Του Paul Krugman
Η οικονομική και κοινωνική ανισότητα στις ΗΠΑ επέστρεψε στην ειδησεογραφία, χάρη κυρίως στο κίνημα «Καταλάβετε την Wall Street», αλλά και το ανεξάρτητο Γραφείο Προϋπολογισμού του αμερικανικού Κογκρέσου. Και ξέρετε τι σημαίνει αυτό: ήρθε η ώρα να επιστρατευτούν οι επαγγελματίες της θολούρας!
Οποιοσδήποτε έχει παρακολουθήσει το θέμα ξέρει τι εννοώ. Όποτε απειλείται να έρθουν στο επίκεντρο της προσοχής οι αυξανόμενες εισοδηματικές ανισότητες, μια αξιόπιστη ομάδα υπερασπιστών προσπαθούν να επαναφέρουν την θολούρα. Δεξαμενές σκέψης παρουσιάζουν εκθέσεις σύμφωνα με τις οποίες η ανισότητα στην πραγματικότητα δεν αυξάνεται ή και να αυξάνεται δεν έχει σημασία. Ειδικοί προσπαθούν να εξωραΐσουν το φαινόμενο, υποστηρίζοντας πως το χάσμα δεν εντοπίζεται στην πραγματικότητα ανάμεσα σε λίγους πλούσιους και σε όλους τους υπόλοιπους, αλλά μεταξύ των «εκπαιδευμένων» και των λιγότερο εκπαιδευμένων
Πρέπει λοιπόν να ξέρετε ότι όλες αυτές οι αιτιάσεις δεν είναι παρά προσπάθειες να καλυφθεί η ωμή πραγματικότητα: πως έχουμε μια κοινωνία στην οποία τα χρήματα όλο και περισσότερο συγκεντρώνονται στα χέρια λιγοστών ανθρώπων, και στην οποία αυτή η συγκέντρωση εισοδήματος και πλούτου απειλεί την ίδια την δημοκρατία.
Το Γραφείο Προϋπολογισμού παρουσίασε ορισμένες πτυχές αυτής της σκληρής πραγματικότητας σε πρόσφατη έκθεση του, που τεκμηριώνει την ύπαρξη οξύτατης μείωσης στο μερίδιο του συνολικού εισοδήματος που καταλήγει στην μεσαία και την χαμηλότερη τάξη της Αμερικής. Εξακολουθούμε να φανταζόμαστε τους εαυτούς μας ως μια χωρά της μεσαίας τάξης. Όμως αυτό είναι ένα όραμα που δεν έχει πολλή σχέση με την πραγματικότητα, από την στιγμή που το φτωχότερο 80% των νοικοκυριών λαμβάνει λιγότερο από το μισό εθνικό εισόδημα.
Αντιδρώντας στις αποκαλύψεις, οι συνήθεις ύποπτοι επιστράτευσαν μερικά οικεία επιχειρήματα: ότι τα στοιχεία είναι λανθασμένα (που δεν είναι), ότι οι πλούσιοι είναι μια τάξη η σύνθεση της οποίας αλλάζει συνέχεια (κάτι που δεν ισχύει), και πάει λέγοντας. Το δημοφιλέστερο επιχείρημα αυτή τη στιγμή μοιάζει πάντως να είναι πως μπορεί να μην είμαστε πια μια κοινωνία της μεσαίας τάξης, αλλά παραμένουμε μια κοινωνία της ανώτερης μεσαίας τάξης, στην οποία εξακολουθεί να ευημερεί μια ευρεία τάξη άρτια εκπαιδευμένων εργαζομένων, αυτών που διαθέτουν τις δεξιότητες για να είναι ανταγωνιστικοί στον σύγχρονο κόσμο.
Είναι μια ωραία ιστορία, και σίγουρα λιγότερο ενοχλητική από την εικόνα ενός έθνους όπου κυριαρχεί όλο και περισσότερο μια μικρή ομάδα πλουσίων. Αλλά είναι ψευδής.
Είναι αλήθεια ότι οι εργαζόμενοι με πτυχία κατά μέσο όρο τα πηγαίνουν καλύτερα από τους εργαζομένους χωρίς πανεπιστημιακή εκπαίδευση, και το χάσμα μεταξύ τους γενικώς μεγαλώνει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι πανεπιστημιακής εκπαίδευσης Αμερικανοί έχουν ανοσία στο «πάγωμα» των εισοδημάτων και την αυξανόμενη εργασιακή ανασφάλεια. Οι αυξήσεις μισθών για τους περισσότερους πτυχιούχους εργαζομένους έχουν ουσιαστικά ξεχαστεί μετά το 2000, ενώ ακόμη και οι φορείς πολύ υψηλής εκπαίδευσης δεν μπορούν πλέον να θεωρούν εξασφαλισμένη την πρόσβαση σε υψηλές αμοιβές και πλήρη ασφαλιστική κάλυψη. Πιο συγκεκριμένα, σήμερα οι εργαζόμενοι που έχουν ένα πτυχίο πανεπιστημίου αλλά όχι και μεταπτυχιακούς τίτλους έχουν λιγότερες πιθανότητες να αποκτήσουν δουλειά με πλήρη ασφαλιστική κάλυψη, απ΄ ότι είχε ένας απόφοιτος γυμνασίου το 1979.
Ποιος λοιπόν καρπούται τα μεγαλύτερα οφέλη; Μια πολύ μικρή, πλούσια μειονότητα.
Η έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού μας λέει πως το σύνολο σχεδόν των χρημάτων που έχασε στην μοιρασιά το φτωχότερο 80% των νοικοκυριών καταλήγει στο πλουσιότερο 1% των Αμερικανών. Με άλλα λόγια οι διαδηλωτές που αυτοπαρουσιάζονται σαν αντιπρόσωποι των συμφερόντων του 99% έχουν κατά βάση δίκιο, ενώ οι επαΐοντες που διαβεβαιώνουν πως η ανισότητα είναι ζήτημα εκπαίδευσης, και όχι κερδοφορίας μιας μικρής ελίτ, έχουν απόλυτο άδικο.
Τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα, αφού πρόσφατη έκθεση του Γραφείου δεν εξετάζει τι συμβαίνει μέσα στο πλουσιότερο 1%. Παλαιότερη έκθεση, του 2005, κατέληξε πως ακόμη και μεταξύ των υπερπλούσιων υπάρχει μεγάλη ανισότητα, αφού σχεδόν τα 2/3 του μεριδίου εισοδηματικής αύξησης που αναλογεί στο πλουσιότερο 1% καταλήγει στο 0,1% των υπέρ-πλούσιων – στο πλουσιότερο εν χιλιοστό των Αμερικανών, που είδαν τα πραγματικά τους έσοδα να αυξάνονται πάνω από 400% μεταξύ 1979 και 2005.
