Tου Νικου Γ. Ξυδακη
Oλος ο διαρρεύσας χρόνος από την άνοιξη του 2010 έως τώρα ήταν πυκνός. Αλλά οι τελευταίες δεκαπέντε ημέρες υπερέβησαν κάθε προσδοκία: τα γεγονότα, παραγόμενα στο εσωτερικό ή το εξωτερικό της χώρας, προκάλεσαν τεκτονικές μετακινήσεις στο συλλογικό φαντασιακό, σωρεύοντας πρωτόγνωρες εμπειρίες και ισχυρά συναισθήματα. Στο πολιτικό πεδίο συνέβη ένα μείζον ρήγμα, όταν οι ηγέτες Γερμανίας και Γαλλίας απείλησαν ευθέως την Ελλάδα με αποπομπή από την Ευρωζώνη, εις απάντησιν της πρότασης Παπανδρέου να θέσει σε δημοψήφισμα την ευρωπαϊκή συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου. Η απειλή, ωμή και δημόσια, εκπεμφθείσα από τη σύνοδο του G20 σε πλανητική μετάδοση, πυροδότησε τον τρόμο στους Ελληνες: η αποπομπή από την Ευρωζώνη συνδέθηκε με αποπομπή από την Ευρωπαϊκή Ενωση, δηλαδή με γεωπολιτική και πολιτιστική υποβάθμιση, με την Ελλάδα σε θέση παρία στο γίγνεσθαι της Δύσης. Είδαν τους εαυτούς τους στην ουρά για τα «Διαβατήρια Τρίτων Χωρών».
Οι Ελληνες, ήδη τραυματισμένοι από την εμπειρία φτωχοποίησης που έφερε η εφαρμογή του πρώτου Μνημονίου, δεν μπορούν να αντέξουν περαιτέρω ταπείνωση. Ενώπιον της έξωθεν απειλής αναδιπλώθηκαν και απέσυραν το τρομοκρατικό δημοψήφισμα αποσύροντας τον ηγέτη τους· φοβήθηκαν ότι οι απρόοπτες κινήσεις του θα επέτειναν το ήδη δεινό εθνικό πρόβλημα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, και παρότι ψυχικά επιλέγουν σαφώς την παραμονή στο ευρώ, υπέκυψαν στον εκβιασμό του άξονα Βερολίνου – Παρισιού· εμπεδώθηκε όμως πλέον ότι οι μείζονες αποφάσεις λαμβάνονται εκτός Αθηνών και ότι η εθνική κυριαρχία έχει τρωθεί καίρια από την επικείμενη χρεοκοπία.
Αυτό είναι το ουσιαστικό φόντο, επί του οποίου εκδιπλώνονται οι εξελίξεις στο εσωτερικό εφεξής. Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται έτι περαιτέρω από τις ραγδαίες εξελίξεις στη γείτονα Ιταλία, όπου το μεγάλο χρέος οδηγεί μια μεγάλη ανεπτυγμένη χώρα, μέλος του G7, σε σφοδρή πολιτική κρίση. Η ιταλική κρίση, παρά τις προφανείς διαφορές κλίμακος και ισχύος, έχει κάποια κοινά χαρακτηριστικά με την ελληνική κρίση: κι εκεί πέφτει ο εκλεγμένος πρωθυπουργός κι εκεί προωθείται ένας ευρωτεχνοκράτης για πρωθυπουργός κι εκεί δοκιμάζεται δεινά το κοινοβουλευτικό σύστημα. Κυρίως: και στις δύο περιπτώσεις οι επιθετικές χρηματαγορές πιέζουν αφόρητα τα κράτη με το σκληρό κοινό νόμισμα, ενώ η ευρωπαϊκή ηγεσία αργοπορεί, διστάζει ή δεν ξέρει πώς να αποτρέψει την κρίση, επιμένοντας ακόμη να αντιμετωπίζει την κρίση με οικονομοτεχνικά εργαλεία και όχι με ριζικές πολιτικές αποφάσεις που θα αφαιρούσαν χώρο και χρόνο από τη χρηματοπιστωτική βιομηχανία. Τα αντινομικά συμφέροντα και οι καθυστερήσεις της ευρωπαϊκής ηγεμονικής ελίτ, σε συνδυασμό με την αντικειμενική και υποκειμενική αδυναμία των εθνικών κυβερνήσεων, οδηγούν τις κοινωνίες σε κατάσταση διαρκούς κρίσης ή ένδειας και τη δημόσια σφαίρα σε κατάσταση εξαίρεσης.
Σε αυτό το συγκείμενο κρίσης, ένδειας και εξαίρεσης, ηττώνται προσώρας ο κοινοβουλευτισμός και τα πολιτικά πρόσωπα που τον εκφράζουν – και τον εξέφρασαν όχι με τον προσφορότερο τρόπο ομολογουμένως. Παραπέρα: Η αχρήστευση των πολιτικών προσώπων τείνει να εξομοιωθεί με απαξίωση της πολιτικής αφ’ εαυτής, απαξίωση της πολιτικής πράξης και του πολιτεύεσθαι. Στη θέση των ανίκανων ή διεφθαρμένων πολιτικών προτείνεται να έλθουν ικανοί και έντιμοι τεχνοκράτες. Στα μάτια των απεγνωσμένων πολιτών, των προδομένων από τα πελατειακά κόμματα που τώρα πια δεν μπορούν να τους προσφέρουν τίποτε παρά μόνο φτώχεια, μια τέτοια υποκατάσταση δεν φαντάζει άνευ περιεχομένου. Πράγματι, ο έντιμος και κοινωνικά ευαίσθητος τεχνοκράτης μπορεί να δράσει πιο αποτελεσματικά. Μόνο που και αυτός θα δρα πολιτικά, από τη στιγμή που θα αναλάβει την εξουσία και αργά ή γρήγορα, θα χρειαστεί νομιμοποίηση από το πολιτικό σώμα το οποίο κυβερνά. Στη δημοκρατία ο ηγέτης κυβερνά εξ ονόματος του λαού, από τον λαό, για τον λαό.
Στο ελληνικό δράμα, είδαμε αυτές τις ημέρες τους πολιτικούς να ηττώνται. Τα δύο μεγάλα αστικά κόμματα αναγκάστηκαν να συστεγαστούν, υπό την αρχηγία ενός τεχνοκράτη κύρους, σε μια μεταβατική κυβέρνηση, και μάλιστα να συγκυβερνήσουν με αμφιλεγόμενα στελέχη ήσσονος κόμματος της λαϊκιστικής ακροδεξιάς, κάτι που συμβαίνει πρώτη φορά στην Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία. Η κυβέρνηση Παπαδήμου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κυβέρνηση τεχνοκρατών (μόνο ο πρωθυπουργός και ο Τάσος Γιαννίτσης είναι τεχνοκράτες), πρόκειται μάλλον για ένα μεταβατικό υβριδικό σχήμα με πολλούς συμβιβασμούς, παρ’ όλ’ αυτά η σύστασή της δρομολογεί τον πολιτικό θάνατο του Γ. Α. Παπανδρέου και τον μετασχηματισμό ή τη διάλυση του ΠΑΣΟΚ. Υπό το βάρος της μνημονιακής πολιτικής που εφάρμοσε, το ΠΑΣΟΚ ίσως φυγοκεντρηθεί σε εκσυγχρονιστές – νεοφιλελεύθερους, λαϊκιστές – πατριώτες, κεντρώους κ.λπ.
