Περί κρίσης
Μέγιστη αφροσύνη
Του Γιάννη Βαρουφάκη, από το www.protagon.gr
Ποτέ δεν πρέπει να λέμε όχι από αντίδραση. Όχι λέμε μόνο (ιδίως στους ισχυρούς) όταν έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι ένα ναι θα φέρει μεγαλύτερα δεινά. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, η Ελλάδα έπρεπε να πει όχι στην ‘Συμφωνία’ της Οκτωβριανής Συνόδου. Επειδή ήταν μια συμφωνία δήθεν που, αν και γιορτάστηκε εντός και εκτός ως ‘λύση’, στην πραγματικότητα σπρώχνει το ευρώ και την Ελλάδα πιο βαθειά στο τέλμα.
Το όχι εκείνο, όπως έγραφα την ώρα που έκλεινε εκείνη η ‘Συμφωνία’, έπρεπε να ειπωθεί από το στόμα του πρωθυπουργού της χώρας. Στις Βρυξέλλες. Εντός της Συνόδου. Έτσι ώστε να μην υπάρξει κοινό ανακοινωθέν και οι συζητήσεις να συνεχίζονται έως ότου προκύψει μια πραγματική λύση της Κρίσης του ευρω-συστήματος. Σε ένα μήνα, σε δύο, σε όσο καιρό χρειαζόταν. Αντ’ αυτού του όχι, ο πρωθυπουργός άλλη μια φορά υπερθεμάτισε για ένα πακέτο τριών ανόητων μέτρων που ζημιώνουν Ελλάδα και Ευρώπη (βλ. πιο κάτω το παράρτημα με την σχετική ανάλυση).
Με ρωτούν πολλοί: Δεν είναι καλό που, έστω και τώρα, ο πρωθυπουργός έδωσε την δυνατότητα στους πολίτες να πουν το μεγάλο όχι που εκείνος δείλιασε να πει; Απαντώ αρνητικά. Ο κ. Παπανδρέου απλώς προσέθεσε άλλο ένα σφάλμα στην ακολουθία σφαλμάτων που θα στιγματίσουν την πρωθυπουργική του πορεία. Εξηγώ: Με την επιστροφή του από τις Βρυξέλλες (ακριβώς όπως είχε κάνει τόσο τον Μάρτιο όσο και τον Ιούλιο) ο πρωθυπουργός παρουσίασε στον ελληνικό την ‘Συμφωνία’ που επετεύχθη ως μια καλή εξέλιξη – μια χαρμόσυνη είδηση. Ζήτησε εύσημα για την διαπραγματευτική επιτυχία του ιδίου και του επιτελείου του. Διατυμπάνισε ότι η Ελλάδα μπορεί να ανασαίνει πλέον ευκολότερα, καθώς απεμπόλησε ένα σημαντικό μέρος του δημόσιου χρέους. Λίγο-πολύ, είπε ό,τι είχε πει και την 25η του περασμένου Μαρτίου, τότε που κατά την επιστροφή του από την Εσπερία δήλωνε: “Η Ευρώπη έπραξε το καθήκον της. Τώρα εμείς μπορούμε να κάνουμε αυτό που πρέπει για την χώρα.” Τα ίδια που είχε πει και μετά την 21η Ιουλίου.
Από την στιγμή που και συνυπέγραψε την πρόσφατη Συμφωνία και την παρουσίασε ως ‘Λύση’, ο κ. Παπανδρέου δεν έχει το ηθικό δικαίωμα απέναντι στους Ευρωπαίους να αρνηθεί τους βασικούς της άξονες. Παράλληλα, το να ισχυριστεί ότι ανακοίνωσε το δημοψήφισμα ώστε να αυξήσει την διαπραγματευτική του ικανότητα απέναντι στους ευρωπαίους ως προς τις λεπτομέρειες της ‘Συμφωνίας’ (που θα αποφασιστούν εντός των προσεχών εβδομάδων) αποτελεί μέγιστη αφροσύνη: Δεν θέτεις μια συμφωνία που συνυπέγραψες, και την οποία λες ότι πιστεύεις, υπό συνολική αμφισβήτηση για να πετύχεις κάποιες βελτιώσεις στις λεπτομέρειες. Είτε διαφωνείς με τους κεντρικούς άξονες της ‘Συμφωνίας’, οπότε λες όχι εντός της Συνόδου, είτε συμφωνείς, οπότε δεν κηρύσσεις δημοψήφισμα μήνες μετά. Κι αν αυτό που αποζητάς είναι πολιτική νομιμοποίηση, τότε κηρύσσεις εκλογές.
Εν συντομία, ο πρωθυπουργός αφήνει να εννοηθεί ότι ανακοίνωσε το δημοψήφισμα για να ενισχυθεί η διαπραγματευτική ισχύς της Ελλάδας στις επερχόμενες διαβουλεύσεις επί των λεπτομερειών της ‘Συμφωνίας’. Ότι με την απειλή του λαϊκού ‘όχι’ θα πετύχει καλύτερους όρους για την χώρα. Ότι το δημοψήφισμα αποτελεί εργαλείο για να εκμαιεύσει υποχωρήσεις από τους ξένους. Τίποτα από αυτά δεν ισχύει. Απολύτως τίποτα.
Ο κ. Παπανδρέου δεν χρησιμοποιεί το δημοψήφισμα ως διαπραγματευτικό χαρτί εναντίον της κας Μέρκελ (αυτό μπορούσε να το κάνει χωρίς δημοψήφισμα απειλώντας με ένα δικό του όχι εντός της Συνόδου) αλλά στο εσωτερικό της χώρας. Αρχικά, ως διαπραγματευτικό χαρτί απέναντι στους βουλευτές του, στους οποίους ουσιαστικά λέει: “Ξαναστηρίξτε με, αγνοώντας την λαϊκή κατακραυγή, μιας και έχω εξασφαλίσει το δικαίωμα στον λαό να μιλήσει μόνος του σε δυο-τρεις μήνες.” Και τότε, όταν θα έρθει η ώρα του δημοψηφίσματος, ο κ. Παπανδρέου θα πει σε εμάς τους πολίτες: “Είτε λέτε ναι στην Συμφωνία που σας έφερα είτε επιλέγετε μια Ελλάδα εκτός Ευρώπης.”
Τα ψέμματα όμως έχουν πάντα ένα τέλος.
Κύριε Παπανδρέου, σφάλατε κατ’ εξακολούθηση σε όλη την διάρκεια της Κρίσης.
• Αποδεχθήκατε μια δανειακή συμφωνία, τον Μάη του 2010, που κανείς σώφρων δεν θα αποδεχόταν, παρουσιάζοντάς την μάλιστα ως την μοναδική εναλλακτική της καταστροφής.
• Προσθέσατε, όπως ο Macbeth, το ένα εγκληματικό λάθος στο άλλο και, κάθε φορά, το παρουσιάζατε ως ‘λύση’, ‘επιτυχία’, ‘ελπίδα’ την ώρα που η βάθαινε τόσο η εθνική όσο και η προσωπική σας τραγωδία
• Τώρα, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να παρατείνετε την παραμονή σας στην πρωθυπουργία, δεν διστάζετε να διακινδυνεύσετε την ευρωπαϊκή θέση της χώρας, θέτοντας τον ελληνικό λαό προ του διλήμματος: Είτε ψηφίζεις ‘ναι’ στο δημοψήφισμα είτε εγκαταλείπουμε την Ευρώπη.
Φτάνει πια. Αρκετή ζημιά κάνατε. Ήρθε η ώρα της παραίτησης όσο υπάρχει ακόμα καιρός. Καιρός να μην προστεθεί στις επιπτώσεις των δικών σας αποτυχιών, πέραν της οικονομικής κατάρρευσης, και η απομάκρυνση της χώρας από την Ευρώπη.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: Οι λόγοι που η Ελλάδα, δια στόματος πρωθυπουργού, έπρεπε να έχει ασκήσει βέτο στην τελευταία ‘Συμφωνία’
Τρεις ήταν οι άξονές της: (1) Ελληνικό χρέος, (2) Χρηματοδότηση Ιταλίας-Ισπανίας μέσω ενός ενισχυμένου EFSF, (3) Επανακεφαλαιοποίηση των ευρωπαϊκών τραπεζών. Ας δούμε γιατί η Συμφωνία στην οποία κατέληξαν ήταν απαράδεκτη και ως προς τους τρεις αυτούς άξονες.
(1) Ελληνικό χρέος
Το μεγάλο σφάλμα της ΕΕ είναι η επιμονή της να μην χαρακτηριστεί ως ‘πιστωτικό γεγονός’ το κούρεμα των προ του Μαΐου 2010 ομολόγων. Το σκεπτικό είναι ότι ένα τέτοιο ‘γεγονός’ θα πυροδοτήσει τα ασφάλιστρα CDS με αποτέλεσμα (α) να κερδίσουν οι κερδοσκόποι που τα αγόρασαν, και (β) να χάσουν κι άλλα οι τράπεζες που τα εξέδωσαν. Ανοησίες! Οι κερδοσκόποι έχουν πιο πολλά να κερδίσουν αν δεν πυροδοτηθούν τα CDS. Από την περασμένη εβδομάδα, hedge funds αγοράζουν σωρηδόν ελληνικά ομόλογα (με έκπτωση 60% από την ονομαστική τους αξία) τα οποία λήγουν τα επόμενα δύο χρόνια. Γιατί; Επειδή η Συμφωνία επιμένει ότι το κούρεμα είναι εθελοντικό (ώστε να μη αποτελεί ‘πιστωτικό γεγονός’). Τα hedge funds αυτά αγοράζουν με σκοπό να απαιτήσουν να πληρωθούν και την τελευταία δεκάρα απειλώντας ότι, διαφορετικά, θα προσφύγουν στην ISDA (την επιτροπή στην Ελβετία που αποφασίζει πότε έγινε ‘πιστωτικό γεγονός’) η οποία, θέλοντας και μη, θα αναγκαστεί να πυροδοτήσει τα CDS. Αν τους “βγει”, θα έχουν αποδόσεις πάνω από 120%. Ποιος είπε λοιπόν ότι η πυροδότηση των CDS ωφελεί τους κερδοσκόπους; Το αντίθετο συμβαίνει. Αν η ΕΕ απεμπολούσε την φοβία για την πυροδότηση των CDS, θα επέλεγε ένα υποχρεωτικό κούρεμα της τάξης του 80%, θα επέτρεπε στις τράπεζες που έχουν αγοράσει CDS να επωφεληθούν από την ασφάλεια που αυτά τους παρέχουν, τα hedge funds θα έχαναν τα στοιχήματά τους και, το πιο σημαντικό, δεν θα ζητούσαν οι ευρωπαίοι από την Ελλάδα €30 δισ σε δωράκια για τους τραπεζίτες ώστε οι τελευταίοι να αποδεχθούν να προσποιούνται ότι το κούρεμα του 50% θα είναι εθελοντικό.
