ΚΕΙΜΕΝΑ – ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΤΕΤΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ tetpapa@otenet.gr, από την “Ελευθεροτυπία”

Εξαιρετικά αδύνατος, σαν κλαράκι. Πάρα πολύ χλωμός. Τα μάτια βαθουλωμένα. Ορθιος, αλλά για να βαδίσει σταθερά τον κρατούσαν. Η φωνή του λαχανιασμένη στις δηλώσεις που έκανε μόλις μετά την απελευθέρωσή του. Ομως είναι ζωντανός. Και χαμογελαστός.

Ο εφιάλτης του πήρε τέλος. Μετά από πέντε χρόνια και τέσσερις μήνες ομηρίας. Επέστρεψε πίσω στη χώρα του, στην οικογένειά του, στους φίλους του: ο Ισραηλινός στρατιώτης Γκιλάντ Σαλίτ.

25 Ιουνίου 2006. Επιδρομή ενόπλων της ισλαμιστικής Χαμάς σε μονάδα τεθωρακισμένων στο νότιο Ισραήλ. Σκοτώνουν δύο στρατιώτες. Τραυματίζουν άλλον έναν και τον παίρνουν μαζί τους στη Λωρίδα της Γάζας, όμηρο· το μαρτύριο του Γκιλάντ Σαλίτ, 19 ετών τότε, αρχίζει.

18 Οκτωβρίου 2011. Η απελευθέρωση του Γκιλάντ Σαλίτ. Μετά από ακριβώς 1.941 ημέρες.

Η απελευθέρωσή του πραγματοποιήθηκε ύστερα από σκληρή διαπραγμάτευση ανάμεσα στην ισραηλινή κυβέρνηση και τη Χαμάς. Με ανταλλαγή. Εντυπωσιακή και «βαριά» η ανταλλαγή. Το Ισραήλ, για να πάρει πίσω τον στρατιώτη Γκιλάντ Σαλίτ, δέχτηκε να αφήσει ελεύθερους 1.027 Παλαιστίνιους κρατούμενους σε ισραηλινές φυλακές.

Θα σημειώσω το εξής. Οι εν λόγω Παλαιστίνιοι κρατούμενοι που αφήνονται ελεύθεροι -να επιστρέψουν είτε στη Λωρίδα της Γάζας είτε στη Δυτική Οχθη- δεν βρίσκονταν στις φυλακές για πταίσματα ή μικροαδικήματα. Ενας αριθμός εξ αυτών, μάλιστα, έχει διαπράξει πολύνεκρες φονικές επιθέσεις με θύματα ανύποπτους ανθρώπους που περίμεναν στη στάση το λεωφορείο ή απλώς περπατούσαν στον λάθος δρόμο τη λάθος στιγμή· όλοι άμαχοι Ισραηλινοί πολίτες, ανάμεσά τους και παιδιά.

Αναλογία: 1 για 1.027. Και άλλες φορές στο παρελθόν το Ισραήλ είχε ανταλλάξει μεγάλο αριθμό Παλαιστινίων ή και άλλων Αράβων για να φέρει πίσω ελάχιστους Ισραηλινούς στρατιώτες ή πολίτες· ζωντανούς ή και νεκρούς. Ομως ποτέ η αναλογία της ανταλλαγής δεν ήταν τέτοια. Το τίμημα είναι βαρύ. Ωστόσο, η ελευθερία και η ζωή ενός ανθρώπου δεν έχει (δεν πρέπει να έχει) τιμή.

Οταν, λοιπόν, αυτό συμβαίνει, όπως τώρα στην περίπτωση του Ισραηλινού στρατιώτη -όσο και αν υπάρχουν και πολιτικοί υπολογισμοί- εμείς δεν έχουμε παρά να υποκλιθούμε μπροστά στο γεγονός: 1.027 κρατούμενοι αφέθηκαν ελεύθεροι για να σωθεί μία ζωή. Πάντως, στην απελευθέρωση του Γκιλάντ Σαλίτ συνέβαλε επίσης -και ας τονιστεί αυτό- ο ακαταπόνητος και αδιάλειπτος αγώνας που έδωσε, εντός και εκτός Ισραήλ, η οικογένειά του.

Οι γονείς του εγκατέλειψαν τη δουλειά τους, πέντε χρόνια τώρα, για να αφοσιωθούν αποκλειστικά στη υπόθεση του Γκιλάντ. Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, εγκατέλειψαν και το σπίτι τους στη Γαλιλαία, κοιμόντουσαν και ξυπνούσαν σε… σκηνή που είχαν στήσει απέναντι από την κατοικία του Ισραηλινού πρωθυπουργού. Ο πατέρας του, ο Νόαμ Σαλίτ, έφθασε μέχρι και στο παγκόσμιο βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ (πριν από έναν μήνα) για να ζητήσει από εκεί την απελευθέρωση του γιου του.

Το ηθικό δίλημμα. Τι σκέφτονται για την ανταλλαγή του Ισραηλινού στρατιώτη με 1.027 Παλαιστινίους, οι ισραηλινές «πενθούσες οικογένειες»; Δηλαδή εκείνες που έχουν θύματα -έχασαν παιδιά, γονείς, αγαπημένους και αγαπημένες- ακριβώς από τις τρομοκρατικές παλαιστινιακές επιθέσεις;

Κάποιες από τις «πενθούσες οικογένειες» δεν μπορούν να δεχτούν ότι αφήνονται ελεύθεροι αυτοί που σκότωσαν τους δικούς τους.

Αλλες, όμως, παρά τον πόνο τους, πιστεύουν ότι ο Γκιλάντ Σαλίτ έπρεπε να γυρίσει πίσω, όσο οδυνηρό και αν είναι το τίμημα. Εξάλλου, ακόμη και εάν ο Ισραηλινός στρατιώτης έμενε και έλιωνε στα χέρια της Χαμάς, το γεγονός αυτό δεν θα έφερνε πίσω στη ζωή τους δικούς τους ανθρώπους.

Ο Γκιλάντ Σαλίτ δεν ήταν ένας φυλακισμένος. Οι φυλακισμένοι βρίσκονται σε κάποια συγκεκριμένη φυλακή, όπου μπορεί να τους επισκεφτεί η οικογένειά τους, ένας δικηγόρος, ή γιατρός, και όπου μπορούν να λάβουν ή να στείλουν γράμματα. Τίποτα απολύτως από όλα αυτά δεν ίσχυε για τον Γκιλάντ. Αυτός βρισκόταν στο έλεος της Χαμάς, κάπου στη Λωρίδα της Γάζας, σε μυστικό μέρος. Ενας όμηρος.

Στα πέντε, και πλέον, χρόνια της ομηρίας του, η Χαμάς δεν επέτρεψε ούτε μία φορά -ούτε μία- να επισκεφθούν τον Γκιλάντ Σαλίτ οι γιατροί του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού.

«Χαίρομαι που οι Παλαιστίνιοι κρατούμενοι αφέθηκαν ελεύθεροι και επιστρέφουν στον τόπο τους. Ελπίζω να μείνουν εκεί και να μη στραφούν ξανά εναντίον του Ισραήλ», είπε στους δημοσιογράφους ο Ισραηλινός στρατιώτης μόλις απελευθερώθηκε.

Συγκράτησα ακόμη μία φράση από τις απαντήσεις του Γκιλάντ Σαλίτ στους δημοσιογράφους. Και την παραθέτω αντί επιλόγου: «Οποιος σώζει μια ψυχή, σώζει τον κόσμο».



«Το στιλέτο»

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011, 5:18 μμ
Κάτω από: Χωρίς κατηγορία  |  Αφήστε ένα σχόλιο

Του Ιωαννη Kαράκωστα*

Μετά τις επιθέσεις των Ιταλών κατά της ουδέτερης Ελλάδος, ενέσκηψε η πολεμική θύελλα των Γερμανών κατακτητών, η οποία αφού για δεύτερη φορά σε λίγα χρόνια αιματοκύλησε την Ευρώπη κατέκτησε και τη μικρή και φτωχή Ελλάδα. Οι γονείς μου ζούσαν τότε με τον μεγαλύτερο αδελφό μου στη Χαλκίδα -μια μικρή γαλήνια και ρομαντική πόλη- πρωτεύουσα του νομού της Εύβοιας. Ο πατέρας μου εργαζόταν στην οικογενειακή επιχείρηση αλευρόμυλου που προμήθευε την ευρύτερη περιοχή με την πρώτη ύλη για την κατασκευή του καθημερινού ψωμιού. Από τις πρώτες ενέργειες των εισβολέων ήταν η επίταξη επιχειρήσεων, κτιρίων, εγκαταστάσεων σπιτιών απολύτως αναγκαίων για τη λειτουργία των γερμανο-ιταλικών δυνάμεων κατοχής. Από τα πρώτα σπίτια που επέταξαν ήταν και το δικό μας, που ήταν δυστυχώς από τα μεγαλύτερα σπίτια της Χαλκίδος, το οποίο μάλιστα επέταξαν με όλα τα έπιπλα και σκεύη, όπως ήταν και ευρίσκετο, και το μετέτρεψαν σε λέσχη αξιωματικών. Μέσα σε λίγες ώρες η οικογένειά μου έπρεπε να αναζητήσει στέγη και να μετεγκατασταθεί, με όποιες θυσίες συνεπαγόταν ένας βίαιος ξεριζωμός. Αλλά και στο πεδίο της δουλειάς του πατέρα μου η επέμβαση των κατακτητών ήταν βίαιη, οικονομικώς ασφυκτική και καταθλιπτική.

Το αλεύρι, η προμήθεια πρώτων υλών και η παραγωγή έπρεπε να ελέγχεται αυστηρά με ποινές θανάτου λόγω της σημασίας της πρώτης ύλης για την επιβίωση του πληθυσμού και την προμήθεια των δυνάμεων της κατοχής. Ελεγχος λοιπόν αυστηρός κι εκεί στη δουλειά. Μετά την αποχώρησή τους από τη ρημαγμένη από τον πόλεμο Ελλάδα, οι Γερμανοί άφησαν ερείπια τα σπίτια που είχαν επιτάξει και τις τρομακτικές ζημιές, που είχαν προκαλέσει οι βανδαλισμοί τους, προσπαθούσαν ν’ αποκαταστήσουν οι γονείς μου, ψυχικά ερείπια και οι ίδιοι από τις στερήσεις κυρίως της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας. Στο κλίμα αυτό της κατάθλιψης και της παρακμής είχα και εγώ, που γεννήθηκα τότε, τις πρώτες μου εικόνες θολές, πικρές, αρνητικές και αναμνήσεις απανθρωπιάς και σκληρότητας από τους Γερμανούς κατακτητές.