Ποιοι είναι αυτό το 0,1%; Είναι μήπως ηρωικοί επιχειρηματίες, που δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας; Όχι, κατά κύριο λόγο πρόκειται για στελέχη μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων. Πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι περίπου το 60% του κορυφαίου 0,1% είτε είναι executives σε διάφορες εταιρείες, είτε βγάζουν τα χρήματα τους στον χρηματοπιστωτικό κλάδο, δηλαδή με την ευρεία έννοια στην Wall Street. Προσθέστε σε αυτούς τους δικηγόρους και όσους θησαυρίζουν από τις αγοραπωλησίες ακινήτων, και έχεις πάνω από το 70% αυτού τυχερού ενός χιλιοστού.
Γιατί όμως έχει σημασία αυτή η αυξανόμενη συγκέντρωση εισοδήματος και πλούτου στα χέρια των ολίγων; Εν μέρει η απάντηση είναι πως η αυξανόμενη ανισότητα οδηγεί σε ένα κράτος όπου ο περισσότερες οικογένειες δεν καρπώνονται το μερίδιο της οικονομικής ανάπτυξης που τους αναλογεί. Άλλο σκέλος της απάντησης είναι πως, μόλις κατανοήσει κανείς πόσο πολύ πλουσιότεροι έχουν γίνει οι πλούσιοι, το επιχείρημα υπέρ της υψηλότερης φορολόγησης των εχόντων ως μέσο για τον ισοσκελισμό του προϋπολογισμού γίνεται όλο και πιο επιτακτικό.
Η πραγματική απάντηση, όμως, είναι πως η υπερβολική συσσώρευση πλούτου είναι ασύμβατη με την αληθινή δημοκρατία. Μπορεί κανείς να αρνηθεί σοβαρά ότι το πολιτικό μας σύστημα έχει στρεβλωθεί από την επίδραση των υπέρ-πλουσίων, και ότι η στρέβλωση αυτή γίνεται όλο και χειρότερη, καθώς αυξάνεται ο πλούτος των ολίγων;
Ορισμένοι «σοφοί» προσπαθούν ακόμη να διαλύσουν τις ανησυχίες για την αυξανόμενη ανισότητα σαν κάτι ανόητο. Η αλήθεια είναι όμως πως αυτό που διακυβεύεται είναι η ίδια η φύση της κοινωνίας μας.
Πηγή: TO BHMA
Στο γαλλικό κοινό τουλάχιστον πιστοποιήθηκε ότι το «Χάος» είναι ελληνική λέξη. Κι αν οι Γάλλοι τρομάζουν από το δικό τους «Le chaos» πρέπει να ’ρθούν στην Ελλάδα να δουν το αυθεντικό χάος. Οχι μόνο το οικονομικό, ούτε μόνο το πολιτικό, αλλά και το ψυχολογικό. Αυτή η διετία της βίαιης ωρίμανσης τα άλλαξε όλα. Δεν υπάρχει κάτι σταθερό να πατήσει κάποιος. Αρκεί να σκεφθούμε ότι ακόμη και οι πιο σίγουροι για το μέλλον τους άνθρωποι στον κόσμο, δηλαδή οι Ελληνες δημόσιοι υπάλληλοι, αντιμετωπίζουν τον εφιάλτη της ανεργίας.
Δεν ήταν όλοι οπαδοί του ΣΥΡΙΖΑ που έκαναν τα επεισόδια στην Θεσσαλονίκη, άσχετα αν το συνονθύλευμα της θολής αριστεράς δίνει την ιδεολογική μουτσούνα σε βίαιες και αήθεις εκδηλώσεις. Εκτός των «μαύρων επαναστατών» υπήρχαν απλοί άνθρωποι, οι οποίοι διαμορφώνουν άποψη από απλοϊκά media και η κοσμοθεωρία τους είναι ένα αμάλγαμα ακροδεξιών και ακροαριστερών ιδεών. Ξεκόβουν επιχειρήματα από τις εκπομπές του κ. Λάκη Λαζόπουλου, ο οποίος έχει ξεκόψει φράσεις από τα δελτία ειδήσεων, και τα οποία τις έχουν ξεκόψει από ομιλίες με λιγότερο ή περισσότερο ολοκληρωμένο πολιτικό σκεπτικό. Ετσι χτίζουν συνωμοσίες, σύμφωνα με τις οποίες υπάρχουν προδότες οι οποίοι είναι οι ένοχοι για τη δύσκολη οικονομική κατάσταση που βιώνουν. Εχουν άδικο αλλά είναι και δικαιολογημένοι. Κανείς δεν τους εξηγεί· όλοι κραυγάζουν. Ακόμη και στις σοβαρές τοποθετήσεις πλεονάζουν τα επίθετα και λείπουν τα ουσιαστικά. Επίθετα που παράγουν περισσότερα επίθετα σε βάρος των επιχειρημάτων και φτάσαμε να ακούγεται η λέξη «γομάρια» στη Βουλή, άσχετα αν ατέχνως προσπάθησε να τη δικαιολογήσει ο κ. Καρατζαφέρης εξηγώντας ότι είναι ζώα μεν, αλλά με φορτίο.
Είναι δύσκολο να ζητήσει κάποιος ψυχραιμία σε μια κατάσταση που τα πάντα στροβιλίζονται, αλλά δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Πάντα υπάρχουν χειρότερα απ’ αυτά που ζούμε και δυστυχώς τα τελευταία χρόνια τα πετυχαίνουμε όλα. Πρέπει να ανακοπεί ο δρόμος προς τις κοινωνικές συγκρούσεις και το φράγμα που χρησιμοποιούσαμε όλα τα προηγούμενα χρόνια -η οικονομική ικανοποίηση δηλαδή δικαίων και άδικων αιτημάτων- δεν έχει τα λεφτά να στηριχθεί. Πρέπει να επανεκκινήσουμε κοιτώντας την κατάσταση κατάματα, θέτοντας τα προβλήματα στις πραγματικές τους διαστάσεις, ώστε να βρεθούν ρεαλιστικές λύσεις. Κι αυτό δεν μπορεί να το κάνει ο οργισμένος λαός· μόνο οι ταγοί του. Το ερώτημα είναι αν αυτοί μπορούν.
