και θεωρώ ότι οφείλουμε να καταπολεμούμε τη θεοποίηση της τεχνολογίας. Με δυο λόγια, αυτό που πιστεύω είναι ότι δεν πρέπει να είμαστε τεχνοφοβικοί αλλά ούτε και τεχνολάτρες. Δεν υπάρχει ανθρώπινη κοινωνία χωρίς τεχνολογία, αλλά κάθε τεχνολογία είναι αμφίσημη, συνεπάγεται τόσο επωφελή όσο και βλαβερά αποτελέσματα και είναι δύσκολο να τα διακρίνουμε a priori. Ακριβώς γι’ αυτό θεωρώ ότι η λογική της τεχνικής, όπως και η λογική της οικονομίας, πρέπει να υποτάσσεται στην κοινωνία και στους σκοπούς που αυτή θα έπρεπε να θέτει.
-Πώς είναι δυνατόν να υποτάξουμε μια τόσο ισχυρή ορθολογικότητα στον έλεγχο της κοινωνίας;
Χρειάζεται να είμαστε σαφείς: συνεχίζοντας στο δρόμο που βαδίζουμε, δηλαδή στο δρόμο της υπολογιστικής ορθολογικότητας και του μύθου της προόδου, δεν είναι δυνατό να ασκήσουμε έναν κοινωνικό έλεγχο. Προκειμένου ένας τέτοιος έλεγχος να γίνει δυνατός, θα ήταν αναγκαία μια «αποδυτικοποίηση» του νου, του κοινωνικού φαντασιακού, αλλά αυτή η «αποδυτικοποίηση» δεν είναι πιθανή υπό κανονικές συνθήκες. Μια τέτοια μεταβολή μπορεί να γίνει πιθανή μετά από μια καταστροφή, αλλά εγώ δεν νομίζω ότι για να την πετύχουμε αρκεί μια καταστροφή, που θα προκαλέσει ριζική τομή. Οπως δείχνει η περίπτωση του Τσέρνομπιλ, μία μόνο μεγάλη καταστροφή δεν αρκεί για να αλλάξουμε νοοτροπία.(…)
Στεκόταν στην ουρά ένας φίλος μου, σε τράπεζα ήταν, σε εφορία ή σε κατάστημα του ΙΚΑ, δεν καλοθυμάμαι. Κι ενώ η μουρμούρα για το «διαλυμένο κράτος» και τους «τεμπέληδες υπαλλήλους» είχε αρχίσει να διεκδικεί τα δικαιώματά της, ακούστηκε ήχος κινητού. Ενας ήχος που με την πρωτοτυπία του λειτούργησε κατευναστικά. Ακούστηκαν πρώτα δυο-τρεις νότες κι ύστερα η φωνή του Γιώργου Παπανδρέου να διαβεβαιώνει: «Λεφτά υπάρχουν!». Μία φορά, δύο, τρεις. Στράφηκαν όλοι προς τον αποδέκτη της κλήσης και, έκπληξη πάνω στην έκπληξη, είδαν ότι το κινητό ανήκε σε γερόντισσα, όχι τόσο γερόντισσα ώστε να περνάει εκτός σειράς, πάντως προχωρημένης ηλικίας. Και μεμιάς τούς πήραν τα γέλια. Ολους. Και τους προσωρινά ανακουφισμένους υπαλλήλους.
Να κατέχει η κυρία μας από νέες τεχνολογίες δεν φαίνεται πιθανό. Κάποιο ξεφτέρι εγγόνι θα έβαλε την τεχνογνωσία και η ίδια πρόσφερε τη βιοσοφία, που για να δημιουργηθεί χρειάστηκε, δεκαετία τη δεκαετία, να καταπιεί και να προσπεράσει δεκάδες χαρμόσυνες εξαγγελίες που αθροιζόμενες κατέληξαν σε κάτι παραπάνω από το μηδέν. Το μήνυμα του κινητού της, πάντως, «Λεφτά υπάρχουν!», δεν ενόχλησε κανέναν από τους είκοσι ανθρώπους που αποτελούσαν το λιλιπούτειο δημοσκοπικό σώμα της ουράς. Γέλασαν όλοι, και οι πράσινοι που μάλλον βρίσκονταν ανάμεσά τους. Με το ήρεμο γέλιο όσων πρώτα αυτοσαρκάζονται κι έπειτα σαρκάζουν, πρώτα αυτοσιχτιρίζονται κι ύστερα αναθεματίζουν.
Ηρεμες ήταν και οι προτάσεις που ακούστηκαν μετά τη γελωτοθεραπεία και τα συγχαρητήρια στην ιδιοκτήτρια του κινητού, που πέρασε βέβαια πρώτη στο ταμείο, τιμής ένεκεν. «Να βάλουμε στα κινητά μας και τον άλλον, με το “Σεμνά και ταπεινά”», είπε ο ένας. «Και το “άλλο μείγμα”», πρόσθεσε ένας τρίτος, εμπλουτίζοντας το ρεπερτόριο. Δίχως καμία όρεξη τσακωμού και κομματικού φανατισμού. Περιέλαβαν, άλλωστε, τους πάντες με τη μηχανή του σαρκασμού τους.
«Ενα γέλιο θα τους θάψει», μονολόγησε ο φίλος μου, έμπειρος κι αυτός της ζωής και φανατικός αναγνώστης επιτοίχιων συνθημάτων, κι έφυγε δίχως να κάνει τη δουλειά του. Είχε ξεχάσει, άλλωστε, για ποιο λόγο πήγε στο κατάστημα.
Σκουπίδια σωριασμένα στους δρόμους, βουνά, σκουπίδια σάπια, από αυτά που δεν πλησιάζουν ούτε οι μεταλλορακοσυλλέκτες με τα καροτσάκια. Ουρές στα βενζινάδικα. Κυκλοφοριακό χάος. Κλειστό το Σύνταγμα μονίμως. Κατειλημμένα υπουργεία. Ολες οι δημόσιες υπηρεσίες υπολειτουργούν. Τέσσερις πεινασμένοι Πακιστανοί ληστεύουν 86χρονη στην πλατεία Κολιάτσου, 12 το μεσημέρι, στην είσοδο της πολυκατοικίας· της παίρνουν την τσάντα και τη σακούλα με το ψωμί απ’ τον φούρνο. Παιδιά από 15 έως 24 χρόνων ληστεύουν και βιάζουν στα προάστια, με λεία μερικά κατοστάρικα, με 5 ευρώ μερδικό, πλιατσικολογούν ψυγεία, οδηγούν Μερσέντες, σουλατσάρουν μες στα ληστεμένα σπίτια σαν χαρακτήρες του σινεμά. Σινεμά, αυτό ακριβώς: Η Αθήνα προβάλλεται σαν βίαιο φιλμ, ο καθημερινός βίος μοντάρεται με σκηνές από το Κουρδιστό Πορτοκάλι, το Suburbia, το Δώδεκα Πίθηκοι.
Η δυστοπία της Αργεντινής δεν είναι μακριά. Δεν θα είναι ίδια, αλλά θα συμβεί κάπως· το μυρίζεις στους δρόμους της πρωτεύουσας, οι άνθρωποι περπατούν νευρικοί, στις παρέες οι τσακωμοί ξεσπάνε με ασήμαντη αφορμή κι ύστερα ξεφουσκώνουν απότομα, ο καθείς αποσύρεται στον εαυτό του, στα διαδικτυακά φόρα φουντώνουν ο πεσιμισμός και η απόγνωση, φυραίνει ακόμη και ο θυμός, απλώνεται η παγωνιά. Παρά την οργή και τη βία που εκπέμπουν οι αντιδράσεις των ψαλιδισμένων υπαλλήλων Δημοσίου και ΔΕΚΟ, η μεγάλη μάζα του αστικού πληθυσμού παραμένει παγωμένη από τον φόβο της επόμενης μέρας.
Το ίδιο και περισσότερο παγωμένη είναι η ηγεσία. Χειρότερα: ο κόσμος έχει την αίσθηση ότι δεν υπάρχει ηγεσία, ότι η ελληνική κυβέρνηση παρακολουθεί παθητικά και δέχεται ό,τι της υπαγορεύουν, προκειμένου να λάβει τη δόση. Σαν δόση οπιούχου αναλγητικού: καλμάρει τον πόνο, αλλά η αρρώστια κατατρώει. Χειρότερα: ο κόσμος δεν βλέπει καμιά ηγεσία, κανένα σχήμα, καμία πρόταση, καμία σχεδία, για να αρπαχτεί, να επιπλεύσει, να αντέξει το παρόν και να κοιτάξει το μέλλον.
Κι όμως, υπάρχει μέλλον. Πάντα υπάρχει. Το θέμα είναι αν και πώς θα μας περιέχει. Το θέμα είναι να διασώσουμε ό,τι διασώζεται, ό,τι αξίζει και χρειάζεται, να το στερεώσουμε και να φτιάξουμε όλα τα υπόλοιπα από την αρχή. Το κράτος, τη διοίκηση, την παιδεία, τη δημόσια υγεία, την ασφάλεια, την κοινωνική πρόνοια, τη δικαιοσύνη. Την παραγωγή, την οργάνωση της εργασίας, την αποδοτικότητα. Δεν είναι όλα άχρηστα, δεν μας επιτρέπεται να τα αφήσουμε όλα να ρημάξουν – δεν μας επιτρέπεται, με όρους ιστορικής επιβίωσης. Κανείς επίτροπος δεν θα μας σώσει αν παραιτηθούμε, αν πρώτα εμείς δεν θέλουμε να σώσουμε τους εαυτούς μας, την αξιοπρέπειά μας, τη βαθύτερη ουσία της ιδιοπροσωπίας μας, την εθνική μας υπόσταση.
Τα σκουπίδια στους δρόμους, η ανασφάλεια στις γειτονιές, οι μπλοκαρισμένοι δρόμοι, οι αδρανείς υπηρεσίες πρέπει να αναιρεθούν από εμάς τους πολίτες, αν θέλουμε να παραμείνουμε κοινωνία πολιτών και όχι άθροισμα δουλοπαροίκων και έρμαια συμμοριών. Υπερασπιζόμενοι τον δημόσιο χώρο τούτη τη στιγμή, με ατομικές υπερβάσεις, με αλληλεγγύη, με πανεθνικό συναγερμό, με δικαιοσύνη, διεκδικούμε το μέλλον.
Του Γιάννη Βαρουφάκη, από το www.protagon.gr
Αυτές τις μέρες αναγκάζομαι να ανατρέξω στην παλιά μου τέχνη (την Θεωρία Παιγνίων) για να καταλάβω τι γίνεται. Όχι βέβαια ότι υπάρχει κάποια θεωρία μαγική που θα μας δώσει τις απαντήσεις. Κανένα μαθηματικό θεώρημα δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί η τρόικα έβαλε ως όρο για την εκταμίευση της επόμενης δόσης την μείωση των ελάχιστων (ήδη τρισάθλιων) μισθών του ιδιωτικού τομέα. Εκεί όμως που μπορεί να βοηθήσει η παλιά μου τέχνη είναι στο να ξαναδούμε την ισχύουσα κατάσταση πιο καθαρά, τοποθετώντας τα διάφορα πιόνια-παίκτες στην σκακιέρα των εξελίξεων, μελετώντας την θέση του καθενός, τον σκοπό και τους περιορισμούς του, με την ελπίδα ότι, παρατηρώντας τα έτσι διατεταγμένα, θα καταλάβουμε καλύτερα τι συμβαίνει.
Κάτι τέτοιο θα προσπαθήσω επιλέγοντας τρία τέτοια πιόνια-παίκτες η μελέτη των οποίων μπορεί να βοηθήσει να δούμε λίγο πιο καθαρά “τι παίζεται”: (1) Τις ευρωπαϊκές τράπεζες (τις γαλλο-γερμανικές ιδίως), (2) την Γερμανική Κυβέρνηση, και (3) τις ΑΜΠ χώρες (δηλαδή, τις Ακόμα Μη Πτωχευμένων), π.χ. Ιταλία, Ισπανία, Βέλγιο. Ας δούμε το κάθε πιόνι-παίκτη ξεχωριστά, εστιάζοντας στους στόχους και στους περιορισμούς του.