Με τα χρόνια σταθήκαμε στα πόδια μας, αποκαταστήσαμε μόνοι μας τις ζημιές, τις ψυχικές, ηθικές και υλικές και μάθαμε η οικογένειά μου κι εγώ να συγχωρούμε ακόμα και τους σαδιστές και βασανιστές, αλλά και όλους τους συνοδοιπόρους τους, Γερμανούς κατακτητές. Οι γονείς μου, ιδίως ο πατέρας μας, παρ’ όλη τη γαλλική τους παιδεία και την απέραντη ευγνωμοσύνη που έτρεφαν στους Αγγλους απελευθερωτές μας, μας έλεγαν στο σπίτι και μας δίδασκαν τη γερμανική διανόηση, της μουσικής, της γερμανικής κυρίως, την ποίηση, τη γερμανική παιδεία, μας έκαναν ν’ αγαπήσουμε τον πρώτο Ελληνα-Βαυαρό βασιλιά μας τον Οθωνα και μαζί μ’ αυτόν τους «Αθηναίους στον ποταμό Ιζαρ», (Athen an der Isar, κατά τον ελληνολάτρη βασιλιά Λουδοβίκο I΄ της Βαυαρίας), δηλαδή τους Βαυαρούς με τους οποίους τόσα και τόσα μας συνέδεσαν και μας συνδέουν. Ετσι με την επιφοίτηση των πιο πάνω, σπούδασα Νομικά και δίδαξα Ελληνικά στο Μόναχο και στο Ρέγκενσμπουρκ, αγάπησα τον πολιτισμό, τη λογοτεχνία και τους ανθρώπους, Γερμανούς και Γερμανίδες, και νόμιζα ότι είναι αμοιβαίο…

Απέκτησα κατοικία και ζωή στο Μόναχο και έχουμε σήμερα σε ακαδημαϊκό και πανεπιστημιακό επίπεδο στενότατες επιστημονικές ανταλλαγές τα πανεπιστήμιά μας και οι σχολές μας, βαθύ και καρποφόρο επιστημονικό διάλογο και κυρίως αντιπαρήλθαμε όλα τα αρνητικά, όλα τα δυσάρεστα, όλες τις σκοτεινές αναμνήσεις και είδαμε η γενιά μου, αλλά και οι νεότερες γενιές όλα τα θετικά… Ετσι δεν μπορώ να καταλάβω ηθικο-συναισθηματικά αλλά ούτε και με ψυχρά ιστορικο-κοινωνικά κριτήρια τους σύγχρονους Γερμανούς ταγούς, εκτός του καγκελαρίου Σμιτ, ο οποίος αποτελεί φωτεινή εξαίρεση, που δεν τείνουν χείρα βοηθείας όπως οι ίδιοι ζήτησαν από τα θύματά τους μετά τους δύο μεγάλους πολέμους και με την οποία βοήθεια, που τους παρασχέθηκε γενναιόδωρη και χωρίς υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς και εξευτελιστικούς όρους, επούλωσαν τις δικές τους πληγές, έτσι ώστε να είναι σήμερα σε θέση να απαξιώνουν τους άλλους και κυρίως να τους θίγουν την υπερηφάνειά τους.

Αριστα πράττουν οι Γερμανοί και Ευρωπαίοι πολιτικοί και γραφειοκράτες, που μας υποδεικνύουν και μας τονίζουν τις ευρωπαϊκές μας υποχρεώσεις και μας ενισχύουν στην προσπάθεια διαρθρωτικών αλλαγών, γιατί πρέπει πράγματι -είναι η υστάτη ώρα- να αλλάξουμε εμείς οι Ελληνες σε πολλά, αλλά δεν δεχόμαστε να μας θίγουν το περίσσευμα υπερηφάνειας, γενναιοδωρίας και μεγαλοψυχίας που μετέτρεψε κάποτε τους κατακτητές Ρωμαίους σε κατακτημένους μιμητές της ελληνικής παιδείας και που έθαλψε και γιάτρεψε τα τραύματα και τις πληγές που προκάλεσε τόσο άδικα κυρίως στις ψυχές μας το δολοφονικό στιλέτο του Γερμανού κατακτητή και των συνοδοιπόρων του στον δεύτερο μεγάλο παγκόσμιο πόλεμο.

*Ο κ. Ιωάννης Καράκωστας είναι ομότιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής και τ. αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.



Μετεωρισμός προ εκλογών

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011, 5:42 πμ
Κάτω από: Πολιτική  |  Αφήστε ένα σχόλιο

Tου Νικου Γ. Ξυδακη

Μια λέξη για τις μέρες που ζούμε: μετεωρισμός. Μετέωροι νιώθουν οι Ελληνες, σε μια χώρα που μετασχηματίζεται σε χώρο ρευστό, άγνωστο, σχεδόν απειλητικό. ΄Η μήπως αποσυντίθεται; Σίγουρα αποσυντίθεται το πολιτικό σκηνικό, όπως το γνωρίσαμε: το «όλον» ΠΑΣΟΚ συρρικνώνεται ταχύτατα και όλες οι στρώσεις του αναζητούν απεγνωσμένα τρόπους πολιτικής επιβίωσης. Δεν θα επιβιώσουν. Αποσυντίθεται ο οικονομικός κορμός της χώρας, με τις παθογένειες και τα ελλείμματά του. Αποσυντίθεται και ο κοινωνικός ιστός, πρωτίστως διά της φτωχοποίησης των μεσοστρωμάτων. Ολες αυτές οι διαδικασίες, βίαιες ούτως ή άλλως, τελούνται υπό ξένη εποπτεία, με διαρκώς μειούμενη την εθνική κυριαρχία, με την κυβέρνηση και το κοινοβούλιο να παρακολουθούν άφωνοι τις εξελίξεις.

Ολα μαύρα; Οχι. Ασφαλώς θα πονέσουν πολλοί αθώοι και αδύναμοι, αλλά μετά την αποσύνθεση, ή και ταυτοχρόνως, εμφανίζονται ήδη τα πρώτα σημάδια μετασχηματισμού. Η μείζων παρέμβαση του κουρέματος του χρέους και η εμφανής υποχώρηση της ελληνικής διοίκησης ενώπιον της μόνιμης επιτροπείας οδηγούν τη χώρα σε εκλογές. Πολύ σύντομα. Οι εκλογές δεν θα δώσουν οριστική λύση, αλλά τουλάχιστον θα αποσυμπιέσουν εν μέρει τη χύτρα και θα ανανεώσουν ευρέως το πολιτικό προσωπικό. Οι πρίγκιπες της μεταπολίτευσης θα εξαφανιστούν ή θα λουφάξουν. Στην πολυκομματική Βουλή που θα προκύψει θα εμφανιστούν πολλά νέα πρόσωπα – και δεν θα είναι τα γνωστά σελέμπριτι, θα είναι και άνθρωποι υποψιασμένοι για μεγάλες δυσκολίες. Εφόσον η κάλπη ακολουθήσει κάπως την παρούσα δημοσκοπική τάση, τα μικρότερα κόμματα θα εμφανιστούν με πολλά νέα πρόσωπα, χωρίς εμπειρία ίσως, αλλά σίγουρα φρέσκα.

Η πολιτική αλλαγή δεν θα πραγματοποιηθεί μόνο εντός Βουλής. Βλέπουμε ήδη να ξεπροβάλλουν κινήσεις προσώπων από διάφορες αφετηρίες, με διάθεση να διαδραματίσουν ενεργό ρόλο στα κοινά, είτε ως δεξαμενές προβληματισμού είτε ως ομάδες πίεσης και λόμπι είτε ως άτυπες δυνάμεις δράσης (task force) έτοιμες να συμμετάσχουν στη διακυβέρνηση. Η ρητορική, η καταγωγή και ο ιδεολογικός χρωματισμός αυτών των προσώπων διαφέρουν, κινούμενα σε ευρύτατη γκάμα: πρώην φιλομνημονιακοί, εκσυγχρονιστές, φιλελεύθεροι, ριζοσπάστες, τεχνοκράτες, αποσυνάγωγοι κομμάτων, μαζί με τυπικά απολίτικους και εμπρηστικά αντικομματικούς.

Υστατος παράγων στη συνάρτηση μετεωρισμού: η διαφαινόμενη αύξηση εκλογικής επιρροής των αριστερών κομμάτων. Θα μεταφραστεί και σε αυξημένη πολιτική παρέμβαση; Αγνωστο. Πολλοί αριστεροί νιώθουν άστεγοι. Μετεωρισμός, παντού. Η πολιτική επανεφευρίσκεται.



Oh ma patria, si bella e perduta!

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011, 9:49 μμ
Κάτω από: Χωρίς κατηγορία  |  Αφήστε ένα σχόλιο

Tου Nικου Γ. Ξυδακη

Τρεις σταθμοί στη ρητορική του ΠΑΣΟΚ, από την επιβολή του Μνημονίου έως σήμερα, μέρες χρεοκοπίας και καλπάζουσας φτωχοποίησης. Πρώτος: συλλογική ενοχοποίηση, μαζί τα φάγαμε, φταίει ο υδραυλικός. Για το χρέος που σώρευσαν η κακοδιαχείριση και η διαφθορά φταίει η κοινωνία. Σοκ και δέος λοιπόν για την κοινωνία. Και δίλημμα: Μνημόνιο ή χρεοκοπία.

Δεύτερος σταθμός, όταν πλέον το Μνημόνιο είχε φουντώσει την ύφεση, την ανεργία και το έλλειμμα, ενώ το χρέος σταθερά αυξανόταν: δεν φταίει η κυβέρνηση, φταίνε οι δανειστές. Φταίνε οι άλλοι, οι κακοί οι ξένοι, οι ανάλγητες αγορές, αλλά ποτέ το εγχώριο πολιτικό σύστημα που σώρευσε το χρέος και επιτάχυνε την κρίση. Πάντα φταίει ο άλλος.