Αλλά και στη Νέα Δημοκρατία θα δούμε μετατοπίσεις και ρωγμές, αφού από καιρό έχουν διαφανεί τάσεις περισσότερο ή λιγότερο αδιάλλακτες έναντι των μνημονιακών πολιτικών, τέτοιες που τη συνοχή του κόμματος την εγγυάτο μόνον ο αρχηγός. Ο Αντώνης Σαμαράς, παρότι τήρησε σκληρή αντιμνημονιακή στάση, δεν πρόλαβε να γευθεί τον εκλογικό αντίκτυπο της πολιτικής του, υποχρεωθείς να συναινέσει σε μια κυβέρνηση εκτάκτου ανάγκης υπό το βάρος ενός τρομακτικού διλήμματος: να υποχωρήσει για να αποτραπεί μείζων πολιτική εμπλοκή ή να κηρύξει ανένδοτο αγώνα για εκλογές; Βρέθηκε μόνος ενώπιον μιας ιστορικής ευθύνης. Επέλεξε συναίνεση με σφιγμένα δόντια και κινδυνεύει να σπαταλήσει ένα πολιτικό κεφάλαιο που κέρδισε με πολύ κόπο, μόνος εναντίον όλων, δεχόμενος μεγάλες πιέσεις από εθνικά και εξωχώρια κέντρα.
Η ιστορική περιπέτεια συνεχίζεται. Η ελληνική κοινωνία υποφέρει και θα υποφέρει. Μαζί της κλονίζονται τα μεγάλα αστικά κόμματα, εξουδετερώνονται ή τραυματίζονται οι ηγέτες τους, δοκιμάζονται οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί. Η περιπέτεια αυτή, το ξέρουμε πια, δεν είναι μόνο ελληνική, αφορά τον δυτικό κόσμο.
Του Λουκά Παπαδήμου, από το «Βήµα της Κυριακής» και τους «Financial Times»
«Καθώς η ελληνική κρίση χρέους έχει πλέον κλιµακωθεί, το ίδιο συµβαίνει µε τα αιτήµατα αναδιάρθρωσης του δηµόσιου χρέους της χώρας µε σκοπό την υποστήριξη της βιωσιµότητας του χρέους, τη βελτίωση των προοπτικών µακροπρόθεσµης ανάπτυξης και τη µείωση του ηθικού κινδύνου (moral hazard). Ωστόσο, στην πραγµατικότητα, τα πιθανά οικονοµικά οφέλη της αναδιάρθρωσης του χρέους θα είναι πολύ µικρότερα από ό,τι συχνά προβλέπεται, ενώ η διαδικασία αυτή συνεπάγεται σηµαντικούς κινδύνους για την Ελλάδα και την ευρωζώνη.
Τα οφέλη της αναδιάρθρωσης του χρέους από µια χώρα της ζώνης του ευρώ εξαρτώνται από την κατανοµή του χρέους ανάµεσα στους πιστωτές και τη δυνατότητα που έχουν να απορροφήσουν απώλειες τέτοιου είδους χωρίς κρατική στήριξη. Ωστόσο υπάρχουν επίσης χρηµατοδοτικοί περιορισµοί και διασυνδέσεις που απορρέουν από τη λειτουργία της ευρωπαϊκής Νοµισµατικής Ενωσης και την ενοποίηση των χρηµατοοικονοµικών αγορών και µπορούν να υποβαθµίσουν τα οφέλη και να δηµιουργήσουν συστηµικούς κινδύνους.
Στην περίπτωση της Ελλάδας στο τέλος Ιουλίου του 2011 η ονοµαστική αξία του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης ήταν 366 δισ. ευρώ. Σχεδόν το 30% ήταν σε ελληνικά χέρια, κυρίως στα χέρια τραπεζών, συνταξιοδοτικών ταµείων και ασφαλιστικών εταιρειών. Μια σηµαντική µείωση της ονοµαστικής αξίας του ελληνικού χρέους που κρατούν στα χέρια τους αυτά τα ιδρύµατα θα πρέπει να αντισταθµιστεί σε µεγάλο βαθµό από την οικονοµική στήριξη της κυβέρνησης. Επίσης, οι απώλειες για τα ελληνικά νοικοκυριά και για όσους, εκτός των οικονοµικών ιδρυµάτων, κατέχουν δηµόσιο χρέος θα πλήξουν την οικονοµική δραστηριότητα και τα φορολογικά έσοδα.
Αυτή τη στιγµή η πιο αποτελεσµατική και συνετή οδός είναι να εφαρµοσθεί η συµφωνία των ευρωπαίων ηγετών που επετεύχθη τον Ιούλιο και να ενισχυθεί κατάλληλα. Οι τράπεζες της Ευρώπης θα χρειαστεί οπωσδήποτε να επανακεφαλαιοποιηθούν. Αλλά θα ήταν επίσης απαραίτητο να αυξηθούν οι πόροι του Ευρωπαϊκού Ταµείου Χρηµατοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) και να ενισχυθεί η ευελιξία του.
Η συµφωνία που επετεύχθη για τη συµµετοχή του ιδιωτικού τοµέα (PSI) στη χρηµατοδότηση του ελληνικού χρέους θα πρέπει επί της ουσίας να διατηρηθεί. Πιθανές τροποποιήσεις για τη βελτίωση της βιωσιµότητας του χρέους µε την ενθάρρυνση ενός µεγαλύτερου «κουρέµατος» στην προβλεπόµενη ανταλλαγή οµολόγων θα αποφέρουν πιθανώς ήπια ελάφρυνση του χρέους. Οι όποιες αλλαγές στο PSI δεν πρέπει να θέτουν σε κίνδυνο τον εθελοντικό χαρακτήρα του και δεν πρέπει να οδηγήσουν σε πιστωτικό γεγονός (credit event). Σε περίπτωση χρεοκοπίας η ενίσχυση των τειχών προστασίας των τραπεζών και της δύναµης πυρός του EFSF θα πρέπει να είναι σηµαντικά µεγαλύτερη για να περιφρουρηθεί η χρηµατοπιστωτική σταθερότητα.
∆εν υπάρχουν δωρεάν γεύµατα για τους οφειλέτες ούτε εύκολες λύσεις για τους πιστωτές. Μια µη εθελοντική αναδιάρθρωση του ελληνικού δηµόσιου χρέους είναι πιθανόν ότι θα οδηγήσει σε περιορισµένα (καθαρά) οικονοµικά οφέλη και θα συνεπάγεται σηµαντικούς κινδύνους που θα απειλήσουν σοβαρά τη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα και τις οικονοµικές επιδόσεις της ευρωζώνης στο σύνολό της. Αν γίνουν πραγµατικότητα αυτοί οι κίνδυνοι, θα οδηγήσουν τελικώς σε µεγαλύτερη επιβάρυνση για τους ευρωπαίους φορολογουµένους, θα έχουν ανεπιθύµητες επιπτώσεις για τη συνοχή και τη σταθερότητα της ευρωζώνης και θα υπονοµεύσουν την αξιοπιστία του ευρώ. Για όλους αυτούς τους λόγους ένα ολοκληρωµένο και πειστικό πακέτο πολιτικών το οποίο θα βοηθήσει στην αποκατάσταση της εµπιστοσύνης των αγορών όσο και των ευρωπαίων πολιτών είναι επειγόντως αναγκαίο για την επίλυση της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους».