ΤΡΑΠΕΖΕΣ: Οι τραπεζίτες γνωρίζουν καλύτερα από όλους ότι οι τράπεζές τους είναι πτωχευμένες. Το γνωρίζουν καιρό τώρα, κι ας μην το ομολογούν δημοσίως, ελπίζοντας ότι η ΕΚΤ, σε συνδυασμό με τις εθνικές κυβερνήσεις (που συγκροτούνται από πολιτικούς που με δυσκολία θα διακινδυνεύσουν την προνομιακή τους σχέση με τους εν λόγω τραπεζίτες), θα συνεχίσουν να κρατούν τις τράπεζές τους εν ζωή και εκείνους… τραπεζίτες. Βλέπετε, αντίθετα με τους υπόλοιπους επιχειρηματίες, οι οποίοι ζούνε υπό την απειλή της πτώχευσης, οι τραπεζίτες φοβούνται κάτι άλλο. Έχοντας δεδομένο το παράδοξο η πτώχευση των τραπεζών τους να τους βοηθά στο να ιδιοποιούνται τα πλεονάσματα που παράγουν άλλοι, οι καλοί τραπεζίτες δεν την φοβούνται την πτώχευση. Αυτό που τρέμουν είναι την υποχρεωτική επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών τους από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δηλαδή, τρέμουν μπας και επαναληφθεί στην Ευρώπη αυτό που έγινε στις ΗΠΑ με το TARP (trouble assets relief program), όπου το κράτος ανάγκασε με συνοπτικές διαδικασίες τις τράπεζες να δεχθούν κρατικά κεφάλαια λαμβάνοντας το ίδιο σε αντάλλαγμα μετοχές αντίστοιχης αξίας (τις οποίες, αφού οι τράπεζες εκκαθαρίστηκαν, το κράτος πούλησε στον ιδιωτικό τομέα, με κέρδος μάλιστα). Ο λόγος που τρέμουν μια τέτοια υποχρεωτική επανακεφαλαιοποίηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, από το EFSF, είναι ότι εκεί δεν θα τους παίρνει να απαιτούν και την πίτα ολάκαιρη (να παραμείνουν κυρίαρχοι των Διοικητικών Συμβουλίων των τραπεζών) και τον σκύλο χορτάτο (να λάβουν τα κεφάλαια που τόσο ανάγκη έχουν οι τράπεζές τους).
ΑΜΠ ΧΩΡΕΣ: Με τις κυβερνήσεις τους στα πρόθυρα του νευρικού κλονισμού, οι πολιτικοί των Ακόμα Μη Πτωχευμένων χωρών αυτών (με προεξάρχουσα την Ιταλία) παραμένουν στην άκρη, δεν τολμούν να πουν κιχ είτε εντός είτε εκτός των χωρών τους (φοβούμενοι ότι μια άστοχη λέξη θα φέρει την καταστροφή), και απλά ελπίζουν, μάταια μάλλον, σε μια γενναία στροφή της Γερμανίας που ίσως σταματήσει το μαρτύριο της σταγόνας και διαλύσει τα μαύρα σύννεφα που μαζεύονται απειλητικά πάνω από τις πρωτεύουσές τους. Με τις αγορές ομολόγων να αντιμετωπίζουν τις χώρες αυτές ως τους νέους παρίες, η Ιταλία, η Ισπανία, το Βέλγιο, ακόμα και η ίδια η Γαλλία, πιάνουν τον εαυτό τους να είναι κρατούμενοι, φυλακισμένοι στο χρυσό κλουβί της ευρωζώνης. Νιώθουν ότι είναι καταδικασμένοι ό,τι και να κάνουν. Αν δεν εφαρμόσουν ανελέητη λιτότητα, οι “αγορές”, και μαζί τους η ΕΚΤ, θα τους εγκαλέσουν (με τρόπο βίαιο και βάναυσο) οδηγώντας τα spreads τους στα ύψη. Αν πάλι καταπιούν το δηλητήριο της λιτότητας στις τεράστιες ποσότητες που απαιτούν οι “αγορές” και η ΕΚΤ, τότε η ύφεση θα χειροτερέψει με αποτέλεσμα οι ίδιες οι “αγορές” να… στείλουν τα spreads τους στα ύψη. Είναι να μην βρίσκονται σε αποπληξία; Η μόνη τους λοιπόν ελπίδα είναι ένα κούρεμα του βουνού χρέους που αντιμετωπίζουν (πάνω από €3 τρις οι τρεις αυτές μόνο χώρες) – αν μη τι άλλο μια σημαντική μείωση των τόκων που θα πρέπει να καταβληθούν την επόμενη δεκαετία.
ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ: Το κύριο μέλημα του Βερολίνου είναι να διαχειριστεί την Κρίση με τις ελάχιστες δυνατές παραχωρήσεις όσον αφορά αυτό που κάποτε ονομάζαμε πολιτική και θεσμική ολοκλήρωση. Η Γερμανία απεύχεται οποιαδήποτε μορφή ολοκλήρωσης απειλεί την Αρχή των Απολύτως Διαχωριζόμενων Χρεών (ΑΑΔΧ, δικός μου… όρος ) – δηλαδή, της ιδέας ότι το κάθε ευρώ χρέους πρέπει να ανήκει σε μία μόνο χώρα. Πέρασαν δεκαοκτώ μήνες στην διάρκεια των οποίων η Γερμανική ηγεσία πάλεψε με νύχια και με δόντια να πείσει τον εαυτό της ότι η Κρίση δεν είναι συστημική αλλά από εκείνες που μπορούν να καταπολεμηθούν με περισσότερα δάνεια και μεγαλύτερη πειθαρχία. Τώρα όμως, μετά την κατάρρευση του διατραπεζικού συστήματος (το οποίο έσπρωξε την Βελγο-Γαλλική τράπεζα Dexia στον γκρεμό), η κα Μέρκελ φαίνεται να έχει αποδεχθεί ότι, τουλάχιστον όσον αφορά τον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα, η Κρίση έχει πάρει διαστάσεις συστημικές (μέχρι και στον κ. Trichet επέτρεψε να πει κάτι τέτοιο χτες). Κατάλαβε φαίνεται αυτό που λέμε εδώ και ενάμιση χρόνο (και εδώ στο protagon.gr) ότι το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται σε χειρότερη κατάσταση από εκείνη στην οποία βρέθηκε η Wall Street τον Σεπτέμβριο του 2008. [Κι αν δεν με πιστεύετε, ακούστε αυτό: Το παθητικό των ‘ευρωζωνικών’ τραπεζών σήμερα ανέρχεται στο 300% του ΑΕΠ της ευρωζώνης. Το 2008 παθητικό των Αμερικανικών τραπεζών δεν ξεπερνούσε το 200% του ΑΕΠ των ΗΠΑ.] Κατάλαβε λοιπόν, επί τέλους, η Γερμανίδα Καγκελάριος, και ο υπουργός της επί των οικονομικών, ότι το πράγμα δεν πάει άλλο: Οι τράπεζες θα πρέπει να επανακεφαλαιοποιηθούν από κάποιο ‘ταμείο’ που να έχει στην διάθεσή του τουλάχιστον €1 τρις. Ακόμα, βέβαια, δεν έχουν κατανοήσει ότι αυτή η επανακεφαλαιοποίηση δεν μπορεί να γίνει από τις κυβερνήσεις αλλά από έναν πανευρωπαϊκό οργανισμό με εποπτικές και πειθαρχικές εξουσίες αλλά (που θα πάει;) αργά ή γρήγορα (μάλλον αργά) θα το καταλάβουν κι αυτό. Πέραν όλων αυτών των λεπτομερειών (που μόνο λεπτομέρειες δεν είναι), η Γερμανική κυβέρνηση κολλάει σε δύο πράγματα: (Α) Αρνείται να ενισχύσει τις τράπεζες (ιδίως τις Γαλλικές) δύο φορές ταυτόχρονα. Αν είναι να σταματήσει να δίνει χρήματα στο ελληνικό κράτος ώστε αυτό να αποπληρώνει τις τράπεζες, και αντ’ αυτού να ‘χώσει’ ένα τρισεκατομμύριο στις τράπεζες απ’ ευθείας, της πέφτει λίγο βαρύ να συνεχίσει παράλληλα να δίνει και στην Ελλάδα ώστε η Ελλάδα να δίνει κι άλλο ζεστό χρήμα στις ίδιες τράπεζες. Άρα, η επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα συνυφανθεί με ένα ελληνικό default – ελληνιστί πείτε το πτώχευση, κούρεμα, αναδιάρθρωση κ.ο.κ. Ή, να το πω διαφορετικά, η πτώχευση/default/κούρεμα του ελληνικού δημοσίου θα αποτελεί το διαπραγματευτικό χαρτί με το οποίο η κα Μέρκελ θα επιβάλει στις τράπεζές της (και της Γαλλίας) την επανακεφαλαιοποίηση. Θα είναι σαν να τους λέει: “Θέλετε παραδάκι; Δεν θα το παίρνετε πλέον από την Ελλάδα (στην οποία το δίνω εγώ). Θα σας το δίνω εγώ απ’ ευθείας αλλά με αντάλλαγμα μετοχές σας. Αν σας αρέσει!” (Β) Το δεύτερο σημείο που κάνει την Γερμανία να κωλυσιεργεί (λες και χρειάζεται λόγο…) είναι ο αντίκτυπος που θα έχει ένα κούρεμα του ελληνικού χρέους στην Ιταλία και τις λοιπές ΑΜΠ χώρες. Η κα Μέρκελ φοβάται ότι αν υπάρξει προηγούμενο διαγραφής μεγάλου μέρους του χρέους μιας χώρας-μέλους της ευρωζώνης, χωρίς να οδηγηθεί αυτή εκτός του ευρώ, τότε θα ανοίξει η όρεξη κι άλλων χωρών-μελών, του κλαμπ των ΑΜΠ (όπως τις ονομάζω), τις οποίες δεν θα τις πείραζε καθόλου να δρομολογήσουν μια, έστω και μερική, διαγραφή του χρέους τους εφόσον η θέση τους εντός της ευρωζώνης (και η αρωγή της ΕΚΤ και του EFSF στις τράπεζές τους) εξασφαλίζεται.
Η ΚΥΟΦΟΡΟΥΜΕΝΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ: Η Γερμανία γνωρίζει ότι οι τράπεζες θα αντιστέκονται γερά στην ιδέα της επανακεφαλαιοποίησής τους από το EFSF όσο η Ελλάδα τους αποπληρώνει από τα δανεικά τα οποία παίρνει από την τρόικα, ελέω της Γερμανίας. Για να τους επιβάλει την επανακεφαλαιοποίηση, το Βερολίνο θα πρέπει να οδηγήσει την Ελλάδα στην πτώχευση, δηλαδή σε ένα κούρεμα άνω του 60% (το οποίο μπορεί, αρχικά, να αναφερθεί ως 50%, πριν προστεθεί ένα ακόμα 10% ή 20% σε αυτό). Μπροστά στο δίλημμα του λουκέτου (a la Dexia) και της επανακεφαλαιοποίησής, οι τράπεζες (όπως έκαναν και οι Αμερικανικές το 2009) θα το πιουν το πικρό ποτήρι της επανακεφαλαιοποίησης. Την ίδια στιγμή, όμως, έτσι ώστε να αποπέμψουν επικίνδυνες σκέψεις από το μυαλό των κυβερνόντων την Ιταλία και τις υπόλοιπες ΑΜΠ χώρες, η κα Μέρκελ είναι αποφασισμένη να καταστήσει την μία χώρα στην οποία θα επιτραπεί να πτωχεύσει εντός της ευρωζώνης σε πραγματική κόλαση. Υπό αυτό το πρίσμα, οι λόγοι που επιμένουν σε άσκοπα και παράλογα μέτρα, όπως η μείωση των ελάχιστων μισθών στον ιδιωτικό τομέα, δεν έχει τίποτα απολύτως να κάνουν με την ίδια την Ελλάδα, με τις μεταρρυθμίσεις και τις διαρθρωτικές αλλαγές, με τις ανάγκες των αγορών εργασίας και γενικότερα. Ο μόνος στόχος της τρόικα, εδώ που έφτασε το κουβάρι της ευρωπαϊκής Κρίσης, είναι η μετατροπή της Ελλάδας σε κρανίου τόπον. Σε μια εξ ολοκλήρου πτώχευση κράτους και κοινωνίας που, από την μία μεριά, θα ενισχύει την διαπραγματευτική ισχύ της Γερμανικής κυβέρνησης απέναντι στις Γερμανικές τράπεζες και, από την άλλη, σε ένα τεράστιο παράδειγμα προς αποφυγήν για τις ΑΜΠ χώρες, κυρίως την Ιταλία.