Του Ανδρέα Πετρουλάκη, από το www.protagon.gr
Είναι που είναι θλιβερό το θέαμα των παρελάσεων – παιδιά στριμωγμένα σε ξένη φορεσιά, με στρατιωτικό βάδισμα αταίριαστο στην παιδική αποκοτιά και αχρείαστη επίδειξη ανύπαρκτης πειθαρχίας – φέτος έγινε ακόμα πιο θλιβερό γιατί το μενού περιέλαβε και πειθαρχημένη επανάσταση. Δεν έφτανε δηλαδή η μόνιμη αγκύλωση της κοινωνίας μας που θέλει να βλέπει τα παιδιά της στρατιωτάκια σε κάθε επέτειο για να προβάλλει πάνω τους τις μιλιταριστικές της φαντασιώσεις, αυτήν τη χρονιά είχαμε και τους εκπαιδευτικούς που πρόβαλαν πάνω στους μαθητές τους τη δική τους ανάγκη για μαζική αντίσταση στο μνημόνιο. Βρε, αφήστε τα παιδιά ήσυχα.
Λίγες φορές οι μεγάλοι καταφέρνουν να κρύψουν την πατερναλιστική τους ανάγκη να χρησιμοποιήσουν τα παιδιά για τον σκοπό που έχουν κάθε φορά και να τα κάνουν σαν τα μούτρα τους. Από τον ανεκδιήγητο θεσμό της βουλής των εφήβων που παράγει μικρομέγαλες καρικατούρες ρητόρων της κοινοτοπίας μέχρι τα περιοδικά λάιφ στάιλ που βλέπουν στους μετεφήβους την δικαίωση του δικού τους τίποτα, η κηδεμόνευση των παιδιών γνώρισε μεγάλη κατάχρηση τα τελευταία χρόνια. Η (φαινομενική) παιδική αθωότητα είναι το καλύτερο όχημα να κουβαλήσει τις ενοχές του κόσμου των μεγάλων. Και απαιτεί γενναιοψυχία το να αφήσεις έξω από τα σχέδιά σου την χρησιμότητα που μπορεί να έχει η ανώριμη ορμητικότητα, η ανεπεξέργαστη οργή, η εύπιστη επιθετικότητα που ενδημεί στο παιδομάνι, όταν μπορείς να τα έχεις στο πιάτο. Και οι καθηγητές τα είχαν. Και δεν έδειξαν την αυτοσυγκράτηση να μην τα εκμεταλλευτούν.
Και καλύτερα να μη μας πουν ότι επρόκειτο για αυτόνομη, ακηδεμόνευτη αντίδραση των παιδιών όπως λέγεται πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις. Επί μέρες ακούγαμε για τις εκδηλώσεις πένθους των καθηγητών στη διάρκεια των παρελάσεων -ας μην ισχυριστούν τώρα ότι αυθόρμητα όλα τα παιδιά εμφανίστηκαν με πένθος στο μανίκι και απέστρεψαν ομαδικά το βλέμμα τους από τους επισήμους γιατί θα γίνουν το ίδιο πιστευτοί με τις κομματικές παρατάξεις που ποδηγετούν “αυθόρμητες” μαθητικές καταλήψεις ή τους λοιπούς ρέκτες που κινούν τα νήματα διαδηλώσεων και επεισοδίων σαν του Δεκέμβρη, τάχατες αμιγώς μαθητικών. Ας μην κολακεύουμε τους μαθητές, δεν είναι δυνατόν να έχουν στέρεες απόψεις-ζυμάρι είναι στα χέρια των πονηρών μεγάλων και θα αναθεωρήσουν πολλές φορές αυτά που πιστεύουν μέχρι να χτίσουν την ατομική ιδεολογία της ζωής τους. Αν τα αφήσουν ανεπηρέαστα.
Είναι μεγάλη ευθύνη για τον οποιοδήποτε από μας η εισδοχή στον κόσμο τους και πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή και φειδώ, γιατί είναι εύκολο να λειτουργήσουμε ως ηγέτες ή πρότυπά τους. Τα παιδιά έχουν ανάγκη από λίγα αλλά θεμελιώδους σπουδαιότητας πράγματα. Ανυπόκριτη αγάπη, παροχή εφοδίων για να μορφωθούν με κάθε δυνατό τρόπο και δυνατότητα να συνυπάρχουν ανενόχλητα (όσο είναι ασφαλές) με άλλα παιδιά. Η σημαντικότερη μάχη που πρέπει να δίνουν οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί είναι με τα δικά τους όρια -να είναι δίπλα στα παιδιά αλλά σε απόσταση ασφαλείας ώστε να τους επιτρέψουν να γίνουν οι εαυτοί τους και όχι τα αντίγραφα των εαυτών μας.
Του Παντελή Καψή, ατο το “Βήμα”
Το αδιέξοδο στο οποίο οδήγησε την κυβέρνηση του κ. Γ. Παπανδρέου το Δημοψήφισμα, αδικεί το έργο της και τις προσπάθειες που κατέβαλε – λυσιτελείς και συχνά αντιφατικές αλλά και μέσα σε ένα εξαιρετικά αντίξοο περιβάλλον χωρίς την παραμικρή στήριξη από τις άλλες πολιτικές δυνάμεις – για την αντιμετώπιση της κρίσης.
Ταυτόχρονα όμως προσφέρει «τροφή για σκέψη» πάνω στη ρηχότητα και τις ανεπάρκειες του πολιτικού μας συστήματος οι οποίες σε περιόδους κρίσης αποδεικνύονται εξαιρετικά επικίνδυνες.Κατάρρευση της δημόσιας και δωρεάν παιδείας τα τελευταία δύο χρόνια, με τη «συμβολή» του μνημονίου, δείχνουν πλέον καθαρά οι αριθμοί για την Ελλάδα.
Τα στοιχεία παρουσιάστηκαν από την ΟΛΜΕ στη συνεδρίαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Εκπαιδευτικών, που έγινε πριν από μερικές μέρες στις Βρυξέλλες.
Οπως επισημαίνει στην «Κ.Ε.» ο γ.γ. της ΟΛΜΕ Θ. Κοτσιφάκης, «όταν οι δαπάνες για τη δημόσια παιδεία φθάσουν, όπως υπολογίζεται, μόλις στο 2,23% του ΑΕΠ, αντιλαμβανόμαστε πως οι επιπτώσεις στο δημόσιο σχολείο θα είναι δραματικές. Η μείωση των κρατικών δαπανών από το 2009 μέχρι και το 2015 θα είναι της τάξης των 1.436 εκατ. ευρώ, δηλαδή μείωση κατά 19,2%»!
Τον περασμένο Ιούλιο ανακοινώθηκε επιπλέον περικοπή δαπανών για την εκπαίδευση που προβλεπόταν στο πρόγραμμα ΕΣΠΑ, από 2,058 δισ. ευρώ σε 1,694 δισ. ευρώ, δηλαδή μείωση κατά 18 %!
Αυτό σημαίνει στην πράξη, όπως λένε οι εκπαιδευτικοί, περαιτέρω μείωση των κρατικών δαπανών για την παιδεία από το Πρόγραμμα Δημόσιων Επενδύσεων του προϋπολογισμού.