Συνεπώς, το ελάχιστο που έπρεπε να απαιτήσει ο κ. Παπανδρέου στις Βρυξέλλες ήταν η υποχρεωτικότητα του κουρέματος, η μεγαλύτερη έκτασή του (τουλάχιστον 70%), η πυροδότηση των CDS, και η συμμετοχή στο κούρεμα και των ομολόγων που κατέχει η ΕΚΤ. Επί πλέον, έπρεπε να μπει στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης η παράλληλη ενίσχυση της ελληνικής οικονομίας με επενδυτικό πρόγραμμα της τάξης του 10% του ΑΕΠ της χώρας. Γιατί αν η Ευρώπη ενδιαφέρεται πραγματικά για το ποσοστό χρέους μας το έτος 2020 θα πρέπει όχι μόνο να ελαφρύνει τον αριθμητή του κλάσματος (το χρέος) αλλά και να ενισχύσει τον παρονομαστή του (το ΑΕΠ).
(2) Χρηματοδότηση Ιταλίας-Ισπανίας μέσω ενός ενισχυμένου EFSF
Δώστε βάση σε τι συμφωνήσαμε ως προς αυτό το ακανθώδες ζήτημα, από το οποίο βέβαια εξαρτώνται όλα τα της χώρας μας σενάρια (καθώς τα πάντα είναι στον αέρα, ως προς την Ελλάδα, ενόσω Ιταλία και Ισπανία καταρρέουν): Συμφωνήσαμε να προσπαθήσουμε να καλύψουμε μια τρύπα των €3000 δισ με ένα ποσό των €250 δισ (τόσα έχουν απομείνει στα ταμεία του EFSF μετά από τα πακέτα διάσωσης Ιρλανδίας και Πορτογαλίας). Πως γίνεται αυτό; Αποφασίσαμε, λέει, το EFSF να δανειστεί από ιδιώτες €5 για κάθε €1 που διαθέτει. Έτσι, τα €250 δισ για γίνουν πάνω από €1000 δισ. Και επειδή αυτά δεν φτάνουν για να καλυφθεί η τρύπα των €3000 δισ που είναι το χρέος της Ιταλίας και της Ισπανίας, συμφωνήσαμε ότι, αντί να τους δανείζει το EFSF (όπως κάνει στην Ιρλανδία, ή όπως η τρόικα δάνεισε εμάς), θα κάνουμε το εξής πανέξυπνο: Θα βάλουμε τους ιδιώτες να δανείζουν τις δύο αυτές χώρες και το EFSF θα τους ασφαλίζει σε περίπτωση έως και 20% κουρέματος. Τέλειο;
Κοιτάξτε τώρα να δείτε πόσο γελοία είναι όλα αυτά. Πρώτον, το EFSF ουσιαστικά θα εκδίδει ασφαλιστήρια τύπου CDS για να ασφαλίζει τους νέους ομολογιούχους της Ιταλίας και της Ισπανίας. Ποιοι θα το κάνουν αυτό; Οι ίδιοι οι ευρωπαίοι που μόλις τώρα επέβαλαν στους ομολογιούχους του ελληνικού χρέους ‘εθελοντικό’ κούρεμα 50% στερώντας τους παράλληλα το δικαίωμα να εξαργυρώσουν τα ασφάλιστρα CDS που είχαν αγοράσει! Γιατί να πιστέψουν το EFSF οι ιδιώτες που σκέφτονται να αγοράσουν Ιταλικά ομόλογα ότι η Ευρώπη δεν θα τους την φέρει, σε μια δύσκολη στιγμή, όπως συνέβη με τους κατόχους των CDS επί των ελληνικών ομολόγων; Δεύτερον, η Ευρώπη ουσιαστικά ζητά από τους ιδιώτες να την δανείσουν δύο φορές. Μία φορά να δανείσουν το EFSF, ώστε αυτό να εκδώσει ασφαλιστήρια για τα Ιταλο-ισπανικά ομόλογα. Και μια δεύτερη φορά αγοράζοντας αυτά τα Ιταλο-ισπανικά ομόλογα! Τρίτον, και φαρμακερότερον: Από τα €250 δισ εναπομείναντα διαθέσιμα του EFSF, στην βάση των οποίων θα αποζητηθούν δανεικά από τους ιδιώτες για να ασφαλιστούν τα Ιταλο-ισπανικά ομόλογα, ποιες χώρες νομίζετε ότι τα έχουν εγγυηθεί ως επί το πλείστον (αυτά τα €250 δισ); Θα με πιστέψετε αν σας απαντήσω ότι τα εγγυώνται η… Ιταλία και η Ισπανία; Στο λόγο της τιμής μου. Αυτή είναι η λύση που ενέκριναν οι ηγέτες μας την περασμένη εβδομάδα ως προς Ιταλία και Ισπανία. Να τους χαιρόμαστε.
(3) Επανακεφαλαιοποίηση των ευρωπαϊκών τραπεζών
Αυτός είναι ο άξονας όπου η διαπλοκή υπερτερεί της ανοησίας. Η ‘λύση’ που προκρίθηκε παρουσιάζεται μεν ως επανακεφαλαιοποίηση αλλά στην ουσία δεν είναι τίποτα άλλο από άλλο ένα φύλο συκής ώστε να μην γίνει επανακεφαλαιοποίηση. Οι τραπεζίτες, εάν τους αφήσεις να προχωρήσουν κατά το δοκούν, δεν έχουν κανένα σκοπό να λάβουν κεφάλαια από το ευρωπαϊκό δημόσιο. Δεν χρειάζεται! Έλαβαν το πράσινο φως να τραβήξουν το ζήτημα για έναν ολόκληρο χρόνο χωρίς να κάνουν τίποτα το ουσιαστικό. Κι αν κάνουν κάτι, εις βάρος της πραγματικής οικονομίας θα είναι. Γιατί; Επειδή ο όρος που τους επιβάλλεται είναι να φτάσει στο 9% το ποσοστό κεφαλαίων (ως προς τα ανοίγματά τους). Αντί λοιπόν να δεχθούν κεφάλαια από το EFSF (με αντάλλαγμα μετοχές που θα περάσουν στο ευρωπαϊκό δημόσιο) ώστε να πάψουν να λειτουργούν ως ζόμπι, θα προτιμήσουν να μειώσουν τα ανοίγματά τους – θα δανείζουν ακόμα λιγότερο τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Ακριβώς αυτό που χρειάζεται η ευρωπαϊκή οικονομία!
Από τα παραπάνω είναι υπεράνω οποιασδήποτε αμφισβήτησης το συμπέρασμα ότι ο πρωθυπουργός της Ελλάδας είχε ιερή υποχρέωση να πει όχι σε αυτήν τη ‘Συμφωνία’ στις Βρυξέλλες, εξηγώντας στους εταίρους μας (βλ. τους παραπάνω λόγους) γιατί όποιος αγαπά την Ευρώπη δεν μπορεί να συνυπογράφει αυτές τις ανοησίες. Όχι να πει ‘ναι’ εκεί και πετάξει το μπαλάκι σε έναν διχασμένο και θυμωμένο λαό στον οποίο θα πουν ότι ένα ‘όχι’ σημαίνει έξοδο από την Ευρώπη.
————————————————————-
Tου Κωστα Καλλιτση
Η δημιουργία του ευρώ ήταν παράγωγο ενός μεγάλου οράματος για μια ισχυρή Ευρώπη ευημερίας, ειρήνης, αλληλεγγύης. Η ιδέα ωρίμασε μέσα από δύο φριχτούς ευρωπαϊκούς διχασμούς. Η αλαζονεία της δύναμης επί Μπίσμαρκ έφερε τον πρώτο. Η αλαζονεία των νικητών (όπως είχε προβλέψει ο Κέινς) επώασε τον δεύτερο. Η ενοποίηση της Ευρώπης θα απέτρεπε έναν τρίτο.
Τα πρώτα βήματα έγιναν στη 10ετία του 1950 – καθώς άρχιζε να ορθώνεται από τις στάχτες η Δυτική Γερμανία. Το μεγάλο βήμα συνδυάστηκε με την ενοποίηση των δύο γερμανικών κρατών στην ενιαία Γερμανία. Ηταν το ευρώ. Ως το πιστοποιητικό της ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας από τις ΗΠΑ. Ως ο ισχυρός ανταγωνιστής του δολαρίου στον διεθνή στίβο. Που θα έφερνε ευημερία, μηδενίζοντας τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Θα ενσωμάτωνε στην ευρωπαϊκή κοινότητα τις βλέψεις της ενιαίας Γερμανίας και θα οδηγούσε στην πολιτική ενοποίηση μέσα από τον δίαυλο της γαλλογερμανικής συνεννόησης.
Γι’ αυτόν τον σκοπό συνεργάστηκαν ο Σαρλ ντε Γκωλ και ο Κόνραντ Αντενάουερ. Ο Ζορζ Πομπιντού και ο Βίλι Μπραντ. Ο Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν και ο Χέλμουτ Σμιτ. Ο Φρανσουά Μιτεράν και ο Χέλμουτ Κολ. Ο Ζακ Σιράκ και ο Γκέρχαρντ Σρέντερ. Σήμερα, το ευρώ συγκλονίζεται. Το μεγάλο πολιτικό σχέδιο απειλείται. Το ερώτημα πλανάται: Μήπως, ο Νικολά Σαρκοζί και η Αγκελα Μέρκελ αποδειχτούν οι νεκροθάφτες του; Οι ηγεσίες εμφανίζονται ανεπαρκείς. Εγκλωβισμένες στις παγίδες του λαϊκισμού και του εθνικισμού. Αγκυλωμένες σε νεοσυντηρητικά ιδεολογήματα, πειθήνιες στους γυρολόγους των αγορών και τους χρυσούς χορηγούς τους. Αλλοτε ωσεί παρούσες. Αλλοτε ασθμαίνουσες πίσω από τις αγορές, με ακτιβισμό χωρίς σχέδιο. Ενισχύουν τις αμφιβολίες αν η Πολιτική μπορεί να αντιμετωπίσει την Οικονομία, αν οι κεντρομόλες ευρωπαϊκές δυνάμεις υπερτερούν των κεντρόφυγων. Και διαβρώνουν την εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων στην ισχύ των δημοκρατικών θεσμών και στη χρησιμότητα της Ενωσης.