ΤΟ ΛΑΘΟΣ: Μια τέτοια στρατηγική θα μπορούσε, όσο βάναυση και να φαντάζει, να πετύχαινε τον στόχο της εάν η Κρίση μας ήταν σχεδόν γραμμική και στατική. Αν ήταν πιθανόν, με πιο απλά λόγια, να αθροιστούν αριθμητικά τα χρέη της Ελλάδας μαζί με τις εν δυνάμει ζημίες των τραπεζών και, κατόπιν, να συγκριθούν με τα χρήματα που είναι διατεθειμένη να δημιουργήσει/επενδύσει η Ευρώπη ώστε να τα “ρίξει” στις τράπεζες διασώζοντάς τες, τότε ίσως η στρατηγική που περιέγραψα να είχε ελπίδες. Δυστυχώς για όλους μας, οι Κρίσεις (με κεφαλαίο ‘κ’) δεν είναι ούτε σχεδόν γραμμικές ούτε στατικές. Αντίθετα, είναι απίστευτα μη γραμμικές και βιαίως δυναμικές. Η προσπάθεια να απομονωθεί η Κρίση της Ελλάδας από την Κρίση του ευρώ απέτυχε τον Μάιο του 2010 (τότε που μας ‘διέσωσαν’ και δημιούργησαν το τοξικό EFSF) και θα αποτύχει και πάλι τώρα. Ο λόγος; Όπως τότε έτσι και τώρα η Κρίση είναι μη γραμμική και δυναμική και, για αυτό, είναι αδύνατον να την σταματήσουν πετώντας στο πρόβλημα δάνεια, κουρεύοντας χρέη και βάζοντας τους Γερμανούς φορολογούμενους να στηρίζουν ένα σύστημα που έσπασε μια και καλή το 2008. Τίποτα από αυτά που ακούω να λένε οι Βορειοευρωπαίοι ηγέτες δεν με αφήνουν να αισιοδοξώ ότι κατάλαβαν πως το πρόβλημα δεν είναι το μέγεθος του EFSF αλλά η δόμησή του στην βάση της ΑΑΔΧ (Αρχή των Απολύτως Διαχωριζόμενων Χρεών). Το να χρησιμοποιήσουν χρηματοπιστωτικά τερτίπια για να “πουσάρουν” το EFSF (χρησιμοποιώντας τυπωμένο χρήμα της ΕΚΤ ως μέσο “μόχλευσης”) απλώς θα μετατρέψει ένα τοξικό ταμείο σε ένα τοξικό τέρας.
Περιληπτικά, το σχέδιο που “παίζεται” αυτές τις ημέρες είναι να δοθεί το πράσινο φως στην Ελλάδα να κουρέψει το χρέος της κατά 60% με 70% έτσι ώστε να εξαναγκαστούν οι τράπεζες να δεχθούν έναν πακτωλό κεφαλαίων από το EFSF την ώρα που η ελληνική κοινωνική οικονομία πολτοποιείται με στόχο τον παραδειγματισμό χωρών όπως η Ιταλία (και οι υπόλοιπες ΑΜΠ χώρες) που, βλέποντας την κατάντια της χώρας μας, θα είναι σήκω-σήκω κάτσε-κάτσε παρά το γεγονός ότι θα υπάρχει προηγούμενο χώρας-μέλους της ευρωζώνης η οποία ουσιαστικά πτώχευσε χωρίς να εκδιωχθεί από την ευρωζώνη. Κι εδώ έγκειται το ευρωπαϊκό δράμα: Η στρατηγική αυτή θα αποτύχει, αν τελικά εφαρμοστεί. Γιατί; Επειδή, όπως όλα τα προηγούμενα σχέδια, αποτυγχάνει στο να αντιμετωπίσει μια συστημική Κρίση συστηματικά. Επειδή για άλλη μια φορά οι ευρωπαίοι ηγέτες επιλέγουν να αγνοήσουν την άρρηκτη διασύνδεση μεταξύ: (α) των ζημιών του τραπεζικού συστήματος, (β) της κακής αρχιτεκτονικής της ευρωζώνης η οποία δεν δίνει περιθώρια να αποτρέπονται οι μαζικές πωλήσεις ομολόγων κρατών-μελών της ευρωζώνης μόλις φυσήξει και ο πιο απαλός άνεμος απαισιοδοξίας, και (γ) της απουσίας ενός μηχανισμού πλεονασμάτων που να επενδύει σημαντικό μέρος αυτών των πλεονασμάτων σε κερδοφόρα projects στις ελλειμματικές περιφέρειες. Όσο αυτού του είδους η Ευρωπαϊκή άρνηση παραμένει κυρίαρχη, η μετατροπή της Ελλάδας σε ένα βάλτο κατοικούμενο από σκιές ανθρώπων δεν θα προσφέρει στην κα Μέρκελ παρά μια Πύρρειο νίκη επί των τραπεζών.
Συνέντευξη στον Βασιλη Zηρα
Η κυβέρνηση θα πρέπει τον επόμενο χρόνο να εστιάσει σε μια ουσιαστική μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα και όχι σε οριζόντιες περικοπές προσωπικού, σημειώνει ο επικεφαλής της τρόικας και εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Ματίας Μορς στη συνέντευξη που παραχώρησε στην «Κ». Ο κ. Μορς υποστηρίζει επίσης ότι η τρόικα δεν ζήτησε την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων. Ωστόσο, επισημαίνει ότι δεδομένου του ότι οι κατώτατες αμοιβές στην Ελλάδα είναι υψηλότερες σε σχέση με άλλα κράτη της Ευρωζώνης που έχουν το ίδιο επίπεδο οικονομικής ευημερίας, οι κοινωνικοί εταίροι θα πρέπει να εξετάσουν αν αυτό δημιουργεί εμπόδια στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και στη δημιουργία θέσεων εργασίας, ειδικά για τους χαμηλών προσόντων εργαζόμενους που θα φύγουν από τον δημόσιο τομέα. Επίσης, ξεκαθαρίζει ότι το μείγμα των πολιτικών για τη μείωση του ελλείμματος είναι είναι επιλογή της κυβέρνησης.
Ωστόσο, ο ίδιος πιστεύσει ότι στα επόμενα χρόνια πρέπει να δοθεί έμφαση στην περιστολή των δημοσίων δαπανών. Επίσης, αναφέρει ότι θα έρθουν στην Αθήνα κι άλλα στελέχη της τρόικας για να παρακολουθήσουν την εφαρμογή των μέτρων που συμφωνήθηκαν με την κυβέρνηση. Εκτιμά ότι απαιτούνται πρόσθετα μέτρα 5 δισ. ευρώ για την περίοδο 2013 – 2014, τα οποία πρέπει να ανακοινώσει η κυβέρνηση εντός των επόμενων έξι μηνών. Σε ό,τι αφορά στο μείζον θέμα των ημερών περί τη βιωσιμότητα του χρέους, ο κ. Μορς φαίνεται μάλλον επιφυλακτικός, σημειώνοντας ότι δεν έχει αλλάξει κάτι ουσιαστικό σε σύγκριση με την ανάλυση του περασμένου Ιουνίου, όταν η τρόικα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι βιώσιμο. Ωστόσο, επισημαίνει ότι η βιωσιμότητα του χρέους εκτιμάται πρωτίστως με βάση τη δυνατότητα της κυβέρνησης να διατηρήσει μια συγκεκριμένη οικονομική πολιτική.
Η αποφασιστικότητα της κυβέρνησης καθορίζει τη βιωσιμότητα του χρέους
– Τι έχει αλλάξει από την προηγούμενη αξιολόγηση του Ιουνίου; Τίθεται και πάλι υπό αμφισβήτηση η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους;
– Θα έλεγα ότι από τότε έχουν αλλάξει δύο πράγματα:
Πρώτον, η ύφεση ήταν βαθύτερη απ’ όσο νομίζαμε. Ετσι, αναθεωρήσαμε προς τα κάτω τις εκτιμήσεις μας για το ΑΕΠ.
Δεύτερον, υπήρξαν καθυστερήσεις στην εφαρμογή κάποιων από τα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής που είχαμε συμφωνήσει πριν από το καλοκαίρι, με αποτέλεσμα το έλλειμμα να είναι μεγαλύτερο. Κι αυτό ακριβώς συζητήσαμε τις τελευταίες εβδομάδες, δηλαδή τρόπους για να περιοριστεί η απόκλιση. Σε σχέση με τη βιωσιμότητα του χρέους, θα έλεγα ότι η κατάσταση δεν έχει αλλάξει θεμελιωδώς σε σύγκριση με την ανάλυσή μας, του Ιουνίου.
– Εκτιμάτε ότι απαιτείται ένα μεγαλύτερο «κούρεμα»;
– Είναι ξεκάθαρο ότι το επίπεδο του χρέους στην Ελλάδα είναι πολύ υψηλό, υψηλότερο απ’ ό,τι σε οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος της Ενωμένης Ευρώπης. Αλλά το ερώτημα της βιωσιμότητας δεν μπορεί να απαντηθεί με ένα απλό «ναι» ή με ένα απλό «όχι». Η βιωσιμότητα του χρέους εξαρτάται από τις εξελίξεις στο μέλλον, από το εάν η δημοσιονομική πολιτική θα παραμείνει εντός στόχων, ώστε να οδηγήσει σε δημοσιονομική εξυγίανση και στη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων.
Εξαρτάται, επίσης, από τον ρυθμό ανάπτυξης στο μέλλον και συνεπώς από το εάν η κυβέρνηση θα εφαρμόσει περισσότερες διαρθρωτικές αλλαγές, ώστε να τονωθεί η οικονομική δραστηριότητα.
Ετσι, όταν συζητούμε για τη βιωσιμότητα του χρέους, κάνουμε εκτιμήσεις ως προς το εάν η κυβέρνηση μιας χώρας μπορεί να διατηρήσει μια συγκεκριμένη πορεία. Βέβαια, μπορεί κάποιος απλώς να «τρέξει» κάποιους αριθμούς, αλλά αυτή δεν είναι μια αντικειμενική αξιολόγηση για τη βιωσιμότητα του χρέους.
– Λέγεται πως επιμένετε σε μεγάλο αριθμό απολύσεων στον δημόσιο τομέα. Είναι έτσι;
– Είναι γεγονός πως συμφωνήσαμε με την κυβέρνηση ότι πρέπει να υπάρξει ουσιαστική μείωση της απασχόλησης στον δημόσιο τομέα, αλλά αυτό θα γίνει σε βάθος πενταετίας. Συνεπώς, δεν λέμε ότι πρέπει να γίνουν απολύσεις ευρείας κλίμακας.