Του Paul Krugman ΤΟ ΒΗΜΑ/ The New York Times
Ιδού πώς τελειώνει το ευρώ – όχι με «μπαμ», αλλά με «μπούνγκα- μπούνγκα». Πριν από λίγο καιρό, οι ευρωπαίοι ηγέτες επέμεναν πως η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να παραμείνει οπωσδήποτε στο ευρώ, αποπληρώνοντας τα χρέη της στο ακέραιο. Τώρα, με την Ιταλία να πέφτει στον γκρεμό, είναι δύσκολο να δει κανείς πώς το ευρώ μπορεί να επιβιώσει.
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: η προσπάθεια για την δημιουργία ενός κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος ήταν μια από αυτές τις ιδέες που ξεπερνούσαν τις συνηθισμένες ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές. Βρήκε υποστηρικτές στην αμερικανική δεξιά, που είδαν το ευρώ σαν έναν παράγοντα σταθερότητας, σχεδόν σαν μια αναβίωση του κανόνα του χρυσού, αλλά και στην βρετανική αριστερά, που το είδε σαν ένα βήμα προς μια σοσιαλδημοκρατική Ευρώπη.Του Γιάννη Βαρουφάκη, από το www.protagon.gr
Η νέα κυβέρνηση συστάθηκε με έναν και μόνο έναν σκοπό: την επιβεβαίωση της Συμφωνίας των Βρυξελλών (της 26ης Οκτωβρίου) από μία ευρεία πλειοψηφία του ελληνικού λαού (ή τουλάχιστον των πολιτικών δυνάμεων που τον εκπροσωπούν) και την εφαρμογή μιας δέσμης μέτρων που αυτή η Συμφωνία απαιτεί από την ελληνική κυβέρνηση. Αυτό δεν αποτελεί ερμηνεία δική μου αλλά προγραμματικό στόχο της νέας κυβέρνησης και απαίτηση των ευρωπαίων εταίρων μας (σύμφωνα με τα δικά τους λεγόμενα).
Δεν υπάρχουν ελληνίδες, έλληνες, ακόμα και απλοί φιλέλληνες που να μην εύχονται στην νέα κυβέρνηση να σταματήσει τον εκτροχιασμό της χώρας και να συνεισφέρει στην συγκράτηση της αντίστοιχης κατάρρευσης της ευρωζώνης. Πέραν βέβαια των ευχών, είναι φυσιολογικό όλοι μας να αγωνιούμε για το μέλλον. Κάπου εδώ όμως οι αγωνίες μας διίστανται.
Οι περισσότεροι σχολιαστές του “σοβαρού” ελληνικού τύπου (συμπεριλαμβανομένων και των περισσότερων συνδαιτυμόνων μου εδώ στο protagon) αγωνιούν για το κατά πόσο η νέα κυβέρνηση θα καταφέρει να κάμψει τις εσωτερικές αντιστάσεις και να εφαρμόσει τα μέτρα που προβλέπονται από την Συμφωνία των Βρυξελλών. Θεωρούν δεδομένο ότι, αν το πετύχει, η κατρακύλα θα σταματήσει, η Ελλάδα μπορεί και να “σωθεί” και (στον βαθμό που κι οι υπόλοιποι ευρωπαίοι καταφέρουν να ακολουθήσουν τις επιταγές της Συμφωνίας των Βρυξελλών) να βοηθήσει το ευρώ να ανανήψει.
Μακάρι να μοιραζόμουν αυτή την αγωνία. Μακάρι να πίστευα κι εγώ ότι, αν απλώς ανασκουμπωθούμε ως έθνος και ως άτομα και αν καταφέρουμε να κάνουμε αυτά τα οποία ζητά από εμάς η Συμφωνία των Βρυξελλών, θα αρχίσει να τρεμοπαίζει, δειλά στην αρχή, το φως στο τέλος του τούνελ. Δεν το πιστεύω όμως. Δυστυχώς. Και δεν το πιστεύω επειδή κρίνω πως η Συμφωνία των Βρυξελλών, μαζί και με την αμέσως προηγούμενη Συμφωνία της 21ης Ιουλίου, θα καταγραφούν στην Ευρωπαϊκή ιστορία ως τα θανάσιμα αυτο-γκολ που οδήγησαν το ευρώ στην τελική ήττα.
Την επομένη της 21ης Ιουλίου, εδώ στο protagon, εν μέσω πανηγυρισμών για την νέα “διάσωση” της χώρας είχα γράψει: “… σε δύο ή τρεις μήνες η ΕΕ θα πρέπει να συνάψει μια αντίστοιχη συμφωνία για τις Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία κλπ. Αυτού του είδους τα μέτρα θα είναι τότε απαγορευτικά ακριβά (για όλες αυτές τις χώρες). Οι κερδοσκόποι το γνωρίζουν και μας την έχουν στημένη στην γωνία. Δεν θα αργήσουν να χτυπήσουν. Και τότε ίσως είναι πολύ αργά να συνειδητοποιήσουν οι ηγέτες μας το τεράστιο κόστος της άρνησης της ανάγκης για μια συστημική λύση.”
Πράγματι, μερικούς μήνες αργότερα, το βράδυ της 26ης Οκτωβρίου, την νύχτα που οι ηγέτες μας (με προεξάρχοντες την κα Μέρκελ, τον κ. Σαρκοζύ και τον κ. Νταλλάρα) “μαγείρευαν” την νέα Συμφωνία των Βρυξελλών, στην βάση των πληροφοριών που είχα για το περιεχόμενο της Συφωνίας, και πάλι εδώ στο protagon, έγραφα ότι επρόκειτο όχι απλά για μια ακόμα αποτυχημένη Σύνοδο Κορυφής αλλά για μία Σύνοδο που θα κατέληγε σε Συμφωνία η οποία θα αποδειχθεί “ακόμα ένα καρφί στο φέρετρο του ευρω-συστήματος”. Λίγες μέρες αργότερα εξηγούσα το γιατί αυτή η συμφωνία αυτή δεν υπήρχε περίπτωση να βοηθήσει την Ιταλία, τις τράπεζες ή την Ελλάδα και, συνεπώς, θα συνεισέφερε τα μέγιστα στην κατασκευή του φέρετρου στο οποίο θα ενταφιαστεί το ευρώ και, μαζί του, η ιδέα της ευρωπαϊκής ενότητας, ολοκλήρωσης, πείτε το όπως θέλετε. Σήμερα, μόλις τώρα, ολοκλήρωσα (εδώ στην Νέα Υόρκη από όπου σας γράφω) ένα αρκετά μακροσκελές κείμενο με το οποίο εξηγώ πολύ αναλυτικότερα γιατί η Συμφωνία των Βρυξελλών, πράγματι, εντείνει την Κρίση (όπως ήδη φαίνεται από τις εξελίξεις στο μέτωπο του χρέους σημαντικών χωρών του ευρωπαϊκού πυρήνα όπως η Ιταλία, το Βέλγιο, η Γαλλία). Γιατί πρόκειται για μια Συμφωνία Δηλητηριώδη. [Το κείμενο αυτό γράφτηκε ως βάση συζήτησης που θα λάβει χώρα αύριο το απόγευμα εδώ, στην Νέα Υόρκη, σε σημαντικό δημόσιο. ομοσπονδιακό, οργανισμό. Για αυτό τον λόγο δεν έχω προλάβει να το μεταφράσω στα ελληνικά. Συγχωρέστε με παρακαλώ.]