Διαδοχικές Σύνοδοι Κορυφής οδηγούν στο χειρότερο, καθώς αποδεικνύονται ανίκανες να λάβουν τολμηρές αποφάσεις. Αποκορύφωμα, το δράμα των ημερών. Οφειλαν, σήμερα, να λύσουν τρία προβλήματα: Την ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), την επανακεφαλαιοποίηση των ευρωπαϊκών τραπεζών και τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Αλλά είναι αμφίβολο αν θα μπορέσουν να τα λύσουν, έστω την ερχόμενη Τετάρτη. Η κρίση κτυπά την πόρτα της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Γαλλίας. Την Ελλάδα μπορούν να τη σώσουν – αν θέλουν. Για τους επόμενους, απαιτούνται γενναίες πολιτικές. Θα υπάρξουν;
Το θέμα δεν είναι τεχνικό. Αν υπάρχει η πολιτική βούληση, τα τεχνικά προβλήματα επιλύονται – έτσι προχώρησε η ενοποίηση. Το θέμα είναι οι προτεραιότητες. Αν παραμένει προτεραιότητα η Ενωμένη Ευρώπη. Ή, αν εγκαταλείπεται -και καταγραφεί η τελευταία 50ετία ως βραχύβια παρένθεση στη μακραίωνη ιστορία των μεγάλων, δραματικών ευρωπαϊκών διχασμών.
Γιατί, αν καταστραφεί το ευρώ, η Ευρώπη δεν πρόκειται να επανέλθει σε κάποιο προηγούμενο επίπεδο συνεργασίας. Δεν θα επανέλθει στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Αγορά του 1986. Ούτε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή του 1967. Ούτε στη Συνθήκη της Ρώμης του 1957. Ούτε, βεβαίως, στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ανθρακα και Χάλυβα του 1951 ή την Ευρωπαϊκή Ενωση Πληρωμών του 1950. Δίχτυ ασφαλείας δεν υπάρχει. Η καταστροφή του ευρώ θα έσυρε την Ευρώπη σε νέο διχασμό. Ο οποίος, σε συνθήκες προϊούσας φτώχειας και μεταφοράς της παραγωγής του πλούτου στην Ασία και τον Νότο, ενέχει απρόβλεπτους κινδύνους. Και για τη Δημοκρατία και για την ειρήνη.
Spiegel: “Οι Έλληνες αν θέλουν μας παίρνουν και τα σώβρακα”
Η Γερμανία έζησε τις μεγαλύτερες χρεοκοπίες της νεότερης ιστορίας. Την σημερινή οικονομική ανεξαρτησία της και τη θέση της ως Διδασκάλου της Ευρώπης την χρωστάει στις ΗΠΑ, οι οποίες μετά τον Α’ αλλά και Β’ Παγκόσμιο πόλεμο παραιτήθηκαν από το δικαίωμα τους για τεράστια χρηματικά ποσά. Αυτό δεν το θυμάται όμως κανείς.
(Ακολουθούν αποσπάσματα από τη συνέντευξη που παραχώρησε ο καθηγητής Ιστορίας της Οικονομίας Albrecht Ritsch, Wirtschaftshistoriker στο Γερμανικό περιοδικό Spiegel).
Η δημοκρατία της Βαϊμάρης κατόρθωσε να επιζήσει από το 1924 μέχρι 1929 αποκλειστικά με δανεικά, τα δε χρήματα για τις αποζημιώσεις του Α’ Παγκοσμιου πολέμου δανείστηκε από τις ΗΠΑ. Αυτη η “δανειακή Πυραμίδα” κατέρρευσε με την κρίση του 1931. Τα χρήματα των δανείων των ΗΠΑ είχαν εξαφανιστεί, η ζημιά για τις ΗΠΑ τεράστια, οι συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία καταστροφικές.
Το ίδιο και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Αμερική τότε φρόντισε να μην θέσει κανείς από τους συμμάχους αξιώσεις για αποζημίωση. Εκτός από μερικές εξαιρέσεις, ματαιώθηκαν όλες οι αξιώσεις μέχρι μια μελλοντική επανένωση των Γερμανιών (ανατολικής και δυτικής). Αυτό ήταν πολύ ζωτικό για την Γερμανία, ήταν στην ουσία η οικονομική βάση του γερμανικού μεταπολεμικού θαύματος. Αλλά παράλληλα, τα θύματα της γερμανικής κατοχής ήταν αναγκασμένα να αποποιηθούν τα δικαιώματα τους για αποζημίωση, μεταξύ αυτών και οι Έλληνες.
Αναλογικά με την οικονομική επιφάνεια που είχαν οι ΗΠΑ κατά την εποχή εκείνη, τα γερμανικά χρέη της δεκαετίας του 30 ισοδυναμούν με το κόστος της κρίσης του 2008. Συγκριτικά, λοιπόν, τα χρέη της Ελλάδας είναι μηδαμινά. Σε σχέση με την οικονομική επιφάνεια της χώρας, η Γερμανία είναι ο μεγαλύτερος αμαρτωλός του 20ου αιώνα και πιθανόν της νεότερης οικονομικής ιστορίας.
Ήδη Ελλάδα παίζει ένα δευτερεύοντα ρόλο. Υπάρχει, βέβαια, το πρόβλημα του κινδύνου της μετάδοσης της κρίσης στις γνωστές ευρωπαϊκές χώρες.
Τον τελευταίο αιώνα η Γερμανία έχει χρεοκοπήσει τουλάχιστον τρεις φορές. Μετά την τελευταία στάση πληρωμών στη δεκαετία του ’30, ανακουφίστηκεαπό τις ΗΠΑ με μια μείωση χρεών, η αλλιώς ένα “haircut”, που ισοδυναμεί με ένα μεγαλόπρεπο Afro-Look που μετατρέπεται σε φαλάκρα. Από τότε κρατάει η χώρα την οικονομική λάμψη της, ενώ οι υπόλοιποι ευρωπαίοι δούλευαν σαν τα σκυλιά για να ορθοποδήσουν από τις καταστροφές του πολέμου και τη γερμανική κατοχή. Κι ακόμη το 1990 είχαμε επίσης μια στάση πληρωμών.
Ο τότε καγκελάριος Kohl αρνήθηκε να υλοποιήσει τη Συμφωνία του Λονδίνου, του 1953. Η συμφωνία έλεγε ότι οι γερμανικές πολεμικές αποζημιώσεις στην περίπτωση της επανένωσης των Γερμανίων θα πρέπει να τεθούν υπό επαναδιαπραγμάτευση. Η Γερμάνια όμως δεν πλήρωσε αποζημιώσεις μετά το 1990 (εκτός πολύ λίγων) ούτε τα αναγκαστικά δανεια, ούτε τα έξοδα κατοχής. Η Ελλάδα είναι ένα από τα κράτη, που δεν πήραν δεκάρα.
Ακόμη κι αν ενα κράτος δεν είναι εκατό τα εκατό ανίκανο να ικανοποιήσει τους πιστωτές του, μπορεί να είναι υπό χρεοκοπία. Ακριβώς όπως στην περίπτωση της Γερμανίας τη δεκαετία του ’50, ειναι ψευδαίσθηση να πιστεύουμε ότι η Ελλάδα θα μπορέσει μόνη της να πληρώσει τα χρέη. Και όποιος δεν το μπορεί είναι εξ ορισμού χρεοκοπημένος. Τώρα θα έπρεπε να καθοριστεί, ποια χρηματικά ποσά είναι έτοιμοι οι πιστωτές να θυσιάσουν. Δηλαδή θα πρέπει να βρούμε ποιός θα πληρώσει το μάρμαρο.
Οι αντιελληνικές θέσεις που προβάλλονται από τα ΜΜΕ είναι πολύ επικίνδυνες. Ζούμε μέσα σε ένα γυάλινο σπίτι: Το οικονομικό μας θαύμα έγινε δυνατό αποκλειστικά και μόνο επειδή δεν αναγκαστήκαμε να πληρώσουμε αποζημιώσεις.
Η Γερμανία στον 20ο αιώνα άρχισε δυο πολέμους, τον δεύτερο δε τον διεξήγαγε ως πόλεμο αφανισμού και εξολόθρευσης και στη συνέχεια οι εχθροί της αποποιήθηκαν το δικαίωμα τους εν μέρει η και καθολικά για αποζημιώσεις. Το ότι η Γερμανία πραγματοποίησε το θαύμα της πάνω στις πλάτες άλλων ευρωπαίων δεν το έχουν ξεχάσει οι Έλληνες.
Οι Έλληνες ξέρουν τα εχθρικά άρθρα και γνώμες στα γερμανικά ΜΜΕ πολύ καλά. Αν η διάθεση τους γίνει πολύ πιο επιθετική, μπορεί να αναβιώσουν οι παλιές διεκδικήσεις, αρχίζοντας από την Ελλάδα, και αν η Γερμανία ποτέ αναγκαστεί να πληρώσει, θα μας «πάρουν ακόμη και τα σώβρακα».
Θα έπρεπε αντίθετα να είμαστε ευγνώμονες, να εξυγιάνουμε την Ελλάδα με τα λεφτά μας. Αν εμείς εδώ παίξουμε το παιγνίδι των ΜΜΕ, παριστάνοντας τον χοντρό Εμίλ, που καπνίζει το πούρο του και αρνείται να πληρώσει, κάποτε κάποιοι θα μας στείλουν τους παλιούς λογαριασμούς.
Ανερχόμενη χίμαιρα
22/09/2011 του Γιάννη Βαρουφάκη, από το www.protagon.gr
Το θαύμα που περίμεναν (ότι ίσως η παγκόσμια οικονομία απογειωθεί βοηθώντας την ευρωζώνη να ξεπεράσει την Κρίση) δεν έγινε και το δηλητήριο το οποίο χορηγούσαν ως φάρμακο (συνδυασμός μεγάλων δανείων στα πτωχευμένα κράτη υπό τον όρο της σμίκρυνσης του εθνικού εισοδήματός τους) απεδείχθη… δηλητηριώδες. Οποία έκπληξις!
Έπρεπε λοιπόν να φτάσουμε στα τέλη του 2011 για να αποδεχθούν οι ευρωπαίοι ηγέτες μας την απλή πραγματικότητα ότι η χρεοκοπία του ελληνικού δημοσίου απλώς αναβλήθηκε (ενώ παράλληλα διογκώνεται) με την Μνημονιακή πολιτική που ακολουθούν εδώ και ενάμιση χρόνο. Μπορεί δημοσίως να λένε ότι το Μνημόνιο απέτυχε επειδή δεν εφαρμόστηκε αλλά, πιστέψτε με, γνωρίζουν καλά ότι, όπως και να εφαρμοζόταν (βλ. π.χ. την Ιρλανδία όπου εφαρμόστηκε έως τελευταίας τελείας), η αποτυχία του ήταν δεδομένη ως προς το ένα και μοναδικό, εν τέλει, ζητούμενο: Την μείωση του ποσοστού χρέους των υπερχρεωμένων κρατών-μελών της ευρωζώνης.