Ετσι, όπως το βλέπω εγώ, αυτό που πρέπει να κάνει η κυβέρνηση τον επόμενο χρόνο είναι να εστιάσει πραγματικά σε μια μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα, όχι να κάνει οριζόντιες περικοπές. Πρέπει να εντοπίσει τους τομείς και τις υπηρεσίες όπου υπάρχει πλεονάζον προσωπικό και να ανακατανείμει τους ανθρώπινους πόρους.
– Πόσα επιπλέον μέτρα απαιτούνται για να επιτευχθούν οι στόχοι του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Στρατηγικής (ΜΠΔΣ);
– Το Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής είναι το σημείο αφετηρίας και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτό δεν εφαρμόστηκε πλήρως. Συνεπώς, άμεση προτεραιότητα είναι να εφαρμοστούν τα μέτρα που συμφωνήσαμε τον Ιούνιο. Σε ό,τι αφορά τα επόμενα βήματα, υπάρχουν αβεβαιότητες. Το 2015 είναι ακόμα μακριά. Συνεπώς, δεν είμαι σίγουρος ότι θα είναι χρήσιμο να μιλήσουμε για συγκεκριμένα νούμερα τώρα.
Αυτό που συμφωνήσαμε με τις αρχές τώρα είναι επιπλέον μέτρα 5 δισ. ευρώ. Στους επόμενους έξι μήνες, η κυβέρνηση θα πρέπει να εξετάσει ποια επιπλέον μέτρα απαιτούνται για να επιτύχει τους δημοσιονομικούς στόχους του 2013 και του 2014.
– Η επόμενη δόση θα είναι η έκτη του αρχικού προγράμματος ή η πρώτη του νέου;
– Νομίζω ότι θα είναι η έκτη του υφιστάμενου προγράμματος, γιατί το νέο δεν υπάρχει ακόμη και η δόση πρέπει να καταβληθεί εντός των επόμενων εβδομάδων.
– Νομίζετε ότι πρέπει να αυξηθεί ο στόχος για έσοδα από αποκρατικοποιήσεις;
– Κατά την άποψή μου, το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων δεν έχει μόνο εισπρακτική σημασία. Εχει μια σημαντική διάσταση οικονομικής μεταρρύθμισης. Πιστεύω ότι οι στόχοι που έθεσε η κυβέρνηση για τα έσοδα από αποκρατικοποιήσεις είναι πολύ φιλόδοξοι και δεν νομίζω ότι είναι ρεαλιστικό να αυξηθούν. Αλλά είναι αναγκαίο να επιτευχθούν. Ελπίζω ότι τώρα που συστήθηκε το Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου, θα επιταχυνθούν οι διαδικασίες.
Οι κατώτατοι μισθοί είναι υψηλοί
– Νομίζετε ότι πρέπει να μειωθούν οι κατώτατοι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα;
– Δημιουργήθηκε μεγάλος θόρυβος σε σχέση με αυτό και λυπάμαι γιατί δημιουργήθηκε πιθανόν εξαιτίας παραπληροφόρησης. Δεν είναι αλήθεια ότι ζητήσαμε ποτέ την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων. Κάποιες φορές, δηλώσεις που αποδίδονται στην τρόικα από κάποια μέσα ενημέρωσης είναι καθαρά εφευρήματα και μας παρουσιάζουν ως τέρατα. Αυτό που ζητήσαμε είναι ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να ξεκινήσει συζητήσεις με τους κοινωνικούς εταίρους για να δουν τι πρέπει να γίνει, προκειμένου να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας. Ο κατώτατος μισθός είναι μια από τις παραμέτρους. Αλλά η ευρύτερη εικόνα είναι η εξής: η Ελλάδα έχει εξωτερικό έλλειμμα 9% του ΑΕΠ. Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί και οι κοινωνικοί εταίροι πρέπει να συζητήσουν τι πρέπει να γίνει για να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα. Προσωπικά, ανησυχώ για την ανεργία των ατόμων με μειωμένα προσόντα. Αυτοί οι άνθρωποι δυσκολεύονται να βρουν δουλειά. Η μείωση του δημόσιου τομέα θα οδηγήσει πολλά άτομα με μειωμένα προσόντα εκτός αγοράς εργασίας. Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι ο κατώτατος μισθός, οι φόροι και οι επιβαρύνσεις δεν θα αποτελέσουν εμπόδιο στο να βρουν αυτοί οι άνθρωποι δουλειά. Νομίζουμε ότι καλό θα ήταν οι κοινωνικοί εταίροι να τα συζητήσουν όλα αυτά.
– Εχετε κάποιο σημείο αναφοράς, όπως ο κατώτατος μισθός στην Πορτογαλία για παράδειγμα;
– Οχι. Θέλουμε η Ελλάδα να βρει το κατάλληλο επίπεδο με βάση την οικονομική κατάσταση. Η οικονομική κατάσταση εδώ είναι χειρότερη απ’ ό,τι σε οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος. Η κυβέρνηση και οι κοινωνικοί εταίροι πρέπει να δουν τι χρειάζεται ώστε να βγει η Ελλάδα από αυτή την κρίση. Οι κατώτατοι μισθοί στην Ελλάδα είναι υψηλότεροι σε σχέση με άλλα κράτη-μέλη που έχουν τα ίδια επίπεδα οικονομικής ευημερίας και οι κοινωνικοί εταίροι πρέπει να εξετάσουν εάν αυτό είναι εμπόδιο στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης.
– Υπήρξε μεγάλη αντίδραση στο γεγονός ότι παρενέβητε σε θέματα λειτουργίας της Δικαιοσύνης. Πώς απαντάτε στην κριτική που ασκήθηκε;
– Εχουμε απόλυτο σεβασμό στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και δεν ζητήσαμε ποτέ κάτι που αντίκειται στο Σύνταγμα. Το θέμα είναι ότι υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός εκκρεμών υποθέσεων στα δικαστήρια, κυρίως φορολογικών. Εάν ο κόσμος πιστέψει ότι ο φορολογικός μηχανισμός δεν είναι ικανός να εισπράξει τα έσοδα ή εάν πιστέψει ότι δεν θα δικαστεί (σ.σ. για φορολογικές παραβάσεις), τότε δεν θα πληρώνει φόρους. Επίσης, οι επενδυτές πρέπει να έχουν εμπιστοσύνη ότι το νομικό σύστημα είναι λειτουργικό και ότι μπορεί να προστατεύσει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Γι’ αυτούς τους λόγους έχει σημασία να τροποποιηθεί το δικαστικό σύστημα.
Δεν είναι ρεαλιστικό να περιμένετε άμεσα φως στο τούνελ
– Πολλοί στην Ελλάδα πιστεύουν ότι η διακοπή της αποστολής της τρόικας, πριν από περίπου ένα μήνα, ήταν ένα σήμα αφύπνισης για την κυβέρνηση και υποστηρίζουν ότι εάν είχε γίνει νωρίτερα θα υπήρχε μεγαλύτερη πρόοδος στην υλοποίηση του προγράμματος. Μετανιώνετε που δεν το κάνατε νωρίτερα;
– Οταν βρισκόμαστε σε μια τέτοια κατάσταση, πρέπει να ζυγίσουμε τις επιπτώσεις μιας διακοπής της αποστολής. Δημιουργεί αβεβαιότητα, έχει επιπτώσεις στις αγορές, στις τράπεζες. Αλλά είναι ξεκάθαρο ότι, εάν πιστεύουμε ότι η παρουσία μας εδώ δεν βοηθάει, επειδή οι Αρχές χρειάζονται περισσότερο χρόνο να αποφασίσουν τι πρέπει να κάνουν, τότε δεν διστάζουμε να διακόψουμε την αποστολή. Επιτρέψτε μου να σας πω, όμως, ότι την τελευταία φορά η απόφασή μας ήταν σε συμφωνία με τον υπουργό Οικονομικών, κ. Βενιζέλο. Δεν υπήρξε κάποια διαφωνία.
– Στην αρχή αυτής της διαδικασίας φαινόταν ότι υπήρχε στην Ελλάδα μια συμμαχία «προθύμων» να υποστηρίξουν τις μεταρρυθμίσεις. Τώρα φαίνεται να σχηματίζεται μια συμμαχία «απρόθυμων». Νομίζετε ότι πρόκειται για μια χαμένη υπόθεση;
– Εχω την αίσθηση ότι η πλειονότητα των Ελλήνων πολιτών αναγνωρίζει πως πολλά πράγματα πρέπει να αλλάξουν. Γενικά, νομίζω ότι υπάρχει η βούληση οι πολίτες να υποστηρίξουν την εφαρμογή φιλόδοξων μεταρρυθμίσεων. Νομίζω, όμως, ότι θα ήταν σημαντικό να καταλάβουν ότι δεν είναι ρεαλιστικό να περιμένουν, άμεσα, το φως στην άκρη του τούνελ. Η Ελλάδα βρισκόταν σε πολύ κακή οικονομική κατάσταση. Οι μεταρρυθμίσεις καθυστέρησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα και τώρα πρέπει να καλυφθεί το κενό σύντομα. Αυτό είναι πολύ δύσκολο, πολύ επώδυνο, και όλοι πρέπει να κάνουν αυτή την προσπάθεια.
– Σας ανησυχεί το ενδεχόμενο να σχηματιστεί μια πλειοψηφία, που θα πει «δεν αντέχουμε να κάνουμε ό,τι απαιτείται για να μείνουμε στο ευρώ»;
– Αυτοί που σκέφτονται έτσι, θα πρέπει να αναλογιστούν ποια είναι η εναλλακτική λύση. Προσωπικά, δεν πιστεύω πως εάν, υποθετικά μιλώντας, φύγει η Ελλάδα από την Ευρωζώνη, οι συνθήκες θα είναι καλύτερες για τη χώρα. Ακόμη και εκτός Ευρωζώνης, δεν μπορείτε, για παράδειγμα, να συνεχίσει η ύπαρξη ενός αναποτελεσματικού φορολογικού συστήματος. Οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να γίνουν.
– Ασκείται η κριτική στην Κομισιόν ότι στο παρελθόν δεν μπόρεσε να εντοπίσει έγκαιρα ότι η Ελλάδα ήταν ασυνεπής στις υποχρεώσεις της έναντι της Ε.Ε.
– Νομίζω ότι υπήρξε μια καθαρή αποτυχία του μηχανισμού παρακολούθησης της Ε.Ε. Αυτό έχει αναγνωριστεί και είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο έχουμε δημιουργήσει ένα νέο, που δεν παρακολουθεί μόνο τις δημοσιονομικές, αλλά και τις μακροοικονομικές ανισορροπίες. Αυτές οι πρωτοβουλίες αναλήφθηκαν ακριβώς για να μην επαναληφθούν οι αστοχίες στις οποίες αναφέρεστε. Είναι μια πρόκληση για όλους μας.
– Σας ανησυχούν οι καθυστερήσεις πληρωμών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα;
– Μας ανησυχούν πάρα πολύ, γιατί έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία. Βλέπω δύο προτεραιότητες. Πρώτη, να εξασφαλίσουμε ότι δεν θα αυξηθούν περαιτέρω οι οφειλές. Γι’ αυτό είναι σημαντικές οι μεταρρυθμίσεις που γίνονται, για παράδειγμα, στον τομέα της δημόσιας υγείας, όπου υπάρχουν μεγάλες καθυστερήσεις πληρωμών. Δεύτερη, να μειωθούν οι υφιστάμενες οφειλές. Συμφωνήσαμε με την κυβέρνηση να μειωθούν αυτές οι οφειλές με τους νέους πόρους. Επίσης, πρόσφατα εντάξαμε τη μείωση των καθυστερήσεων των πληρωμών ως «κριτήριο επίδοσης» (σ.σ. για την αξιολόγηση και την καταβολή των δόσεων). Ετσι έχουμε έναν μηχανισμό, που θα εξασφαλίσει στην κυβέρνηση ότι δεν θα υπάρχουν καθυστερήσεις πληρωμών στο μέλλον.