Τρίτος σταθμός. Εχουμε πόλεμο, να σώσουμε την πατρίδα ψηφίζοντας κι άλλους φόρους, κατεδαφίζοντας το εργατικό δίκαιο, ρημάζοντας τη μικροϊδιοκτησία και τους ελεύθερους επαγγελματίες, κατάσχοντας μισθούς και συντάξεις για χαράτσια.

Η πατρίδα εν κινδύνω επανέρχεται όλο και συχνότερα στον λόγο του πρωθυπουργού και των υπουργών. Ποτέ άλλοτε στους μεταπολιτευτικούς χρόνους, οι Ελληνες πολιτικοί δεν κατέφυγαν με τέτοια σπουδή στην έννοια «πατρίδα» – και ποτέ άλλοτε δεν έγιναν λιγότερο πιστευτοί. Είναι προφανές ότι η υπερβατική πατρίδα χρησιμοποιείται σαν καταφύγιο, για να αποκρυβεί η χρεοκοπία της πολιτικής. Η λογόρροια σημαίνει την έκλειψη του λόγου. Αλλά η επίκληση της πατρίδας σημαίνει επίσης υπαρκτούς κινδύνους: όσο περισσότερο μιλιέται από τους ηγέτες η πατρίδα σε αυτό το συγκείμενο, τόσο περισσότερο συρρικνώνεται, τόσο περισσότερο απειλείται. Ο κυβερνητικός λόγος πλημμυρίζει πατρίδα σε μια συγκυρία κατά την οποία ομολογείται, από τους ίδιους τους κυβερνώντες, η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, και βιώνεται καθημερινά η ατομική και εθνική ταπείνωση.

Στις δύσκολες μέρες που έρχονται, η πατρίδα θα χρησιμοποιηθεί από πολλούς, με πολλές αποχρώσεις. Ωστόσο, στη σφοδρή πολύπλευρη κρίση που ζούμε, η πατρίδα, ως υλικότητα, ως πεδίο αυτοαναγνώρισης, ως πεδίο συνάντησης ελεύθερων πολιτών και ως πεδίο δημοκρατίας, θα ήταν ο μόνος κοινός τόπος που θα μπορούσε να ενώσει και να συνεγείρει το κερματισμένο και απογοητευμένο πλήθος. Ποιος πατριωτισμός όμως; Από τον ρομαντικό πατριωτισμό του 19ου αιώνα μέχρι τον συνταγματικό πατριωτισμό του Χάμπερμας, έχει κυλήσει πολλή ιστορία: εν ονόματι της πατρίδας έχουν διαπραχθεί ηρωικές πράξεις ελευθερίας, αλλά και φρικαλεότητες.

Η κρίση εντούτοις ξεκαθαρίζει, βασανιστικά έστω, τις έννοιες και τους προσδίδει την ιδιαίτερη υπόστασή τους σήμερα. Πατρίδα εν κινδύνω σήμερα σημαίνει, όλο και περισσότερο, ότι κινδυνεύουν άμεσα η πολιτική ελευθερία και η δημοκρατία, ότι επαπειλείται οικονομικός ανδραποδισμός και αποσάθρωση του κοινωνικού σώματος. Βασανιστικά, επώδυνα, συνειδητοποιούμε ότι η υπερβατική πατρίδα είμαστε εμείς, η φθαρτή μας ύλη και οι ανθρώπινοι φόβοι μας, η ιστορία και το αβέβαιο μέλλον των παιδιών μας, δεν είναι ένας αδρανής στίχος του εθνικού ποιητή. Μάλλον: τώρα νιώθουμε ώς τα τρίσβαθα τον εθνικό ποιητή, κάθε ποιητή, από τον Σολωμό και τον Παλαμά έως τον Καβάφη και τον Ελύτη.

O Αντώνης μου γράφει μες στη νύχτα από μακριά: «Δεν υπάρχει πλέον σωτηρία για το σύγχρονο ελληνικό κράτος. Η ρητορική των επανεκκινήσεων και των ανορθώσεων εξαντλήθηκε. Εάν αυτό που μας κόφτει είναι η μοίρα του ελληνισμού, δηλαδή μιας από τις μεγάλες διάρκειες της Μεσογείου, τότε καλό θα είναι ν’ αρχίσουμε να μελετούμε αν υπάρχουν δυνατότητες ριζικής μεταπολίτευσης, δηλαδή συνέχισης του ελληνισμού εν ετέρα μορφή».

Στη διπλανή μεγάλη διάρκεια της Μεσογείου, την italianit‡, προ ημερών λαός, χορός και μαέστρος τραγούδησαν ενωμένοι, δακρυσμένοι «Oh ma patria, si bella e perduta!» – Πατρίδα μου, τόσο ωραία και χαμένη! Οι Ιταλοί τραγουδούσαν την επανένωση της πατρίδας 150 χρόνια πριν, και ανησυχούσαν για τα τωρινά. Ετσι να τραγουδήσουμε κι εμείς στην πλατεία Συντάγματος και στην πλατεία Ομονοίας, λίγο πριν από τα 200 χρόνια της Επανάστασης: «Oh ma patria, si bella e perduta!», προτού χαθεί, για να μη χαθεί. Σαν τον πατριώτη Βέρντι και σαν τον Ιερεμία: «Επί των ποταμών Βαβυλώνος, εκεί εκαθίσαμεν και εκλαύσαμεν εν τω μνησθήναι ημάς της Σιών. Επί ταις ιτέαις εν μέσω αυτής εκρεμάσαμεν τα όργανα ημών· ότι εκεί επηρώτησαν ημάς οι αιχμαλωτεύσαντες ημάς λόγους ωδών και οι απαγαγόντες ημάς, ύμνον· άσατε ημίν εκ των ωδών Σιών».

Πάντα θα εκβάλλουμε απ’ την αιχμαλωσία μες στη μεγάλη διάρκεια, εν τοιαύτη ή εν ετέρα μορφή.



Πατριωτισμός ή κοσμοπολιτισμός;

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011, 9:45 μμ
Κάτω από: Παιδαγωγική  |  Αφήστε ένα σχόλιο

Του Αντώνη Λιάκου, από το “Βήμα”
Η ταυτότητα και η ηθική

Η κατάληψη της Κύπρου από τους Οθωμανούς στα 1570 προκάλεσε μια κρίση στην επικυρίαρχη δύναμη, τη Βενετία, η οποία αποτυπώθηκε σε μια διαμάχη απόψεων γύρω από την πολιτική και την έννοια της πατρίδας. Το 1572 λοιπόν ο Πάολο Παρούτα έγραψε ένα δοκίμιο με τίτλο «Della perfezione della vita politica» (Για την τελειοποίηση της πολιτικής ζωής), στο οποίο υπογράμμιζε ότι ήταν καθήκον κάθε ενάρετου ανδρός να συμμετέχει στην πολιτική ζωή (για τις γυναίκες ούτε λόγος ακόμη· όσο για τους άνδρες, υπό προϋποθέσεις). Το καθήκον αυτό επιβαλλόταν από κάποιο υπέρτερο: την αγάπη προς την πατρίδα, «η οποία είναι μια συντροφία ανθρώπων, όχι τυχαία και βραχυχρόνια όπως των ναυτικών, αλλά βασισμένη στη φύση, (…) η οποία περιλαμβάνει τους γιους και τους γονείς, τους φίλους». Η αγάπη προς την πατρίδα σήμαινε να θέτει κανείς το δημόσιο συμφέρον πάνω από το ιδιωτικό.

Δεν πέρασε καιρός πολύς και ένας ιερωμένος, ο Μονσινιόρ Φίλιππος Μοντσενίγος απάντησε λέγοντας ότι αυτή η αγάπη για την πατρίδα δεν ανήκει στους φυσικούς νόμους αλλά είναι ανθρώπινο δημιούργημα. «Ο Θεός δεν έθεσε σύνορα ούτε στα πτηνά του ουρανού ούτε στα ζώα της γης ούτε στους ιχθύς των ωκεανών. Γιατί επομένως οι άνθρωποι, που είναι ανώτεροι από τα ζώα, θα έπρεπε να κλείνονται στα όρια μιας πατρίδας; (…) Αληθινή πατρίδα είναι αυτή στην οποία ζει κανείς καλά. Επομένως ο σοφός άνθρωπος μπορεί να ονομάσει πατρίδα του οποιοδήποτε μέρος του κόσμου». Ο Μοντσενίγος δεν αναγνώριζε άλλη πατρίδα από την ουράνια. Σε αυτή την άποψη ο Παρούτα απάντησε: «Δεν έχουμε τίποτε πιο ακριβό και πιο πολύτιμο από την πατρίδα. Αν καταστραφεί η αγάπη για την πατρίδα, χάνεται κάθε αξιοπρέπεια της πολιτισμένης ζωής, της ζωής μέσα στην πολιτεία».

Αυτή η συζήτηση επανελήφθη και τον 17ο αι. στη Βενετία, όταν οι Οθωμανοί κατέλαβαν και την Κρήτη. Πέρα από τα συγκεκριμένα συμφραζόμενα, η συζήτηση αυτή ανάμεσα στους πατριώτες και στους κοσμοπολίτες έχει δημιουργήσει μια μακρά παράδοση στην πολιτική σκέψη που δεν λέει να κατακαθήσει. Με το πέρασμα του χρόνου εμπλουτίστηκε με τις αξίες και τη λογική του Διαφωτισμού και ο κοσμοπολιτισμός ονομάστηκε «ουνιβερσαλισμός» με την προβληματική του έθνους και του εθνικού κράτους όπου η πατρίδα ταυτίστηκε με το έθνος και την κρατική του συγκρότηση και ο πατριωτισμός συγχρωτίστηκε με τον εθνικισμό με την προβληματική των ταξικών συμφερόντων και προσδοκιών τα οποία τέμνουν τα εθνικά συμφέροντα (προλεταριακός διεθνισμός).