Κάπου εκεί, στα μέσα του Αυγούστου, και αφού η Κρίση πέρασε τα όρια της λεγόμενης περιφέρειας [εισβάλλοντας στην Ιταλία (με τα spreads της να χτυπούν κόκκινο) και στην Γαλλία (όπου οι τράπεζες μπήκαν στην τελική ευθεία της πλήρους απομόνωσής τους από την διατραπεζική αγορά)], οι ιθύνοντες άρχισαν να συνειδητοποιούν τι συμβαίνει. Να καταλαβαίνουν ότι τα ψέματα τελείωσαν. Μαζί τους τελείωσε και η Μνημονιακή πολιτική που εξορκίζει την πτώχευση, στοχοποιεί όσους τολμούν να αναφέρονται σε αυτήν, και επιμένει στα παχυλά δάνεια από τα οποία θα αποπληρώνονται οι (πτωχευμένες) τράπεζες, υπό τον όρο γενικευμένης λιτότητας που συρρικνώνει τους ρυθμούς ανάπτυξης παντού, με αποτέλεσμα να αυξάνονται τα ελλείμματα και να διογκώνονται κι άλλο τα χρέη.
Στο σημείο αυτό, όπου συνειδητοποίησαν πως το παραμύθι τελείωσε, ήρθε η Απορία: “Και τώρα τι κάνουμε;”, σκέφτηκαν με “κάποια” καθυστέρηση. Υπό το καθεστώς πανικού, αποφάσισαν να ξανασκεφτούν την κήρυξη πτώχευσης των πτωχευμένων (ή, πιο ευγενικά, την αναδιάρθρωση του χρέους τους) ως μία λύση. “Αν είναι να πρέπει συνέχεια να τους δανείζουμε την ώρα που το χρέος τους διογκώνεται, μήπως είναι καλύτερα να τους αφήσουμε να κάνουν στάση πληρωμών στους δανειστές τους και εμείς, τα χρήματα που θα τους δίναμε να τα δώσουμε στις δικές μας τράπεζες για να καλύψουμε τις ζημίες που θα τους προκαλέσει η στάση πληρωμών;”
Θα μου πείτε: Και γιατί δεν το είχαν σκεφτεί αυτό νωρίτερα να γλυτώναμε την ταλαιπωρία, την αδιέξοδη λιτότητα, τα πάρε-δόθε της τρόικα, την αγωνία για τις δόσεις; Ο λόγος διττός: Πρώτον, επειδή στις αρχές του 2010 τα χρέη του δημοσίου μας στις τράπεζές τους ήταν περισσότερα από ότι σήμερα, δύο περίπου χρόνια μετά, αφού από τότε το ευρωπαϊκό δημόσιο έχει πάρει στους ώμους τους μεγάλο μέρος του δημόσιου προς τις τράπεζες χρέους. Δεύτερον, όσο μειωτικό και να ακούγεται για τους ηγέτες μας, δεν είχαν συνειδητοποιήσει ότι μια τριπλή κρίση χρέους-τραπεζών-ύφεσης δεν ξεπερνιέται με περισσότερο χρέος και μικρότερο ΑΕΠ.
Έτσι φτάσαμε στην παρούσα ιστορική στιγμή όπου κάποιοι εκ των ισχυρών σκέφτονται σοβαρά να κλείσουν την κάνουλα των δανείων προς το ελληνικό δημόσιο, να το αφήσουν να κάνει στάση πληρωμών και να στείλουν το ζεστό παραδάκι στις τράπεζές τους. Τι τους σταματάει όμως; Γιατί θεωρώ σχεδόν βέβαιο ότι και η επόμενη δόση θα δοθεί; Η απάντηση είναι απλή: Επειδή δεν μπορούν να προβλέψουν το κόστος μιας στάσης πληρωμών για το τραπεζικό σύστημά τους. Να το πω απλά: Όταν η Αμερικανική κυβέρνηση, υπό υπουργίας του Hank Paulson, άφησε την Lehman Brothers να πτωχεύσει, ο Paulson είχε υπολογίσει ότι τα χρέη της Lehman δεν ξεπερνούσαν τα $60 δις. Σκέφτηκε λοιπόν ότι αν την αφήσει να κλείσει, θα δώσει ένα μάθημα στους υπόλοιπους και με το πολύ $100 δις θα κάλυπτε την μαύρη τρύπα που θα άνοιγε η κατάρρευση της Lehman. Εκείνο που δεν είχε υπολογίσει ήταν τα στοιχήματα τα οποία είχαν γίνει για το αν η Lehman θα κλείσει. Στοιχήματα τα οποία είχαν βάλει άλλες τράπεζες, επενδυτικές και κανονικές, τα οποία ήταν τόσο αλληλένδετα που τελικά κατέληξαν να είναι αδύνατον να υπολογιστεί το χρηματικό ποσό που χρειαζόταν για να καλυφθεί το κενό που άφησε στο χρηματοπιστωτικό σύστημα η Lehman. Για του λόγου το αληθές, σκεφτείτε τούτο: Ξέρετε πόσοι υπάλληλοι του λογιστικού οίκου Price Waterhouse Coopers μαζί με εργαζόμενους της τ. Lehman εργάζονται σήμερα, τρία ολόκληρα χρόνια μετά την κατάρρευση της Lehman, προσπαθώντας να ξεμπλέξουν το κουβάρι της πεσούσας τράπεζας ώστε να ανακαλύψουν πόσα χρωστάει σε ποιον και αν κάποιος χρωστάει σε εκείνην; Επτακόσιοι πενήντα! Μάλιστα. Και ξέρετε για πόσο καιρό προβλέπεται να εργάζονται έως ότου βρουν άκρη οι εν λόγω λογιστές; Τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια ακόμα!
Τι σχέση αυτή η, όντως, ενδιαφέρουσα ιστορία με την πτώχευση του ελληνικού δημοσίου; Έχει και παραέχει: Η Ελλάδα είναι η Lehman του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος. Ήταν το κλίμα (το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα) στραβό, το έφαγε κι ο γάιδαρος (μια απειλούμενη στάση πληρωμών του ελληνικού δημοσίου), παράγινε το κακό (καταρρέουν οι Γαλλο-γερμανικές τράπεζες, πλήρως απομονωμένες από τις διεθνείς χρηματαγορές καθώς κανείς δεν τολμά να τις δανείσει φοβούμενοι ότι δεν θα πάρουν τα χρήματά τους πίσω – όπως ακριβώς φοβούνται για το ελληνικό, το πορτογαλικό, το ιρλανδικό και τώρα πια και το Ιταλικό δημόσιο). Γιατί αυτός ο φόβος; Επειδή ξέρουν καλά ότι πάνω στα δεκαέξι ψωροδισεκατομμύρια ευρώ που χρωστά το δημόσιό μας στις Γαλλικές, φερ’ ειπείν τράπεζες, έχουν “χτιστεί” πολλαπλάσια στοιχήματα έκδοσης άλλων τραπεζών (ή παραρτημάτων τους) τα οποία δεν έχουν καταγραφεί ποτέ. Όπως και με την κατάρρευση της Lehman, η οποία έφερε στην επιφάνεια τον κρυμμένο όγκο του παγόβουνου των χρεών των υπόλοιπων, έτσι και με μια ελληνική στάση πληρωμών όλοι οι τραπεζίτες του κόσμου τρέμουν ότι θα κάνει την εμφάνισή του ένα υπέρογκο ποσό χρεών που έχει “χτίσει” το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα (υπό την μορφή στοιχημάτων) επί των ορατών χρεών του…
Αυτός ο φόβος είναι το μοναδικό εμπόδιο που θα σταματήσει την τρόικα από το να μην δώσει τις δόσεις στο ελληνικό δημόσιο. Στο τέλος θα δοθεί εκτός αν αποφασίσουν οι Γερμανοί και οι Γάλλοι να ρισκάρουν (επιτρέποντας μια ελληνική στάση πληρωμών) με σκοπό να ανακαλύψουν τον όγκο των τραπεζικών χρεών που έχουν οικοδομηθεί πάνω στα ορατά χρέη. Έως τώρα δεν έχουν δείξει την τάση να πάρουν αυτό το τερατώδες ρίσκο. Όμως, τις τελευταίες μέρες κερδίζει έδαφος ένα σενάριο που ενισχύει εκείνους που πιστεύουν ότι συμφέρει τις πλεονασματικές χώρες μια στάση πληρωμών. Είναι το εξής:
Η Ελλάδα προβαίνει σε στάση πληρωμών και παράλληλα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ): (α) μειώνει τα επιτόκια σχεδόν στο μηδέν, και (β) δημιουργεί έως και €2 τρις νέου χρήματος με το οποίο αγοράζει μαζικά μετοχές τραπεζών (ακόμα και ελληνικών) και ομόλογα των υπόλοιπων (πλην Ελλάδας) κρατών ώστε να στηρίξει τις αγορές. Σύμφωνα με τους θιασώτες του σεναρίου αυτού, οι κινήσεις αυτές, εφόσον αστραπιαίες και αποφασιστικές, θα πετύχουν ταυτόχρονα την εξαφάνιση του ελληνικού προβλήματος χρέους, την σημαντική υποτίμηση του ευρώ (που θα βοηθήσει τις εκτός ευρωζώνης εξαγωγές ελλειμματικών και πλεονασματικών χωρών) και, τέλος, τον τερματισμό της συζήτησης περί ευρωομολόγων κλπ. Όσο για την Ελλάδα, το σενάριο αυτό προβλέπει παραμονή της στην ευρωζώνη με ακόμα πιο γρήγορη συρρίκνωση του ελληνικού δημοσίου, μείωση του ΑΕΠ μας κατά 35% με 40% (σε σχέση με σήμερα, και όχι σε σχέση με το 2009), κατάργηση (ουσιαστικά) των συντάξεων (καθώς τα ασφαλιστικά ταμεία θα πτωχεύσουν μαζί με το δημόσιο) και συγχώνευση των τραπεζών σε μία ή το πολύ δύο (υπό την χρηματοδότηση της ΕΚΤ και υπό τον όρο την απόλυση του 80% των τραπεζο-υπαλλήλων).
Ας αφήσουμε, σε αυτό το σημείο, την συζήτηση για το τι θα σημαίνει κάτι τέτοιο για την Ελλάδα. Σας διαβεβαιώ ότι οι ευρωπαίοι ηγέτες δεν ενδιαφέρονται για αυτό. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι κατά πόσον μια στάση πληρωμών της Ελλάδας, επιλεγμένη από την ΕΕ, θα μπορέσει να μείνει στο πλαίσιο του παραπάνω σεναρίου. Αν το σενάριο αυτό πείσει, τότε τον Δεκέμβρη η στάση πληρωμών θα είναι πραγματικότητα. Όσο δεν πείθει, η φαρσοκωμωδία της διαπραγμάτευσης του κ. Βενιζέλου με την τρόικα θα επαναλαμβάνεται κάθε δίμηνο.
Κλείνω με τους λόγους που θεωρώ ότι το σενάριο αυτό στερείται βάσης τόσο στην πολιτική όσο και στην καθαρά οικονομική πραγματικότητα της υπαρκτής Ευρώπης (όπως λέγαμε κάποτε του “υπαρκτού σοσιαλισμού”). Στο πολιτικό επίπεδο, η ΕΚΤ δεν έχει την ευχέρεια να ρίξει τα επιτόκια τόσο γρήγορα και επιθετικά στο 0% καθώς η Γερμανία απειλείται από αυξημένο πληθωρισμό (αντίθετα με την υπόλοιπη ευρωζώνη) και μια τέτοια κίνηση θα αυξήσει κατά πολύ την κλιμακούμενη σύγκρουση της ΕΚΤ με την Γερμανία – κάτι που κρίνω όλο και λιγότερο πιθανόν δεδομένης της ταυτότητας του επόμενου Προέδρου της ΕΚΤ ο οποίος, ως Ιταλός, θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του να αποδείξει ότι είναι Γερμανότερος των Γερμανών. Στο οικονομικό στερέωμα, οι λόγοι που το σενάριο αυτό είναι βαθειά νυχτωμένο είναι ότι δεν λαμβάνει υπ’ όψη του τα δομικά, αρχιτεκτονικά προβλήματα της ευρωζώνης.
Πράγματι, πρόκειται για σενάριο που θεωρεί την ευρωζώνη ως πανομοιότυπη με την δολαριοζώνη (γνωστή και ως ΗΠΑ). Δεν είναι όμως. Από την στιγμή που οι αγορές και οι πολίτες της ευρωζώνης έχουν αρχίσει να υπολογίζουν ότι η πιθανότητα διάλυσης του ευρώ είναι μη αμελητέα, ένα ευρώ σε μια ελληνική τράπεζα έχει μικρότερη προσδοκώμενη αξία από ένα ευρώ σε μια Ιταλική, το οποίο υπολείπεται της προσδοκώμενης αξίας ενός ευρώ σε Γαλλική τράπεζα, το οποίο με την σειρά του υπολείπεται της αξίας ενός ‘γερμανικού’ ευρώ. Από την στιγμή που αυτές οι προσδοκίες έχουν αναδυθεί, μια μείωση του επιτοκίου της ΕΚΤ δεν μπορεί να τις εξαφανίσει όσο γενναία και να είναι. Αντίθετα, θα εκληφθεί ως ένδειξη πανικού από την ΕΚΤ και, έτσι, θα πυροδοτήσει φυγόκεντρες δυνάμεις που θα επισπεύσουν την έξοδο της Γερμανίας από το ευρώ, και συνεπώς την κατάρρευση του κοινού νομίσματος.
Συμπερασματικά, τις τελευταίες ημέρες κερδίζει έδαφος ένα σενάριο-χίμαιρα το οποίο ενδυναμώνει όσους βορειο-ευρωπαίους, υπό το καθεστώς πανικού, αρχίζουν να το πιστεύουν, προτείνοντας στην τρόικα να μην δώσει την επόμενη δόση, πυροδοτώντας έτσι τεχνηέντως μια ελεγχόμενη (εύχονται) στάση πληρωμών του ελληνικού δημοσίου. Το σενάριο αυτό είναι απατηλό, καθώς δεν υπολογίζει τις καταστροφικές συνέπειες για το ευρωσύστημα που οφείλονται στην κακή του αρχική δόμηση. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν κερδίζει έδαφος. Η τραγωδία της Ευρώπης έγκειται στο γεγονός ότι είτε επικρατήσει αυτό το σενάριο είτε η Ευρώπη συνεχίσει όπως πορεύεται (με τις δόσεις να δίνονται με αντάλλαγμα όλο και πιο απάνθρωπες ανθρωποθυσίες – καθώς το να μιλάμε απλώς για λιτότητα πια αποτελεί ασέλγεια επί της ελληνικής γλώσσας), η κατάρρευση του ευρώ είναι προδιαγεγραμμένη, όπως και η νέα δεκαετία του ’30 που θα ακολουθήσει. Εκτός βέβαια κι αν η Ευρώπη μας ξαφνιάσει ευχάριστα και αλλάξει ρότα. Προς το παρόν κανένα μαντάτο δεν αφήνει περιθώριο τέτοιας αισιοδοξίας. Από την άλλη ίσως (ποιος ξέρει;) να βρισκόμαστε στο σκοτεινότερο δευτερόλεπτο της νύχτας, εκείνο που προηγείται του πρώτου σκιρτήματος της ανατολής.
===================================
Toυ Νικου Οικονομιδη*
Τώρα πια δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Ελλάδα χρειάζεται ριζική αναδιάρθρωση και μείωση του χρέους της. Η χώρα έχει φτάσει στο σημείο που δεν μπορεί να πληρώνει ούτε καν τους τόκους του δημοσίου χρέους της που φτάνουν το 20-28% των εσόδων του κράτους, ποσοστό που θα μεγαλώνει όσο βρίσκεται σε ύφεση. Η Ελλάδα χρειάζεται λοιπόν να μειώσει το χρέος της άμεσα. Χωρίς αυτή τη μείωση οδηγείται στην άτακτη χρεοκοπία και την καταστροφή.
Επιτέλους πρέπει η ελληνική κοινωνία, οι πολίτες και τα κόμματα να δουν πέρα από το σήμερα. Παίρνοντας πιο πολλά καινούργια δανεικά για να πληρώνουμε τα λιγότερα παλιά δανεικά, αυξάνουμε το χρέος και δεν λύνουμε το πρόβλημα. Απλώς καταχρεώνουμε ακόμα πιο πολύ τις επόμενες γενιές. Οι βραχυχρόνιες «λύσεις» δανεισμού δεν λύνουν το πρόβλημα του χρέους. Βολεύουν τους πολιτικούς, αλλά είναι καταστροφικές για την Ελλάδα. Είναι οι ίδιες πρακτικές που από τη δεκαετία του 1980 οδήγησαν τη χώρα στο χείλος του γκρεμού. Χρειαζόμαστε πραγματική λύση στο πρόβλημα του χρέους που να δουλεύει και βραχυχρόνια, αλλά ιδιαίτερα και μακροχρόνια.
Βλέποντας το μακροχρόνιο αδιέξοδο, η ελληνική κυβέρνηση πρέπει επιτέλους να έχει το θάρρος να πει ανοιχτά την αλήθεια στην Ε.Ε. και το ΔΝΤ, ότι δηλαδή αδυνατεί να πληρώσει ολόκληρο το χρέος της, ακόμα και ολόκληρους τους τόκους του χρέους της. Το ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να πληρώνει ούτε καν τους τόκους το ξέρουν όλοι οι αναλυτές και οι Ελληνες και Ευρωπαίοι πολιτικοί και τραπεζίτες. Και παρά το ότι το ξέρουν, οι πολιτικοί και οι τραπεζίτες προφασίζονται ότι δεν το βλέπουν. Οι μεν πολιτικοί σκέφτονται μόνο βραχυχρόνια για το επόμενο τρίμηνο ή εξάμηνο το πολύ και τους βολεύει να καλύπτουν την πραγματικότητα. Οι δε τραπεζίτες κρύβουν την αλήθεια της δεινής τους θέσης και επαφίενται στην εύνοια και διαφθορά των πολιτικών, ουσιαστικά ζητώντας από τους πολιτικούς να μεταθέσουν τις τραπεζικές ζημιές στο ευρύ κοινό. Η σκληρή πραγματικότητα φαίνεται όμως ξεκάθαρα από τις τιμές των ελληνικών ομολόγων στην αγορά (66,50% τόκος στα διετή ομόλογα αυτή τη βδομάδα). Δυστυχώς, πολλά από τα μέσα ενημέρωσης και η κυβέρνηση στην Ελλάδα (μερικές φορές και στην υπόλοιπη Ευρώπη) έχουν δαιμονοποιήσει τις αγορές, κι έτσι δεν αξιοποιούν τις πληροφορίες που αυτές τους δίνουν.
Παρότι την αλήθεια ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να πληρώσει ούτε τους τόκους των δανείων της την ξέρουν όλοι, είναι η ελληνική κυβέρνηση που πρέπει να την πει ξεκάθαρα και δημόσια. Και πρέπει να ζητήσει αναδιάρθρωση και διαγραφή τουλάχιστον 50% του χρέους της και από τους ιδιώτες και από τις ευρωπαϊκές χώρες. Υστερα από αυτή τη διαγραφή, η Ελλάδα θα έχει πια βιώσιμο χρέος, περίπου 80% του ΑΕΠ. Αν κάνει τις μεταρρυθμίσεις που είναι απαραίτητες, εύκολα μπορεί να ξαναμπεί σε τροχιά ανάπτυξης και ευημερίας.
Η Ελλάδα πρέπει να συνδυάσει τη διαγραφή τουλάχιστον 50% του ιδιωτικού χρέους της με την ανταλλαγή των παλιών ομολόγων με καινούργια που θα έχουν κάλυψη της ονομαστικής τους αξίας με υψηλής ποιότητας ομόλογα (όπως τα γερμανικά), τα οποία θα αγοράσει με εγγύηση της ονομαστικής τους αξίας από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης ESM/EFSF. Για τα διμερή δάνεια των ευρωπαϊκών πακέτων στήριξης, η Ελλάδα πρέπει να ζητήσει συγχώρηση και απαλοιφή μέρους των χρεών. Το «κούρεμα» 50% και η ανταλλαγή με υψηλότερης ποιότητας ομόλογα θα λύσει μια και καλή το πρόβλημα. Τα καινούργια υψηλής ποιότητας (λόγω των εγγυήσεων) ομόλογα θα έχουν μικρό τόκο που θα μπορεί να πληρώνει η Ελλάδα. Το συνολικό κόστος του κουρέματος για τις ευρωπαϊκές χώρες και το ΔΝΤ θα είναι 55 δισ. ευρώ και για τον ιδιωτικό τομέα 100-120 δισ. ευρώ. Αυτά τα ποσά είναι μικρά και θα έλεγα μηδαμινά σε σχέση με το κόστος της παρατεταμένης ελληνικής κρίσης για την Ε.Ε.