Η Αθήνα επιλέγει τους τρόπους μείωσης του ελλείμματος
– Είναι επαρκές το σύστημα των τριμηνιαίων αξιολογήσεων ή νομίζετε ότι πρέπει να ενισχυθεί η εποπτεία της τρόικας;
– Κατ’ αρχάς γίνονται και ενδιάμεσες αποστολές σε τεχνικό επίπεδο. Είμαστε εδώ κάθε μήνα ή κάθε δεύτερο μήνα. Επίσης, έχουμε τηλεφωνικές επαφές, ανταλλάσσουμε e-mails και πρακτικά είμαστε σε καθημερινή επαφή με τις ελληνικές αρχές. Εχουμε εδώ ένα γραφείο και έναν συνάδελφο που εργάζεται, μόνιμα, για το πρόγραμμα.
Επίσης, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει ένα γραφείο στην Αθήνα. Υπάρχει, επιπλέον, η Ομάδα Δράσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Task Force), που έχει σαν ρόλο να παρέχει τεχνική βοήθεια. Θα έρθουν επίσης και άλλα στελέχη στην Ελλάδα για να βοηθήσουν στην εφαρμογή των μέτρων που συμφωνήθηκαν. Θα σκεφτούμε εάν χρειάζεται να είμαστε κι εμείς περισσότερο παρόντες στην Αθήνα.
– Νομίζετε ότι η έλλειψη πολιτικής συναίνεσης συνιστά σημαντικό πρόβλημα;
– Η έλλειψη πολιτικής συναίνεσης είναι πρόβλημα για εσωτερικούς λόγους και για διεθνείς λόγους. Στο εσωτερικό πεδίο έχει ως αποτέλεσμα η κυβέρνηση να έχει περισσότερη δυσκολία στην εφαρμογή κάποιων μεταρρυθμίσεων. Υπάρχουν, επίσης, διαφορετικές απόψεις και στο εσωτερικό του κόμματός της. Επιπλέον, εάν δεν υπάρχει πολιτική συναίνεση είναι δυσκολότερο να αντιμετωπίσει τις ομάδες συμφερόντων. Θα ήταν ευκολότερο να ξεπεραστεί η αντίσταση στις μεταρρυθμίσεις εάν υπήρχε ένα ισχυρό πολιτικό μέτωπο.
Από τη διεθνή σκοπιά, το σημαντικότερο πρόβλημα είναι ότι πολλά κράτη-μέλη αμφιβάλλουν εάν η Ελλάδα είναι σε θέση να εφαρμόσει το πρόγραμμα και αυτό προκαλεί μεγάλη ζημιά.
– Ενδεχόμενες εκλογές θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν το πρόγραμμα;
– Δεν επιθυμώ να εμπλακώ σε εσωτερικά πολιτικά θέματα. Αυτό είναι θέμα του εθνικού δημοκρατικού συστήματος.
– Γίνεται μεγάλη συζήτηση για το πρώτο Μνημόνιο και για το εάν έγιναν λάθη ως προς τη «συνταγή», καθώς επίσης και για το εάν η τρόικα άφησε στην ελληνική κυβέρνηση τη δυνατότητα να εστιάσει περισσότερο στους φόρους ή σε περικοπές δαπανών ή άλλα μέτρα.
– Πιστεύω ότι σε γενικές γραμμές δεν έγιναν λάθη στο αρχικό πρόγραμμα. Είναι αλήθεια ότι υποτιμήσαμε το βάθος της ύφεσης. Σε κάποιο βαθμό υπάρχουν εξελίξεις που ξεπερνούν την Ελλάδα και κανένας δεν θα μπορούσε να τις προβλέψει. Ως προς το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας θα έλεγα ότι η κυβέρνηση έχει μεγάλα περιθώρια να επιλέξει τους τρόπους με τους οποίους θέλει να επιτύχει τους στόχους του προϋπολογισμού. Πρέπει να υπάρχουν πρωτοβουλίες, τόσο στο σκέλος των εσόδων όσο και στο σκέλος των δαπανών. Επίσης, πιστεύουμε ότι, κατά κάποιο τρόπο, τα επόμενα χρόνια πρέπει να γίνουν περισσότερα στο σκέλος των δαπανών. Αλλά το πώς ακριβώς θα γίνει αυτό είναι επιλογή της κυβέρνησης. Δεν επιβάλλουμε εμείς συγκεκριμένες επιλογές.
– Σας ανησυχεί το γεγονός ότι ίσως πολιτικά και κοινωνικά είναι δύσκολο να ληφθούν τόσα πολλά μέτρα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα;
– Είναι αλήθεια ότι εφαρμόζονται πολλά μέτρα ταυτόχρονα. Εχουμε επίγνωση των δυσκολιών που έχει αυτό για την κυβέρνηση αλλά και για τους πολίτες. Αντιμετωπίζουν τις συνέπειες και από την περιστολή των δαπανών και από την αύξηση των φόρων, των τελών κ.λπ. Εχουμε επίγνωση ότι αυτό είναι πολύ σκληρό. Αλλά θα έλεγα ότι βρισκόμαστε σε μια πολύ κρίσιμη στιγμή, κατά την οποία η Ελλάδα πρέπει να πείσει τη διεθνή κοινότητα και τα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης ότι έχει τη θέληση και μπορεί να επιτύχει τους στόχους για τους οποίους η ίδια δεσμεύθηκε. Γι’ αυτό είναι ζωτικής σημασίας να εφαρμοστούν αυτά τα μέτρα.
– Πώς εξηγείτε τις αστοχίες στην υλοποίηση; Οφείλονται στο ότι η κυβέρνηση δεν έχει τη θέληση, στη «μεταρρυθμιστική κόπωση», στις αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης;
Είναι πολλοί παράγοντες. Τους τελευταίους 18 μήνες αναλήφθηκαν πολλές σημαντικές πρωτοβουλίες. Μια κάποια μεταρρυθμιστική κόπωση δεν μπορεί να αποκλειστεί. Αλλά έχω την εντύπωση ότι η κυβέρνηση παραμένει αποφασισμένη να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις. Οπως όλοι γνωρίζουμε, υπάρχουν ισχυρά συμφέροντα που αντιστέκονται σε κάθε μέτρο, με αποτέλεσμα, κάποιες φορές, η υλοποίησή τους να μην προχωρεί όπως θα περίμενε κανείς. Επιπλέον, δεν είναι μυστικό ότι υπάρχει πρόβλημα στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης. Ετσι, ακόμη και όταν νομοθετείται κάποιο μέτρο, στα χαμηλότερα επίπεδα δεν εφαρμόζεται όπως προβλεπόταν.
Του Παντελή Μπουκάλα, από την “Καθημερινή”
«Αγωνιώ για τα παιδιά και τα εγγόνια μου. Αγωνιώ και για τους γείτονές μου». Με αυτά τα λόγια μια μεσόκοπη Αμερικανίδα εξήγησε μπροστά στην κάμερα ποιοι λόγοι την οδήγησαν διαμαρτυρόμενη στους δρόμους της Νέας Υόρκης, σαν μια ψηφίδα του κινήματος εναντίον της Γουόλ Στριτ και όσων ανακαλεί αυτό το βαρύ όνομα. Δεν χρειάζονται άλλωστε πολλές λέξεις για να ιστορηθεί το δράμα που καλούνται να αντιμετωπίσουν, από τη θέση του κομπάρσου μάλιστα, εκατομμύρια άνθρωποι σε διάφορες χώρες: το δράμα της ανεργίας, της βίαιης περικοπής των εισοδημάτων και της περιστολής των δικαιωμάτων, το δράμα της ροκανισμένης δημοκρατίας και μιας ανέχειας που τίποτα δεν την προανήγγελλε μέχρι χθες· ούτε καν η Λίμαν Μπρόδερς…
Και δεν την προανήγγελλε τίποτα γιατί όσοι πλήττονται τώρα είναι πολίτες κρατών με ισχύ και πλούτο, του Πρώτου Κόσμου και όχι του Τρίτου. Επιπλέον, οι περισσότεροί τους πίστευαν ότι με τη δουλειά τους είχαν εξασφαλίσει ένα ανεκτό μέλλον και είχαν ανοίξει καλό δρόμο για τα παιδιά τους. Τώρα, και ενόσω η απειλή της φτώχειας παγκοσμιοποιείται, σαν πανδημία που δεν την αναχαιτίζουν τα γιατροσόφια των «ειδικών», καταρρέουν όσα θεωρούνταν στέρεα, όσα έδιναν στους Δυτικούς ένα αίσθημα υπεροχής. Και με την κατάρρευση αυτή ο Πρώτος Κόσμος αποκτά τριτοκοσμικές αποικίες ακόμα και στο κέντρο του, απαρτισμένες όχι από ταλαίπωρους μετανάστες αλλά από δικούς του νεόπτωχους.
Είναι νωρίς να ειπωθεί ότι σχηματίστηκε ήδη μια Διεθνής των Αγανακτισμένων, και μάλιστα με πολιτικό λόγο ισχυρότερο από τα αισθήματα που κινητοποιούν Ελληνες, Ισπανούς, Ιταλούς, Γάλλους, Πορτογάλους… Ο αλληλοεπηρεασμός πάντως είναι ευδιάκριτος, όπως και το πνεύμα αλληλεγγύης. Αυτό ακριβώς το πνεύμα οδήγησε την Αμερικανίδα να πει ότι αγωνιά όχι μόνο για τα παιδιά της αλλά και για τους γείτονές της. Δίχως την έγνοια για τον πλησίον, οι διαλυόμενες κοινωνίες θα παραδοθούν στην αλληλοφαγία, όπως συνέβη αρκετές φορές στο παρελθόν σε στρατεύματα που βρέθηκαν απομονωμένα σε κάποια έρημο: όταν εξάντλησαν τα εφόδιά τους, επιτέθηκαν πρώτα στους ξένους (τους μισθοφόρους), σφάζοντάς τους προς βρώσιν, έπειτα στους πιο αδύναμους, τέλος στους ιεραρχικά κατώτερους. Η Ιστορία έχει επαναληφθεί πολλές φορές σαν τραγωδία.
Tου Nίκου Γ. Ξυδάκη, από την “Καθημερινή”
Η Σταδίου γέμιζε από διαδηλωτές, υπάλληλοι του Δημοσίου και των ΔΕΚΟ απλώνονταν προς το Σύνταγμα, άλλοι ανέβαιναν κόντρα την Πανεπιστημίου με ίδιο προορισμό. Το φθινοπωρινό φως, υπέροχο, αττικό, πλαισίωνε με απίστευτη διαύγεια κάθε κίνηση, κάθε σιλουέτα. Αντάλλαξα μερικές κουβέντες μ’ έναν Εγγλέζο δημοσιογράφο που δούλευε για την κινεζική τηλεόραση και μ’ έναν νεαρό φίλο διεθνολόγο. Δεν είχα δυνάμεις για άλλη ορθοστασία και κατηφόρισα: Καραγεώργη Σερβίας, Περικλέους, Αγίας Ειρήνης.
Τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά. Kαι άδεια. Αδεια τα ρολογάδικα και κοσμηματοπωλεία της Περικλέους, άδεια τα υφάσματα, κομβία, φόδρες, είδη προικός. Μόνο τα καφενεία είχαν κόσμο: άνεργοι, άεργοι, αργόσχολοι, συνταξιούχοι, δεν ξέρω τι, ρουφούσαν ήλιο και εσπρέσο στην πλατεία Αγίας Ειρήνης, μια προστατευμένη φυσαλίδα, μια ιταλική πλατεία, σαν σκηνή θεάτρου. Καφές με τα μάτια μισόκλειστα κόντρα στο ηλιόφως, και τα γκαρσόνια να απομακρύνουν σθεναρά τους ζητιάνους. Ιδια η δράση και στον ήμερο πεζόδρομο της Αιόλου, δηλαδή απουσία δράσης: οι άνθρωποι κινούνται μαλακά, σχεδόν ακροποδητί. Εξακολουθώ να ρίχνω κλεφτές ματιές μέσα στα μαγαζιά, πίσω από χτυπητές επιγραφές «Προσφορές», «Μισοτιμής». Οι εμποροϋπάλληλοι στέκονται αδρανείς, απαθείς, μερικοί βρίσκονται στον δρόμο και λιάζονται. Ο,τι είναι να συμβεί, θα συμβεί, ας συμβεί. Ενα εγκαταλελειμμένο μαγαζί πάνω στην παλαίφατο Αιόλου έχει μισάνοιχτη πόρτα, κοιτάω μέσα: σκοτεινή αποθήκη, με τόπια υφάσματα απιθωμένα πρόχειρα, όρθια, ακουμπιστά σε σκελετούς ντέξιον.
Αντέχει ακόμη η Αιόλου, κρατάνε ακόμη οι μαζικές ανακαινίσεις μιας δεκαετίας, την κρατάει η νοικοκυροσύνη των εμπόρων. Ωστόσο κι εδώ πληθαίνουν οι μαύρες οπές των κλειστών, των ξενοίκιαστων, των φαλιρισμένων. Πληθαίνουν και τα καφενεία: φύτρωναν σαν μανιτάρια για τους σουλατσαδόρους, τις φυλές του φραπέ και του φρέντο, τώρα ποιους θα υποδέχονται; Τα βράδια, ποιοι γεμίζουν τα μπαράκια που εποίκισαν την πλατεία Καρύτση, τη Ρόμβης, την Κλειτίου, τη Βουλής, την Κολοκοτρώνη; Ποιοι ξοδεύουν οκτάευρα για μια μεζούρα αμφίβολου αλκοόλ; Σαν νυχτοπεταλούδες μαζεύονται γύρω απ’ τη λάμπα του μπαρ, για εμβάπτιση στην κοινωνικότητα της μουσικής μες στο δρόμο, για να ξεχαστούν από τη σκληρή μέρα. Ποιος ξέρει…
Τούτη η ζώνη του άστεως έχει μεταπέσει από τη ζωηρότητα, το νεύρο του εμπορίου, από τον μετρημένο χρόνο των χειροτεχνών και των μαστόρων, στη νωχέλεια του καφενείου, στο σκηνοθετημένο σπιντ του μπαρ. Η αλλαγή συντελέσθηκε πριν απ’ την κρίση· αλλά μήπως αυτή ακριβώς η μετάπτωση ήταν ένα σημάδι για την επερχόμενη κρίση; Μήπως ήταν ένα σημάδι για την απονεύρωση του παραγωγικού ιστού έως την εξάχνωσή του; Ενα σημάδι για τη μετάβαση από τον έμπορο, επιχειρηματία, επαγγελματία, μαγαζάτορα, μάστορα, αρτιζάνο, στον υπάλληλο, τον εξαρτώμενο, τον ουσιαστικά ανειδίκευτο χαρτογιακά, τον έχοντα θέση εργασίας αλλά μη έχοντα επάγγελμα;
Στην Πραξιτέλους, ρωτάω τον καφεκόπτη τι είδους εσπρέσο έχει. Είναι τρίτη γενιά τεχνίτης και έμπορος, περιγράφει κάθε χαρμάνι με την προέλευσή του, το καβούρδισμα, το άρωμα, την τιμή. Ρωτάω το ίδιο σε ένα κατάστημα αλυσίδας franchise: η κοπέλα πρόθυμα μου αναφέρει ότι έχουν τον κλασικό και τον σπέσιαλ, ναι, αράμπικα νομίζει… Δεν ξέρει τι εμπορεύεται, γιατί βρίσκεται εκεί, αλλού θα ήθελε να βρίσκεται.
Κάπως έτσι μεταλλάχθηκε ο κόσμος στο εμπορικό καρτιέ: Από την τέχνη και τη γνώση, στην άγνοια και την κατανάλωση. Από τον βιωμένο χρόνο στον ξοδεμένο χρόνο, από τον χρόνο της παραγωγής στον χρόνο της κατανάλωσης, από την αυτονομία του παραγωγού και εμπόρου, του ελεύθερου επαγγελματία, στην εξάρτηση του υπάλληλου μιας μεγαλοεγχώριας ή πολυεθνικής εταιρείας. Η συγκέντρωση κεφαλαίου και εργασίας έπνιξε παραγωγούς, τεχνίτες, εμπόρους, τα καφενεία και τα ποτάδικα αντικατέστησαν τα υφασματάδικα και τα εργαστήρια. Η συγκέντρωση έφερε τη φούσκα, την κρίση, τη διάλυση. Τώρα διαλύονται και οι εξαρτημένοι, οι προνομιούχοι των ΔΕΚΟ, οι μικρογιάπηδες και οι white collars, τα στελεχάκια, οι μαστερούχοι με εξωτικές αγγλοειδικότητες στις επαγγελματικές κάρτες. Ολα ρευστοποιούνται, παλαιά και νέα και νεότατα.
Ξανακοιτώ με άλλο μάτι τους νωχελικούς θαμώνες των καφενείων στους πεζόδρομους του εμπορικού καρτιέ. Θα μπορούσαν να διαδηλώνουν στο Σύνταγμα για πετσοκομμένους μισθούς, μαζικές απολύσεις, εργασιακή εφεδρεία; Ισως. Εχουν σίγουρη δουλειά, σίγουρο εισόδημα, και δεν νοιάζονται; Μπορεί. Ή μήπως δεν έχουν τίποτε και ακριβώς επειδή δεν έχουν τίποτε να χάσουν πια, λιάζονται αδρανείς και ολιγαρκείς; Πιθανό κι αυτό.
Ολα είναι πιθανά. Ολα μπορείς να τα δεις, όλα μπορούν να συμβούν στην ηλιοστεφανωμένη Αθήνα, αυτό το ιστορικό φθινόπωρο του 2011.
Tου Παντελή Μπουκάλα, από την “Καθημερινή”
Σαν ανάχωμα τα έβλεπαν όλοι οι άνθρωποι της δουλειάς και σαν το τελευταίο τους οχυρό, που ήθελαν να ελπίζουν ότι θα κρατούσε όταν θα είχαν πέσει όλα τα υπόλοιπα: τον κατώτατο μισθό και το κατώτατο μεροκάματο. Τα προστάτευε και τα δύο, έτσι πίστευαν, ασπίδα άτρωτη, το Σύνταγμα. Δεν ήταν το μέγεθός τους εκείνο που δημιουργούσε μια κάποια αίσθηση ασφάλειας, όσο το γεγονός ότι απέρρεαν από την εθνική συλλογική σύμβαση εργασίας, που ακόμα κι όταν δεν τηρείται επακριβώς, όπως ήδη συνέβαινε ευρύτατα και με κάθε πρόσχημα, σε κάνει να νιώθεις πως είσαι μέρος ενός ισχυρού και στοιχειωδώς προστατευμένου όλου που, εν πάση περιπτώσει, μπορεί να αμυνθεί, μια κουκκίδα που βρίσκει νόημα μέσα στο εμείς, και όχι μια άσημη μονάδα, ανυπεράσπιστη στην αγριότητα της αγοράς, δίχως ρίζες και συνάφεια.
Μόνο που οι υπουργοί μας, από τρόμο, αδαημοσύνη ή αβουλία, χρειάστηκαν μια ολόκληρη μέρα για να θυμηθούν το Σύνταγμα· για να θυμηθούν δηλαδή και να πουν στους μέχρις απληστίας απαιτητικούς τροϊκανούς ότι τα πράγματα αυτά τα ρυθμίζει κουτσά–στραβά το Σύνταγμα της ελληνικής πολιτείας και δεν επιδέχονται αμφισβήτηση ή ροκάνισμα. Και μπορεί η Ελλάδα να έχασε ένα κομμάτι της κυριαρχίας της, και όχι μονάχα της δημοσιονομικής όπως διατείνεται ο πραγματιστής πρώτος αντιπρόεδρος της κυβερνήσεώς της, δεν έπαψε ωστόσο να είναι, τύποις, ανεξάρτητη. Και όταν πια ο πρωθυπουργός έβαλε μπροστά τη μηχανή των ηρωικών διακηρύξεων, που κανείς πια, εδώ και στο εξωτερικό, δεν της δίνει ιδιαίτερη σημασία, όταν άρχισε δηλαδή να λέει με υψωμένη τη φωνή ότι «εμείς δεν θα γίνουμε Ινδία και Μπανγκλαντές», εμείς που υποτίθεται ότι θα γινόμασταν πότε Σουηδία, πότε Δανία και πότε Φινλανδία, το ξήλωμα είχε ήδη ξεκινήσει. Γιατί όλα τα πράγματα ξηλώνονται πρώτα σε συμβολικό επίπεδο (ή «κουρεύονται», για να μιλήσουμε με την τρέχουσα ορολογία). Και, ως ταμπού, ως όριο, η εθνική συλλογική σύμβαση εργασίας δεν υπάρχει πια. Πιθανόν ούτε και το Σύνταγμα που την προέβλεπε και την προστάτευε. Κι ας τον θυμούνται τον καταστατικό μας χάρτη όποτε είναι να μας θυμίσουν τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντά μας.
Εφτακόσια πενήντα ευρώ ο κατώτατος μισθός και τριάντα τέσσερα το ημερομίσθιο. Μείον οι κρατήσεις βέβαια, που φέρνουν το μεροκάματο στο τριαντάρικο. Τριάντα επί τριακόσια σαράντα, για να επιστρέψουμε στον κόσμο της δραχμής που ποτέ δεν έφυγε από μια ακρίτσα του μυαλού μας, μας κάνει ένα δεκαχίλιαρο και κάτι ψιλά ημερησίως. Πολλά λεφτά δηλαδή, σε δραχμές πάντοτε, αν θυμηθούμε την εποχή που οι τοίχοι της Αθήνας φιλοξενούσαν συνθήματα που απαιτούσαν να γίνει «Χιλιάρικο το κατώτερο» μεροκάματο. Πολλά λεφτά, αν παραβλέψουμε το γεγονός ότι στα χέρια μας, και στην αγορά εν γένει, το ευρώ των 340,75 δραχμών έφτασε να μετράει σαν παλιό κατοστάρικο, αν όχι και λιγότερο. Ή μάλλον, δεν έφτασε με τον καιρό σ’ αυτή την αναλογία, αλλά την είχε σχεδόν εξαρχής, αφού με το καινούργιο νόμισμα χάσαμε την υλική αίσθηση του χρήματος, τη γνώση της άμεσης αντιστοίχισής του με τα πράγματα· χάσαμε δηλαδή και όση αίσθηση και γνώση είχαν μείνει μέχρι τότε αλώβητες από το πλαστικό χρήμα που είχε εισβάλει στη ζωή μας εκμαυλιστικό, καθότι «τζάμπα».
Λοιπόν, επειδή τον «οικονομικό πατριωτισμό» δεν μπορούμε να τον περιμένουμε από πουθενά αλλού, ας πούμε από αυτούς που έστειλαν ήδη τα χρήματά τους στον σκληρό δρόμο της ξενιτιάς, τέρμα οι πολυτέλειες. Τέρμα ο συβαριτισμός και η «ζωή πέρα από τα όριά μας» για την οποία μάς καταγγέλλουν οι βλοσυροί ασκητές και ερημίτες από το φτωχικότατο γυάλινο κελί τους, από τις οχτώ το βράδυ κι ύστερα. Τέρμα οι υπερβολές, αν είναι ν’ αντέξουμε μ’ αυτά τα τριάντα ευρώ ημερησίως, άντε, και με τον κουμπαρά που μας έμεινε αμανάτι από τότε που γράφαμε εκθέσεις για την «ημέρα της αποταμίευσης», που πρέπει να αποβλήθηκε πια από το σχολικό εορτολόγιο, σαν άγιος που με νεότερες έρευνες αποδείχθηκε αγύρτης.