Τέλος, εμπλουτίστηκε με την προβληματική της «διαφοράς» και του δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού των μειονοτήτων και των κάθε λογής πολιτισμικών ομάδων μέσα στα πλαίσια της εθνικής συλλογικότητας. Ετσι ο κοσμοπολιτισμός απέκτησε εσωτερική διαπερατότητα ανάμεσα στο εθνικό «εμείς» και στους «άλλους», με την ανθρωπολογική σημασία του όρου. Ο κοσμοπολίτης προς τα έξω έγινε και κοσμοπολίτης προς τα μέσα. Ξαναβρίσκουμε το νήμα αυτής της συζήτησης στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτή τη φορά όχι ανάμεσα στους διανοουμένους της Δεξιάς και της Αριστεράς, αλλά ανάμεσα σ’ αυτούς τους τελευταίους (και με την έννοια που έχει η Αριστερά στην Αμερική).

Οι αιτίες ήταν ώριμες αλλά η αφορμή δόθηκε από ένα άρθρο του γνωστού πολιτικού φιλοσόφου Richard Rorty στους «New York Times» (13.2.1994) με τίτλο «The Unpatriotic Academy» (Οι μη πατριώτες πανεπιστημιακοί). Ο Rorty κατηγόρησε την πανεπιστημιακή Αριστερά ότι υποστηρίζοντας την πολιτική της «διαφοράς», δηλαδή μια πολιτική που σκοπό έχει να αναδείξει την ταυτότητα και τα δικαιώματα των γυναικών, των Αφροαμερικανών, των ιθαγενών Ινδιάνων, των Ισπανόφωνων, των Ασιατών, των ομοφυλόφιλων κλπ., υπονομεύει την εθνική ταυτότητα και αυτεκτίμηση του αμερικανικού έθνους. Η ταυτότητα αυτή, κατά τον Rorty, απηχεί τις δημοκρατικές αρχές του Εμερσον, του Λίνκολν, του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ κ.ά. Είναι απαραίτητη γιατί τροφοδοτεί το πατριωτικό αίσθημα, χωρίς το οποίο δεν μπορούν να κινητοποιηθούν οι πολίτες για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που αφορούν την κοινωνία συνολικά. Ενας άλλος Αμερικανός, ο Sheldon Hackney, ζήτησε να ανοίξει μια δημόσια συζήτηση για την αμερικανική ταυτότητα.

Καθώς τα τελευταία χρόνια στην αμερικανική κοινωνία γίνεται πολλή συζήτηση για την ηθική, η Martha Nussbaum, γνωστή ιστορικός της ελληνιστικής φιλοσοφίας, απάντησε ότι ο πατριωτισμός είναι ηθικά επικίνδυνος και σε τελευταία ανάλυση υπονομεύει τις ίδιες τις αρχές της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης, τις οποίες επικαλείται ο Rorty. Τα εθνικά σύνορα, γράφει, είναι αυθαίρετα ή έχουν επιβληθεί διά της βίας. Είναι επομένως παράλογο να τους αποδίδεται ηθική σημασία. Αν οι άνθρωποι εκπαιδεύονταν για να ζουν ως πολίτες του κόσμου, θα ενδιαφέρονταν περισσότερο για τη φτώχεια και την εξαθλίωση του Τρίτου Κόσμου, για τα περιβαλλοντικά προβλήματα που αφορούν ολόκληρο τον πλανήτη. Δεν θα ζούσαν έγκλειστοι στον εθνικό τους εγωισμό. Θα αντιλαμβάνονταν μάλιστα καλύτερα τις εθνικές τους ιδιαιτερότητες και τον εαυτό τους.

Στη θέση της Nussbaum αντέδρασαν ο Michael Waltzer και η Amy Gutman, αμφότεροι πολιτικοί φιλόσοφοι στο Πρίνστον: Δεν μπορούμε να είμαστε πολίτες του κόσμου γιατί δεν έχει αυτός ο κόσμος πολιτικές δομές στις οποίες μπορούμε να συμμετάσχουμε και να επηρεάσουμε. Για να είμαστε πολίτες χρειαζόμαστε μια πολιτική κοινότητα και αυτή προς το παρόν είναι το εθνικό κράτος, εκείνο που περικλείεται από τα εθνικά σύνορα. Την ιδιότητα του πολίτη όμως την απολαμβάνουμε μέσα στα πλαίσια της δημοκρατίας. Και βέβαια η δημοκρατία για να επιζήσει χρειάζεται τον πατριωτισμό, γιατί η δημοκρατία διατηρείται με τη μαζική συμμετοχή στην πολιτική ζωή· πρόκειται όμως όχι για πατριωτισμό χρωματισμένο με τα εθνικά χρώματα, αλλά για τον «συνταγματικό πατριωτισμό», σύμφωνα με τον όρο του γερμανού φιλοσόφου Jurgen Habermas. Πρόκειται επομένως για ένα πολιτικό αίσθημα που γεννιέται από την ενεργό συμμετοχή των πολιτών στη δημοκρατική ζωή, ανεξάρτητα από τα εθνοπολιτισμικά χαρακτηριστικά του καθενός.

Το έθνος και η πατρίδα

Ο τύπος της ενότητας που έχει ανάγκη η δημοκρατία δεν είναι το έθνος ως πολιτισμική οντότητα, αλλά η πατρίδα ως η κοινή ελευθερία που προστατεύεται από τους νόμους. Ετσι, σε θεωρητικό επίπεδο η συζήτηση περιστράφηκε στις διαφορές ανάμεσα σε δύο όρους: ethno-nationalism, δηλαδή εθνική ιδεολογία βασισμένη σε εθνοτικά χαρακτηριστικά και κληροδοτημένες πολιτισμικές κληρονομιές· και civic nationalism, δηλαδή εθνική ιδεολογία πάνω στην έννοια του έθνους ως δημοκρατικά οργανωμένης κοινότητας. Κατά κάποιον τρόπο αναπαράγεται η διαφορά ανάμεσα στον εθνικισμό της Γαλλικής Επανάστασης και στον γερμανικό εθνικισμό του Χέρντερ και του Φίχτε. Αλλωστε τις διαφορές ανάμεσα στον δημοκρατικό πατριωτισμό και στον εθνικισμό ανέλαβε να τις συνοψίσει ο Μ. Viroli, ο οποίος, όπως και ο Miroslav Hroch που αντιτίθεται στην ισοπέδωση των κινημάτων εθνικής συγκρότησης υπό τον γενικευτικό όρο του εθνικισμού, προέρχεται από την Ευρώπη ­ Ιταλός ο ένας, Τσέχος ο άλλος.

Παρά την προϋπάρχουσα συζήτηση, τα ερωτήματα πέφτουν βροχή. Μπορούν μόνο οι πολιτικές διαδικασίες, όσο δημοκρατικές και αν είναι, να εμπνεύσουν τους πολίτες; Δεν χρειάζεται η κοινότητα των εμπειριών, η κοινότητα της μνήμης; Ετσι όμως δεν μεταβαίνουμε στην εθνική μνήμη, στα πολιτισμικά χαρακτηριστικά του έθνους, και επομένως δεν γλιστράμε στον εθνικό μύθο που θέλουμε να εξορκίσουμε; Η εθνική ιδεολογία, αν και ενισχύει τους εσωτερικούς δεσμούς, δεν αποκλείει όμως από τη δημοκρατική ζωή όλους όσοι δεν συμμερίζονται τα κοινά χαρακτηριστικά ή την κυρίαρχη εκδοχή, το κυρίαρχο αφήγημα περί κοινών χαρακτηριστικών; Δεν καταστέλλει επομένως κάθε εκδήλωση διαφορετικότητας, κάθε έκφραση της ιδιαιτερότητας και της ταυτότητας των ποικίλων πολιτισμικών ομάδων, την κατακτημένη πλέον αρχή της πολυπολιτισμικότητας;

Σε ένα πρόσφατο άρθρο του στη «New Left Review» ο Eric Hobsbawm έγραψε ότι τα «νέα κινήματα» που βασίζονται στην πολιτική της ταυτότητας «είναι καθ’ εαυτά και δι’ εαυτά και για κανέναν άλλον»· και επεσήμανε τον «κίνδυνο της αποδιάρθρωσης σε μια καθαρή συμμαχία μειονοτήτων», σε σχέση με τα καθολικά αιτήματα που προωθούσε η Αριστερά στην παράδοση του Διαφωτισμού. Ο ίδιος ιστορικός, σε ένα συνέδριο τον περασμένο Νοέμβριο στο Πρίνστον (όπου συμμετείχαν οι περισσότεροι από τους παραπάνω), έθεσε σε κριτική την έννοια της παγκοσμιοποίησης. Περισσότερο και από μια εμπράγματη τάση, υποστήριξε, έχει γίνει μια ρητορεία η οποία, αμφισβητώντας τις δυνατότητες του εθνικού κράτους, τείνει να ακυρώσει τις δυνατότητες των πολιτών να επηρεάσουν τις πολιτικές αποφάσεις. Υποστήριξε ότι ο μεγαλύτερος όγκος των παγκόσμιων οικονομικών συναλλαγών ενεργείται ακόμη μέσα στα πλαίσια των εθνικών κρατών. Κατά συνέπεια τα εθνικά κράτη διατηρούν μεγάλο μέρος της δύναμής τους.

Ωστόσο η ελεύθερη κίνηση του κεφαλαίου δεν αποτελεί ένα σιδερένιο χέρι πάνω από τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, όπως είχε υποστηρίξει πριν από χρόνια ο Karl Polanyi. Από την άλλη πλευρά, ποιος μπορεί να ελέγξει και να μετριάσει τις ανισότητες που επιβάλλουν οι δυνάμεις της παγκόσμιας αγοράς που λειτουργούν ως κράτη εντός και εκτός συνόρων, αν όχι η πολιτική, μέσα από τα μόνα διαθέσιμα μέσα που έχει και τα οποία είναι τα εθνικά κράτη;

Το χέρι του κεφαλαίου

Το πρόβλημα επομένως είναι, κατά τον Hobsbawm, πώς η Αριστερά μπορεί να κινητοποιήσει το έθνος για να επιτύχει μεγαλύτερη ισότητα και δικαιοσύνη, χωρίς να χρησιμοποιήσει εθνικιστική ιδεολογία την οποία σχεδόν πάντα εκμεταλλεύεται η Δεξιά για να επιβάλλει αποκλεισμούς και εθνικές διαμάχες.