Άλλη μια φορά τονίζω ότι εύχομαι να έχω άδικο. Να αποδειχθεί εσφαλμένη η ανάλυσή μου. Πολύ φοβάμαι όμως ότι κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί. Όπερ μεθερμηνευόμενο, φοβάμαι πως το όλο σκεπτικό, όλο το raison d’ etre της νέας κυβέρνησης χτίζεται σε μια κινούμενη άμμο. Αν όντως η Συμφωνία των Βρυξελλών, όπως ισχυρίζομαι στο κείμενο αυτό, (α) εγγυάται την επ’ άπειρον αναβολή κεφαλαιοποίησης των τραπεζών της ευρωζώνης όλης, (β) αφήνει την Ελλάδα εντελώς ανοχύρωτη μπροστά στην ύφεση και στο χρέος, (γ) δυναμιτίζει το χρέος της Ιταλίας και της Ισπανίας, και (δ) υπονομεύει την αξιοπιστία της ευρωζώνης με τα τερτίπια που προβλέπει όσον αφορά το EFSF, τότε ποιος ο ρόλος μιας κυβέρνησης της οποίας το Α και το Ω δεν είναι άλλο από την εφαρμογή των όρων αυτής της Συμφωνίας;
Κλείνοντας, την άποψή μου για τον κ. Παπαδήμο την έχω καταθέσει εδώ πριν από έναν χρόνο. Δεν έχει σημασία. Είμαι διατεθειμένος να δεχθώ ότι οι άνθρωποι μπορούν να ξεπεράσουν τον εαυτό τους όταν η ιστορία τους αναθέτει νέες, κρίσιμες, εθνικές αποστολές. Να κάνουν την προσωπική τους υπέρβαση. Είμαι, ακόμα, έτοιμος να ξεχάσω την πεισματώδη αντίρρηση του κ. Παπαδήμου στην (απαραίτητη από διετίας) αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, την οποία τώρα, σε μια έξαρση της ιστορικής ειρωνείας, καλείται να διαχειριστεί από την θέση του πρωθυπουργού της χώρας. Του εύχομαι λοιπόν καλή επιτυχία. Δυστυχώς όμως η κυβέρνησή του καλείται να πετύχει στόχους που δεν είναι μόνο αδύνατον να επιτευχθούν αλλά στόχους δηλητηριώδεις τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Ευρώπη. Πολύ φοβάμαι ότι ο κ. Παπαδήμος παγιδεύτηκε στον τραγικό ρόλο του συντονιστή κυβερνητικής προσπάθειας που στοχεύει στο να εφαρμοστεί μια ευρωπαϊκή Συμφωνία η οποία έχει καταργηθεί ήδη στην πράξη και η οποία υπονομεύει το ευρω. (*)
(*) Ακριβώς όπως η Συμφωνία της 21ης Ιουλίου καταργήθηκε λίγες μέρες μετά την θριαμβευτική υπογραφή της.
Tου Νικου Γ. Ξυδακη
Με τεταμένη προσοχή, με φόβο για τα χειρότερα και προπάντων με καρτερία οι Ελληνες πολίτες παρακολούθησαν τις πολιτικές εξελίξεις τις τελευταίες δύο εβδομάδες. Από την εξαγγελία της ευρωπαϊκής συμφωνίας για κούρεμα του ελληνικού χρέους έως τη νύχτα των Καννών και την πτώση του Γιώργου Παπανδρέου, με κατάληξη τη χθεσινή συμφωνία ΠΑΣΟΚ-Ν.Δ. στο πρόσωπο του Λουκά Παπαδήμου για την πρωθυπουργία της μεταβατικής κυβέρνησης. Η οχλαγωγία των μαζικών μέσων, οι πονηρές διαρροές, η φημολογία και η πρωτοφανής δυστοκία του πολιτικού συστήματος να παράσχει μια κάποια κυβερνητική λύση στη χώρα κυριάρχησαν, παρέχοντας έτσι μια πρόγευση για το μέλλον του κοινοβουλευτικού βίου εν Ελλάδι.
Με ύφεση καλπάζουσα στο 5,5% εφέτος και αισιόδοξη πρόβλεψη για 2,5% το 2012, με ανεργία 18,4% τον τουριστικό Αύγουστο και έναν στους δύο νέους 15-24 ετών εκτός εργασίας, η μεταβατική κυβέρνηση Παπαδήμου έχει εξαιρετικά δύσκολο έργο μπροστά της. Παρότι η προσοχή στράφηκε στην εκβιαστική 6η δόση, στη συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου και στην απειλούμενη θέση της χώρας στην Ευρωζώνη, το πεδίο όπου θα κριθεί η αποτελεσματικότητα της νέας κυβέρνησης είναι η κοινωνία, η ήδη εξουθενωμένη από περικοπές εισοδημάτων και βαριά φορολογία. Η κοινωνία περιμένει να πάρει μια ανάσα από τον καταιγισμό φτώχειας, που συνόδευσε την εφαρμογή του πρώτου Μνημονίου. Για πολλούς, η ζωή είναι ήδη δυσχερής ή οριακή, εφόσον βέβαια παραμένουν εντός εργασίας, αλλά θα ήταν ευτυχείς αν σταματούσε εδώ η εσωτερική υποτίμηση, που πλήττει κυρίως μισθωτούς, αυτοαπασχολούμενους και μικροϊδιοκτήτες.
Μπορεί όμως να αναστραφεί ο δαιμονικός κύκλος της ύφεσης; Προφανώς ούτε ο έμπειρος οικονομολόγος κ. Παπαδήμος είναι σε θέση να απαντήσει, πολύ περισσότερο να δώσει μια λύση ταχείας εξόδου. Δεν υπάρχει ταχεία έξοδος από την κρίση. Κυρίως, δεν υπάρχει οικονομική συνταγή για την οικονομική κρίση. Η Ευρώπη βυθίζεται σε κρίση πολιτική. Τα συμβαίνοντα στη μικρή Ελλάδα, το πειραματόζωο, μοιάζουν εκπληκτικά με τα συμβαίνοντα στη μεγάλη Ιταλία: η κρίση χρέους οδηγεί στο όριο θραύσεως, σχεδόν σε κατάρρευση, το κοινοβουλευτικό σύστημα, το οποίο αδυνατεί να διαχειριστεί, πόσω μάλλον, να αναχαιτίσει τις επιθετικές αγέλες των αγορών.