Το υπουργείο Παιδείας συγχώνευσε συνολικά 1.933 σχολεία, από τα οποία 1.523 στην πρωτοβάθμια και 410 στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να κλείσουν 1.056 σχολεία, 851 από τα 10.798 (7,8%) στην πρωτοβάθμια και 205 από τα 3.185 στη δευτεροβάθμια (6,5%), ενώ οι καταργήσεις και συγχωνεύσεις συνεχίζονται.
Οι καθηγητές λένε, επίσης, ότι καταργούνται ή υποβαθμίζονται υποστηρικτικές δομές της εκπαίδευσης και συγκεκριμένα:
*Καταργήθηκε η ενισχυτική διδασκαλία στο γυμνάσιο, υποβαθμίστηκε η διδασκαλία των ξένων γλωσσών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
*Υποβαθμίστηκαν τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας. Κλείνουν 22 από τα 58 Κέντρα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης. Αναστέλλεται η λειτουργία των Συμβουλευτικών Σταθμών Νέων.
*Καταργείται ο Σχολικός Επαγγελματικός Προσανατολισμός. Υποβαθμίζεται σταδιακά ο θεσμός των βιβλιοθηκών που δημιουργήθηκαν από συγχρηματοδοτούμενα κονδύλια, ενώ επιβάλλονται πλέον τμήματα από 28-30 μαθητές.
Ειδικότερα, για τα σχολικά τμήματα: Ενας στους τέσσερις μαθητές (ποσοστό 23,64%) στα λύκεια της Αττικής φοιτά σε τμήμα με περισσότερους από 26 μαθητές. Οπως επισημαίνει στην «Κ.Ε.» ο καθηγητής Στρ. Στρατηγάκης το όριο ήταν 25 μαθητές, ενώ μέχρι το 2010 ο αριθμός αυτός αυξανόταν κατά 10% στις περιπτώσεις όπου υπάρχει πρόβλημα χώρου. Φέτος η προσαύξηση του 10% υπάρχει και εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τον διαθέσιμο χώρο, με αποτέλεσμα να συγκροτούνται πολλά τμήματα με όριο τους 28 μαθητές. Ετσι, 18.117 μαθητές γενικών λυκείων, φοιτούν σε τμήματα με περισσότερους από 25 μαθητές.
Στις χώρες της Ευρώπης ο μέσος όρος μαθητών ανά τμήμα είναι 21,9, ενώ στην Αττική είμαστε ήδη στους 22,45.
«Τις δραματικές συνέπειες των περικοπών», επισημαίνουν οι καθηγητές, «υφίστανται οι ήδη βαριά τραυματισμένες από την οικονομική κρίση ελληνικές οικογένειες. Δεδομένου μάλιστα ότι μειώθηκαν οι επιχορηγήσεις των σχολικών επιτροπών κατά 60%, προκάλεσε οικονομική ασφυξία του δημόσιου σχολείου, που αδυνατεί πλέον να ανταποκριθεί στις καθημερινές λειτουργίες του, ενώ συνεχώς καλούνται οι γονείς να συμβάλουν στη λειτουργία του σχολείου για είδη πρώτης ανάγκης».
Σύμφωνα με τα στοιχεία των καθηγητών: Κατά τη διετία 2010-11 έγιναν 3.400 προσλήψεις εκπαιδευτικών, ενώ συνταξιοδοτήθηκαν 17.500. Το σύνολο των εκπαιδευτικών είναι 160.000, μειώθηκαν δηλαδή πάνω από 10%! Επίσης, οι ετήσιες καθαρές αποδοχές των εκπαιδευτικών είναι πλέον λιγότερες κατά 4 μηνιαίους μισθούς, υπολογιζομένων των περικοπών των νέων κρατήσεων και φόρων που ανέρχονται στο 20%.
Το νέο μισθολόγιο προβλέπει επιπροσθέτως περικοπή 20%, ενώ συνδέει το μισθό με την παραγωγικότητα και την απόδοση. Ετσι το ετήσιο καθαρό εισόδημα θα κυμαίνεται μεταξύ 8.500-17.500 ευρώ. Ο μηνιαίος καθαρός μισθός από 577-680 ευρώ (1ος χρόνος), μέχρι 1.371 ευρώ στα 35 χρόνια.
Οπως τονίζει ο Θ. Κοτσιφάκης, ο μισθός των ελλήνων εκπαιδευτικών, που ήταν ήδη στο 50% του μέσου όρου του μισθού των εκπαιδευτικών της ευρωζώνης έμεινε μισός τα δύο τελευταία χρόνια.
Μειώσεις όμως υπέστησαν και οι συνταξιούχοι. Αυξήθηκαν τα όρια ηλικίας από 60 ή 65 στα 70, καθώς και τα έτη υπηρεσίας από 35 σε 40, ενώ καταργήθηκε η ειδική διάταξη για τους εκπαιδευτικούς που προέβλεπε χορήγηση μειωμένης σύνταξης με 30 χρόνια υπηρεσίας στα 60 χρόνια του εκπαιδευτικού.
Ακόμη και στην Πορτογαλία, όπου η οικονομική κατάσταση είναι παρόμοια με της Ελλάδας και η τρόικα επιβάλλει πολιτική λιτότητα, οι εκπαιδευτικοί βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση. Οταν ο βασικός μισθός είναι 485 ευρώ, οι μισθοί των εκπαιδευτικών κυμαίνονται από 1.236 ευρώ τον πρώτο χρόνο και φθάνουν στα 3.076 (μεικτά) στα 29 χρόνια. Στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση εργάζονται 148.955 εκπαιδευτικοί και στην τριτοβάθμια 25.092.
Και εκεί όμως οι εκπαιδευτικές δαπάνες μειώθηκαν κατά 800 εκατ. ευρώ το 2011 και προβλέπεται να μειωθούν κατά 600 εκατ. ευρώ το 2012. Τα σχολεία που έκλεισαν τα τελευταία χρόνια ανέρχονται σε 3.500, ενώ εξίσου θλιβερή είναι -και εκεί-, η οικονομική εικόνα των εκπαιδευτικών λειτουργών, αφού: Μειώθηκε ο 14ος μισθός κατά 50% και ο αριθμός των εκπαιδευτικών κατά 4.528 ευρώ. Αντίστοιχα, αυξήθηκε ο αριθμός των εκπαιδευτικών που εντάχθηκαν στο ταμείο ανεργίας κατά 38,5%.
Η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία κάλεσε όλες τις οργανώσεις-μέλη της να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους προς τους έλληνες συναδέλφους τους στέλνοντας επιστολές και διαμαρτυρίες στην κυβέρνηση, ενώ προγραμματίζεται έκτακτη συνδιάσκεψη για να δώσουν απάντηση στα όσα συμβαίνουν εναντίον της Ελλάδας.