Η εφημερίδα πρώτα, ένα ευρώ τουλάχιστον, για να μην πούμε για τα γκαστρωμένα κυριακάτικα φύλλα, στα μισά από τα οποία πρόκειται για απλό ανεμογκάστρι. Υπάρχει και το Ιντερνετ, βρε αδερφέ, για την ενημέρωση. Υπάρχουν και τα κανάλια, που όχι μόνο μάς διαφωτίζουν, αλλά από πάνω καλύπτουν και τις ανάγκες μας για ψυχαγωγία και διασκέδαση· σπολλάτη τους μάλιστα που αποφάσισαν να φορτώσουν το πρόγραμμά τους με τουρκικά σίριαλ, βοηθώντας μας έτσι να επιστρέψουμε στη συναισθηματική μας προϊστορία αλλά σε περιβάλλον χλιδής, κακόγουστης μεν, αλλά, ως προς αυτό, ελληνικότατης.
Κομμένος ως εκ τούτου και ο κινηματογράφος. Και τα βιβλία, όργανα του σατανά είναι κι αυτά, αφού μια στο τόσο μπορεί να φέρουν την απόλαυση, και η απόλαυση είναι πράγμα κακό. Κομμένο και το θέατρο, αφού σε δύο – τρία χρόνια όλο και κάποιο κανάλι θα δείξει τις φετινές επιθεωρήσεις. Και από μουσική, τα λαθραία ντιβιντί κάνουν μια χαρά τη δουλειά τους.
Α, παρεμπιπτόντως, κομμένο και το ευρώ ή το πενηντάλεπτο που δίναμε στα φανάρια, σε παιδιά που έχουν ήδη γεράσει· γιατί άμα τα μετρήσεις αυτά τα καθημερινά έξοδα της κυκλοφορίας με θρησκευτική ευλάβεια και επιστημονική αυστηρότητα, όπως έκανε ο μέγας δραχμοφύλαξ Βέγγος–κύριος Μεϊντάνης, κι άμα προσθέσεις και τα φιλοδωρηματάκια για κάθε παραγγελία, πίτσα ή σουβλάκια, ένα μεροκάματο το μήνα φεύγει για να τα ’χουμε καλά με τον εαυτό μας, δηλαδή, όπως θα έλεγε ο κ. Ρεν ή ο κ. Σόιμπλε και κάθε άλλος του οικονομικού προτεσταντισμού, φεύγει «αντιπαραγωγικά».
Τέρμα λοιπόν και οι παραγγελίες. Θα πηγαίνουμε μόνοι μας να ψωνίζουμε. Σε πακέτο. Ωστε και το κουβέρ να γλιτώνουμε και το φιλοδώρημα. Και θα περπατάμε κιόλας. Και περπατώντας θα αποφεύγουμε το κάπνισμα, οικονομικώς ανεπίτρεπτο έτσι κι αλλιώς, μια απαράδεκτη πολυτέλεια. Τέρμα και το ταβερνάκι και το τσιπουράδικο, τα τραπεζάκια έξω γενικώς, του χρόνου πάλι, ή καλύτερα μετά το 2013 «που θα βγούμε από το τούνελ»· δεν είναι τώρα καιρός για τέτοιες σπατάλες και φιλοτομαρισμούς, άσε που μετά το τρίτο – τέταρτο ποτηράκι λύνεται η γλώσσα κι αρχίζει ξεθυμαίνοντας να πυροβολεί ανενδοίαστα τις κεφαλές του έθνους που τόσο μοχθούν για τη σωτηρία της φυλής. Τέρμα και τα φροντιστήρια και οι κατεπείγουσες εξετάσεις στα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα, με δικά μας έξοδα, κι ό,τι άλλο έδινε νόημα στα φαντάσματα «δωρεάν παιδεία» και «δωρεάν υγεία».
Ναι, το κούρεμα πρέπει να το αρχίσουμε εμείς, πριν μας το επιβάλουν, και να ’ναι βαθύ. Θα πεις, κόψε κόψε δεν απομένει παρά η ζωή της αμοιβάδας, η ζωή χωρίς τους άλλους, ή μάλλον η ζωή που μετράει τους άλλους σαν ανελέητους εχθρούς. Σωστά. Αλλά, πρώτον, πρέπει να πληρώσουμε για τις ασωτίες μας, όλοι το λένε, όλοι το απαιτούν, Ευρωπαίοι επίτροποι, Αμερικανοί νομπελίστες, οίκοι αξιολόγησης, Ελληνες υπουργοί και πάσης φύσεως νομενκλάτορες. Κι ύστερα κάπως πρέπει να εναρμονιστούμε με τη στολή του κοψοχέρη, που από εκλογές σε εκλογές έφτασαν πια να τη φοράνε εννιά στους δέκα Ελληνες.
Tου Γιάννη Βαρουφάκη, από το www.protagon.gr
Κάθε Κρίση (με κάπα κεφαλαίο) είναι και ένα εργαστήριο του μέλλοντος. Πριν όμως έρθει το μέλλον, κάνουν την εμφάνισή τους διάφορα σχέδια επί χάρτου που στόχο έχουν να διαμορφώσουν το μέλλον αυτό. Παρόλο που σχεδόν πάντα τα σχέδια αυτά αποτυγχάνουν, κάποιο σημάδι αφήνει το καθένα τους στον ρου της ιστορίας. Σήμερα, στο σημερινό Δελτίο, καταγράφω τα πιο σημαντικά σχέδια για το μέλλον της ευρωζώνης. Κανένα τους δεν θα εφαρμοστεί ως έχει. Όμως, αν η ευρωζώνη επιβιώσει, το μέλλον της θα αντανακλά κάποιες από τις ιδέες που σήμερα κάνουν την εμφάνισή τους σε αυτά τα σχέδια.
Ελπίζω να μου συγχωρεθεί που θα αναφερθώ πρώτα στο δικό μας σχέδιο (το από κοινού με τον Stuart Holland). Ο λόγος δεν είναι η αυταρέσκεια, όπως πολλοί σας υποψιάζεστε, αλλά επειδή είναι το πρώτο σχέδιο που κατατέθηκε στο δημόσιο διάλογο και το οποίο λάμβανε ως δεδομένο ότι η Κρίση της ευρωζώνης δεν θα μπορούσε να ξεπεραστεί παρά μόνο με ριζικές αλλαγές των θεσμών της ΕΕ. Όταν πρωτο-παρουσιάστηκε (αρχικά εδώ και αργότερα εδώ και εδώ) είχε σκανδαλίσει η βασική μας παραδοχή: Ότι το ευρωσύστημα ήταν καταδικασμένο όσο οι ηγέτες μας επέμεναν να αντιμετωπίζουν την Κρίση ως κρίση χρέους μερικών χωρών, αντί για δομική κρίση της ευρωζώνης ολόκληρης η οποία οφείλεται στην κατάρρευση του τραπεζικού τομέα (με το δημόσιο χρέος να παίζει έναν βοηθητικό και όχι κύριο ρόλο). Χρειάστηκε να περιμένουμε μέχρι την (τοξική) Συμφωνία της 21ης του περασμένου Ιουλίου που οδήγησε, από την μία, τις Ιταλία και Ισπανία και, από την άλλη, τις γαλλογερμανικές τράπεζες, στην αγκάλη της χρεοκοπίας, καταδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο την συστημικότητα της Κρίσης και το ότι δεν αφορά μόνο μερικές υπερχρεωμένες χώρες. Από τότε έχουμε μια σειρά από σχέδια τα οποία διαφέρουν μεν από το δικό μας αλλά μοιράζονται δύο βασικές παραδοχές με αυτό: Πρώτον, η σημερινή ‘Μνημονιακή’ πορεία της ευρωζώνης [δηλαδή, η πολιτική (α) διμερών δανείων τύπου Μνημονίου-EFSF, (β) η προσπάθεια να αγνοείται ο πτωχευμένος τραπεζικός γαλλο-γερμανικός τομέας και (γ) η αυστηρή λιτότητα] οδηγεί στην επιδείνωση της Κρίσης και φέρνει πιο κοντά το τραγικό φινάλε του ευρώ. Και, δεύτερον, για να αποφευχθεί αυτό το φινάλε, απαιτείται βαθειά χειρουργική επέμβαση στους θεσμούς της ευρωζώνης που θα της ενισχύσουν τα σαθρά θεμέλια.
Η ‘Ταπεινή Πρόταση’
Δυο λόγια μόνο για την δική μας πρόταση, καθώς οι αναγνώστες του protagon δεν χρειάζονται παρά μια μικρή περίληψη της ώστε να μπορούν να την συγκρίνουν με τις εναλλακτικές που ακολουθούν: Η κεντρική ιδέα ήταν: (α) το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) να μετατραπεί σε πανευρωπαϊκό οργανισμό επιτήρησης και επανα-κεφαλαιοποιήσης των τραπεζών (αντί να δανείζει τα πτωχευμένα κράτη), καταργώντας το ξεπερασμένο καθεστώς εθνικής εποπτείας των τραπεζών και επιβάλλοντας στους τραπεζίτες αυτό που οι κυβερνήσεις μας δεν μπορούν ή δεν θέλουν να κάνουν: Να τους επιβάλλουν να δεχθούν την επανακεφαλαιοποίηση που είναι προαπαιτούμενο ώστε οι τράπεζες να πάψουν να είναι νεκροζώντανες. (β) Η ΕΚΤ να αναλάβει την αποπληρωμή του κατά Μάαστριχτ μέρους του χρέους όλων των κρατών-μελών (με παράλληλη έκδοση ευρωομολόγων, τα οποία θα αποπληρώνουν σε βάθος χρόνου και με χαμηλό επιτόκιο τα κράτη-μέλη). Και (γ) η ενεργοποίηση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων στο πλαίσιο ενός νέου New Deal για την Ευρώπη μέσω της δυνατότητας να καλύπτεται η εθνική συγχρηματοδότηση από επί πλέον εκδόσεις ευρωομολόγων (τα οποία τα κράτη μέλη, και πάλι, θα αποπληρώνουν σε βάθος χρόνου).
Ας δούμε τώρα τα πιο πολυσυζητημένα πρόσφατα εναλλακτικά σχέδια. Εκεί που όταν μιλούσαμε πέρσι για υποχρεωτική επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών σχεδόν κανείς δεν συμφωνούσε, τώρα βλέπουμε η πρόταση αυτή να είναι σχεδόν κοινός τόπος. Δύο μικρά πρόσφατα παραδείγματα: Οι Irish Times που συμφωνούν και επαυξάνουν και ο… Ομπάμα ο οποίος (σύμφωνα με την Suddeutsche Zeitung)
κατηγορεί τους Ευρωπαίους ότι άργησαν να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση. Για αυτό ίσως, όλα τα σχέδια για το ευρώ που διάβασα πρόσφατα μοιράζονται μαζί μας την εκτίμηση ότι η ευρωζώνη πρέπει, παράλληλα, να επανακεφαλαιοποιήσει τις τράπεζες και να αναδιαρθρώσει μέρος του δημόσιου χρέους της ευρωζώνης. Μιλάμε δηλαδή για πολιτικές που θα κοστίσουν τουλάχιστον €2 τρισεκατομμύρια την ώρα που το EFSF διαθέτει το πολύ €440 δισ. Αντίθετα με την δική μας λύση [που προτείνει έναν καταμερισμό εργασίας σύμφωνα με τον οποίο το EFSF θα επανακεφαλαιοποιήσει τις τράπεζες (με τα κονδύλια που έχει στην διάθεσή του) ενώ η αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους (που θα απαιτήσει τα μεγάλα ποσά) θα βασιστεί στον δανεισμό της EKT], οι νέες εναλλακτικές προτάσεις προβλέπουν κάτι πιο απλό: Έναν πακτωλό τυπωμένου χρήματος (είτε από την ΕΚΤ σε συνδυασμό με τον EFSF είτε από την ΕΚΤ σε συνδυασμό με ιδιώτες-τραπεζίτες) ο οποίος θα χρηματοδοτήσει τράπεζες και κράτη-μέλη.
Τρεις προτάσεις για EFSF-turbo
Στις 18 Αυγούστου δημοσιεύτηκε η πρόταση των Daniel Gros και Thomas Mayer με τίτλο Refinancing the EFSF via the ECB (Επανα-χρηματοδοτώντας το EFSF μέσω της ΕΚΤ). Η ουσία της πρότασης τους είναι απλή: Το EFSF διαθέτει μόνο €440 δισ τα οποία αντλεί από τις διεθνείς αγορές (από ιδιώτες) με την εγγύηση βασικά της Γερμανίας και της Γαλλίας – δηλαδή, ουσιαστικά, της Γερμανίας η οποία επ’ ουδενί δεν θέλει να ακούσει για νέες εγγυήσεις προς το EFSF. Πως λοιπόν και θα επανακεφαλαιοποιήσει τις τράπεζες και θα ‘διασώσει’ την Ιταλία και την Ισπανία το EFSF όταν κάτι τέτοιο απαιτεί τουλάχιστον €3 τρις; Η απάντηση των Gros-Mayer: Να μετατραπεί το EFSF σε τράπεζα ώστε να μπορεί να δανείζεται (με κάτι πάνω από 1%) από την ΕΚΤ, όπως κάνουν όλες οι τράπεζες. Χρησιμοποιώντας ως εχέγγυο τα κεφάλαια τα οποία διαθέτει, να μπορεί να δανειστεί χρήμα που θα τυπώσει η ΕΚΤ για να σηκώσει το βάρος των τραπεζών αλλά και των κρατών.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται μία πρόταση μετατροπής του EFSF σε ασφαλιστική εταιρεία, αντί για τράπεζα. Η βασική ιδέα προέρχεται από την άλλη μεριά του Ατλαντικού και συγκεκριμένα από τον Tim Geithner, τον Αμερικανό υπουργό οικονομικών: Σήμερα, στα έγκατα της μαύρης τρύπας, οι επενδυτές φοβούνται να αγοράσουν ιταλικά, π.χ., ομόλογα επειδή φοβούνται ότι θα χάσουν ένα, π.χ., 30% της αξίας των ομολόγων αυτών σε περίπτωση που η Ιταλία δεν μπορεί να αποπληρώσει τα χρέη της. Το EFSF, σύμφωνα με την πρόταση αυτή, δεν θα δανείζει στην Ιταλία αλλά θα εγγυάται τις όποιες απώλειες θα έχει ο αγοραστής των ιταλικών ομολόγων. Έτσι, τα €440 δισ που διαθέτει, με επί πλέον εγγυήσεις χρηματοδότησης της ΕΚΤ (σε περίπτωση μεγάλων απωλειών των ομολογιούχων), θα μπορέσουν να βοηθήσουν την Ιταλία να αντιμετωπίσει το πρόβλημα επαναχρηματοδότησης όγκου χρέους πολύ μεγαλύτερου των κονδυλίων που διαθέτει το EFSF.
Μια πιο τεχνική λύση προτάθηκε από τον George Soros στην Financial Times: Όπως προτείνουμε κι εμείς πριν καιρό, συμφωνεί ότι το EFSF θα πρέπει να ασχοληθεί μόνο με την επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Για το δημόσιο χρέος όμως έχει την εξής ιδέα: Την δημιουργία ενός μηχανισμού στην ΕΚΤ που θα επιτρέπει στις χώρες-μέλη να εκδίδουν ομόλογα πολύ μικρής διάρκειας με χαμηλά επιτόκια τα οποία θα επιδοτεί η ΕΚΤ έως ότου η ευρωζώνη καταφέρει να ξαναγράψει την Συνθήκη της Λισαβόνας, μετατρεπόμενη σε Ομοσπονδία, δημιουργώντας Ομόσπονδο Υπουργείο Οικονομικών και, βέβαια, δρομολογώντας το ευρωομόλογο που θα εγγυώνται όλες οι χώρες από κοινού.
Ένα νέο CDO (στο τετράγωνο) από την ίδια την ευρωζώνη
Η πιο ‘ενδιαφέρουσα’ πρόταση από αυτές που διάβασα τελευταία προέρχεται από το Euronomics Group το οποίο, πολύ μπερδεμένα, κάνει μια απλή πρόταση: Την δημιουργία νέων δομημένων ομολόγων (CDO) χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη τα ομόλογα των κρατών της ευρωζώνης, αυτά που σήμερα εκδίδει το EFSF για να χρηματοδοτεί τις πτωχευμένες χώρες, καθώς και νέα δάνεια ιδιωτών που θέλουν να συμμετέχουν στην δημιουργία μιας νέας σειράς δομημένων (δηλαδή τοξικών) ομολόγων σε συνεργασία αυτή την φορά με την ευρωζώνη και την ΕΚΤ. Κινητήριος δύναμη αυτής της νέας αγοράς δομημένων θα είναι, πάντα σύμφωνα με τους συγγραφείς της πρότασης, η απόφαση της ΕΚΤ να αποδέχεται τα δομημένα αυτά ομόλογα ως εχέγγυα από όποιον της τα παρουσιάζει για να ζητήσει δάνεια από την ΕΚΤ (συμπεριλαμβανομένων βεβαίως των υπό πτώχευση τραπεζών και κρατών-μελών). Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι όπως η Lehman Bros έπαιρναν τα χρέη των φτωχών Αμερικανών, τα έκοβε κομματάκια, τα συνέραπτε ξανά δομώντας έτσι τοξικά παράγωγα, έτσι μας λένε ότι πρέπει να κάνει και η ευρωζώνη χτίζοντας μια νέα γιγάντια τοξική πυραμίδα στις πλάτες της ΕΚΤ με σκοπό να… λύσει το πρόβλημα της Κρίσης του ευρώ. Και δεν είναι μόνο ότι προτείνουν την δημιουργία δομημένων CDO. Ακόμα χειρότερα, αν έχω δίκιο ότι το EFSF είναι από μόνο του δομημένο ως ένα CDO, τότε οι κύριοι αυτοί προτείνουν στην ευρωζώνη και στην ΕΚΤ να δομήσουν ένα CDO πάνω σε ένα άλλο CDO. Ένα CDO στο τετράγωνο. Ωραία!
Οι φεντεραλιστές
Μέσα στον πανικό, λογικό ήταν να υψωθούν και οι φωνές εκείνων οι οποίοι κρίνουν πως η μόνη λύση, η μοναδική κίνηση που μπορεί να αποτρέψει την κατάρρευση του ευρώ, είναι η ομοσπονδοποίηση της ευρωζώνης. Π.χ. ο Guy Verhofstadt, ο οποίος προσυπογράφει και την δική μας πρόταση, σε άρθρο του στην Financial Times δηλώνει πως έχει μεγάλη σημασία να δοθεί στους ευρωπαίους πολίτες μια ελπίδα – μια νέα κατευθυντήρια γραμμή που να οδηγεί στην Ομοσπονδία το γρηγορότερο δυνατόν. Αυτό που τον ενδιαφέρει πάνω από όλα είναι οι ηγέτες του σκληρού πυρήνα να ταχθούν, έστω και στα λόγια, υπέρ της Ομοσπονδίας για να αποκτήσει εν μέσω κρίσης η ευρωζώνη, επί τέλους, ένα όραμα. Δεν εξηγεί τι θα γίνει στο μεσοδιάστημα, που μπορεί να πάρει και δεκαετίες έως ότου ολοκληρωθεί η όποια ομοσπονδοποίηση. Αυτό το κενό ήρθε να καλύψει ο George Soros με την μεσοπρόθεσμη τεχνική λύση που ήδη παρουσιάστηκε πιο πάνω.
Κριτική
Όλες οι ιδέες παραπάνω, επί του πρακτέου, δεν είναι τίποτα άλλο από τεχνάσματα (με εξαίρεση την θέση του Verhofstadt) που στόχο έχουν έναν: Πως να επιτρέψουν στην ΕΚΤ να τυπώσει το χρήμα που απαιτείται για να χρηματοδοτηθεί τόσο η μαύρη τρύπα των γαλλο-γερμανικών τραπεζών (που δεν είχαν προβλεφθεί ως υποψήφιοι ‘πελάτες’ του EFSF) όσο και το δημόσιο χρέος χωρών όπως η Ιταλία, η Ισπανία και το Βέλγιο (χωρών που ούτε κι αυτές είχαν προβλεφθεί ποτέ ως ‘πελάτες’ του EFSF). Η μετατροπή του EFSF, π.χ. σε τράπεζα, δεν είναι παρά ένα φθηνό τρυκ για να αναγκαστεί η ΕΚΤ να κόψει χρήμα που θα δοθεί στις τράπεζες και στα κράτη. Το ίδιο και η μετατροπή του σε ασφαλιστική εταιρεία – κάτι που θα καθιστούσε το EFSF στην AIG της Ευρώπης. Να το πω απλά: Οι Γερμανοί δεν θα ενδώσουν. Αρνούνται να λυθεί η Κρίση με την κοπή χρήματος από την ΕΚΤ και δεν είναι αρκετά ανόητοι να δεχθούν το ίδιο πράγμα σε διαφορετικό περιτύλιγμα, όσο απαστράπτον κι αν είναι αυτό.
Η πρόταση όμως, από τις προηγηθείσες, που βγάζει μάτι είναι εκείνη που ζητά από την ευρωζώνη να βάλει όλα τις τα αυγά σε ένα CDO, να αυτο-μετατραπεί σε ένα τοξικό παράγωγο το οποίο να εγγυηθεί η… ΕΚΤ. Μια Κρίση που ξεκίνησε από αυτά τα παράγωγα να λυθεί, λένε οι συγκεκριμένοι συγγραφείς, μετατρέποντας όλη την ευρωζώνη σε ένα γιγαντιαίο παράγωγο της ίδιας ακριβώς ένοχης αρχιτεκτονικής – για να μην πω ακόμα πιο τοξικής (καθώς πρόκειται, όπως εξήγησα, για CDO στο τετράγωνο).
Κλείνω με μια σύγκριση με την δική μας ‘Ταπεινή Πρόταση’. Ποια είναι η ειδοποιός διαφορά της από τις υπόλοιπες; Είναι διττή. Πρώτον, ενώ όλες οι εναλλακτικές που προανέφερα ουσιαστικά ζητούν από την ΕΚΤ να τυπώσει χρήμα, εμείς προτείνουμε κάτι εντελώς διαφορετικό: Η ΕΚΤ να δανειστεί χρήμα από ιδιώτες για να εξυπηρετήσει ένα μέρος (το κατά Μάαστριχτ νόμιμο μέρος) του χρέους όλης της ευρωζώνης καθιστώντας υπεύθυνα για την αποπληρωμή αυτών των χρεών το κάθε κράτος-μέλος ανάλογα με τα οφέλη του από αυτήν την εξυπηρέτηση. Δεύτερον, η δημιουργία αυτού του νέου διεθνούς χρέους της ΕΚΤ, δηλαδή ομολόγων έκδοσης της ΕΚΤ, έχει μια σημαντική αναπτυξιακή διάσταση που λείπει παντελώς από τις εναλλακτικές προτάσεις: Πέραν της έκδοσης δικών της ομολόγων για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους της ευρωζώνης, η ΕΚΤ μπορεί κάλλιστα να εκδίδει επί πλέον αναπτυξιακά ομόλογα σε συνδυασμό με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων ώστε να χρηματοδοτηθεί το νέο New Deal που έχει τόσο ανάγκη ολόκληρη η Ευρωπαϊκή ήπειρος.