Στην παρούσα φάση φαίνεται να κερδίζει τις μάχες η χρηματοπιστωτική βιομηχανία, επιβάλλοντας τη βούλησή της και τα εργαλεία της στις ασθενείς δημοκρατίες. Η δημοσιονομική πειθαρχία ωστόσο, έτσι όπως εφαρμόζεται στις υπερχρεωμένες χώρες της Ευρωζώνης, απειλεί με ισοπέδωση τα μεσοστρώματα, δηλαδή τη σπονδυλική στήλη της Ευρώπης· απειλεί με βίαιο μετασχηματισμό τις κοινωνίες, και μάλιστα ερήμην τους, χωρίς καν ασφαλιστικές δικλίδες: σε κατάσταση εξαίρεσης, παρακάμπτονται διαδικασίες νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας, δημιουργούνται de facto εξωκοινοβουλευτικά κέντρα ισχύος, υποβαθμίζεται η αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Αυτή είναι η αναδυόμενη απειλή για την Ευρώπη της κρίσης, κι είναι η άλλη όψη της φτώχειας και της πληβειοποίησης.
Του Παντελή Καψή, από “Το Βήμα”
Χρειάστηκαν πάνω από τρία εικοσιτετράωρα, ατέλειωτες διαπραγματεύσεις και μια πολιτική κρίση που οδήγησε στον πλήρη εξευτελισμό των διαδικασιών για να καταλήξουν οι πολιτικοί αρχηγοί στο αυτονόητο, την επιλογή του κ. Παπαδήμου για τη θέση του πρωθυπουργού.
Αν είχε ερωτηθεί ένας απλός πολίτης, ο οποίος θα ήθελε βέβαια να παραμείνει η χώρα στο ευρώ, θα χρειαζόταν ασφαλώς λίγα λεπτά της ώρας για να καταλήξει στην ίδια απόφαση. Ο κατάλληλος άνθρωπος για την κατάλληλη θέση. Όμως το πολιτικό μας σύστημα έχει από καιρό πάρει διαζύγιο από την κοινή λογική.Tου Νικου Γ. Ξυδακη, από την “Καθημερινή”
To δημοψήφισμα, με το τρομοκρατικό δίλημμα ναι ή όχι στο ευρώ, μπορεί να αποτράπηκε, αλλά η δυναμική που εκλύθηκε συγκλόνισε το ετοιμόρροπο πολιτικό σύστημα. Το αποτέλεσμα το ζήσαμε τα προηγούμενα δραματικά εικοσιτετράωρα λεπτό προς λεπτό, και το ζούμε ακόμη. Ο ελληνικός λαός, σχεδόν στο σύνολό του, αντελήφθη ακαριαία όχι μόνο πόσο κοντά βρίσκεται στην άτακτη χρεοκοπία, αλλά και πόσο κρίσιμη είναι η γεωοικονομική κατάσταση στην Ευρώπη. Η οικονομική και πολιτική κρίση που συνταράσσει τη μεγάλη Ιταλία, μέλος του G7, έβδομη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, χώρα της Ferrari, δείχνει ότι η Ευρώπη του ενιαίου νομίσματος, των ασύμμετρων εθνικών οικονομιών και των φυγόκεντρων κρατικών πολιτικών είναι όχι μόνο ανέφικτη αλλά καταλήγει ολέθρια για τα μέλη της.
Η Ευρώπη αντιμετωπίζει όχι απλώς κρίση κρατικού χρέους, αλλά κρίση πολιτικής δομής και πολιτιστικής ταυτότητας. Η απεγνωσμένη, τυχοδιωκτική κίνηση Παπανδρέου προοριζόταν κυρίως για εσωτερική κατανάλωση, αποκάλυψε ωστόσο το άλλο πρόσωπο των εταίρων μας: το αποικιοκρατικό και αντιδημοκρατικό πρόσωπο δανειστών – τοκογλύφων και όχι εκλεγμένων ηγετών δημοκρατιών, πρόσωπα που εκφέρουν ρητορική εκβιασμού, εθνοτικής ανωτερότητας και αυταρχισμού.
Η ευρωπαϊκή ελίτ ξέχασε την πολιτική· μάλλον, την ξέγραψε. Η Ευρωπαϊκή Ενωση ξεκίνησε ως ιστορική, πολιτική και πνευματική προσέγγιση εθνών που είχαν αλληλοσφαγεί δύο φορές σε μισό αιώνα. Η ένωση έγινε για να αποτραπεί άλλος τέτοιος πόλεμος και για να ζήσουν εν ειρήνη, δημοκρατία και ευημερία οι λαοί. Αυτό μαθαίναμε στο σχολείο εδώ και δεκαετίες. Σήμερα οι ευρωπαϊκοί λαοί, φορείς της ελληνορωμαϊκής κληρονομιάς, καλούνται να απαρνηθούν την ευημερία και τη δημοκρατία, λόγω ενός ακήρυκτου οικονομικού πολέμου με αόρατους εχθρούς. «Το κυνικό νόημα του ελληνικού δράματος: λιγότερη δημοκρατία είναι καλύτερη για τις αγορές» έγραψε προχθές ο Γιούργκεν Χάμπερμας, ο κορυφαίος Ευρωπαίος φιλόσοφος, τροφοδοτώντας έναν ιστορικής σημασίας διάλογο μέσα από τις σελίδες της Frankfurter Allgemeine Zeitung. «Οταν η επιλογή υφίσταται μόνο μεταξύ πανώλης και χολέρας, δεν πρέπει η απόφαση να λαμβάνεται πάνω από τα κεφάλια ενός δημοκρατικού πληθυσμού. Δεν είναι μόνο ζήτημα δημοκρατίας, εδώ διακυβεύεται η αξιοπρέπεια», συμπέρανε.
Ακριβώς αυτά, τις ολοένα ισχνότερες προϋποθέσεις δημοκρατίας και αξιοπρέπειας, αναζητούν οι Ελληνες από την άνοιξη 2010. Πιασμένοι στα βρόχια της εγχώριας απόγνωσης, αντιμέτωποι με τις δικές μας ασυγχώρητες, μοιραίες αδυναμίες, υποχρεωμένοι εντούτοις από την ιστορία μας να σταθούμε όρθιοι με αξιοπρέπεια, αναζητούμε τώρα μια μορφή διακυβέρνησης χωρίς εκλογές, μια διαχειριστική αρχή που θα τρέξει το χρεοκοπημένο κρατικό μόρφωμα Ελλάς, κατ’ εντολήν και υπό την επιτροπεία πανικόβλητων ευρωπαϊκών ελίτ που δεν έχουν καν ένα βιώσιμο σχέδιο για έξοδο από την κρίση. Εχουν μόνο ένα αυτοσχέδιο γιατροσόφι χορηγούμενο πειραματικά σε μεσογειακά χοιρίδια: άγρια λιτότητα επί του συνόλου πληθυσμού, για άγνωστο χρονικό διάστημα, έως ότου ηρεμήσουν οι αγορές ή έως ότου εξουδετερωθεί ο πληθυσμός.
Η υπό σχηματισμό κυβέρνηση συνεργασίας των μεγάλων κομμάτων εν έτει 2011 είναι η πρώτη στην Ελλάδα από το Νοέμβριο του 1989. Τότε ο σοφός Ξενοφών Ζολώτας είχε ορκιστεί πρωθυπουργός στη λεγόμενη «Οικουμενική» κυβέρνηση.
Είχε προηγηθεί η συμφωνία των Ανδρέα Παπανδρέου (ΠΑΣΟΚ), Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (ΝΔ) και Χαρίλαου Φλωράκη (ΣΥΝ), αφού κανένα κόμμα δεν είχε καταφέρει να λάβει την αυτοδυναμία στις βουλευτικές εκλογές: η ΝΔ είχε λάβει 148 έδρες, το ΠΑΣΟΚ 128 και ο ΣΥΝ 21 έδρες.