Του Robert Reich, καθηγητή πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Berkeley και πρώην υπουργού Εργασίας των ΗΠΑ, επί κυβέρνησης Μπιλ Κλίντον.
Ποιον εμπιστεύεστε περισσότερο; Τη δημοκρατία ή τις αγορές; Ο Ελληνας πρωθυπουργός, Γιώργος Παπανδρέου, αποφάσισε υπέρ της δημοκρατίας, προκηρύσσοντας δημοψήφισμα με ερώτημα τα δρακόντεια μέτρα λιτότητας που απαιτούν από τη χώρα του η Ευρώπη και το ΔΝΤ, σε αντάλλαγμα για τη βοήθεια που της παρέχουν (ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, τις δρακόντειες περικοπές που απαιτούν η Ευρώπη και το ΔΝΤ για να σώσουν τις μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες, οι οποίες έχουν δανείσει πολλά λεφτά στην Ελλάδα και θα τα χάσουν αν η τελευταία κηρύξει στάση πληρωμών – για να μην αναφέρω και το πλήγμα που θα δεχτούν οι τράπεζες της Wall Street, λόγω της διασύνδεσης του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος).
Εάν οι Ελληνες ψηφοφόροι αποδεχθούν τους όρους της δανειοδότησης, η ανεργία θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο, οι δημόσιες υπηρεσίες θα δεχθούν παραπάνω περικοπές στη χρηματοδότησή τους, η ελληνική οικονομία θα συρρικνωθεί πιο πολύ και το βιοτικό επίπεδο των περισσότερων Ελλήνων θα υποστεί νέο πλήγμα. Χωρίς τα μέτρα λιτότητας, οι Ελληνες θα βρεθούν αντιμέτωποι με υψηλότερο κόστος δανειοδότησης στο μέλλον, αφού η χώρα θα κηρύξει τώρα χρεοκοπία. Κάτι τέτοιο θα μειώσει επίσης το βιοτικό επίπεδο των περισσότερων Ελλήνων, αλλά αυτό δεν είναι αναγκαίο να συμβεί. Χωρίς τα μέτρα λιτότητας της Ε.Ε. και του ΔΝΤ, η ελληνική οικονομία έχει περισσότερες πιθανότητες να μπει σε τροχιά ανάπτυξης, κάτι που σημαίνει ότι περισσότεροι Ελληνες θα βρουν δουλειά.
Εν πάση περιπτώσει, δεν πρέπει να αφήσουμε τους Ελληνες να αποφασίσουν μόνοι τους τι θέλουν;
Βέβαια, αν η Ελλάδα δεν τιμήσει τα δάνειά της, οι διεθνείς επενδυτές (φοβούμενοι ότι το γεγονός αυτό θα πυροδοτήσει αλυσιδωτή αντίδραση) μπορεί να σηκώσουν τα λεφτά τους από την Ιταλία. Ετσι, είναι βέβαιο ότι θα χρεοκοπήσουν πάρα πολλές μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες και θα δημιουργηθεί πανικός στη Wall Street. Εξ ου και ο Τιμ Γκάιτνερ πιέζει την Ευρώπη να βοηθήσει την Ελλάδα.
Το έργο το έχουμε ξαναδεί, θυμάστε; Πιο συγκεκριμένα, εδώ στις ΗΠΑ, στο τέλος του 2008 και τις αρχές του 2009. Η Wall Street είχε δώσει πολλά επισφαλή δάνεια και το δίλημμα που αντιμετωπίζαμε τότε ήταν αν θα τη βοηθήσουμε.
Η διαφορά είναι ότι εμείς δεν οργανώσαμε δημοψήφισμα. Αντ’ αυτού, η κυβέρνηση Μπους είπε στο Κογκρέσο ότι το έθνος θα βρισκόταν αντιμέτωπο με «οικονομικό Αρμαγεδδώνα» αν δεν ενέκρινε ένα τεράστιο πακέτο διάσωσης για τη Wall Street και μάλιστα άνευ όρων. Οπως ήταν φυσικό, το Κογκρέσο συμφώνησε βιαστικά. Και η κυβέρνηση Ομπάμα έδωσε ακόμη περισσότερα. Ετσι, αντί να αφήσουμε τη Wall Street να πληρώσει για την απροσεξία της, τη διασώσαμε και το πλήρωσε η πραγματική οικονομία.
Αν ερωτάτο ο αμερικανικός λαός για τη διάσωση της Wall Street το 2008 – 09, αμφιβάλλω ότι θα είχαν προχωρήσει έτσι τα πράγματα. Στη χειρότερη περίπτωση θα είχαν δοθεί δάνεια με πολύ αυστηρές προϋποθέσεις στις τράπεζες, οι οποίες θα έπρεπε να απορροφήσουν τις απώλειες από τα επισφαλή τους δάνεια και να βοηθήσουν τους δανειολήπτες να μειώσουν τις δόσεις που πλήρωναν. Θα τους ζητούσαμε επίσης να ενισχύσουν την κεφαλαιακή επάρκεια των μικρών και περιφερειακών τραπεζών σε ολόκληρη τη χώρα και να αποδεχθούν αυστηρούς εποπτικούς κανόνες, μεταξύ των οποίων και την επαναφορά του κανονισμού Glass-Steagall.
Αλλά κανείς δεν ρώτησε τους Αμερικανούς πολίτες. Ως εκ τούτου, η Wall Street σήμερα ανθεί και το υπόλοιπο έθνος υποφέρει. Ενας στους τέσσερις Αμερικανούς ιδιοκτήτες ακινήτων βρίσκεται με το κεφάλι κάτω από το νερό, αφού χρωστάει περισσότερα στο δάνειο του σπιτιού του απ’ όσο αξίζει το σπίτι του, αν το πουλήσει. Και με την οικονομία στη χειρότερη κατάσταση από την εποχή της Μεγάλης Υφεσης, λαμβάνουμε τώρα μέτρα λιτότητας. Πολιτείες και πόλεις έχουν ήδη περικόψει τους προϋπολογισμούς τους, ενώ έρχονται και περικοπές εκατοντάδων δισεκατομμυρίων στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό.
Αρα, τι θα επιλέξουμε; Την εξουσία των αγορών ή την εξουσία του δήμου; Με βάση τα όσα συνέβησαν στην Αμερική, θα πρότεινα το δεύτερο.