Γρίφος. Πώς, λ.χ., ο πολυπολιτισμικός πληθυσμός μιας πόλης όπως η Νέα Υόρκη θα στρατευθεί σε μια νέα εθνική ιδέα, έστω και με δημοκρατικό περιεχόμενο, χωρίς τουλάχιστον μια ισχυρή εξωτερική απειλή, ίσου τουλάχιστον μεγέθους με αυτήν του τελευταίου πολέμου; Και αν αυτό το αναλάβουν τα ΜΜΕ, ποιος θα περιμαζέψει τις υστερίες που συνήθως δημιουργεί ο ηλεκτρονικός λαϊκισμός; (Εχουμε πείρα στην Ελλάδα). Εξάλλου μια παρόμοια ιδεολογία, ανεξάρτητα αν την κινεί η Αριστερά, δεν θα καταστείλει τις πολυπληθείς πλέον ταυτότητες και ιδεολογίες που εκφράζουν την κατάτμηση του σύγχρονου κόσμου αλλά και την αξιοπρέπεια των μειονοτήτων και των ομάδων που τον αποτελούν; Και δεν είναι, ακόμη, οξύμωρο το σχήμα μιας Αριστεράς που φοράει ξανά τον εθνικό επενδύτη εναντίον του οποίου τόση κριτική έχει ασκήσει; Βέβαια, όπως μας έδειξε το παράδειγμα της Βενετίας, στη μεγάλη διάρκεια, Αριστερά και Δεξιά μετέρχονται εναλλάξ τον πατριωτισμό και τον κοσμοπολιτισμό.

Υπάρχουν ακόμη κινήματα και προσωπικότητες που έγιναν σύμβολα ταυτόχρονα και του πατριωτισμού και του κοσμοπολιτισμού, όπως π.χ. ο Γαριβάλδης και οι εθελοντές στις επαναστάσεις από το 1821 ώς το 1936, ο Τσε Γκεβάρα στα χρόνια μας κ.ά. Αυτόν τον συνδυασμό άλλωστε προτείνουν και εκπρόσωποι της λεγομένης «μετα-αποικιακής θεωρίας», όπως ο Kwame Anthony Appiah, καθηγητής των Αφροαμερικανικών σπουδών στο Χάρβαρντ, και ο Homi Bhabha, του Πανεπιστημίου του Σάσεξ.

Η κοινωνική αλληλεγγύη

Οι συζητήσεις αυτές δείχνουν τα όρια οποιασδήποτε επιλογής σε αυτό το αρχικό δίλημμα «πατριωτισμός ή κοσμοπολιτισμός;» σήμερα. Δείχνουν όμως ότι η Ακαδημία δεν είναι τόσο αντιπατριωτική, όπως ισχυρίστηκε ο Rorty. Ενδεχομένως στις αναλύσεις περί έθνους, τα τελευταία χρόνια, τονίστηκε περισσότερο η πλευρά της κατασκευής και μάλιστα η συμβολική και ιδεολογική διάστασή της. Το έθνος όμως είναι μια συλλογικότητα εμπειρίας, αλληλεγγύης και πολιτικής δράσης. Κατασκευάζεται δηλαδή εννοιολογικά και πολιτικά· και μάλιστα καθημερινά. Επομένως οι συζητήσεις αυτές και τα διλήμματα εμπλουτίζουν την έννοια του έθνους και την καθημερινή του διάσταση εντός της οποίας ασκείται η πολιτική. Γιατί, αν το έθνος αφεθεί στους εθνικιστές θεωρητικούς, τότε θα καταντήσει εικόνα ευνουχιστικού πατέρα. Χρειαζόμαστε μια δημοκρατική σύλληψη του έθνους και τη διάσταση της εθνικής αλληλεγγύης μέσα στα σύγχρονα συμφραζόμενά της ως κοινωνικής αλληλεγγύης.

Παρά τις θεωρητικές αδυναμίες της η έννοια του «συνταγματικού πατριωτισμού» μάς είναι χρήσιμη. Το ίδιο ισχύει κατ’ αναλογίαν και για τον κοσμοπολιτισμό. Τα κυρίαρχα οικονομικά δίκτυα προσφέρουν συχνά φιλόξενη υποδοχή στις θεωρίες του αντεθνικισμού, του αντιρατσισμού, του φεμινισμού, του πολυπολιτισμού και της διαφοράς. Ετσι, πολλά από αυτά τα «νέα κινήματα» κατέληξαν χρηματοδοτούμενα ερευνητικά προγράμματα. Γιατί, σήμερα, δεν είναι οι κορυφές της οικονομικής πυραμίδας που κινητοποιούν τα μισόξενα και εθνικιστικά αισθήματα. Οι διαχειριστές του οικονομικού παιχνιδιού επιδιώκουν την ενιαιοποίηση των αγορών, όχι τους αποκλεισμούς. Είναι όσοι αισθάνονται να απειλούνται που επιδιώκουν προστατευτικούς αποκλεισμούς. Αυτή άλλωστε είναι και η διαφορά από την εποχή του Μεσοπολέμου.

Αλλά σε αυτή τη διαδικασία της ενιαιοποίησης και της παγκοσμιοποίησης παράγονται νέες, αβυσσαλέες ανισότητες και αποκλεισμοί. Οι αποκλεισμοί αυτοί δημιουργούνται μέσα από την απόσυρση των ισχυρών στα καλά προστατευμένα κελύφη του ιδιωτικού χώρου. Η γκετοποίηση των άλλων παράγεται έμμεσα, όχι άμεσα. Κατά συνέπεια το κρίσιμο ζήτημα είναι αν ο κοσμοπολιτισμός θα καταντήσει ένας άνευρος «μητροπολιτισμός» ή θα ασκήσει κοινωνική κριτική απέναντι στην πολιτική των μητροπολιτικών κέντρων και στους μηχανισμούς που παγκοσμιοποιούν μια ομοιόμορφη εμπορευματική κουλτούρα, την κουλτούρα του «Mac World».

Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.



Πατριωτισμός εναντίον εθνικισμού

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011, 9:39 μμ
Κάτω από: Παιδαγωγική  |  Αφήστε ένα σχόλιο

του  ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

Η ΙΔΕΑ της πατρίδας έχει υποστεί φθορές από την κάκιστη χρήση και την κατάχρηση που της έκαναν ο εθνικισμός και ο φασισμός. Ο φασισμός μιλούσε για την πατρίδα, έλεγε ότι πρέπει να θυσιάζουμε τη ζωή μας αλλά και να σκοτώνουμε για την πατρίδα και στο όνομα της πατρίδας εξαπέλυε τους επιθετικούς του πολέμους και τα πογκρόμ του ενάντια στους «απάτριδες».

Η ιδέα της πατρίδας παραπέμπει σε ένα σύνολο αξιών στο οποίο ο πατριώτης αποδίδει ένα ιδιαίτερα θετικό συμβολικό νόημα. Γι’ αυτό και προσφέρεται για πολιτική εκμετάλλευση από μέρους εκείνων που κατέχουν την εξουσία. Ετσι, ο πατριωτισμός μπορεί εύκολα να εκφυλιστεί και να μετατραπεί σε πατριδοκαπηλία και σε εθνικισμό. Η αγάπη για την πατρίδα υπήρξε όμως και ένα σημείο αναφοράς του αντιφασισμού, που αντιτάχθηκε σθεναρά στο φασιστικό εθνικισμό. Η αντίσταση στο φασισμό και στο ναζισμό ήταν μια κορυφαία έκφραση πολιτικού πατριωτισμού, που κατέδειξε ότι η αγάπη για την πατρίδα μπορεί να οδηγήσει σε μιαν ανιδιοτελή, γενναιόδωρη και μαχητική στράτευση, σε πράξεις αυτοθυσίας και ηρωισμού με μεγάλη ηθικοπολιτική αξία. Στο όνομα της πατρίδας ο φασιστικός εθνικισμός εξαπέλυσε τους επεκτατικούς και κατακτητικούς του πολέμους, προκαλώντας μαζικές ανθρωποσφαγές και γενοκτονίες.

Ο πατριωτισμός του αντιφασισμού αντίθετα έδωσε ηθικό και πολιτικό περιεχόμενο στην πιο αδιάλλακτη και ηρωική αντίσταση στον επιτιθέμενο εισβολέα και στον κατακτητή. Ο πατριωτισμός του αντιφασισμού εμπνεόταν από την ιδέα ότι πατρίδα σημαίνει κοινή ελευθερία ενός λαού, ο οποίος θέλει να ζει ελεύθερος ανάμεσα σε ελεύθερους λαούς. Ανάμεσα σε αυτήν την ιδέα της πατρίδας και στον εθνικισμό, ο οποίος αναγορεύει σε πρωταρχική αξία όχι την ελευθερία αλλά την εθνική, θρησκευτική ή πολιτισμική ομοιογένεια ενός λαού ή το μεγαλείο, την υπεροχή και την επικράτηση του δικού μας έθνους στην αναμέτρηση με τα άλλα έθνη, υπάρχει μια ηθική και πολιτική άβυσσος.

Η παράδοση σκέψης που ενέπνευσε τον πατριωτισμό του αντιφασισμού (εκείνη που ερμηνεύει την αγάπη για την πατρίδα ως αγάπη για την κοινή ελευθερία) έχει τις ρίζες της στην πολιτική σκέψη του Διαφωτισμού. Στο λήμμα Patrie της Encyclopedie διαβάζουμε μεταξύ άλλων: «Πατρίδα δεν σημαίνει τον τόπο στον οποίο γεννηθήκαμε, όπως νομίζει μια αγοραία αντίληψη, αλλά σημαίνει ένα ελεύθερο κράτος (etat libre) του οποίου είμαστε μέλη και του οποίου οι νόμοι προστατεύουν τις ελευθερίες μας και την ευτυχία μας». Με αυτήν την έννοια, η αγάπη για την πατρίδα δεν αντιπαρατίθεται στην αγάπη για την ανθρωπότητα και στις οικουμενικές αξίες της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης.