Μα γιατί να δεχθούν αυτή τη λύση οι Ευρωπαίοι και οι ιδιώτες δανειστές; πρώτον, γιατί δεν θα έχουν άλλη επιλογή. Η μεγάλη πλειοψηφία των ελληνικών ομολόγων διέπεται από τον ελληνικό νόμο, που σημαίνει ότι η Βουλή μπορεί με νόμο να επιβάλει το κούρεμα. Δεύτερον, γιατί και οι Ευρωπαίοι θα δουν ότι το συνολικό κόστος αυτής της λύσης είναι μικρό σε σχέση με το κόστος μιας μακροχρόνιας ελληνικής κρίσης που απειλεί να «μολύνει» μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ιταλία και η Ισπανία.
Το κούρεμα 50% και η ανταλλαγή με υψηλότερης ποιότητας ομόλογα πρέπει να γίνουν τώρα, πριν από την προτεινόμενη ανταλλαγή ελληνικών ομόλογων στα χέρια τραπεζών με κούρεμα 10 – 20%. Αν προχωρήσει η προτεινόμενη ανταλλαγή με κούρεμα 10 – 20%, τα καινούργια ομόλογα μπορεί να μην διέπονται από τον ελληνικό νόμο, κάτι που θα κάνει πιο δύσκολο το αναγκαίο μελλοντικό τους 30 – 40% επιπλέον κούρεμα.
Μερικοί μπορεί να πουν ότι το κούρεμα 50% που είναι αναγκαίο για την Ελλάδα θα κάνει τις ελληνικές τράπεζες να καταρρεύσουν. Ωστόσο, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτό το κούρεμα έχει ήδη συμβεί, απλώς τα λογιστικά βιβλία των τραπεζών δεν το αντικατοπτρίζουν. Οι τιμές των τραπεζών στο Χρηματιστήριο όμως αντικατοπτρίζουν ήδη το κούρεμα, αν και οι τράπεζες δεν το έχουν γράψει στα λογιστικά τους βιβλία. Και αν χρειαστούν ρευστότητα οι τράπεζες, και η ΕΚΤ και η Τράπεζα της Ελλάδος έχουν βάλει στο πλάι χρήματα για να τις καλύψουν.
Αλλοι μπορεί να δουν την αναδιάρθρωση σαν ευκαιρία για να μην γίνουν διαρθρωτικές αλλαγές. Αυτό είναι εντελώς λάθος.
Οι διαρθρωτικές αλλαγές είναι απαραίτητες για να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και για να έχει η Ελλάδα δημοσιονομικό πλεόνασμα.
Το κούρεμα και η ανταλλαγή ομολόγων συνεπάγονται αποχώρηση από το ευρώ; Κάθε άλλο. Αντίθετα, το κούρεμα και η ανταλλαγή ομολόγων θα φέρουν για πρώτη φορά την Ελλάδα σε βιώσιμη και αναπτυξιακή τροχιά πιο κοντά στο κεντρικό άξονα της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Το άρθρο αυτό υποδεικνύει την απόλυτα αναγκαία λύση την ύστατη στιγμή. Εχει το θάρρος ο κ. Βενιζέλος να την προτείνει και να την εφαρμόσει; Και έχει το θάρρος ο κ. Σαμαράς και άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης να την υποστηρίξουν έστω κι αν τους κοστίσει ψήφους; Πρέπει επιτέλους όλοι να βάλουμε μπροστά το εθνικό (και μακροπρόθεσμο) συμφέρον της Ελλάδας.
* Ο κ. Ν. Οικονομίδης (economides@stern.nyu.edu) είναι καθηγητής στο Stern School of Business, του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης.
________________________________________________________
Η διαμάχη γύρω από την κρίση — Τέσσερις βασικές προσεγγίσεις
του Νίκου Μουζέλη
Σχηματικά, τέσσερις είναι οι βασικές αναλύσεις που εξετάζουν τα αίτια της κρίσης και τον τρόπο υπέρβασής της: αυτή του πατριωτικούλαϊκισμού, της άνισης συναλλαγής μεταξύ ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου,της νεοφιλελεύθερης λιτότητας και τηςστρατηγικής ριζικής αναδιαπραγμάτευσης των όρων της τρόικας.
Από αυτή την προοπτική τα αίτια της κρίσης έχουν να κάνουν λιγότερο με την εσωτερική κατάσταση της χώρας και περισσότερο με τη βαρβαρότητατου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, την παγκόσμια κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, καθώς και με τις σκευωρίες των οίκων αξιολόγησης,των Ευρωπαίων τραπεζιτών και των κάθε λογής σπεκουλαδόρων.
Στο κέντρο όλων των παραπάνω βρίσκεται η θατσερικής κοπής κυρία Μέρκελ που προσπαθεί να μας επιβάλει μια δεύτερη«γερμανική κατοχή». Η πατριωτική αντίδραση σε αυτή την προσπάθεια υποδούλωσης της χώρας είναι η στάση πληρωμών, η επιστροφή στη δραχμή,καθώς και μια στρατηγική δημιουργίας νέων συμμαχιών εκτός Ευρώπης (όπωςμε τη Ρωσία και την Κίνα). Η επιστροφή στη δραχμή όμως, όπωςέχουν υποστηρίξει πολλοί αναλυτές, θα σήμαινε την αδυναμία άμεσης πληρωμής μισθών και συντάξεων, την κρίση των ασφαλιστικών ταμείων και του τραπεζικού συστήματος και έναν καλπάζοντα πληθωρισμό.
Βέβαια η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος θα βοηθούσε μεν τις εξαγωγές αλλά θα δυσκόλευε τις εισαγωγές πρώτων υλών και άλλων βασικών αγαθών που είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη της οικονομίας. Θα σήμαινε με άλλα λόγια την επιστροφήσε μια ημιτριτοκοσμική κατάσταση τη στιγμή που όλοι οι γείτονές μας (και κυρίως η Τουρκία) κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή αφήνουν σταδιακά πίσω την υπανάπτυξη.
Συνήθως αυτοί που υποστηρίζουντην απόρριψη των όρων της τρόικας τονίζουν πως η αποδοχή αυτών των άδικων και αντιαναπτυξιακών μέτρων υποσκάπτει την εθνική μας κυριαρχία,την αυτονομία της χώρας. Αυτό που δεν παίρνουν υπόψη τους όμως είναι πως η άμβλυνση της αυτονομίας/εθνικής κυριαρχίας θα είναι πολύ πιο έντονη και οδυνηρή αν βρεθούμε εκτός της ΕΕ. Η αναμφισβήτητη παγκόσμια κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου δεν πρόκειται να εξαφανιστεί διά μαγείας ανεπιστρέψουμε στη δραχμή.
Αντίθετα, θα ενταθεί. Εκτός βέβαια και αν αποφασίσουμε να αποκοπούμε τελείως από τοπαγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα (η ξεπερασμένη θεωρία του Σαμίρ Αμίν) δημιουργώντας ένα καθεστώς υπαρκτού σοσιαλισμού τύπου προκαπιταλιστικής Αλβανίας.Ο Τρότσκι σωστά υποστήριζε πως«σοσιαλισμός σε μία μόνο χώρα» είναι ουτοπία. Το ίδιο ισχύει και σήμερα.
Σοσιαλισμός δημοκρατικού ή ακόμα και σοβιετικού τύπου σε μια μικρή χώρα που περιτριγυρίζεται από καπιταλιστικές κοινωνίες δεν είναι εφικτός. Σε μια κατάσταση όπου η πρωτοφανής κινητικότητα του κεφαλαίου καθιστά αδύνατοτον έλεγχό του εντός εθνικών συνόρων, η βασική προϋπόθεση για τον δημοκρατικό έλεγχό του είναι η υπέρβασητου νεοφιλελεύθερου χαρακτήρα του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Όσο το παγκόσμιο status quo παραμένει, η αντίσταση στη βαρβαρότητάτου σε εθνικό μόνο επίπεδο δεν είναιδυνατή – ιδίως όταν μια χώρα όπως ηΕλλάδα δεν έχει τους προστατευτικούς μηχανισμούς της ΕΕ.
Ο εθνοκεντρισμός, η παραγνώριση δηλαδή του τι συμβαίνει πέρα από τα εθνικά σύνορα,είναι στρουθοκαμηλισμός. Οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην εξαθλίωση.Οδηγεί, όχι στη διατήρηση της εθνικήςαυτονομίας αλλά στην απόλυτη εθνική ετερονομία.Η βασική αδυναμία λοιπόν της πρώτης προσέγγισης είναι πως στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον απόλυτη εθνική αυτονομία δεν είναι εφικτή .Διατηρεί κανείς μια σχετική οικονομική,πολιτική και πολιτιστική αυτονομία όχιμε μια αναδίπλωση στο καβούκι του, αλλά με μια προσπάθεια ενεργού συμμετοχής στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο γίγνεσθαι.
Όχι με έναν ξενοφοβικό, αμυντικό, αντιδραστικό εθνικισμό, αλλά με έναν «πατριωτισμό του συντάγματος» (Χάμπερμας) στο πλαίσιο μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης που, παρ’ όλα τα σοβαρά κοινωνικά και δημοκρατικά της ελλείμματα, προσφέρει κάποια προστασία από τους άγριους ανέμους της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.
Το παράδοξο με αυτούς που υποστηρίζουν την απόρριψη του μνημονίου είναι ότι αυτοί οι ίδιοι θα υποφέρουν περισσότερο από μια επιστροφή στη δραχμή. Οι μισθωτοί και συνταξιούχοι θα χάσουν το μεγαλύτερο μέρος της αγοραστικήςτους δύναμης, ενώ οι μικροκαταθέτεςθα χάσουν τις οικονομίες τους.
Οι μόνοι πολλαπλάσια κερδισμένοι θα είναι όσοι έστειλαν τα χρήματά τους στο εξωτερικό – καθώς και όσοι χρωστάνε μεγάλα ποσά στο Δημόσιο (θα τα ξεπληρώσουν με ένα νόμισμα που θα χάνει συνεχώςτην αξία του). Επιπλέον, αντίθετα με αυτό που φρονούν οι «υπερπατριώτες»,η τυχόν πτώχευση της χώρας και η επιστροφή της σε τριτοκοσμικά επίπεδα θα υποσκάψει σοβαρά τη γεωπολιτική δύναμή της.
Αν τα παραπάνω ισχύουν, πώς εξηγείται το ότι μια μερίδα του ελληνικού λαού απορρίπτει τη συνέχιση της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας; Εξηγείται από το ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης με τον γνωστό άκρως λαϊκιστικό τρόπο, καθώς και τα ΜΜΕ, εστιάζουν την προσοχήτους αποκλειστικά στα αναμφισβήτητα κακά των μέτρων της τρόικας, ενώ δεν μας λένε τίποτα το συγκεκριμένο για το τι θα συμβεί αν, απορρίπτοντας τους όρους του μεσοπρόθεσμου προγράμματος, δεν παίρναμε την «πέμπτη δόση».
Έτσι η αντικειμενική παρουσίαση της άλλης, πιο μαύρης, εκδοχής της κατάστασης θεωρείται εκβιασμός, παραπλανητικός εκφοβισμός του ελληνικού λαού.
Συμπερασματικά, ο λαϊκιστικού τύπου πατριωτισμός, όταν εθελοτυφλεί, όταν αγνοεί τις επιπτώσεις της στρατηγικήςπου ακολουθεί, οδηγεί στο αντίθετο του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Οδηγεί σε καταστροφικά αποτελέσματα. Ας μην ξεχνάμε σε τι συντριπτική ήττα μας οδήγησε ο πατριδοκαπηλικός εθνικισμός μιας μερίδας των πολιτικών ελίτ στα τέλη του 19ου αιώνα (ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897).
Ένα πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι το περίφημο «σκοπιανό ζήτημα». Ο Σαμαρικός πατριωτικός λαϊκισμός που στόχευε στη μονοπώληση από μέρους μας του όρου Μακεδονία, οδήγησε την κυβέρνηση Μητσοτάκη, κάτω από τη λαϊκή πίεση,να απορρίψει την πρόταση Πινέιρο (για«μικτή» ονομασία). Αποτέλεσμα: σήμερα παρακαλάμε τη γείτονα χώρα να δεχτεί τη μικτή ονομασία, τη στιγμή που οι περισσότερες χώρες του πλανήτη την αποκαλούν «Δημοκρατία της Μακεδονίας»! Αυτά είναι τα θλιβερά αποτελέσματα του πατριωτικού λαϊκισμού.
Η λογική της άνισης συναλλαγής
Αυτή η προσέγγιση εστιάζεται στην προβληματική σχέση μεταξύ ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου. Σε αυτό το πλαίσιο υποστηρίζεται πως το τεράστιο ελληνικό χρέος έχει να κάνει λιγότερο με τις εσωτερικές πολιτικές και οικονομικές δομές της χώρας και περισσότερο με την άνιση συναλλαγή μεταξύ των μη ανταγωνιστικών, ημιανάπτυκτων οικονομιών του Νότου και τις πιο ανταγωνιστικές, πιο αναπτυγμένες οικονομίες του Βορρά. Επειδή οι πρώτες δεν μπορούν (κυρίως λόγω ενός αντιαναπτυξιακού και υπερτροφικού κράτους) να γίνουν, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, ανταγωνιστικές, οι αναπτυγμένες χώρες γίνονται όλο και πιο πλενονασματικές – ενώ στις χώρες του Νότου τα ελλείμματα πολλαπλασιάζονται.
Με άλλα λόγια, έχουμε να κάνουμε με μια σχέση άνισης συναλλαγής. Έχουμε μια συνεχή μεταφορά πόρων από τις φτωχότερες χώρες του Νότου στις πιο πλούσιες του Βορρά. Αυτού του είδους η ανισορροπία μπορεί μόνο να ξεπεραστεί με τη δημιουργία ενός μηχανισμού ανακατανομής των πόρων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Όσο αυτό δεν συμβαίνει, όσο δηλαδή η ΕΕ παραμένει μια τεράστια αγορά χωρίς σοβαρούς ρυθμιστικούς, εξισορροπητικούς μηχανισμούς, το χάσμα, οι ανισότητες μεταξύ Βορρά και Νότου θα εντείνονται.
Υπάρχει βέβαια η βοήθεια που μας δίνει η ΕΕ. Αλλά αυτή είναι ελάχιστη σε σχέση με αυτό που η χώρα μας χάνει μέσω της άνισης σχέσης κέντρου-ημιπεριφέρειας. Και βέβαια αυτή η ανισορροπία εντείνεται όταν η τρόικα μας επιβάλλει να εφαρμόσουμε αντιαναπτυξιακά μέτρα που εντείνουν την ύφεση, την ανεργία και τις κοινωνικές ανισότητες.
Κατά τους υποστηρικτές αυτής τηςπροσέγγισης, ακόμα και αν η χώρα μας δεν είχε τόσο σοβαρά ελλείμματα, ή αν κατόρθωνε να τα μειώσει, οι μηχανισμοί της άνισης συναλλαγής θα τα ξαναδημιουργούσαν. Άρα αυτό που χρειάζεται η ευρωπαϊκή ημιπεριφέρεια δεν είναι δάνεια αλλά βοήθεια, μια οικονομική βοήθεια τύπου Σχεδίου Μάρσαλ.
Κατά τονίδιο τρόπο που η αμερικανική βοήθεια στην πρώιμη μεταπολεμική Ευρώπη οδήγησε όχι μόνο στην ευρωπαϊκή ανασυγκρότηση αλλά και στην ταχεία αμερικανική ανάπτυξη – κάτι παρόμοιο θασυνέβαινε αν κυρίως η Γερμανία είχε μια λιγότερο κοντόφθαλμη πολιτική. Μια πολιτική που θα έκανε την ΕΕ οικονομικά πιο ισχυρή, κοινωνικά πιο δίκαιη και πολιτικά πιο δημοκρατική. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσει η ΕΕ να καταστεί ένας σοβαρός παίκτης στην παγκόσμια οικονομική και γεωπολιτική αρένα. Αν δεν υπάρξει μια τέτοια στρατηγική ενοποίησης, αργά ή γρήγορα, όχι μόνο η ευρωζώνη αλλά και η ΕΕ στο σύνολό της μπορεί να διαλυθεί.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η παραπάνω ανάλυση είναι αρκετά πειστική.Αλλά άλλο διάγνωση και άλλο θεραπεία. Η δημοσιονομική κρίση του ευρωπαϊκού Νότου πρέπει να αντιμετωπισθεί άμεσα. Δεν μπορεί να περιμένει ένα πιθανό New Deal που θα αμβλύνει την οικονομική ανισορροπία μεταξύ Βορρά και Νότου. Τι κάνει η χώρα μας στο μεταξύ; Πώς θα πλήρωνε η κυβέρνηση μισθούς και συντάξεις τον Ιούλιο χωρίςτην περίφημη πέμπτη δόση; Επιπλέον, μια ουσιαστική βοήθεια θα έπιανε τόπο μόνο αν στο εσωτερικό της χώρας γίνουν οι απαραίτητες διαρθρωτικές αλλαγές.
Γιατί αν η Ελλάδα όντως θα είχε δημοσιονομικά προβλήματα ανεξάρτητατης εσωτερικής κατάστασης, το ίδιο θα ίσχυε και για την αντίθετη περίπτωση. Η ουσιαστική βοήθεια από το ευρωπαϊκό κέντρο θα ήταν αναποτελεσματική αν δεν άλλαζε ριζικά ο παρασιτικός και βαθιά αντιαναπτυξιακός χαρακτήραςτου ελληνικού κράτους. Αν η βοήθεια,για παράδειγμα, έπαιρνε τη μορφή βορειοευρωπαϊκών επενδύσεων στην Ελλάδα, αυτές δεν θα είχαν αποτέλεσμα αν οι ξένοι επιχειρηματίες είχαν να κάνουν με το ελληνικό κράτος-δεινόσαυρο.
Η νεοφιλελεύθερη προσέγγιση
Με αυτή την προσέγγιση περνάμε απότη μακρά στη μικρή διάρκεια, περνάμε επίσης από τους εξωτερικούς στους εσωτερικούς παράγοντες της κρίσης.
Το βασικό επιχείρημα, που είναι αυτό της τρόικας, έχει ως εξής: Η χώρα δεν έχει μόνο ένα έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο (εισάγει περισσότερα από ό,τιεξάγει), αλλά και το κράτος επί μονίμου βάσεως ξοδεύει πολύ περισσότερα από ό,τι εισπράττει. Τη διαφορά την καλύπτουν δάνεια που συνεχώς αυξάνονται.
Πιο γενικά, σε όλη την περίοδο της μεταπολίτευσης η χώρα καταναλώνει, μετον ένα ή τον άλλο τρόπο, περισσότερα από όσα παράγει. Αυτή η κατάσταση πήρε τεράστιες διαστάσεις επί Ανδρέα Παπανδρέου. Ακολουθήθηκε λίγο-πολύ από όλες τις μετέπειτα κυβερνήσεις, με απόγειο την πολιτική της προηγούμενηςκυβέρνησης.
Έτσι, με την κυβέρνηση Καραμανλή είχαμε ένα άλμα προς τα πίσω. Το ήδη πληθωρικό κράτος, μέσω μαζικών πελατειακών διορισμών, έγινε ακόμα πιο πληθωρικό και αναποτελεσματικό.
Με βάση τις παραπάνω διαπιστώσεις,η μόνη λύση κατά τη νεοφιλελεύθερηάποψη έγκειται στη λιτότητα, στο σφίξιμο της ζώνης από τη μια μεριά και σε ριζικές διαρθρωτικές αλλαγές από την άλλη – αλλαγές όπως η σμίκρυνση του δημόσιου τομέα μέσω αποκρατικοποιήσεων, το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, η ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας μέσω της «ευελιξίας»των σχέσεων εργασίας-κεφαλαίου κτλ. Η μείωση του χρέους θα έρθει αρχικά μέσω της άμεσης και κυρίως έμμεσης φορολογίας. Κατ’ αυτή την άποψη ηυψηλή φορολογία θα οδηγήσει αρχικά στην ένταση της ύφεσης. Σταδιακά όμως, λόγω των διαρθρωτικών αλλαγών, η χώρα θα οδηγηθεί στην ανάπτυξη, στην παραπέρα μείωση του χρέους και στην επιστροφή στο δανεισμό μέσω των αγορών.
Ριζική αναδιαπραγμάτευση
Όπως ξέρουμε, η μεν κυβέρνηση απο δέχθηκε τη νεοφιλελεύθερη φόρμουλα της τρόικας, ενώ η αντιπολίτευση την απέρριψε. Η τελευταία ισχυρίζεται πως με την πολιτική που η κυβέρνηση ακολουθεί, μέσω μιας κοινωνικά άδικης και αντιαναπτυξιακής φορολογίας, η ύφεση βάθυνε και το χρέος αντί να μειωθεί αυξήθηκε. Όσο για το μεσοπρόθεσμοπρόγραμμα, αυτό βασίζεται στην ίδια νεοφιλελεύθερη λογική. Με αυτό τοντρόπο η ύφεση θα ενταθεί, περισσότερεςεπιχειρήσεις θα κλείσουν και οι θυσίεςτου ελληνικού λαού θα πάνε χαμένες.