Tης Mαριας Kατσουνακη
Στην πρώτη πράξη του θεατρικού έργου του Τζον Πρίσλεϊ «Εμείς και ο χρόνος» (1937) στη σκηνή εμφανίζεται μια αστική οικογένεια σε γιορτινή ατμόσφαιρα. Ανεμελιά, νεανική μακαριότητα και αισιοδοξία. Στη δεύτερη πράξη ο συγγραφέας κάνει ένα άλμα στον χρόνο και παρουσιάζει την ίδια οικογένεια μετά μια 20ετία. Τίποτε δεν είναι το ίδιο. Οικτρό ναυάγιο· τα μέλη γεμάτα πίκρα και αμοιβαίο μίσος. Στην τρίτη και τελευταία πράξη επιστρέφουμε στην εποχή της νιότης, της ευθυμίας, της ελπίδας. Ο,τι μεσολάβησε ήταν ένα κακό όνειρο ή μια πραγματική εικόνα του μέλλοντος; Οπως και να ’χει, κάθε γέλιο αντηχεί πλέον σαν τραγική ειρωνεία.
Η μόνη αποδεκτή από όλους αλήθεια τις τελευταίες ημέρες είναι ότι ο χρόνος μετράει αλλιώς. Τα γεγονότα δεν προλαβαίνουν να διαδεχτούν το ένα το άλλο· απλώς αλληλοκαλύπτονται. Αναφερόμαστε στο χθες ή στο πολύ πρόσφατο παρελθόν σαν να αφορά κάτι πολύ μακρινό το οποίο έχει ήδη αρχειοθετηθεί ως ανάμνηση.
Είτε ζούμε ιστορικές στιγμές ή ραγδαίες αλλαγές, είμαστε μέσα στη δίνη. Βρισκόμαστε στη δεύτερη πράξη του έργου του Πρίσλεϊ, με την τρίτη ενσωματωμένη σε ένα ιδιότυπο φλας μπακ, που συντελείται καθημερινά με σχόλια και αναλύσεις. Η ελληνική Ιστορία, σε μια επιλεκτική διαδρομή από τον 19ο αιώνα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Αντλούμε από το παρελθόν για να ερμηνεύσουμε ένα παρόν που διολισθαίνει απρόβλεπτο και, εν μέρει, ανεξέλεγκτο. Κάθε μέρα είναι η επόμενη μιας εξέλιξης άλλοτε αμήχανης, άλλοτε οδυνηρής, οπωσδήποτε επικίνδυνης.
Θα ξημερωθούμε με εκλογές, με κυβέρνηση συνεργασίας, προσωπικοτήτων; ΄Η με μια άλλη εκδοχή που είναι ακόμα αδιαμόρφωτη αλλά μπορεί μέσα σε λίγες ώρες να πάρει σχήμα, να σαρκωθεί υπό την πίεση της κοινωνίας, των Ευρωπαίων εταίρων, των αγορών; Ο,τι για κάποιον είναι καταστροφικό σενάριο (η επιστροφή στη δραχμή για παράδειγμα), για κάποιον άλλον αποτελεί λύση. Πώς θα ξαναβρεί η ελληνική κοινωνία τον βηματισμό της; Μέσα στην οχλοβολή, τις τόσο αποκλίνουσες ερμηνείες της πραγματικότητας, ξεγλιστρούν και σκελετοί από την ντουλάπα… Εφιάλτες του παρελθόντος που εμφανίζονται ως πιθανά (και αυτά) σενάρια.
H βαθύτατη κρίση αποδεσμεύει δυνάμεις που όσο εύκολα μοιάζουν ισχυρές εξίσου γρήγορα φυλλορροούν. Ο,τι πιο σταθερό γύρω μας απέμεινε, η ρουτίνα της καθημερινότητας. Τα μικρά τελετουργικά της ζωής, που αποδεικνύονται στέρεα καταφύγια.
Ας επανεκτιμήσουμε, λοιπόν, τα πράγματα, τις συνήθειες, που θεωρούσαμε δεδομένα και προσπερνούσαμε. Η ζωή είναι πιο δυνατή από τις ανατροπές, η επόμενη μέρα δεν είναι χειρότερη από την προηγούμενη, γιατί και την απώλεια κάτι άλλο την αντικαθιστά. Αρκεί να θέλουμε να το δούμε. Οπως λέει και ο Αλαν, κεντρικός ήρωας στο έργο του Πρίσλεϊ: «Ο χρόνος δεν καταστρέφει τίποτα. Απλώς μας κινεί από τη μία άκρη της ζωής μας στην άλλη».
Του Παντελη Mπουκαλα
Πότε λοιπόν το ανθρώπινο πλήθος είναι «λαός» και πότε «όχλος»; Και από τι εξαρτάται το πρόσημο που θα του αποδώσουμε; Δεν είναι βέβαια λεξικογραφικό το πρόβλημα, ένα υποκεφάλαιο της πολιτικής γραμματικής είναι. Και αν κρίνει κανείς από την κομματική μας παράδοση, ο λαός, δηλαδή το επαινετέο πλήθος, είναι το κοινωνικό πλάσμα που, συμμορφωμένο στις φαντασιώσεις μας, δρα όπως ακριβώς θα θέλαμε εμείς: συντεταγμένα, ήπια, απολύτως ορθολογικά, χωρίς εσωτερικές διαφοροποιήσεις, «ενωμένος» έτσι όπως μόνο στις εξιδανικευτικές αφηγήσεις υπάρχει.
Οταν αυτά λείπουν, όταν το πλήθος δρα πολύμορφα και εκφράζεται πολυφωνικά, όντας εκ γενετής ανάκατο και μεικτό, με τους αριστερούς, τους δεξιούς, τους τεταραγμένους Πασοκτζήδες, τους πολιτικά έμπειρους και τους νεοπροσήλυτους, τους αθώους, αλλά και τους ιδιοτελείς και κάπηλους· όταν δεν υπακούει στα σχήματά μας, όταν φέρεται παρορμητικά, με το ένστικτό του (όσο υπάρχει άθικτο ένστικτο στις φενακιστικές κοινωνίες μας) και όχι με τακτ, σαν να μετέχει σε χοροεσπερίδα, τότε ο υμνητέος λαός εκπίπτει σε καταδικαστέο όχλο.
Στις παρελάσεις για την 28η Οκτωβρίου ο «όχλος λαός» αναζήτησε τρόπο διαμαρτυρίας σε όλη την Ελλάδα. Και ο τρόπος αυτός δεν ήταν ίδιος παντού. Δεν θα μπορούσε να είναι ίδιος. Φυσικά και υπάρχουν κοινά προβλήματα και αγωνίες. Ο καθένας όμως έρχεται από τη δική του διαδρομή, τη δική του περιοχή του κοινωνικού και ιδεολογικού φάσματος, με την προσωπική του πολιτική αγωγή. Και οι στόχοι της διαμαρτυρίας διαφέρουν και το ύφος της. Και πάντως, ο ένας και μοναδικός «οργανωτής» υπάρχει μόνο στα αστυνομικά σενάρια με τα οποία το ΠΑΣΟΚ υποκαθιστά την ανάγνωση της πολύπλοκης πραγματικότητας. Εκτός και δεχτούμε ότι η 15η συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ είναι οι οπαδοί του Ηρακλή και η 16η οι του Ολυμπιακού Βόλου.
Οσο η μεσότητα θα μας προκαλεί αλλεργία, θα εκκρεμούμε ανάμεσα στα δύο άκρα που ορίζουν ο απόλυτος έπαινος και η απόλυτη καταδίκη. Και όσο θα υποθέτουμε έναν λαό πλασμένο από ιδανικές μονάδες και όχι από σάρκα ανθρώπινη γεμάτη από το αίμα της Ιστορίας, δηλαδή από ανάγκες, επιθυμίες και διαφορές, η κρίση μας θα γλιστράει πανεύκολα από τον ύμνο στο ανάθεμα.
Tης Eλενης Mπιστικα
«Οταν κατάλαβε ο γερο-βασιλιάς Συνετός πως μετρήθηκαν πια οι μέρες του, φώναξε το γιο του, το νέο Αστόχαστο, και του είπε: «Φθάνουν, γιε μου, τα παιχνίδια και οι διασκεδάσεις. Ηλθε η ώρα να παντρευθείς και να πάρεις στα χέρια σου την κυβέρνηση του κράτους. Εγώ έφαγα το ψωμί μου. Εσύ κοίταξε να κυβερνήσεις σαν καλός βασιλιάς». Κι έστειλε τον αρχικαγκελάριό του στο γειτονικό βασίλειο να ζητήσει την όμορφη βασιλοπούλα Παλάβω, για τον Αστόχαστο, το γιο του Συνετού Α΄, βασιλιά των Μοιρολάτρων. Ολα φαίνονται ρόδινα και ζηλευτά για το νέο ζευγάρι… Παντού χαρά και καλοπέραση. Τα φλουριά ξεχειλούσαν από τα σεντούκια του γερο-Συνετού, κάστρα γερά και γεμάτα στρατιώτες τειχογύριζαν το βασίλειο… Απέραντα χωράφια σπαρμένα, χώρες και χωριά με παστρικά όμορφα σπιτάκια, βουνά δασωμένα και λιβάδια καταπράσινα. Σα μερμήγκια δούλευαν οι χωρικοί τη γη, άρμεγαν τις αγελάδες, κούρευαν τα πρόβατα και μετέφερναν γεννήματα και καρπούς στη χώρα όπου τα πουλούσαν… Πέρασαν χρόνια πολλά. Ο καιρός που άσπρισε και μάδησε τα μαλλιά του Αστόχαστου και μάρανε την ομορφιά της Παλάβως, άλλαξε και τη ζωή ολόκληρου του βασιλείου των Μοιρολάτρων. Παντού ερημιά. Και σφυρίζοντας ανάμεσα στις πέτρες και τους βράχους, ο άνεμος μοιρολογούσε το ρήμαγμα του τόπου»…
Είναι η αρχή του «εθνικού παιδικού βιβλίου» της Πηνελόπης Σ. Δέλτα «Παραμύθι χωρίς Ονομα», που πρωτοτυπώθηκε στο Τυπογραφείο Γ.Σ. Βελώνη, Λονδίνο 1910. Μετά την εκτύπωση του βιβλίου έγινε σκέψη να ανασταλεί η κυκλοφορία του για να μην παρεξηγηθεί η αλληγορία του μύθου. Τελικά το βιβλίο κυκλοφόρησε λίγο πριν από το τέλος του 1910. Στο εσώφυλλο η Π.Σ. Δέλτα έχει ευχαριστήριο σημείωμα στον Μανόλη Τριανταφυλλίδη «που με ακούραστη υπομονή διόρθωνε τα τυπογραφικά δοκίμια, ωμάλυνε τη γραμματική και κανόνισε την ορθογραφία».
Η «Ακρόπολις» του Γαβριηλίδη έσπευσε να σημειώσει (16-12-1910). .. «Ο βασιλεύς Αστόχαστος συμβολίζει άραγε τον Βασιλέα Γεώργιο; Δεν πιστεύομεν διότι προ παντός ο βασιλεύς μας -δόξα σοι ο Θεός!- δεν πεινά. Οπωσδήποτε το βασίλειο του παραμυθιού συμβολίζει την Ελλάδα. Και το βασιλόπουλο είναι η Επανάσταση!»
Αυτά είδε η «Ακρόπολις» του 1910, άλλα, παρόμοια, βλέπουμε εμείς, και στα χρόνια που κύλησαν -101 χρόνια!- όλοι οι Ελληνες, παιδιά, μαθητές, δάσκαλοι, σοφοί, πολιτικοί που έσκυψαν πάνω από τις σελίδες του είδαν τις εικόνες και τα πρόσωπα που ταίριαζαν στην εποχή τους. Ετσι εξηγείται η διαχρονική επιτυχία του βιβλίου της Π.Σ. Δέλτα που καθρεφτίζει την κακοδαιμονία που μαστίζει τη χώρα Ελλάδα, τη διακυβέρνησή της, τον τρόπο ζωής και εργασίας των Ελλήνων, τη μεσολάβηση παραγόντων όπως η Ειρηνούλα, η Γνώση, η Φρόνηση, ο Πανουργάκος, ο Κατεργαρίσκος, ο γερο-Κακομοιρίδης και όλοι όσοι εμπλέκονται στην πλοκή. Μέσα στα 100 χρόνια το βιβλίο παραμένει πρώτο ανάγνωσμα για παιδιά και μεγάλους, κι αν δεν είναι «εθνικό», είναι σύντροφος καλός και τροφός της σκέψης, της σύγκρισης…
Η Πηνελόπη, τρίτο παιδί του Εμμανουήλ Μπενάκη και της Βιργινίας Χωρέμη, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια στις 12-24 Απριλίου 1874, όπου και μεγάλωσε. Το 1895 παντρεύτηκε με τον Στέφανο Δέλτα και απέκτησαν τρεις κόρες. Την ημέρα των γενεθλίων της, που μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα, πήρε δηλητήριο. Πέθανε στις 2 Μαΐου 1941.
Διαβάστε το βιβλίο στην ηλεκτρονική βιβλιοθήκη του σχολείου μας.
Tου Nικου Γ. Ξυδακη
Το ερώτημα ετέθη βίαια, ενόσω η κρίση ανεδύετο απειλητική και σκοτεινή, σχεδόν ακατανόητη ως προς τι θα μπορούσε να φέρει στις ζωές μας. Πώς γράφουμε για την κρίση; Εφόσον γράφεις δημοσίως, οφείλεις πάραυτα να αφηγηθείς την κρίση: πώς επελαύνει και μορφοποιείται σταδιακά ως μόνιμο χαρακτηριστικό του βίου, πώς αλλάζει την πολιτική ατζέντα, πώς αλλάζει τις εννοιολογήσεις, πώς κλονίζει τις βεβαιότητες, πώς πυροδοτεί παθιασμένες ή απελπισμένες συζητήσεις, ακόμη και πώς διαιρεί παρέες και ανθρώπινα σύνολα.
Υπέρ ή εναντίον του Μνημονίου; Αυτό το διχαστικό ερώτημα ταλανίζει τους Ελληνες ενάμιση χρόνο τώρα και κυριάρχησε στη δημόσια συζήτηση. Πολλοί στοιχήθηκαν πίσω από το Υπέρ ή το Εναντίον. Αλλοι, εξίσου σαστισμένοι, στάθηκαν παράμερα. Μερικοί προσπάθησαν να δουν μετά το Μνημόνιο: τι κοινωνία θα διαμορφωθεί. Δυστυχώς, όλοι πια, ακόμη και οι πιο αισιόδοξοι, βλέπουν ήδη μπροστά τους φτωχοποίηση, χρεοκοπία, υποτέλεια, ταπείνωση.
Πώς μιλάς δημοσίως για τους φόβους και τα βάσανα του λαού σου, ενώπιον μεγάλου ακροατηρίου, δυνάμει εθνικού; Η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης θέτει έκτακτα καθήκοντα, βαριά. Ασφαλώς οφείλεις να είσαι ειλικρινής, όπως πάντα, να αφουγκράζεσαι το κοινό αίσθημα και όχι να μεταφέρεις άκριτα πληροφορίες, οι οποίες χωρίς εξήγηση, εκτός συμφραζομένων, μπορεί να δράσουν τρομοκρατικά. Οφείλεις να ζυγίζεις διπλά και τριπλά τις λέξεις, ο κόσμος περιμένει ν’ ακούσει κάτι, για να μορφώσει γνώμη και να ρυθμίσει στάση βίου. Βαριά η ευθύνη.
Εδώ αναρωτιέσαι για τα όρια της παρρησίας: τα λες όλα; Στη δημοσιογραφική πρακτική, συχνά γνωρίζεις κάποιες πληροφορίες, από πηγές μη κατονομαζόμενες, που βοηθούν να συνθέσεις μια ευρύτερη εικόνα, να ερμηνεύσεις κινήσεις, να αξιολογήσεις προθέσεις. Ομως, αυτές τις πληροφορίες και αυτές τις πηγές δεν μπορείς να τις επικαλεσθείς. Αρα το γραπτό σου πρέπει να προκύψει σαν συλλογισμός, με λογικά επιχειρήματα και συμπεράσματα, και όχι σαν απόρροια αυτών των κρυφών, των ου φωνητών πληροφοριών. Αυτή είναι η τέχνη της δημόσιας γραφής: να είσαι πειστικός, να είσαι ειλικρινής, να είσαι χρήσιμος, χωρίς όμως να σπείρεις τον πανικό. Δεν είναι εύκολη υπόθεση να εντοπίζεις τη λεπτή γραμμή που χωρίζει την ευθύνη από την αποσιώπηση, ανάμεσα στην ελεύθερη διακίνηση ειδήσεων και απόψεων και την αυτολογοκρισία. Ιδού άλλη μια τέχνη του δημοσιολογούντος: η αυτολογοκρισία.
Σε καιρό κρίσης, με τον χρόνο πυκνό, τα ερωτήματα πέφτουν βροχή ζητώντας άμεσες, ασπρόμαυρες απαντήσεις: ναι – όχι, σωστό – λάθος. Και εξηγήσεις αναλόγως μονόμπαντες και ισοπεδωτικές: φταίμε όλοι, μαζί τα φάγαμε. Αφού φταίνε όλοι, δεν φταίει κανείς… Η ενοχοποίηση των πάντων ήταν ένας πρώτος μηχανισμός που αποπροσανατόλισε πολύ κόσμο και τον καθυστέρησε από το να σκεφτεί καθαρά και να δράσει. Πολύς χρόνος σπαταλήθηκε στον διχασμό, και ο διχασμός κρατάει γερά ακόμη.
Κατόπιν ήρθε η ρητορική τού «όποιος και να ήτανε, τα ίδια θα έκανε». Εδώ υποκρύπτεται το θατσερικής καταγωγής σύνδρομο ΤΙΝΑ (there is no alternative), δεν υπάρχει καμία εναλλακτική, το οποίο σημαίνει την αβουλία και την αλαλία, την έκλειψη της πολιτικής βούλησης και πράξης ενώπιον της αδήριτης πραγματικότητας των αγορών. Τρίτο σκαλί, τελευταίο, στην κυρίαρχη ρητορική: «Φταίνε οι άλλοι, φταίνε οι ξένοι»… Πάλι δεν φταίει κανένας. Και περαιτέρω: η κρίση είναι φυσικό φαινόμενο, σαν τον σεισμό, κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει κανέναν.
Τι λες για όλα αυτά; Βρισκόμαστε στο πεδίο της ηθικής. Και στο πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας. Για να αφηγηθείς την κρίση, πρέπει να πάρεις θέση, θέση παρατηρητή, όχι αναγκαστικά θέση μαχητή. Αλλά ακόμη και η θέση παρατήρησης που θα επιλέξεις επηρεάζει κι εσένα τον παρατηρητή, επηρεάζει και το παρατηρούμενο. Η γωνία θέασης διαμορφώνει τη θέαση. Και τη φόρμα.
Πάνω στην κόψη του καιρού, πρέπει διαρκώς να αποφασίζεις: τι θα γράψεις, από ποια σκοπιά, με τι τρόπο. Θα εναντιωθείς στην κυρίαρχη ρητορική, εφόσον ψεύδεται; Θα πάρεις το μέρος του αδύναμου; Θα μείνεις μόνο σε ψυχρά ρεαλιστικά επιχειρήματα ή θα προσφύγεις και στην ενσυναίσθηση, τη συμμετοχή στον πόνο του άλλου; Θα αφεθείς σε έναν ορισμένο συναισθηματικό τρόπο, παλμογραφώντας τον αναγνώστη, τον διαρκή συνομιλητή, αντηχώντας το κοινό αίσθημα; Θα αφήσεις να φανούν η δική σου απαισιοδοξία, ο πεσιμισμός, η μελαγχολία, και να μαυρίσουν τον ήδη σκοτεινό αναγνώστη; Ή θα του ανοίξεις μια χαραμάδα αισιοδοξίας, αυτοπεποίθησης, περηφάνιας;
Η κρίση δοκιμάζει τους γραφιάδες. Τους φέρνει στα όριά τους, διανοητικά, ηθικά, ψυχικά. Ολους μάς δοκιμάζει. Η ιστορία θα κρίνει τις αφηγήσεις μας.