Αντίθετα μάλιστα, μπορεί να αποτελεί έναν αναγκαίο ενδιάμεσο σταθμό στην πορεία που οδηγεί σε αυτές τις οικουμενικές αξίες. Αυτή η ιδέα πολιτικού πατριωτισμού, η οποία ερμηνεύει την αγάπη για την πατρίδα ως αφοσίωση στο συνταγματικό συμβόλαιο που συνδέει τους πολίτες μιας πολιτικής κοινότητας, μοιάζει με την έννοια του «συνταγματικού πατριωτισμού», που πρότεινε ο Χάμπερμας στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Η θεωρία του συνταγματικού πατριωτισμού, αν και εμφανίζεται συνήθως ως ανανέωση της παραδοσιακής σημασίας του όρου, στην πραγματικότητα υπογραμμίζει την ασυνέχεια που οι μεγάλες αστικές επαναστάσεις (η αμερικανική του 1776 και η γαλλική του 1789) είχαν προκαλέσει με τη ριζική αλλαγή της έννοιας της πολιτικής κοινότητας. Επειτα από αυτές τις επαναστάσεις, πράγματι, η αφοσίωση στο μονάρχη ή στο κράτος θα αντικατασταθεί από την αφοσίωση στην πατρίδα. Εδώ η έννοια της πατρίδας αναφέρεται από τη μια μεριά στην πολιτισμική παράδοση και κληρονομιά ενός λαού και από την άλλη στην αφοσίωση σε μια πολιτική διάταξη η οποία νομιμοποιείται ως ελεύθερη έκφραση της κοινής βούλησης των πολιτών και αποβλέπει στην εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος.

Η πατρίδα επομένως σημαίνει τόσο τη γενέθλια γη, τη «γη των πατέρων», δηλαδή τη χώρα με την οποία τα άτομα αισθάνονται συνδεδεμένα για λόγους γενεαλογικούς ή πολιτισμικούς, όσο και την πολιτική κοινότητα που συγκροτήθηκε από ανθρώπους οι οποίοι μοιράζονται συνειδητά μια κοινή κληρονομιά (ιστορίας, γλώσσας και πολιτισμού) και μια κοινή μοίρα. Για τους κλασικούς της πολιτικής σκέψης, η πολιτική αρετή του πατριωτισμού είναι αναγκαία για την υπεράσπιση και τη διατήρηση μιας ελεύθερης πολιτείας. Στην παράδοση του πολιτικού πατριωτισμού (η οποία ως πατρίδα εννοεί την κοινή μας ελευθερία, μια κοινότητα ελεύθερων πολιτών), η αγάπη για την πατρίδα έχει ένα νόημα εντελώς διαφορετικό από αυτό που της δίνει η εθνικιστική ρητορική, από το θαυμασμό δηλαδή για την εθνική υπεροχή και «καθαρότητα», από την υπεράσπιση της πολιτισμικής ομοιογένειας ενός έθνους ενάντια σε κάθε είδους επιμειξία.

Οταν μιλάει για αγάπη για την πατρίδα ο πολιτικός πατριωτισμός δεν εννοεί μιαν αποκλειστική και τυφλή πρόσδεση στην κοινότητα καταγωγής μας, αλλά έναν άλλο τύπο αγάπης, ικανό να εμπνέει το γενναιόδωρο πάθος που ωθεί το άτομο να ενδιαφέρεται όχι μόνο για την οικογένειά του, για τους συγγενείς και τους φίλους του, αλλά για όλους τους συμπολίτες του ή ακόμη και για όλους εκείνους (ανεξάρτητα από την καταγωγή τους) που είναι θύματα αδικιών, διακρίσεων και καταπίεσης. Με άλλα λόγια, ο πατριωτισμός μπορεί να είναι μια πολύτιμη για τη δημοκρατία πολιτική αρετή, δηλαδή μια δύναμη που κινητοποιεί τους πολίτες, ένα πάθος που δίνει στα άτομα το θάρρος και την αποφασιστικότητα να υπηρετούν τη χώρα τους και την κοινή τους ελευθερία, παραμερίζοντας ή και θυσιάζοντας τα εγωιστικά και ιδιωτικά τους συμφέροντα.



Ολος ο κόσμος μια πλατεία…

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011, 9:24 μμ
Κάτω από: Χωρίς κατηγορία  |  Αφήστε ένα σχόλιο

Tου Παντελη Μπουκαλα

Δεν χωράει αμφιβολία ότι οι πραγματιστές του πλανήτη, αυτοθαυμαζόμενοι για την πολλή σοφία με την οποία τον διοικούν οδηγώντας τον στην ευδαιμονία και τη δικαιοσύνη, θα χαρακτήριζαν αφελώς ρομαντικό και παιδαριωδώς ιδεαλιστικό το σύνθημα «Ολος ο κόσμος μια πλατεία», που έχει την τιμητική του τούτες τις μέρες, αρθρωμένο σε ποικίλες γλώσσες – γλώσσες που, με όλες τις διαφορές τους, βρέθηκαν να λειτουργούν ενωτικά παρά χωριστικά. Δεν θα χρειαζόταν άλλωστε να μπουν στον κόπο της σκέψης για να βρουν τα επίθετα της ειρωνείας και της απαξίωσης. Τα έχουν ήδη χρησιμοποιήσει τα προηγούμενα χρόνια, όταν με τα κάλπικα σταθμά τους ζύγιζαν το σύνθημα «Ενας άλλος κόσμος είναι εφικτός», για να το καταδικάσουν αφ’ υψηλού σαν βεβαρημένο από υπερβολικό συναισθηματισμό ή και «λυρισμό» (η κατηγορία του «λυρισμού» προσάπτεται συνήθως σε ό,τι επιχειρεί, ενδεχομένως άτακτα και σπασμωδικά, να ανοίξει κάποιες ραγισματιές στη σιδερένια γλώσσα του κυνικού «ρεαλισμού»· εν προκειμένω η λέξη ρεαλισμός μοιάζει να κατάγεται από τα «ρεάλια», τα νομίσματα κι όλα τα συμφραζόμενα της στυγνής υλοφροσύνης, και όχι από το αγγλικό realism ή τους λατινικούς προγόνους του).

Είναι φανερό ότι εκτός από το μονοπώλιο των διαφόρων υλικών ή και φαντασματικών πλέον προϊόντων, οι πραγματιστές μας, οι ηθικά έκπτωτοι κυνιστές (ας τους πούμε έτσι, για να μην τους μπερδεύουμε με τους αθώους του αίματος Κυνικούς της αρχαιότητας) διεκδικούν και το μονοπώλιο της Πολιτικής και της Ιστορίας. Μόνο αυτοί, υποτίθεται, είναι ικανοί να συγγράψουν το επόμενο Μεγάλο Αφήγημα.

Ναι. Δεν μπορεί εύκολα να γίνει μια πλατεία ο κόσμος όλος, ένας κόσμος περίπλοκος και αντιφατικός, χωρισμένος από εθνικά σύνορα αλλά και βαθιά διχασμένος από αντίπαλα συμφέροντα, συγκρουόμενες ιδεολογίες και αλληλοπολεμούμενες θρησκείες που δρουν διαλυτικά μέσα στα εθνικά όρια αλλά και πάνω από αυτά. Μολαταύτα, όσοι συγκεντρώθηκαν στις πλατείες 951 πρωτευουσών και μεγάλων πόλεων του πλανήτη το Σάββατο 15 Οκτωβρίου, όσοι διαδήλωσαν στους δρόμους 82 χωρών, ανήκουν σε μια κοινότητα ανθρώπων που, εν γνώσει των πολλών διαφορών τους και δίχως να τις ξορκίζουν, δεν μοιράζονται μονάχα το θυμό, την αγανάκτηση και την αγωνία όχι πια για το αύριο αλλά για το σήμερα, έτσι μουντό και δυστοπικό όπως ξημέρωσε. Μοιράζονται και μια μεγάλη, μια πολύ μεγάλη υπόθεση: αν ο κόσμος δεν μπορέσει να λειτουργήσει όντως σαν μια μεγάλη πλατεία, σαν ένα οικουμενικό χωριό, δεν είναι κόσμος. Δεν είναι δηλαδή ένας τόπος που αφορά και περιέχει τη συντριπτική πλειονότητα· «είμαστε το 99%», λέει άλλωστε ένα άλλο σύνθημα, με τη θεμιτή υπερβολή του, και πάλι στις ποικίλες γλώσσες του κόσμου.

Μοιράζονται δηλαδή την ελπίδα για μια οργάνωση των πολιτειών τέτοια που, πρώτον, θα επαναποδώσει στην πολιτική τα πρωτεία που από οκνηρία ή ιδιοτελές συμφέρον άφησε να της αρπάξει η οικονομία, η αγορά· και δεύτερον, θα υποχρεώσει την πολιτική αυτή να ξαναθυμηθεί δυο – τρεις λέξεις, να τις ανασύρει από τον κάλαθο των αχρήστων όπου τις πέταξε περιφρονητικά η άρχουσα ωμότητα: ηθική, δικαιοσύνη, στοιχειώδης μέριμνα για τους αδύναμους που, μέσα στις ισχυρές ή και πανίσχυρες χώρες, μετριούνται πια όχι με τις εκατοντάδες χιλιάδες αλλά με τα εκατομμύρια. Φαίνεται ότι η κρατική ισχύς, για να αυξηθεί, προϋποθέτει την εξουθένωση μεγάλου τμήματος των υπηκόων, που, σαν νεόπτωχοι πια, εγκλωβίζονται σε μια προβιομηχανική κοινωνική κατάσταση, όσον αφορά την οικονομική τους δυνατότητα και τα εργασιακά και άλλα δικαιώματά τους, όταν οι ελίτ των ομοεθνών τους χαριεντίζονται με τα τελευταία επιτεύγματα της πιο προωθημένης τεχνολογίας για να διασκεδάσουν την ανία της χλιδής τους. Για όνειρα πρόκειται, και μάλιστα ιδιαιτέρως απαιτητικά, αν όχι προδήλως ανεδαφικά. Αλλά ο κόσμος μόνον αν ξαναβρεί τους ονειροπόλους του, τους αφελείς του, τους συναισθηματίες, τους ιδεαλιστές, τα ψώνια του για να το πω αλλιώς, θα δικαιούται να ελπίζει ότι θα σωθεί από την αθλιότητα στην οποία τον κατάντησαν, δεκαετία τη δεκαετία (και «αλλαγή» την «αλλαγή», μια και αυτή η λέξη–δόλωμα είναι διεθνούς χρήσεως) οι επαγγελματίες ονειροπώλες τόσο της πολιτικής όσο και της αγοράς, που με τη συνδρομή δύο – τριών ικανών διαφημιστικών γραφείων και πέντ’–έξι ευφάνταστων λογογράφων μπορούν να παραστήσουν σαν κοσμογονικό όραμα ακόμα και το τίποτα.