Στο σχήμα εκείνο συμμετείχαν μεταξύ άλλων, ο Τζανής Τζανετάκης (υπουργός Αμυνας), ο Αντώνης Σαμαράς (Εξωτερικών), ο Γιώργος Γεννηματάς (Εθνικής Οικονομίας), ο Γιώργος Σουφλιάς (Οικονομικών), ο Θεόδωρος Κατριβάνος (Εσωτερικών), ο Σταύρος Δήμας (Γεωργίας), ο Απόστολος Κακλαμάνης (Εργασίας), ο Κώστας Σημίτης (Παιδείας), ο Ιωάννης Βαρβιτσιώτης (Εμπορίου), ο Αναστάσης Πεπονής (Βιομηχανίας) και ο Ακης Τσοχατζόπουλος (Μεταφορών).
Η κυβέρνηση εκείνη «άντεξε» μέχρι τις 13 Φεβρουαρίου 1990, οπότε προκηρύχθηκαν εκλογές, από τις οποίες αναδείχθηκε αυτοδύναμη η ΝΔ του Κ.Μητσοτάκη, με οριακή όμως πλειοψηφία στη Βουλή.
Σημειώνεται ότι τον Ιούνιο του 1989 σχηματίστηκε κυβέρνηση συνεργασίας ΝΔ-ΣΥΝ υπό τον Τζαννή Τζανετάκη με βασική αποστολή την παραπομπή του πρώην πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου και υπουργών των κυβερνήσεών του για το σκάνδαλο Κοσκωτά.
Το σκεπτικό εκείνης της συνεργασίας ήταν ότι αν η χώρα οδηγείτο άμεσα σε νέα εκλογική αναμέτρηση, η παραπομπή για τυχόν σκάνδαλα θα ήταν αδύνατη, αφού αυτά θα παραγράφονταν.
Στην εκλογική αναμέτρηση που είχε μόλις λάβει χώρα, η ΝΔ είχε μεν αναδειχθεί πρώτο κόμμα, ωστόσο, λόγω του εκλογικού συστήματος δεν είχε καταφέρει να συγκεντρώσει την αυτοδυναμία: είχε κερδίσει 145 έδρες, έναντι 125 του ΠΑΣΟΚ και 28 του ΣΥΝ.
Στην κυβέρνηση εκείνη είχαν αναλάβει υπουργεία οι Φώτης Κουβέλης (υπουργός Δικαιοσύνης) και Νίκος Κωνσταντόπουλος (Εσωτερικών).
Ο όρος «οικουμενική κυβέρνηση» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά τον Μάιο του 1877, όταν ο ναύαρχος και πολιτικός Κωνσταντίνος Κανάρης σχημάτισε κυβέρνηση με την ενίσχυση των τότε πολιτικών αρχηγών: Τρικούπη, Δηλιγιάννη, Ζαΐμη, Κουμουνδούρου.
Στόχος εκείνης της κυβέρνησης ήταν να προετοιμάσει τη χώρα εν όψει του ρωσοτουρκικού πολέμου. Ο Κανάρης πέθανε το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου.
Μία ακόμα οικουμενική κυβέρνηση συγκροτήθηκε υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, το 1926. Αρχικά συμμετείχαν τα μεγαλύτερα κόμματα εκείνης της εποχής (Φιλελεύθεροι, Λαϊκό, Ελευθερόφρονοι, Δημοκρατική Ένωση).
Μερικά από τα μέλη της κυβέρνησης: ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος ήταν υπουργός Εξωτερικών, ο Παναγής Τσαλδάρης Εσωτερικών, ο Ιωάννης Μεταξάς υπουργός Συγκοινωνιών και ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου υπουργός Γεωργίας.
Κυβέρνηση εθνικής ενότητας σχημάτισε και ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1944. Είχε μεταβεί στο Κάιρο για το σχηματισμό εξόριστης κυβέρνησης, η οποία αντικατέστησε εκείνη του Σοφοκλή Βενιζέλου.
Τέλος, κυβέρνηση εθνικής ενότητας είχε σχηματίσει και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κατά την επιστροφή του στην Ελλάδα, τα ξημερώματα της 24ης Ιουλίου 1974.
Είχε προηγηθεί η κατάρρευση της Χούντας του Ιωαννίδη μετά το πραξικόπημα στην Κύπρο και την εισβολή του Αττίλα.
Στην κυβέρνηση εκείνη, η οποία είχε ορκιστεί από τον στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη, συμμετείχαν στελέχη των προδικτατορικών κομμάτων, όπως της Ένωσης Κέντρου και της ΕΡΕ, αλλά και στελέχη του αντιδικτατορικού αγώνα.
Μεταξύ των μελών της ο Γεώργιος Μαύρος (Ένωση Κέντρου), ο Ευάγγελος Αβέρωφ, ο Γεώργιος Ράλλης, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο Αθανάσιος Κανελλόπουλος, ο Γιάγκος Πεσματζόγλου και ο Γεώργιος-Αλέξανδρος Μαγκάκης.
Η κυβέρνηση εκείνη διήρκεσε μέχρι το Νοέμβριο του 1974, οπότε τις εκλογές κέρδισε η ΝΔ, το νέο κόμμα που είχε ιδρύσει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, με το 54,37% των ψήφων και 219 έδρες.
Πηγή: www.in.gr
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Η Ιερά Μονή Αρκαδίου είναι μια ιστορική Μονή στην Κρήτη. Ιδρύθηκε περί τον 12ο αιώνα, επί του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Αρκάδιο, του οποίου το όνομα φέρει είτε προς τιμή του, είτε προς κτήτορα. Κτίσθηκε επί μικρού οροπεδίου σε θέση στρατηγική της ΒΔ. πλαγιάς του όρους Ήδη πάνω από γραφικό φαράγγι, που συνδέει τις επαρχίες Ρεθύμνου, Μυλοποτάμου και Αμαρίου.
Η Ιερά Μονή
Η Μονή Αρκαδίου απέχει 23 χιλιόμετρα από την πόλη του Ρεθύμνου και η πρώτη ολοκληρωμένη φρουριακή μορφή της δημιουργήθηκε την τελευταία περίοδο της Ενετοκρατίας. Το σημαντικότερο μέρος της Μονής Αρκαδίου είναι ο κεντρικός δίκλιτος ναός που είναι αφιερωμένος στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος (το ένα κλίτος), και στους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη (το έτερο κλίτος), που περιβάλλεται από πολύ παχύ αυλότοιχο εντός του οποίου υφίστανται διάφορα βοηθητικά οικήματα. Στις στέγες των οικημάτων αυτών φέρονται επάλξεις,(στηθαία), με σκοπιές και τυφεκιοθυρίδες.
Σημαντικότερα κτίσματα των βοηθητικών χώρων της Μονής αυτής είναι:
Ο «Ξενών» και το «Ηγουμενείο»,
Η «Τράπεζα», (αίθουσα κοινής εστίασης) με ιδιαίτερη αυλή
Τα «Κελαρικά», (μεγάλο θολωτό διαμέρισμα που χωρίζεται σε μαγειρείο, ζυμωτήριο, φούρνο, αρταποθήκη και αλευραποθήκη).
Η «Πυριτιδαποθήκη», μεγάλη επιμήκης αίθουσα χρησιμοποιούμενη παλαιότερα ως «κρασομαγατζές» (οιναποθήκη), που περί το 1866 μετατράπηκε σε πυριτιδαποθήκη όπου στα υφιστάμενα βαρέλια φέρονταν η πυρίτιδα για τη χρήση των όπλων της εποχής.
Τα «Μεσοκούμια» που ίσως εκ παραφθοράς του ονόματος ήταν το νοσοκομείο, πρόκειται για μεγάλο επίσης επίμηκες θολωτό διαμέρισμα που χωρίζονταν σε 8 μικρότερους χώρους κελιά.
Το «Μουσείο» που διαμορφώθηκε το 1932, από πρώην Ηγουμενείο, υπό τη μέριμνα του τότε επισκόπου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Τιμόθεου Βενέρη, στο οποίο και φυλάσσονται σπουδαία κειμήλια της Μονής (σκεύη, άμφια, κ.λπ.).
Τα «Κλάουστρα», θολωτά διώροφα κελιά μοναχών.
Τα «Κελλία» χώροι κατοικίας των μοναχών που διακρίνονται σε ισόγεια και ανώγεια και
Οι «Αποθήκες»
Στον ίδιο χώρο, εκτός της Μονής Αρκαδίου, περί τα 80 μ. ΒΔ της Μονής, στο χείλος του φαραγγιού, βρίσκεται το υπέροχο Ηρώο που δεσπόζει από μακριά του χώρου. Στη θέση αυτή παλαιότερα ήταν ο ανεμόμυλος της Μονής που αργότερα είχε γίνει οστεοφυλάκιο. Επίσης εκτός της Μονής βρίσκονται οι “στάβλοι” και το λεγόμενο «Δραγατοκάλυβο» (φυλάκιο του Δραγάτη = αγροφύλακα).
Για την ύδρευση της Μονής χρησιμοποιούνταν τρία παρακείμενα πηγάδια σε απόσταση περί τα 250 μέτρα, καθώς και μία υπόγεια υδατοδεξαμενή (στέρνα) που βρίσκονταν μέσα στην αυλή.
Τσανλί Μοναστίρ
Μετά την άλωση της Κρήτης από τους Τούρκους, το 1669, ο Πορθητής πασάς (Κυπρισλή) απαγόρευσε να κτυπούν καμπάνες σ΄ όλες τις εκκλησίες και τα μοναστήρια. Ο τότε ιεροδιάκονος όμως της Μονής Αρκαδίου, ο Νεόφυτος Πατελάρης, που ήταν τουρκομαθής, έσπευσε με δώρα στον πορθητή στο Τυμπάκι, όπου είχε εγκαταστήσει το μεγάλο στρατόπεδό του και τον παρακάλεσε να επιτρέψει τουλάχιστον τη χρήση της καμπάνας του Αρκαδίου. Ο Πορθητής δεχόμενος τα δώρα και εκτιμώντας τον ιεροδιάκονο για την μοναδική προσέλευση κληρικού επέτρεψε την κατ΄ εξαίρεση χρήση. Εκ του γεγονότος αυτού η Μονή Αρκαδίου έφερε την ονομασία “Τσανλί-Μαναστίρ” που σημαίνει δικαιούχος κώδωνας, καμπάνα, (να ηχεί) κατά τις διάφορες ιεροτελεστίες. Μάλιστα δόθηκε και ιδιαίτερη φρουρά για τη Μονή που διέμενε στο παρακείμενο χωριό Αμνάτο.
Ιστορία της μονής
Κρήτες επαναστάτες είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται στο Αρκάδι από τις 3 Μαρτίου του 1866 για να φθάσουν το Νοέμβριο να αριθμούν τους 259 πολεμιστές και 705 γυναικόπαιδα. Στις 24 Σεπτεμβρίου είχε αφιχθεί ο συνταγματάρχης του Ε.Σ. Π. Κορωναίος με λίγους εθελοντές και ανακηρύχθηκε αρχηγός. Ο Κορωναίος έκρινε ότι η τοποθεσία δεν ήταν κατάλληλη για άμυνα, όμως ο Ηγούμενος της Μονής Γαβριήλ δεν ήθελε να την εγκαταλείψει. Έτσι προχώρησε σε αμυντικές προπαρασκευές, εγκατέστησε ως φρούραρχο τον ανθυπολοχαγό Ι. Δημακόπουλο και μετέβη στις επαρχίες προς στρατολόγηση πολεμιστών.
Ο τουρκικός στρατός, αποτελούμενος από 6.000 πεζούς, 200 ιππείς, 1.200 Αλβανούς και υποστηριζόμενος από τριάντα κανόνια, υπό τον Μουσταφά Ναϊλή Πασά εξεστράτευσε εναντίον της Μονής. Παράλληλα ζήτησε από τον ηγούμενο Γαβριήλ να παραδοθεί. Η απάντηση ήταν αρνητική.
Η επίθεση ξεκίνησε στις 8 Νοεμβρίου. Στις μάχες διακρίθηκαν οι: Δημακόπουλος, Σπύρος Ολύμπιος, Κούβος, Δενιανάκης, Γαληνάκης. Τη δεύτερη όμως ημέρα η εξωτερική γραμμή άμυνας διασπάται, σκοτώνεται ο Ηγούμενος Γαβριήλ και οι Τούρκοι εισέρχονται στον περίβολο της Μονής. Εξαντλημένοι και με βέβαιη την αιχμαλωσία και όλα τα συνακόλουθα, ο Κωνσταντίνος Γιαμπουδάκης από το χωριό Άδελε του Ρεθύμνου κλείνεται μαζί με άλλους πολεμιστές και γυναικόπαιδα στην πυριτιδαποθήκη. Η πυροδότηση των βαρελιών με το μπαρούτι προκάλεσε την καταστροφή της Μονής και το θάνατο πολλών Ελλήνων αλλά και Τούρκων εισβολέων. Ο κρότος λέγεται ότι ακούστηκε μέχρι το Ηράκλειο. Μετά την ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης ο Ι. Δημακόπουλος συνέχισε να μάχεται κατά των Τουρκαλβανών στον περίβολο της Μονής. Ο ίδιος την 9η Νοεμβρίου αποφάσισε να παραδοθεί στον τακτικό τουρκικό στρατό όταν έλαβε εγγυήσεις για την ζωή των τελευταίων υπερασπιστών που μάχονταν μέσα από τα ερείπια. Ωστόσο, την επομένη εκτελέστηκε με αποκεφαλισμό τόσο αυτός όσο και οι περισσότεροι αιχμάλωτοι.
Μετά την καταστροφή του, το 1866, ανοικοδομήθηκε πλήρως και αναστηλώθηκε στην πρότερή του μορφή. Μόνο ένα μισοκαμένο τέμπλο στα αριστερά της Αγίας Τράπεζας και μια μπάλα κανονιού σφηνωμένη στο αιωνόβιο κυπαρίσσι στα δεξιά στης εκκλησίας μαρτυρούν το αίμα που χύθηκε πριν 140 χρόνια.
Η Ουνέσκο έχει χαρακτηρίσει το Αρκάδι Ευρωπαϊκό Μνημείο Ελευθερίας.
Πηγές
Νικ. Β. Τωμαδάκη, «Ο Φρούραρχος Αρκαδίου Ιωάννης Δημακόπουλος». Λόγος κατά τα αποκαλυπτήρια αναμνηστικής πλακός στο Δημαρχείο Τριπόλεως εις μνήμην Ιω. Δημακόπουλου, 15/11/1970. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών Πελοποννησιακά, τομ. 8, 1971.
Tου Nικου Γ. Ξυδακη
Η ζαριά του Γ. Α. Παπανδρέου αιφνιδίασε και αποδιοργάνωσε. Τον ελληνικό λαό σίγουρα, ίσως και τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Ενεργώντας ως παράφρων μεταβλητή, ο απομειωμένος πρωθυπουργός μιας χώρας διεφθαρμένων με απομειωμένο πλην αβάσταχτο χρέος, τροφοδότησε επικά πρωτοσέλιδα και τηλεοπτικά δελτία, άλλαξε την ατζέντα του G20, αιφνιδίασε τα κόμματα και, κυρίως, κεραυνοβόλησε τον ελληνικό λαό ζητώντας του να απαντήσει σε ένα εκβιαστικό δίλημμα και να αναλάβει την ιστορική ευθύνη των μελλουσών γενεών. Σε ένα δίλημμα, στο οποίο ο ίδιος δεν κατόρθωσε να απαντήσει, αν υποθέσουμε ότι το έθεσε.
Οπωσδήποτε υπάρχει ένας τρελός χρονισμός στις κινήσεις του Γ. Α. Παπανδρέου: τα έκανε όλα ανάστροφα. Πρώτα μετέτρεψε το χρέος σε αβάσταχτο, αντάλλαξε το χρέος με ελευθερία, έκανε μυστική διπλωματία, είπε ψέματα, μισές αλήθειες, δημαγώγησε, σχεδόν περιφρόνησε τη λαϊκή βούληση και κατόπιν, όταν απέτυχε σε όλους τους αυτοσχεδιασμούς του, εστράφη στον λαό και του ζήτησε συμμετοχή, βούληση και ευθύνη· και μόνο τότε θυμήθηκε ότι μπορεί να διαπραγματευθεί με τόλμη. Αλλά τώρα, τυπικά, έχει κάψει πολλά χαρτιά. Και κυρίως έχει κάψει τον λαό του: τον έκανε πένητα, αναξιοπρεπή και έξαλλο, απεγνωσμένο – και μάλλον δεν το αντιλαμβάνεται καν. Ισως ποτέ δεν αντελήφθη αυτό τον δύστροπο, κυκλοθυμικό λαό, τις πλούσιες αμφίστομες παραδόσεις ηρωισμού και ποταπότητας, τον φιλόσοφο λόγο του, το αίσθημα του δίκιου και της ελευθερίας, τις εικονίσεις τους στη δημώδη και τη λόγια ποίηση. Ισως ποτέ δεν κατάλαβε σε ποια βαθιά ιστορική κοινωνία ζούσε, ένας πολίτης της open society ο ίδιος. Ισως πάλι να νόμισε ότι Ελλάδα ίσον ΠΑΣΟΚ – αυτό που μίσησε και το εξουσίασε ως πρίγκιψ.
Κάθε άνθρωπος πιστεύει ενδομύχως στα θαύματα· κι αν βρίσκεται υπό πίεση, πολύ περισσότερο. Καθώς η λιτότητα, οι φόροι και η φτώχεια σκέπαζαν ανά κύματα τους Ελληνες, η πίστη στο θαύμα δυνάμωσε: κάτι θα συνέβαινε, μια σωτήρια επέμβαση, ένα Ναυαρίνο, η Υπέρμαχος Οδηγήτρια στα τείχη εναντίον των Αβάρων, κάτι, και η ζωή θα επέστρεφε στον περασμένο ρυθμό, ίσως ψαλιδισμένη, αλλά όχι ριζικά άλλη, όχι τρομακτικά άλλη. Η ρουτίνα είναι το αποκούμπι της ζωής.
Ακόμη και η κρίση φτιάχνει τη δική της ρουτίνα. Οι άνθρωποι προσαρμόζονται, ζαρώνουν, φυλάγονται, αλλάζουν στρατηγικές επιβίωσης. Αντιλαμβάνονται αλλιώς τον χρόνο: όσο πυκνώνει ο χρόνος, τόσο επιταχύνουν οι άνθρωποι τις αντιδράσεις τους. Και αρχίζουν να βλέπουν άλλη τη ζωή, τις αξίες της, τα χρειώδη.
Το δημοψήφισμα Παπανδρέου φέρνει τρόμο, διότι ανατρέπει ακόμη και τη ρουτίνα της κρίσης. Διότι πυκνώνει αφόρητα τον χρόνο, την υλικότητά του, τόσο πολύ που ο χρόνος καταρρέει μέσα σε μια μαύρη τρύπα. Ετσι το αισθάνεται ο κόσμος, ο ήδη εξουθενωμένος από τις αλλεπάλληλες, συνεχιζόμενες ανατροπές, τη διαρκή συρρίκνωση του μέλλοντος. Ωστόσο, η παράφρων μεταβλητή του Γ. Α. Παπανδρέου μπορεί να κρύβει το θαύμα. Οχι με την έννοια της ακαριαίας σωτηρίας, ούτε καν της βραχυμεσοπρόθεσμης. Αλλά με την έννοια ότι, απότομα, βίαια, φέρνει το μέλλον πιο κοντά μας – πέραν του καλού και του κακού. Απλώς, φέρνει το μέλλον εδώ, στο παρόν, με έναν σπασμό, που μπορεί να είναι σπασμός ωδίνης, μπορεί να είναι σπασμός βαθύτερου άλγους, οπωσδήποτε όμως δεν είναι ο ύστατος σπασμός: ένας λαός, μια χώρα, μια διάρκεια, σαν της Ελλάδας, δεν τελειώνουν έτσι, με έναν σπασμό, με ένα δίλημμα, μια ασθένεια, όσο βαριά κι αν είναι. Ναι, βεβαίως, λαοί μεσουράνησαν και έσβησαν παλαιότερα, και τους θυμούνται μόνο οι ειδικοί ιστορικοί, αλλά δεν είναι αυτή η περίπτωση τώρα: ενδεχομένως, να βιώνουμε την αρχή του τέλους του ελληνισμού, όπως τον γνωρίσαμε και τον ζήσαμε, με εκλάμψεις και υφέσεις, ενδεχομένως να πορευόμαστε προς μια ετέρα μορφή ελληνικού βίου, εν Ελλάδι και αλλαχού, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι το τέλος. Δεν υπάρχει τέλος. Υπάρχουν ρήγματα και τομές, φαράγγια, αλλά και πάντα μια όχθη απέναντι, ένα Βορειοδυτικό Πέρασμα.
Η απειλή αιφνίδιας κατάρρευσης μπορεί να είναι το θαύμα. Δηλαδή, να είναι το τέλος της πίστης στο θαύμα και η βίαιη επαναφορά στην πίστη στον εαυτό, η επαναφορά στην αυτοπεποίθηση, στην ευθύνη, στην ιστορικότητα. Και η εκτόξευση στην ώριμη παγκοσμιοποίηση.