Με βάση την παραπάνω ανάλυση ο αρχηγός της ΝΔ προτείνει την «αναδιαπραγμάτευση» των όρων που μας έχουν επιβληθεί. Βέβαια και το μνημόνιο Ι καιτο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα αφήνουν περιθώρια συνεχούς αναδιαπραγμάτευσης. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης όμως στοχεύει σε μια συνολική αναδιαπραγμάτευση που θα οδηγήσει στην υπέρβαση του υφεσιακού χαρακτήρα του μεσοπρόθεσμου προγράμματος – κυρίως μέσω της χαμηλής φορολογίας των επιχειρήσεων.
Η νεοδημοκρατική εμμονή στην αναδιαπραγμάτευση του μεσοπρόθεσμου προγράμματος έχει μια λογική βάση. Γιατί η στρατηγική του ΔΝΤ είναι αποτελεσματική για κάποιες χώρες ενώ δεν είναι για άλλες. Λειτούργησε στην Τουρκία που έχει ένα εξαιρετικά αυταρχικό κράτος. Δεν σημαίνει όμως πως μπορεί να πετύχει στην ελληνική περίπτωση όπου τα συνδικάτα έχουν μεγαλύτερη αυτονομία και ο ελληνικός λαόςέχει αποκτήσει ανάγκες και ένα τρόπο ζωής που δεν μπορεί να αλλάξει από τη μια μέρα στην άλλη.
Επιπλέον οι στόχοι που η τρόικα μας επιβάλλει, ακόμα και αν υπήρχε πολιτική βούληση, δεν είναι ρεαλιστικοί. Το κράτος δεν μπορεί να αλλάξει στιγμιαία. Οι φορολογικές υπηρεσίες είναι τόσο αναποτελεσματικές και διεφθαρμένες όσο και ο υπόλοιπος κρατικός μηχανισμός. Η ημιανάπτυκτη Ελλάδα δεν είναι Δανία, ούτε μπορεί να γίνει σε μερικούς μήνες. Η εκτεταμένη φοροδιαφυγή και η μαύρη εργασία θα συνεχίσουν να ανθούν – εκτός και εάν εγκαταστήσουμε ένα αστυνομικό, ολοκληρωτικό καθεστώς.
Από την άλλη μεριά όμως, η νεοδημοκρατική προσέγγιση έχει μια βασική αδυναμία. Η στρατηγική της έχει έναν στατικό και κοντόφθαλμο χαρακτήρα. Βασίζεται στην ιδέα πως χωρίς ριζική αναδιαπραγμάτευση τα πράγματα συνεχώς θα χειροτερεύουν.
Όπως υποστηρίζει ο Αντώνης Σαμαράς, «οι αριθμοί δεν βγαίνουν». Με την κυβερνητική αποδοχή του μεσοπρόθεσμου προγράμματος το χρέος αντί να μειώνεται συνεχώς θα αυξάνεται και τα πράγματα συνεχώς θα γίνονται πιο αδιέξοδα. Αυτό όμως που δεν λαμβάνει υπόψη του ο αρχηγόςτης ΝΔ είναι πως έχουν ξεκινήσει διάφορες διεργασίες εντός της ευρωζώνης που μπορεί να αμβλύνουν το αδιέξοδο.
Παρ’ όλο που η κατάσταση είναι εξαιρετικά ρευστή, δεν υπάρχει αμφιβολία πως η συμφωνία της 21ης Ιουλίου δίνει μια σημαντική ανάσα στην ελληνική οικονομία. Επιπλέον, με την εξάπλωση της κρίσης στην Ιταλία και Ισπανία, η ιδέα του ευρωομόλογου ήρθε στο προσκήνιο. Στη συνάντηση της 16ης Αυγούστου η Μέρκελ και ο Σαρκοζί απέκλεισαν την άμεση εφαρμογή μιας τέτοιας ριζικής λύσης, αλλά δεν την απέρριψαν τελείως. Συγχρόνως έκαναν μερικά διστακτικά βήματα για τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης.
Αν τα βήματα αυτά αποδειχθούν ανεπαρκή,πράγμα πολύ πιθανό, η Γερμανία και ηΓαλλία θα αντιμετωπίσουν το εξής δίλημμα: ευρωομόλογο ή διάλυση της ευρωζώνης. Μεσοπρόθεσμα η λύση του ευρωομόλογου είναι η πιο πιθανή. Τα παραπάνω δείχνουν μια συστημική πίεση που υποχρεώνει τις πολιτικές ηγεσίες της ευρωζώνης, είτε το θέλουν είτε όχι, να προχωρήσουν σε μια σταδιακή ενοποίηση.
Στη δημιουργία μηχανισμών ρύθμισης και αλληλεγγύης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτή η τάση θα ενταθεί αν στις επόμενες εθνικές γερμανικές εκλογές οι σοσιαλδημοκράτες, σε συμμαχία με το κόμμα των πρασίνων, σχηματίσουν μια κυβέρνηση που σίγουρα θα αντιμετωπίσει τα προβλήματα του Νότου με μια λιγότερο νεοφιλελεύθερη και περισσότερο νεοκεϋνσιανή πολιτική. Βέβαια τα παραπάνω επιχειρήματα δεν λύνουν το άμεσο πρόβλημα.
Τοπρόβλημα που τίθεται στη σημερινή συγκυρία είναι αν υπάρχει επιλογή, αν είναι δυνατή, όπως υποστηρίζει η αξιωματική αντιπολίτευση, μια ριζική αναδιαπραγμάτευση του μεσοπρόθεσμουπρογράμματος.
Η τρόικα έχει δηλώσει κατηγορηματικά πως το πρόγραμμα πρέπει να εφαρμοσθεί στο ακέραιο,πως δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Μήπως χρειάζεται η ευρωζώνη τόσο πολύ τη μη χρεοκοπία της χώρας μας που μια ριζική αναδιαπραγμάτευση είναι εφικτή; Αυτό το ερώτημα είναι δύσκολο να απαντηθεί, ιδίως από κάποιον που βρίσκεται εκτός του χώρου των διαπραγματεύσεων.
Αυτό όμως που μπορεί να πει κανείς με σιγουριά είναι πως μια πιο επιθετική από μέρους μας πολιτική θα ενείχε μεγάλους κινδύνους. Ας μην ξεχνάμε πως υπάρχουν φωνές που θέτουν το ζήτημα του αποκλεισμού της χώρας από την ΟΝΕ. Επιπλέον, τη στιγμή που όχι μόνο η Φινλανδία αλλά και άλλες χώρες δεν δέχονται να τηρήσουν πλήρως τη συμφωνία της 21ης Ιουλίου, η ιδέα πως ο Σαμαράς θα μπορούσε να πετύχει μια ευνοϊκότερη συμφωνία είναι μάλλον εξωπραγματική.
Τελικά η εμμονή στη ριζική αναδιαπραγμάτευση θα μας οδηγούσε σε ένα παιχνίδι πόκερ που μπορεί αυτός που παίρνει υψηλά ρίσκα ή να κερδίσει πολλά ή να χάσει τα πάντα. Έτσι αν σε μια υποτιθέμενη κυβέρνηση Σαμαρά η τρόικα επιμείνει στη θέση της για αυστηρή λιτότητα, τότε τι κάνει ο αρχηγός της ΝΔ; Αυτό το ερώτημα ο Αντώνης Σαμαράς δεν το έχει απαντήσει. Μήπως τελικά η μαξιμαλιστική πολιτική του είναι τόσο αδιέξοδη όσο και αυτή για το σκοπιανό, που ως γνωστό οδήγησε σε φιάσκο;
Οι τέσσερις προσεγγίσεις που εξετάστηκαν πάνω διαχειρίζονται το χρόνο κατά πολύ διαφορετικό τρόπο. Η πρώτη εστιάζεται στον στιγμιαίο χρόνο, στο εδώ και τώρα, στη θεραπεία σοκ – «πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι». Προσφέρει ένα φάρμακο άμεσης ψυχολογικής εκτόνωσης, αλλά σε τελική ανάλυση σκοτώνει τον ασθενή. Από την άλλη μεριά, η στρατηγική της άνισης συναλλαγής κινείται σε αυτό που ο Μπροντέλ ονομάζει μακρά διάρκεια. Φωτίζει τα δομικά προβλήματα της ΟΝΕ και, πιο ειδικά, τη σχέση της ημιπεριφερειακής χώρας μας με το γερμανοκρατούμενο κέντρο. Βραχυπρόθεσμα όμως δεν δίνει άμεσες λύσεις στο πρόβλημα της ελληνικής κρίσης. Όσο για τη νεοφιλελεύθερη προσέγγιση, αυτή είναι βραχυπρόθεσμα εξαιρετικά βάρβαρη και ίσως και αναποτελεσματική. Μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα όμως η αποδοχή της είναι βασική προϋπόθεση για να συνεχίσει η χώρα την ευρωπαϊκή της πορεία. Ακόμα και αν τελικά το χρέος μας δεν μπορεί να μειωθεί χωρίς μια ριζική «αναδιάρθρωση/κούρεμα», το βασικό θα είναι να γίνει κατά μεθοδευμένο τρόπο – και κυρίως με την υποστήριξη των εταίρων μας. Τέλος, η απόρριψη της κυβερνητικής πολιτικής από την αξιωματική αντιπολίτευση βασίζεται σε μια στατική ή μάλλον γραμμική έννοια του χρόνου:τα πράγματα, χωρίς ριζική αναδιαπραγμάτευση των όρων της τρόικας, θα πάνε από το κακό στο χειρότερο – αφού «οι αριθμοί δεν βγαίνουν». Η αξιωματική αντιπολίτευση όμως αγνοεί πως οι αριθμοί μπορεί, κάτω από τις τωρινές συνθήκες, να μη βγαίνουν, αλλά κάτω από διαφορετικές μελλοντικές, πιθανές συνθήκες να βγαίνουν. Το μνημόνιο και το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα είναι όντως άδικα και αντιαναπτυξιακά, αλλά είναι σε τελική ανάλυση η λιγότερο κακή λύση. Μας υποχρεώνουν να κάνουμε αναγκαίες δομικές αλλαγές που θα κάναμε πολύ πιο δύσκολα χωρίς την πίεση της τρόικας. Συγχρόνως μας δίνουν την ευκαιρία συνέχισης της ευρωπαϊκής πορείας μας, μας δίνουν τη δυνατότητα να συμβάλλουμε στη δημιουργία, μαζί με τις άλλες χώρες του Νότου, μιαςΕυρώπης που δεν θα ελέγχεται αλλά θα ελέγχει τις αγορές. Δηλαδή μιας πιο ανθρώπινης, δημοκρατικής και ισχυρής Ευρώπης.
Το κείμενο έγραψε ο Νίκος Μουζέλης και δημοσιεύτηκε “The Athens review of book” του Σεπτεμβρίου