Ο πολιτισμός της απληστίας, ή ο πολιτισμός της Γουόλ Στριτ και των όπου Γης αντιγράφων της, που εξαντλεί τους πόρους του πλανήτη και τις αντοχές της συντριπτικής πλειονότητας των κατοίκων του αδιαφορώντας για τον μέλλοντα χρόνο, ο πολιτισμός αυτός που συνεχίζουν να τον διακονούν πάνω από τα ερείπια κεφαλαιοκράτες, επενδυτές, χρηματοπιστωτικοί όμιλοι, οίκοι αξιολόγησης, τζογαδόροι που ποντάρουν στην κατάρρευση ολόκληρων χωρών και μεντιοκράτες οικουμενικής ισχύος, εξάντλησε και τα όριά του, αφήνοντας πίσω του εκατομμύρια άδειες, τσακισμένες ζωές. Δεν έχασαν μόνο τα σπίτια τους από τη μια ή την άλλη τράπεζα, που, αντάξια του ρόλου της, προτιμά να τα γκρεμίσει παρά να επιτρέψει να τα κατοικούν άνθρωποι οι οποίοι αλλιώς θα βρεθούν έκθετοι στους δρόμους. Δεν έχασαν μόνο τον μισό μισθό τους και σχεδόν το σύνολο των εργασιακών τους δικαιωμάτων. Εχασαν την εμπιστοσύνη στην ίδια τη ζωή, τον αυτοσεβασμό τους. Εχασαν το δικαίωμα να κοιτάζουν καταπρόσωπο τα παιδιά τους.

Ο,τι κοινό αισθάνονται οι πολίτες της Ελλάδας, της Ισπανίας, των Ηνωμένων Πολιτειών, της Πορτογαλίας, της Αγγλίας, του Ισραήλ, της Γαλλίας, της Ρωσίας, της Κίνας (μόνο που εκεί, με τετελεσμένο τον ασιατικό κομμουνισμό, οι διαμαρτυρίες είναι αδιανόητες)· ό,τι κινητοποιεί τους πολίτες όσων χωρών βρίσκονται ήδη μέσα στον εφιάλτη της μαζικής ανέχειας, ενόσω οι ολίγιστοι επιδεικνύουν τη χυδαιότητα της χλιδής τους, ή τον βλέπουν να έρχεται αναπότρεπτος, είναι ο φόβος μπροστά σε μια εξουσία που, ως αυτονομιμοποιούμενη και μη θεσμοθετημένη, δεν λογοδοτεί σε κανέναν, όπως λογοδοτούν οι εκλεγμένες ηγεσίες, ή υποκρίνονται ότι λογοδοτούν, τηρώντας έστω τα προσχήματα. Είναι η άρνησή τους στην καθυπόταξη της πολιτικής, ως σχετικά έλλογης και έννομης τέχνης διαχείρισης των κοινών, στην Αγορά και τους δεσποτικούς της νόμους, που ορίζουν το ιδιωτικό κέρδος, στη βουλιμικότερη των εκδοχών του, ως αυτοδικαίως ανώτερο του γενικού οφέλους.

Οταν ακόμα και ο τύποις πλανητάρχης θεραπεύει με ευχολόγια την αδυναμία του να αντιμετωπίσει τη δεσποτεία των οίκων αξιολόγησης, δεν έχουμε πολλά να περιμένουμε από οποιονδήποτε πρωθυπουργό της περιφέρειας – και πάντως όχι από τον Γ. Παπανδρέου. Μόνο οι κοσμοβριθείς πλατείες και οι δρόμοι που οδηγούν σε αυτές μπορούν να δώσουν μιαν απάντηση, που, ακόμα και ασύντακτη αν θεωρηθεί και παρορμητική, λέει πολύ περισσότερα για την ανθρώπινη κατάσταση από τις περισπούδαστες αναλύσεις των «ειδικών» της πολιτικής, που νομίζουν ότι συνεχίζουν να κρατούν την εξουσία στα χέρια τους.



Ενα παιδί πετάει πέτρες

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011, 1:37 πμ
Κάτω από: Χωρίς κατηγορία  |  Αφήστε ένα σχόλιο

Του Παντελη Mπουκαλα

Κι εκείνο το πιτσιρίκι, θα ’ταν – δεν θα ’ταν δώδεκα χρονών, πότε πρόλαβε να ξεκόψει από το σπίτι του, αν έχει σπίτι, πότε πρόλαβε να δει τη ζωή του σε ερείπια, να οπλιστεί πέτρες από αυτά τα ερείπια και να τις πετάξει όχι πάνω σε «μπάτσους», σε «μπασκίνες» ή σε «λίτες», που μπορεί και κάπου να τον στρίμωξαν, αλλά πάνω σε διαδηλωτές που είχαν άλλου χρώματος λάβαρα από αυτά που κρατούσε η παρέα του; Οι κάμερες έφεραν το πρόσωπό του ώς το σπίτι του καθενός μας. Κι έτσι όπως τα χαρακτηριστικά του ήταν καλυμμένα, να μην αναγνωρίζονται, θα μπορούσε ο καθείς να το υιοθετήσει, να πει πως θα μπορούσε και να ’ταν το δικό του παιδί αυτό που, σαν να παίζει, μετείχε στις συγκρούσεις των ενηλίκων προχθές στο Σύνταγμα, όπως άλλα πιτσιρίκια δυο-τρία χρόνια πριν στη Θεσσαλονίκη.

Να το υιοθετήσει ο καθείς και να αναλογιστεί πόση βία ρουφάνε τα παιδιά μας με τα νύχια τους ακόμα μαλακά και την ψυχή τους άγουρη: τη βία των λέξεων (των δικών μας, των γονεϊκών, ή των τρίτων, που γίνονται όλο και πιο επιθετικοί, δίχως λόγο), των εικόνων που καταβροχθίζουν (στην οθόνη της τηλεόρασης ή του υπολογιστή αλλά και στον δρόμο), του άξενου σχολείου που καμιά απόλαυση δεν προσφέρει, των μικροσυμμοριών (μοιρασμένων κατά φυλή ή μεικτών), των γηπέδων, του ρυπαρού καταθλιπτικού περιβάλλοντος, μιας κοινωνίας που συνήθισε πια να εχθρεύεται την παιδική ηλικία. Οβερντόουζ βίας με ισόβιο κόστος.

Αλλά και πάλι η εικόνα του ανήλικου λιθοβόλου σοκάρισε. Οπως σοκάρισε και ο θάνατος του συνδικαλιστή του ΠΑΜΕ από τους τόνους των χημικών που κάθε φορά φιλεύει τους διαμαρτυρόμενους πολίτες το υπουργείο που τους προστατεύει διά του τίτλου του. Οπως σοκάρισαν (ακόμα κι όσους ξέρουν ότι αυτή η αντιπαλότητα κρατάει χρόνια) οι άγριες οδομαχίες μεταξύ «μαύρων» και «κόκκινων». Κι αν ακόμα θεωρήσουμε παρακρατικούς και προβοκάτορες όλους τους «μαύρους», όπως τους θέλει μια ερμηνεία που εφαρμόζει εργαλεία του 1960 σε συμβάντα του 2010, και πάλι για άτυπο ή κακέκτυπο μικροεμφύλιο θα πρέπει να μιλήσουμε. Και δεν είναι οι λέξεις αυτές που πρέπει να μας ανησυχούν, αλλά τα πράγματα.



Διαύγεια αττική μιας Πέμπτης

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011, 1:33 πμ
Κάτω από: Χωρίς κατηγορία  |  Αφήστε ένα σχόλιο

Tου Νικου Γ. Ξυδακη

Η Πέμπτη ξημέρωσε λαμπρή. Διαύγεια. Εκπαγλη, γλαυκή Αττική, οδυνηρά διαυγής: σε αναγκάζει να σκεφτείς, αφού τη νιώσεις. Διέσχισα μισοάδειους δρόμους, με κλειστά μαγαζιά και βιαστικούς διαβάτες, είδα τους λόφους και τα βουνά να στέφουν το Λεκανοπέδιο, από το Αιγάλεω όρος ώς την Πεντέλη και στο βάθος τη θάλασσα να αστράφτει. Η Αθήνα ήταν όλη ο ουρανός της, χθες. Ομορφη και λιτή, αυστηρή, σαν σμιλεμένη κόρη αρχαϊκή. Στο πίσω μέρος του υπερφωτισμένου μυαλού φώλιαζαν, ωστόσο, οι άνθρωποι. Αγωνιούντες άνθρωποι, κάτοικοι αυτού του διαυγούς θαύματος, άνθρωποι του μόχθου, νοικοκύρηδες, επιστήμονες, έμποροι, Ελληνες που αγωνιούν για το σκοτεινό παρόν και τους τρομάζει η σκέψη του μέλλοντος. Χιλιάδες, μυριάδες αγωνιούντες συνέρρεαν μπροστά από το Κοινοβούλιο, ζητώντας να εισακουστούν από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους τους, να ακούσουν τη μαρτυρία τους, την απόγνωσή τους. Εχει ξαναγίνει αυτή η τελετουργική συνάθροιση των απεγνωσμένων, πολλές φορές. Και πάντα έφευγαν άπρακτοι, όλο και πιο απεγνωσμένοι, ποτέ δεν έμαθαν αν και πότε θα τελειώσει το μαρτύριο.

Ετσι σωρεύτηκε η ανημπόρια, σαν διάλυση κάθε ροής του βίου, σαν αλλεπάλληλη διάψευση, σαν διαρκής κατάπληξη. Κι έτσι μεταλλάχθηκε σε κακοήθη νεοπλασία: σε κανιβαλισμό εαυτών και αλλήλων, η μια ομάδα εναντίον της άλλης, όλοι εναντίον όλων. Υπό την αρχαία διαύγεια αναδύεται το αρχαίο νείκος. Τυφλό, μοιραίο, ολέθριο. Αγέλες υαινών ενάντια σε πεισμωμένους εγωτιστές, μέλανες εναντίον ερυθρών, παλούκια εναντίον σφυριών, φωτιές επί κεφαλών αθώων, αλληλολιθοβολισμός συμπολιτών και συμπατριωτών, αδελφός εναντίον αδελφού. Κι ένας εργατικός, πατέρας δύο παιδιών, αφήνει την τελευταία του πνοή απέναντι από το δακρυσμένο, ασφυκτιών Κοινοβούλιο. Ιδού η μεγαλύτερη ήττα, η βαρύτερη, η ιστορική: ενώπιον της αβύσσου, αντί να ενωθούν δυνάμεις και ψυχές, τα πνεύματα διχάζονται, τα σώματα χτυπιούνται και πέφτουν.

Η ώρα περνούσε, ο ήλιος βασίλευε, η τυφλότης θριάμβευε. Μέσα κι έξω απ’ τη Βουλή αλληλοκατηγορίες, εκβιασμοί, απελπισιά: «μέσ’ ς’ τήν ψυχή μου / Κάθου κρυμμένη, απελπισιά, και κοίμου.» (Δ. Σολωμός) Συγκρίναμε την αβάσταχτα ωραία Αττική, όπως ξεπρόβαλε τούτη την Πέμπτη 20 Οκτωβρίου, με τη δυσοίωνη μητρόπολη του μίσους, που έφερε η νύχτα. Τι έχουμε μπρος στα μάτια μας, ανάμεσα στα δάχτυλά μας, και πώς κυλά και το χάνουμε: το φως, τη φιλότητα, τον λόγο. Θυμηθήκαμε τα αγαπημένα λόγια του Καμύ, ανθρώπου της Μεσογείου σαν εμάς:

«Eκείνος που εργάζεται σκληρά, ανάμεσα σε μιαν άχαρη γη και ένα σκοτεινό ουρανό, μπορεί να ονειρεύεται μιαν άλλη γη όπου ο ουρανός και το ψωμί θα ήταν ανάλαφρα. Eλπίζει. Eκείνοι όμως που το φως και οι λόφοι τούς γεμίζουν κάθε ώρα της ημέρας, δεν ελπίζουν πια. Δεν μπορούν πια παρά να ονειρευτούν ένα αλλού φανταστικό. Eτσι, οι άνθρωποι του Bορρά δραπετεύουν στις ακτές της Mεσογείου ή στις ερήμους του φωτός. Oι άνθρωποι όμως του φωτός, πού αλλού θα μπορούσαν να δραπετεύσουν αν όχι στο αόρατο;».



Τρεις στον δρόμο του Γιώργου

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011, 10:31 μμ
Κάτω από: Πολιτική  |  Αφήστε ένα σχόλιο

Διαβάζοντας την επιστολή των ‘τριών’, θυμήθηκα το 2007, τότε που ο Γιώργος Παπανδρέου έχασε τις βουλευτικές εκλογές (μετά από διαδοχικές εκλογικές ήττες) και, το ίδιο βράδυ, βρέθηκε απέναντι στον Ευάγγελο Βενιζέλο. Ίσως θυμάστε ότι, για να δικαιολογήσει την βαριά ήττα του (οι οποία ήρθε παρά τις πρόσφατες καταστροφικές πυρκαγιές που είχαν αναδείξει σε όλο της το μεγαλείο την ανικανότητα της κυβέρνησης Καραμανλή), ο κ. Παπανδρέου ισχυρίστηκε ότι τα προηγούμενα τρία χρόνια, από τότε που κληρονόμησε το θρυλικό δακτυλίδι από τον κ. Σημίτη, απέτυχε επειδή υπονομευόταν από διάφορους δελφίνους εντός του ΠΑΣΟΚ (εννοώντας βέβαια και τον κ. Βενιζέλο). Επρόκειτο για μια κλασική περίπτωση αντιστροφής της σχέσης αίτιου-αιτιατού.

Και βέβαια υπήρχαν κινήσεις ιδιοτελούς υπονόμευσης του ηγέτη του ΠΑΣΟΚ. Η αλήθεια όμως ήταν ότι, καθώς ο κ. Παπανδρέου πήγαινε από σφάλμα σε σφάλμα, και από την μια οργανωτική αποτυχία στην επόμενη πολιτική αστοχία, η βάση και τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ δυσφορούσαν και, όπως είναι φυσιολογικό, κάποιοι εκ των φιλοδοξούντων δελφίνων άρχισαν να υπονομεύουν την ηγεσία. Πρώτα όμως αστόχησε κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση ο Πρόεδρος (το αίτιο) και κατόπιν ενέκυψε η εσωκομματική αμφισβήτηση (το αιτιατό).

Ένα παρόμοιο (και παρόμοια ιδιοτελές) σφάλμα, αντιστροφής της σχέσης αίτιου-αιτιατού, χαρακτηρίζει την επιστολή του τρίου Διαμαντοπούλου-Λοβέρδου-Ραγκούση. Είναι αλήθεια ότι οι συντεχνίες υπονομεύουν την κυβερνητική πολιτική με στόχο την προάσπιση των ιδιοτελών συμφερόντων τους. Είναι ακόμα αλήθεια ότι παρατηρούνται φαινόμενα ανομίας τα οποία απέχουν πολύ από την επαναστατική δράση. (Στον δικό μου χώρο, για παράδειγμα, οι φοιτητές μας έκαναν κατάληψη όλη την εξεταστική περίοδο του Σεπτεμβρίου την οποία μετά  διέκοψαν απαιτώντας να… γίνουν οι εξετάσεις!)  Είναι αλήθεια ότι βουλιάζουμε σε μια ανομία η οποία αντί να βάζει φρένο στις αντιλαϊκές πολιτικές το μόνο που πετυχαίνει είναι να ενισχύει τις δυνάμεις της διχόνοιας, της συντήρησης και, εν τέλει, της αντικοινωνικής λιτότητας που φέρνει η περαιτέρω καθίζηση. Όμως, όπως και στην περίπτωση του ισχυρισμού του κ. Παπανδρέου το 2007, έτσι και τώρα η επιστολή των τριών συγχέει το αίτιο με το αιτιατό.

Πιστεύει κανείς πραγματικά ότι αν οι συντεχνίες είχαν κάτσει στα αυγά τους η Κρίση θα είχε κοπάσει; Ο λόγος που η χώρα βουλιάζει δεν είναι οι δράσεις των συντεχνιών. Μπορεί οι απεργίες και οι καταλήψεις να συμβάλουν γενναία στην πτώση της οικονομικής δραστηριότητας, και οι συντεχνίες να αποτελούν σύμπτωμα της ασθένειας, αλλά κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν θα πρέσβευε ότι η κατάρρευση του δημοσίου, των τραπεζών και των επιχειρήσεων σε όλη την επικράτεια δεν θα συνέβαιναν αν δεν είχαμε καταλήψεις, πορείες και απεργίες.

Η Κρίση καλά θα κρατούσε και χωρίς τις κινητοποιήσεις που οδηγούν την καθημερινή ζωή, ιδίως στην Αθήνα, στην παράλυση. Τα αίτιά της είναι πολύ βαθειά. Και σαν να μην έφτανε αυτό, έχουμε μια κυβέρνηση που δεν έχασε, από τότε που εκλέχθηκε το φθινόπωρο του 2009, ούτε μια ευκαιρία να αστοχήσει, να παρεξηγήσει τα δεδομένα, να κάνει προβλέψεις που σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα αποδεικνύονταν γελοίες, να προβεί σε συμφωνίες με την Ευρώπη που ξεπερνούν τα όρια της λογικής. Μια κυβέρνηση που σπατάλησε ανοήτως όλο το μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο που της είχε εμπιστευτεί ο ελληνικός λαός. Μια ηγεσία που απογοήτευσε με την αποτυχία της να κατανοήσει και να εξηγήσει τι συμβαίνει στην χώρα και, ακόμα περισσότερο, στην Ευρώπη.

Όταν την περασμένη άνοιξη οι πλατείες γέμιζαν κόσμο που απαιτούσε τον διάλογο για την Κρίση, οι συνδικαλιστές της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ δεν τολμούσαν να εμφανιστούν. Οι συντεχνίες κούρνιασαν εκείνες τις μέρες. Κατόπιν ήρθε το Μεσοπρόθεσμο, οι ανόητοι πανηγυρισμοί για την 21η Ιουλίου, οι παλινωδίες του Αυγούστου εκ μέρους του υπουργού Οικονομικών, ο  καταιγισμός των νέων φόρων και περικοπών του φθινόπωρου. Αντί για φως στο τούνελ, ο κόσμος έβλεπε το σκοτάδι να γίνεται πιο πηχτό, την κυβέρνηση να παραπαίει, την ελπίδα να χάνεται. Έτσι, αφού πέρασαν οι ζέστες, οι πλατείες έμειναν άδειες αφήνοντας το πεδίο δράσης ανοικτό για τους πολιτικούς εντός της Βουλής και τις συντεχνίες απ’ έξω.

Η ανομία και η υστεροβουλία των συντεχνιών δεν ήταν λοιπόν το αίτιο της καταβαράθρωσης της ελληνικής κοινωνικής οικονομίας. Ήταν το αιτιατό. Όσο για το αίτιο, αυτό πρέπει (τουλάχιστον όσον αφορά το άμεσο πολιτικό σκέλος του) να αναζητηθεί στους κόλπους της κυβέρνησης των οποίων οι τρεις υπογράφοντες την επιστολή αποτελούν εξέχοντα στελέχη της από την πρώτη, πρώτη στιγμή. Το να απαιτούν από την κοινωνία συναίνεση στην συνέχιση (για να μην πω περαιτέρω προώθηση) της δικής τους καριέρας αποτελεί θρασύτητα.



Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση