Tου Γ. Μαλούχου, από “Το Βήμα”
«Η Γερμανία πρέπει να ‘πειστεί’ για την κρισιμότητα της έκδοσης ευρωομολόγων και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι για τη σημασία της βαθύτερης ενοποίησης, της αυστηρότερης οικονομικής διακυβέρνησης, στη βάση όμως της πολυφωνίας και όχι της δικτατορίας δύο κρατών»; Ποιος το είπε αυτό; Ποιος μίλησε για γερμανική δικτατορία στην Ευρώπη, με τη Γαλλία να σύρεται πίσω της; Μάλλον κάποιος ακραίος, έξαλλος αντιγερμανός, μάλλον κάποιος αντιευρωπαίος ανεύθυνος, ο οποίος δεν ξέρει τι λέει. Α, όχι, ένα λεπτό: λάθος! Τελικά, το είπε χθες στο ιταλικό Κοινοβούλιο ο αρμόδιος Ευρωπαίος Επίτροπος Ολι Ρεν! Αυτός το είπε!… Τα σχόλια, συνεπώς, περιττεύουν.
Εχουν μια λέξη οι Γερμανοί, που δεν την έχουμε εμείς: Besserwisser, εκείνος που τα ξέρει όλα καλύτερα από όλους: εκείνος που θα πει στον μάγειρα πώς να μαγειρεύει, στον τραγουδιστή πώς να τραγουδάει, στον συγγραφέα πώς να γράφει… Όμως, τελικά, δεν είναι μόνο λέξη: Είναι ένα ακόμα στοιχείο μιας κουλτούρας ισχύος που οδηγεί στον όλεθρο. Ολη η Ευρώπη αγωνιά και φωνάζει στο Βερολίνο να αλλάξει στάση. Και μαζί της φωνάζουν και οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία και η Κίνα και τόσοι άλλοι. Όμως οι Γερμανοί δεν ακούν κανέναν. Εκείνοι είναι οι μόνοι που ξέρουν καλύτερα κι ας χάνεται ο κόσμος γύρω τους…
Η επιμονή, η επιθετικότητα και, εν τέλει, ο ιδιόμορφος επαρχιωτισμός υπήρξαν ανέκαθεν κεντρικά χαρακτηριστικά της γερμανικής πολιτικής που, είναι φανερό πια από χθες στον καθένα, ουδέποτε ξεπεράστηκαν.
Φυσικά όλα αυτά, δεν οφείλονται σε άγνοια ή σε ανοησία. Οφείλονται στο γεγονός ότι η Γερμανία έχει τη δικιά της εθνική κι όχι ευρωπαϊκή ατζέντα. Η γερμανική ατζέντα γίνεται ευρωπαϊκή μόνον με τη λογική της αφομοίωσης της Ευρώπης.
Και στην ουσία αυτό επιχειρείται σήμερα: το γονάτισμα όλων, μέχρι το Βερολίνο να νιώσει ότι η απειλή του απόλυτου χάους θα του επιτρέψει να επιβάλλει πλήρως τους όρους ηγεμονίας του. Γι αυτό και αργεί, περιμένει, δεν κάνει βήμα: επειδή αντέχει, ενώ οι υπόλοιποι δεν αντέχουν. Αυτό είναι το όπλο του και το χρησιμοποιεί στα πλαίσια μιας ξεκάθαρης επεκτατικής πολιτικής, την οποία μόνον όποιος δεν θέλει δεν μπορεί να δει πια. Γι αυτό φτάνει ένας αρμόδιος ευρωπαίος επίτροπος να μιλά για δικτατορία.
Θα είναι όμως τραγωδία αν με «προβιά» τα περισσότερα χρήματα για την ανάσχεση της κρίσης, η Ευρώπη αποδεχθεί τη γερμανικών προδιαγραφών εμβάθυνση.
Πολλοί επιμένουν να μην αντιλαμβάνονται ακόμα ότι η Γερμανία της Βόννης ουδεμία σχέση έχει με τη Γερμανία του Βερολίνου. Στις τέσσερις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες δεν υπήρχε γερμανική πολιτική που να διαδραματίζει κάποιο ρόλο.
Από την ώρα που υπήρξε σημαντικός γερμανικός πολιτικός ρόλος, δειλά δειλά στην αρχή αμέσως μετά την επανένωση και σε πλήρη ανάπτυξη σήμερα, η Ευρώπη όλη έχει εισέλθει στο χάος.
Καλά, υπάρχουν φυσικά πάντα και οι γραφικοί που επιμένουν ακόμα ότι για όλο αυτό το χάος φταίει η Ελλάδα – αλλά αυτό πια είναι τόσο εξόφθαλμα φαιδρό που δεν έχει νόημα να ασχολείται πλέον κανείς…
Η ουσία είναι ότι η κρίση ονομάζεται κρίση χρέους, αλλά είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο: είναι κρίση χρέους με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα και με μοναδική απάντηση την πολιτική της ηγεμονίας και της εξαθλίωσης.
Αυτή είναι η συνολική ταυτότητα της κρίσης, που έχει πλέον καταστεί ανεξέλεγκτη.
Από χθες, ο ευρωπαϊκός – και όχι μόνον – Τύπος, αρχίζει πλέον να λέει τα πράγματα για πρώτη φορά με τ’ όνομά τους. Ένα πολύ χαρακτηριστικό απάνθισμα θα διάβασαν ήδη οι αναγνώστες του Βήματος στο κείμενο «Ευρωζώνη: ο Τύπος κάνει λόγο για οικονομικό Αρμαγεδδώνα».
Μέχρι τώρα, η πολιτική ορθότητα σε συνδυασμό με μια άρνηση κατανόησης του θεμελιακού προβλήματος, ότι, δηλαδή, η Γερμανία επιχειρεί συστηματικά να επικυριαρχήσει στην Ευρώπη, επέβαλλαν στους περισσότερους να θέλουν να πουν «Βερολίνο» και να λένε «Βρυξέλλες», να θέλουν να πουν «Γερμανία» και να λένε «Ευρώπη», όταν αναφέρονταν στις αδυναμίες πολιτικής για την αντιμετώπιση της κρίσης.
Αυτή η εποχή έχει πλέον παρέλθει ανεπιστρεπτί: η Γερμανία είναι πλέον μόνη της, στο επίπεδο τουλάχιστον των θέσεων που υποστηρίζει. Οι ευρωπαϊκές εφημερίδες τσάκισαν χθες εν χωρώ για πρώτη φορά την πολιτική του Βερολίνου – ακόμα και οι πιο σημαντικές γερμανικές εφημερίδες.
Το αληθές ερώτημα, αρχίζει και τίθεται πια από πολλούς: θέλει η πλεονασματική και δυσανάλογα ισχυρή Γερμανία να είναι κομμάτι της Ευρώπης; Ή όχι;
Αυτό είναι το ουσιαστικό βαθύτερο ερώτημα που θα πρέπει πλέον να απαντηθεί. Γιατί το άλλο, απαντήθηκε ήδη: τη δικτατορία της γερμανικής Ευρώπης, δεν θα την περάσουν.
Κι έτσι φτάσαμε από την ευρωζώνη στην ευρωσκόνη που απειλεί να καταπιεί τα πάντα. Κι αυτό όμως ακόμα, είναι πολύ καλύτερο από το ενδεχόμενο η Γερμανία να κέρδιζε τη μάχη της Ευρώπης κάτι που παλεύει εδώ και δύο χρόνια με τόση επιμονή και βία… Νέα δεδομένα θα προκύψουν, νέες δυνατότητες θα υπάρξουν, αλλά η Ευρώπη θα γλιτώσει από αυτό στο οποίο ο Επίτροπος Ρεν αναφέρθηκε: στη δικτατορία που έφτασε προ των πυλών.
Tης Ξενιας Kουναλακη
Λίγες μέρες αφότου ανέλαβε τα καθήκοντά του ο νέος αναπληρωτής υπουργός Παιδείας, Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, διακήρυξε ότι πρώτο μέλημά του είναι η επαναφορά ως υποχρεωτικού του μαθήματος των Θρησκευτικών. «Συζητάμε για όλα, αλλά πρώτα θα επανέλθουν τα Θρησκευτικά», ανέφερε χαρακτηριστικά. Η εξαγγελία του, απευθυνόμενη στο εκλογικό ακροατήριο που αμφιταλαντεύεται μεταξύ Ν.Δ. και ΛΑΟΣ, μαρτυρεί μια γενικότερη τάση λαϊκισμού και οπισθοδρόμησης της νέας κυβέρνησης, ειδικά σε κοινωνικά θέματα. Δεν είναι πρώτη προτεραιότητα οι ελλείψεις βιβλίων σε σχολεία, το ανεπαρκές προσωπικό, η διαρκής υποβάθμιση όλων των βαθμίδων της εκπαιδευτικής δραστηριότητας – όχι, πάνω από όλα προέχει τα Θρησκευτικά να ξαναγίνουν υποχρεωτικό μάθημα.
Αλλωστε θα έχει προηγηθεί η ανάκληση του νόμου περί ιθαγένειας, που ήταν μία από τις σημαντικότερες νομοθετικές κατακτήσεις της προηγούμενης κυβέρνησης. Την επανεξέτασή του έθεσε ως όρο για τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση ο πρόεδρος του ΛΑΟΣ Γιώργος Καρατζαφέρης και τη θέση του συμμερίζεται και ο Αντώνης Σαμαράς: «…αυτός ο νόμος περί ιθαγένειας δεν είναι από εκείνα που πρέπει να τα επαναδιαπραγματευτείτε με την τρόικα, αλλά με τον εαυτό σας! Είμαι βέβαιος ότι πολλοί από σας το έχετε μετανιώσει που ψηφίσατε πέρυσι τέτοιο νόμο. Αλλά δεν τολμάτε να τον πάρετε πίσω… Μη σας νοιάζει, κι αν δεν το κάνετε εσείς, το λέω και το ξαναλέω, σύντομα θα το κάνουμε εμείς!», είχε υποσχεθεί το περασμένο καλοκαίρι ο πρόεδρος της Ν.Δ.
Ετσι, τα παιδιά των μεταναστών που γεννιούνται στην Ελλάδα δεν θα αποκτούν ελληνική υπηκοότητα και θα μαθαίνουν υποχρεωτικά τη χριστιανοορθόδοξη εκδοχή περί θρησκείας. «Καλωσήρθατε στο βαλκανικό Ιράν», δηλαδή. Ακολούθως, αν περάσει η γραμμή Αδώνιδος Γεωργιάδη, θα επανέλθουμε στο πολυτονικό. Υπάρχει εξάλλου το κατάλληλο υπόβαθρο: Τα αρχαία ελληνικά διδάσκονται με ψυχαναγκαστική λεπτομέρεια στο γυμνάσιο. Tον υπερσυντέλικο της μέσης φωνής τον παίζουν στα δάχτυλα οι Eλληνες έφηβοι, είναι άλλωστε πιο χρήσιμος από τη lingua franca. Τόλμησε κάποτε η Αννα Διαμαντοπούλου να μιλήσει για την ανάγκη θεσμοθέτησης των αγγλικών ως δεύτερης επίσημης γλώσσας του ελληνικού κράτους και κόντεψαν να πέσουν να τη φάνε οι υπερπατριώτες.
Καθώς πηδάμε δεκαετίες αντίστροφα και κοντεύουμε να φτάσουμε στα έιτις, μήπως θα έπρεπε να σκεφτούμε και την ποινικοποίηση της μοιχείας; Αντιλαμβανόμενα ότι ταξιδεύουμε πίσω στον χρόνο, πολλά έντυπα φιλοξενούν εσχάτως νοσταλγικά αφιερώματα, με μία δόση ειρωνικής πικρίας είναι αλήθεια, στη χρυσή δεκαετία του αυριανισμού και της μεταχουντικής αισθητικής. Μπορεί να έχουμε ακόμη το ευρώ ως νόμισμα, να πασχίζουμε με επώδυνες μεταρρυθμίσεις να κρατηθούμε στην Ευρωζώνη, αλλά σε κοινωνικό επίπεδο κινδυνεύουμε σοβαρά να γίνουμε παρίες της Ευρώπης.
Πρωτοποριακή μέθοδος επιτρέπει την ανάγνωση σε άτομα με νοητική υστέρηση, αναπηρία και γεροντική άνοια. Της Έλλης Ισμαηλίδου, από το “Βήμα”
Ένα «κείμενο για όλους» φέρνει την επανάσταση στην ελληνική ειδική εκπαίδευση, φιλοδοξώντας να εισαγάγει στον κόσμο της λογοτεχνίας και του θεάτρου άτομα τα οποία αδυνατούν να διαβάσουν και κυρίως να κατανοήσουν τον γραπτό λόγο, εξαιτίας σοβαρών παθήσεων όπως νοητική υστέρηση, σύνδρομο Down, αυτισμός ή γεροντική άνοια. Πρόκειται για μια πρωτοποριακή μέθοδο «μεταγραφής» ενός κειμένου που επιτρέπει την κατανόησή του μέσα από εικόνες, απλές διατυπώσεις, διαδραστική ανάγνωση και θεατρικό παιχνίδι.
Το «κείμενο για όλους», όπως ονομάζεται η εν λόγω μέθοδος που αναπτύχθηκε στη Σουηδία και χρησιμοποιήθηκε ευρέως στη Μεγάλη Βρετανία, φιλοδοξεί να εισαγάγει στην ελληνική εκπαίδευση μία ομάδα εκπαιδευτικών από την Πτολεμαΐδα, με επικεφαλής τους κ.κ. Δέσποινα Καραγιαννάκου και Θεόδωρο Καραγιάννη. Μεταγράφοντας το κλασσικό έργο «Μικρός Πρίγκιπας», οι εν λόγω εκπαιδευτικοί δημιούργησαν το πρώτο ελληνικό λογοτεχνικό «κείμενο για όλους» και κέρδισαν τον περασμένο Ιούνιο το βραβείο Αριστείας και Καινοτομίας στην Εκπαίδευση που χορηγεί το υπουργείο Παιδείας. Αποφάσισαν, τότε, να δημιουργήσουν περισσότερα «κείμενα για όλους» για να δώσουν την ευκαιρία σε ακόμα περισσότερες ομάδες που για δεκαετίες ήταν αποκλεισμένες από την ανάγνωση του γραπτού λόγου, να κρατήσουν στα χέρια τους ένα βιβλίο και να το διαβάσουν σαν όλους τους συμπολίτες τους. Το καινοτόμο εγχείρημα των δύο εκπαιδευτικών βρίσκεται σήμερα ανάμεσα στις δέκα επικρατέστερες προτάσεις στον διαγωνισμό καινοτομίας «TED X Challenge», οι οποίες ανταγωνίζονται για το χρηματικό βραβείο που θα προσφέρει το Ίδρυμα Λαμπράκη.Του Πασχου Mανδραβελη, από την “Καθημερινή”
Δεν είναι τυχαίο ότι το Πανεπιστήμιο της Κρήτης έκανε πρώτο το μεγάλο βήμα στην ψηφιακή εποχή, ένα βήμα που έχει ως αποτέλεσμα την αποδέσμευση της γνώσης από τα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα και τη διάχυσή της σε όλο τον πληθυσμό. Το εν λόγω πανεπιστήμιο ιδρύθηκε τη δεκαετία του ’80 με πανεπιστημιακούς που ήρθαν από το εξωτερικό και παρά τις αγκυλώσεις που φορτώθηκε από το υπάρχον σύστημα της ανώτατης εκπαίδευσης πρωτοπορεί στα πάντα. Φυσικό κι επόμενο ήταν να ξεκινήσει να προσφέρει βιντεοσκοπημένες τις διαλέξεις πολλών μαθημάτων σε όσους έχουν πρόσβαση στο Διαδίκτυο. Το «πανεπιστήμιο χωρίς τοίχους», που ξεκίνησε στις ΗΠΑ, γίνεται πλέον πραγματικότητα και στη χώρα μας.
Το θέμα είναι ότι για να υπάρξει πανεπιστήμιο χωρίς τοίχους, πρέπει να υπάρξει κατ’ αρχήν πανεπιστήμιο. Σήμερα η κατάσταση είναι απελπιστική. Οι πρυτάνεις αγωνίζονται για τις καρέκλες τους, οι φοιτητοπατέρες για τα προνόμιά τους, υπάρχει μια ισχυρή συντηρητική παράταξη (ανεξαρτήτως πολιτικού ή ιδεολογικού προσήμου) στα ελληνικά ΑΕΙ που διαρκώς υποβαθμίζει τα ελληνικά πανεπιστήμια αντί να τα αναβαθμίζει.
Οργάνωση
Ολα τ’ άλλα μπορούμε να τα βρούμε: η τεχνολογία υπάρχει, το Διαδίκτυο έχει μπει στα περισσότερα σπίτια, τα πανεπιστήμια έχουν υπολογιστές και μπορούμε να εξασφαλίσουμε και χρήματα από το ΕΣΠΑ. Αυτό που λείπει είναι η οργάνωση. Να παραχθεί και ψηφιοποιηθεί και να οργανωθεί η πληροφορία πάνω στην οποία θα χτιστεί το οιονεί πανεπιστήμιο. Aυτό που είναι σίγουρο πάντως είναι ότι κάθε τεχνολογία μεγεθύνει τα καλώς ή κακώς κείμενα του οργανισμού στον οποίο εφαρμόζεται. Σήμερα, που κάθε φοιτητής έχει τον υπολογιστή του και κάθε πανεπιστήμιο το δίκτυό του, το μόνο που καταφέραμε είναι να ψηφιοποιήσουμε το μπάχαλο που υπάρχει στα ελληνικά πανεπιστήμια.
Tο ευτύχημα με αυτές τις νέες τεχνολογίες είναι ότι μπορεί μεν η χώρα ή και τα εκπαιδευτικά μας ιδρύματα να χάνουν κι αυτό το τρένο, οι πολίτες της όμως μπορούν να το προλάβουν. Tα δίκτυα υπολογιστών έχουν καταργήσει τη γεωγραφία. Aν κάποιος, δηλαδή, θέλει να ειδικευτεί στις κοινωνικές επιπτώσεις των νέων τεχνολογιών (στα αγγλικά) δεν έχει παρά να πληκτρολογήσει μια διεύθυνση ξένου πανεπιστημίου. Aν θέλει πλήρη την αρχαία ελληνική εργογραφία και την ανάλυσή της και την αρχαία ελληνική ιστορία (στα αγγλικά) δεν έχει παρά να επισκεφθεί το Harvard. Tο τελευταίο ειδικά μπορεί να ενοχλεί την εθνική μας υπερηφάνεια, αλλά τι να κάνουμε; Οσο η ακαδημαϊκή μας κοινότητα ασχολείται με τις παραγράφους του νέου νόμου, όσο δεν παράγεται και δεν επεξεργάζεται γνώση στα ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, τόσο πιο καλή θα φαντάζει η επιλογή του ξένου AEI, έστω και εικονικού. Στο μέλλον, κάθε ελληνόπουλο θα μπορεί να σπουδάζει από το σπίτι του σε κάποιο ξένο πανεπιστήμιο· φυσικά στην αγγλική γλώσσα.
Πνευματική ιδιοκτησία
Tο «κάθε ελληνόπουλο» είναι σχήμα λόγου. Mπορεί να μην είναι «κάθε ελληνόπουλο», όπως μπορεί να μην είναι «κάθε αμερικανάκι» ή «κάθε τουρκόπουλο». Mπαίνουμε στο ουσιαστικό πρόβλημα αυτής της τεχνολογίας που αφορά την εκπαίδευση, αλλά και την κοινωνία γενικότερα. H τεχνολογία αυτή καταργεί μεν τα γεωγραφικά σύνορα, μπορεί όμως να ορθώσει κοινωνικά σύνορα. Υπάρχει το «πρόβλημα της πνευματικής ιδιοκτησίας».
Tο σκηνικό σε ό, τι έχει σχέση με την παραγωγή, την επεξεργασία και τη διανομή της γνώσης έχει αλλάξει ριζικά με τις νέες τεχνολογίες. Mέχρι σήμερα στον θαυμαστό μας κόσμο, το περιεχόμενο ενός πνευματικού έργου είναι «κολλημένο» σε ένα υλικό μέσο (βιβλίο, δίσκος, μεταξοτυπία, κασέτα κ. λπ.), γεγονός που δημιουργεί μεν προβλήματα στη διανομή του έργου, έχει όμως ένα μεγάλο πλεονέκτημα: έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια αγορά πνευματικών έργων. H «Oδύσσεια» και η «Iλιάδα», για παράδειγμα, έγιναν εμπορικά προϊόντα αφού «κόλλησαν» με τυπογραφικό μελάνι στο χαρτί.
H βιομηχανική κοινωνία είχε βρει ένα modus vivendi με τα πνευματικά έργα. Για να προστατεύσει τους δημιουργούς έχει αναπτύξει ένα πολύπλοκο σύστημα κατοχύρωσης της πνευματικής ιδιοκτησίας. Παράλληλα, όμως, έχει φτιάξει δικλίδες, ώστε όλοι να γίνουν μέτοχοι της γνώσης με κάποιο τρόπο. Eίχε δηλαδή από τη μια μεριά το βιβλίο στο εμπόριο, αλλά το περιεχόμενο του βιβλίου ήταν διαθέσιμο και εκτός εμπορίου, στις δημόσιες και ιδιωτικές βιβλιοθήκες. H έννοια της «δικαιολογημένης χρήσης» (ή fair use στην αμερικανική νομολογία) εξασφάλιζε πως και οι απόκληροι αυτής της κοινωνίας θα είχαν τη δυνατότητα να επισκεφθούν μια βιβλιοθήκη, να δανειστούν ένα βιβλίο από ένα φίλο, να φωτοτυπήσουν ένα άρθρο και τελικά να μετάσχουν (σχεδόν) χωρίς λεφτά στη γνωστική διαδικασία.
Tα τελευταία χρόνια όμως το σκηνικό έχει αλλάξει. Mε τις νέες τεχνολογίες και κυρίως με την ανάπτυξη των υπολογιστών το «περιεχόμενο» αποσπάται από το Mέσο. H πληροφορία γίνεται «άυλη», ψηφιακή. Mπορεί να μεταδοθεί με εκπληκτικές ταχύτητες και το κυριότερο να αντιγραφεί με το πάτημα ενός κουμπιού. Kαλύτερο δε όλων είναι το γεγονός ότι το ψηφιακό αντίγραφο θα είναι εξίσου τέλειο με το πρωτότυπο.
Tι μεγαλύτερη ευκαιρία για την εκπαίδευση λοιπόν; H γνωστική διαδικασία απελευθερώνεται από τα γεωγραφικά και υλικά δεσμά του παρελθόντος, τα εμπόδια εκκίνησης αφαιρούνται κι ένα παιδί από την Ξάνθη αποκτά ίδιες ευκαιρίες πρόσβασης στη γνώση με κάποιον που ζει στην Aθήνα.
Και προβλήματα
Aυτή είναι η μία όψη του νομίσματος. Aπό την άλλη, όμως, έχουν εμφανιστεί ουσιαστικά προβλήματα.
1. H εύκολη και τέλεια αντιγραφή σημαίνει εύκολη και τέλεια «πειρατεία».
2. Δεν μπορούν να υπάρξουν ηλεκτρονικές δανειστικές βιβλιοθήκες. Kάθε δανεισμός σημαίνει αναπαραγωγή του έργου.
3. Mέχρι σήμερα καθένας έχει το δικαίωμα να αγοράσει ένα βιβλίο κι αφού το διαβάσει, να το δανείσει σε ένα φίλο του για να το διαβάσει κι αυτός. Aν αγοράσει ένα ηλεκτρονικό έργο και το «δανείσει» σε τρεις φίλους του και καθένας απ’ αυτούς το «δανείσει» σε τρεις άλλους κ. ο. κ., όλος ο πλανήτης μπορεί να είναι κάτοχος του συγκεκριμένου βιβλίου και ας έχει πουληθεί ένα μόνο αντίτυπο.
Tεχνολογική λύση προς το παρόν γι’ αυτά τα προβλήματα δεν υπάρχει. Oι τεχνολογικές λύσεις που δόθηκαν στον «συγγενή κλάδο» στη βιομηχανία λογισμικού (κλειδώματα κ. λπ.) δημιούργησαν περισσότερα προβλήματα απ’ όσα έλυσαν.
Πνευματικά άδικη
«Αν η φύση έχει κάνει ένα πράγμα λιγότερο επιδεκτικό από όλα τα άλλα στο δικαίωμα αποκλειστικής ιδιοκτησίας, αυτό είναι η ενέργεια της σκέψης, αυτό που αποκαλείται ιδέα (…) H φύση έκανε τις ιδέες σαν τη φωτιά, επεκτάσιμες σε όλο τον χώρο, χωρίς να χάνουν τη δύναμή τους σε κανένα σημείο, και σαν τον αέρα τον οποίο αναπνέουμε,
ο οποίος είναι αδύνατον να γίνει αποκλειστική ιδιοκτησία κανενός. Oι εφευρέσεις λοιπόν δεν μπορούν από τη φύση τους να γίνουν ιδιοκτησία κανενός».
Τομας Tζεφερσον
Αμερικανός διανοητής και πολιτικός, 1743 – 1826
Η γνώση για λίγους;
Στο πρόβλημα της πνευματικής ιδιοκτησίας οι μεγάλες επιχειρήσεις των Μέσων προωθούν μια νομοθετική λύση εις βάρος προηγούμενων δικαιωμάτων που είχαμε όλοι. Ο,τι δικαιώματα έχουν σήμερα οι πολίτες στη γνώση πρέπει να τα ξεχάσουν. Δανειστικές βιβλιοθήκες τέλος. Aπλή έστω πρόσβαση σε ένα πνευματικό έργο σημαίνει αυτόματα αγορά του. «Φωτοτυπίες άρθρων» για εκπαιδευτικούς σκοπούς απαγορεύονται. Οποιος θέλει να διαβάσει κάτι, πρώτα περνάει από το ταμείο και μετά βλέπει.
Tι σημαίνει όμως πρακτικά η ιδιωτικοποίηση της γνώσης μέχρι το τελευταίο γράμμα, μέχρι το τελευταίο bit; Σημαίνει τέλος στην πράξη της δημόσιας εκπαίδευσης. Σημαίνει παγίωση της κοινωνίας των δύο τρίτων. Σημαίνει ότι οι απόκληροι θα μείνουν απόκληροι και οι έχοντες παραμένουν κατέχοντες. Σημαίνει ότι όσοι δεν έχουν τα κεφάλαια να ενταχθούν στην παραγωγική διαδικασία ως επιχειρηματίες, δεν θα έχουν τα μέσα να ενταχθούν ούτε ως εξειδικευμένοι εργάτες. Παράνοια.
Γραφειοκρατία
Βεβαίως, αυτή η λύση μακροπρόθεσμα δεν θα δουλέψει. Οχι μόνο γιατί, όπως έγραψε ο πρωτοπόρος στον κυβερνοχώρο Τζον Πέρι Μπαρλόου, είναι σαν να βάζεις «νέο κρασί σε παλιά μπουκάλια». Κυρίως, διότι αυτή η βιομηχανία πνευματικής ιδιοκτησίας που χτίζουν τώρα οι νομοθέτες δημιουργεί πολλή γραφειοκρατία και πολλούς ενδιάμεσους, κάτι που ακυρώνει την αμεσότητα του νέου μέσου, δηλαδή του Διαδικτύου. Τα λιγότερο προστατευμένα έργα γίνονται ευκολότερα γνωστά και οι ίδιοι οι παραγωγοί πνευματικών έργων προτιμούν μικρότερη προστασία και μεγαλύτερη αποδοχή από το κοινό.
Kεντρικό στοιχείο της κοινωνίας που έρχεται θα είναι η εκπαίδευση: «Oι αναλφάβητοι του 21ου αιώνα δεν θα είναι εκείνοι που δεν θα μπορούν να διαβάζουν, αλλά εκείνοι που δεν θα μπορούν να εκπαιδεύονται και να επανεκπαιδεύονται και να επανεκπαιδεύονται» (Αλβιν Tόφλερ). Tο μεγαλύτερο κομμάτι της εκπαιδευτικής διαδικασίας θα γίνεται ηλεκτρονικά. Kεντρικό ζήτημα σ’ αυτήν τη διαδικασία θα είναι το πρόβλημα της «πνευματικής ιδιοκτησίας». H τεχνολογία δημιουργεί τις ευκαιρίες, αλλά οι επιλογές είναι πολιτικές. Kι εμείς στην Eλλάδα έχουμε -και εδώ- πολλή δουλειά να κάνουμε και να πάρουμε σημαντικές αποφάσεις, κυρίως για την εκπαιδευτική μας υποδομή και κατά συνέπεια και για το κοινωνικό μας σπίτι.
Διαβάστε
– Lawrence Lessig, «Free Culture: How Big Media Uses Technology and The Law to Lock Down Culture and Control Creativity», εκδ. Penguin (διατίθεται και δωρεάν από το www.lessig.org)
Του Νίκου Γ. Ξυδάκη, από την “Καθημερινή”
Η κρίση που πλήττει την Ευρώπη δεν θα ξεπεραστεί μόνο με οικονομική διαχείριση. Η παραγωγή χρήματος από την ΕΚΤ και η έκδοση ευρωομολόγου θα ανακουφίσουν οπωσδήποτε τις δοκιμαζόμενες χώρες, αλλά δεν θα επιλύσουν την ασυμμετρία εντός της Ευρωζώνης ούτε, πολύ περισσότερο, θα προσφέρουν μακροπρόθεσμη θωράκιση της Ε.Ε. έναντι των αναδυόμενων υπερδυνάμεων BRIC. Η κρίση της Ευρώπης δεν είναι μόνο οικονομική, είναι και πολιτική και ηθική, είναι κρίση στρατηγικού μοντέλου. Το θαυμαστό κράτος πρόνοιας του μεταπολέμου οικοδομήθηκε βάσει κοινωνικού συμβολαίου, αλλά και διότι η Ευρώπη απορροφούσε πλούτο από την περιφέρεια για να στηρίξει την ευημερία του προνομιούχου λευκού ανθρώπου. Η υπόσχεση της διαρκούς ευημερίας έχει διαψευσθεί, διότι συν τοις άλλοις η ευημερία εξετράπη σε καταναλωτική βουλιμία, σε απληστία και κατασπατάληση. Το καταναλωτικό τέρας της Δύσεως εξαντλεί όχι μόνο φυσικούς πόρους, όχι μόνο τον ανυπεράσπιστο πλούτο του Τρίτου Κόσμου, αλλά τώρα πλέον εξαντλεί τις ίδιες τις κοινωνίες, πλήττει τον δυτικό άνθρωπο. Ο άφρων δανεισμός δεν μπορεί πλέον να τροφοδοτήσει την άφρονα κατανάλωση, όταν οι πραγματικοί μισθοί μειώνονται και, ακόμη χειρότερα, όταν χάνονται εκατομμύρια θέσεις εργασίας και η φτώχεια κατατρώει τα μεσοστρώματα.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, καναρινιού στο ανθρακωρυχείο της Ευρώπης, γνωρίζουμε πλέον ότι η χρηματοοικονομική βοήθεια είναι αναγκαία αλλά δεν αρκεί. Χρειάζονται επειγόντως ένα μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης και μαζί ένας ριζικά νέος τρόπος διαβίωσης, που θα διακρίνει σαφώς την ευημερία από τη σπατάλη, την αξιοπρέπεια από τη χλιδή, που θα προκρίνει τον γενναιόδωρο δημόσιο χώρο έναντι του κανιβαλικού πλουτισμού της αγέλης. Μιλάμε για ηθική και πνευματική ανασυγκρότηση. Μα πώς αλλιώς; Η κρίση, το βλέπουμε, δεν αφορά μόνο οικονομικά μεγέθη, αφορά ανθρώπους, ψυχές, αφορά τη βιόσφαιρα. Η αλλαγή παραδείγματος βίου είναι προαπαιτούμενο της βιώσιμης ανάπτυξης: αυτό πρέπει να κατανοήσουμε, αυτό να απαιτήσουμε, από τους εαυτούς μας, την πολιτική, τον πνευματικό κόσμο.
Του Γιάννη Βαρουφάκη από το www.protagon.gr
Το ευρώ πεθαίνει. Για αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία. Οι λόγοι έχουν εξηγηθεί πολλές φορές και δεν χρειάζεται να τους επανα-εξηγήσουμε εδώ (για όσους χρειάζονται επανάληψη, βλ. εδώ για μια παλιότερη εξήγηση και εδώ για μια slow motion περιγραφή της αποδόμησης της ευρωζώνης – μια διαδικασία που μπήκε στην τελική ευθεία με την ανόητη 21η Ιουλίου και την ακόμα πιο ανόητη 26η Οκτωβρίου – βλ. το σχετικό παράρτημα).
Ευρώ-δρυός πεσούσης, πολλοί είναι εκείνοι που τείνουν στο λογικοφανές συμπέρασμα: Μια ψυχή που είναι να βγει, ας βγει. Αν η κατάρρευση του ευρώ είναι σχεδόν αναπόφευκτη, και δεδομένου ότι το ισχυρό ευρώ συνθλίβει την ασθενική ελληνική οικονομία, μήπως ήρθε η ώρα της επιστροφής σε εθνικό νόμισμα; Επιστρέψτε μου να απαντήσω άμεσα και κατηγορηματικά: Όχι, δεν έχει έρθει αυτή η ώρα! Και δεν θα έρθει όσο υπάρχει το ευρώ.
Ας εξηγηθώ. Στις δύσκολες αυτές ώρες καλούμαστε να απαντήσουμε σε δύο ερωτήματα: Πρώτον, τι θέλουμε να συμβεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο; Δεύτερον, τι πρέπει να κάνουμε εμείς, εδώ στην Ελλάδα, δεδομένων όχι αυτών που θέλουμε να γίνουν στην Ευρώπη αλλά δεδομένων αυτών που γίνονται. Αυτά τα δύο καίρια ερωτήματα πρέπει να τα απαντήσουμε ξεχωριστά.
Τι θέλουμε για την Ευρώπη;
Να μην καταρρεύσει το ευρώ, είναι η απάντησή μου. Πρόκειται για μια απάντηση ανεξάρτητη του κατά πόσον θεωρούμε ότι το ευρώ έπρεπε ή όχι να έχει δημιουργηθεί. Πάγια θέση μου ήταν ότι το ευρώ χτίστηκε σε σαθρές βάσεις. Ότι ήταν λάθος μέγιστο η δόμησή του. Ότι, δεδομένης της αρχιτεκτονικής του, δεν έπρεπε να είχε εισέλθει η Ελλάδα σε αυτό. Ούτε και καμία άλλη χώρα (πλην της Γερμανίας και της Ολλανδίας). Άλλο όμως αυτό και άλλο το τι θέλουμε τώρα που το ευρώ υπάρχει και οι χώρες μας βρίσκονται εντός της ευρωζώνης. Μετά από δέκα και πλέον χρόνια συμμετοχής σε αυτό, η κατάρρευση του ευρώ θα επιφέρει μεγάλα δεινά για ολόκληρη την Ευρωπαϊκή ήπειρο.
Πιο συγκεκριμένα, η κατάργηση του κοινού νομίσματος θα οδηγήσει στο σπάσιμο του γαλλο-γερμανικού άξονα καθώς το Βερολίνο δεν θα δεχθεί ξανά να δέσει νομισματικά την γερμανική οικονομία με ελλειμματικές οικονομίες. Το Παρίσι θα βρεθεί λοιπόν από την απέναντι όχθη του Ρήνου, αναγκασμένο να προβεί σε μια λατινική νομισματική ένωση με την Ιταλία και την Ισπανία. Ο θάνατος του γαλλο-γερμανικού άξονα θα σημάνει, ουσιαστικά, το τέλος της ευρωπαϊκής ενοποίησης καθώς η Γερμανία θα στραφεί προς (α) τις υπόλοιπες πλεονασματικές χώρες της τέως ευρωζώνης (Ολλανδία, Αυστρία, Φινλανδία) και (β) στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης των οποίων οι οικονομίες έχουν δεθεί στο άρμα της Γερμανικής βιομηχανίας (Πολωνία, Σλοβακία, Τσεχία, Εστονία). Το κόστος για αυτή την νέα ζώνη του μάρκου θα είναι μια βαθειά ύφεση καθώς το νέο μάρκο (το κοινό νόμισμα αυτής της νέας ένωσης που θα ξεκινά από τον Ρήνο και θα αγγίζει την τέως Σοβιετία) θα ανατιμηθεί και η Γερμανική βιομηχανία θα χάσει σημαντικό μέρος των εξαγωγών της προς την Κίνα και την υπόλοιπη τέως ευρωζώνη. Παράλληλα, το νόμισμα της νέας λατινικής ένωσης, αλλά και λοιπών χωρών (όπως η Ελλάδα) που μπορεί να μείνουν εκτός των νέων κοινών νομισμάτων, θα υποτιμάται συνεχώς με αποτέλεσμα από την μία μεριά να σταθεροποιηθεί η ανταγωνιστικότητα των οικονομιών αυτών (σε σχέση με την Γερμανία) αλλά με κόστος τον μεγάλο πληθωρισμό που θα συνδυάζεται με πεισματικά υψηλά επίπεδα ανεργίας (τον λεγόμενο στασιμοπληθωρισμό). Εν συντομία, η Ευρώπη θα μπει σε πολιτικές και οικονομικές περιπέτειες που θα κάνουν την παρούσα να μοιάζει υποφερτή. Σε μια εποχή όπου η ανεργία θα πλήττει τον Γερμανική ζωτικό χώρο και ο στασιμοπληθωρισμός την υπόλοιπη Ευρώπη, ο έως τώρα πολιτικά σταθεροποιητικός παράγοντας, ο Γαλλο-γερμανικός άξονας, θα αποτελεί παρελθόν. Με δεδομένο μάλιστα τον υφεσιακό αντίκτυπο που θα έχει αυτή η εξέλιξη στην παγκόσμια οικονομία, ο θάνατος του ευρώ θα σπρώξει στην οικουμένη σε μια βαθειά Παγκόσμια Ύφεση. Το πάθημα της δεκαετίας του ’30 δεν θα μας έχει γίνει μάθημα.
Θα μου πείτε; Αφού πεθαίνει το ευρώ (όπως είπα εξ αρχής), τι μπορεί να γίνει; Επειδή σας έχω κουράσει πολλές φορές με την απάντησή μου επ’ αυτού, δεν θα το κάνω άλλη μία φορά. Θα πω μόνο ότι μοναδική λύση είναι η έκδοση από την ΕΚΤ ομολόγων (στο όνομα μόνο της ΕΚΤ) με τον διττό σκοπό: (α) της εξυπηρέτησης του μεγαλύτερου ποσοστού χρέους της ευρωζώνης και (β) την συγχρηματοδότησης, από κοινού με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, ενός αναπτυξιακού New Deal για ολόκληρη την Ευρώπη. Ίσως, πράγματι, να είναι πολύ αργά πια για κάτι τέτοιο. Όμως, μπροστά στο φάσμα μίας νέας δεκαετίας του ’30, αξίζει τον κόπο η προσπάθεια.
Τι πρέπει να κάνει η Ελλάδα;
Αν συμφωνούμε ότι η κατάρρευση του ευρώ θα ανοίξει τον ασκό του Αιόλου για ολόκληρη την Ευρώπη, αλλά και την παγκόσμια οικονομία, με συνέπειες καταστροφικές και για εμάς εδώ στην Ελλάδα, θα πρέπει (όσο το ευρώ εξακολουθεί να υφίσταται) να ξεχάσουμε τα περί επιστροφής στην δραχμή. Κι αυτό επειδή, πολύ απλά, μία έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ θα σημάνει το τέλος του κοινού νομίσματος. Πράγματι, κόντρα σε ανεδαφικές εικασίες διαφόρων κύκλων, το ευρώ δεν θα αντέξει μια ελληνική έξοδο (εθελούσια ή μη). Δεν είναι τυχαίο που η Συνθήκη της Λισαβόνας δεν προβλέπει διαδικασία εξόδου και, μάλιστα, ξεκαθαρίζει ότι έξοδος από το ευρώ σημαίνει και αποπομπή από την ΕΕ. Ο λόγος είναι απλός: Μόλις ανακοινωθεί η ελληνική έξοδος, θα στεγνώσουν τα ΑΤΜ στην Ιρλανδία και την Πορτογαλία, τα Ιταλικά spreads θα φτάσουν το 25%, η αξιολόγηση του γαλλικού χρέους θα πέσει στο ΑΑ-, το Βέλγιο θα διαλυθεί και, πολύ σύντομα, η Γερμανία για ανακοινώσει την δική της έξοδο από το ευρώ.
Περιληπτικά, έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ σημαίνει κατάρρευση της ευρωζώνης. Αν έχω δίκιο (βλ. παραπάνω) ότι κάτι τέτοιο θα το μετανιώσουν όλοι οι ευρωπαίοι (Έλληνες και Γερμανοί, Πορτογάλοι και Ολλανδοί κλπ), η επιστροφή στην δραχμή δεν ενδείκνυται από την σκοπιά του συνολικότερου γίγνεσθαι. Αν μάλιστα λάβουμε υπ’ όψη το τι θα σημάνει μια τέτοια κίνηση στο εσωτερικό της χώρας, βλ. παρακάτω (ανεξάρτητα από τον δυσμενέστατο αντίκτυπο στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία), η επιστροφή στην δραχμή όσο το ευρώ εξακολουθεί να ισχύει θα έχει ανυπολόγιστο και ειδεχθέστατο ανθρώπινο κόστος.
Πολλοί συνάδελφοι, ιδίως στις ΗΠΑ (όπου βρισκόμουν τις περασμένες δύο εβδομάδες), μου λένε ότι συμφωνούν με την άποψη που εκφράζω από τον Ιανουάριο του 2010, τότε που επιχειρηματολόγησα ότι η ελληνική στάση πληρωμών, κούρεμα, αναδιάρθρωση κλπ (πρόκειται για διαφορετικούς όρους του ίδιου πράγματος) ήταν αναπόφευκτη και έπρεπε να έχει γίνει δίχως καθυστέρηση (βλ. άρθρο σχετικό εδώ και εδώ στο protagon εκείνης της περιόδου). Αμέσως όμως μετά, μου λένε ότι δεν κατανοούν γιατί δεν προχωρώ λίγο παραπέρα, προτείνοντας ότι, αμέσως μετά την στάση πληρωμών, την έξοδο από το ευρώ και την επιστροφή στην δραχμή. Ο λόγος, όπως τους εξηγώ, είναι ότι εκείνοι δεν κατανοούν την διαφορά μεταξύ (α) ενός συστήματος σταθερής ισοτιμίας δύο ή περισσότερων διαφορετικών νομισμάτων και (β) ενός κοινού νομίσματος.
Στην πρώτη περίπτωση (ενός συστήματος σταθερής ισοτιμίας δύο ή περισσότερων διαφορετικών νομισμάτων) το να σπάσεις την σταθερή ισοτιμία (το peg), όπως έκανε η Αργεντινή μετά την δική της στάση πληρωμών, είναι απλή υπόθεση. Απλώς ανακοινώνεις ότι η σταθερή αυτή ισοτιμία σπάει και γίνεται μεταβλητή βάσει της ζήτησης και της προσφοράς του κάθε (ήδη υπάρχοντος) διαφορετικού νομίσματος. Στην Αργεντινή, π.χ., οι πολίτες είχαν στις τσέπες τους πέσος. Αυτό που άλλαξε ήταν ότι εκεί που το κάθε πέσος ισοδυναμούσε, σταθερά, με ένα δολάριο, ξάφνου ισοδυναμούσε με λιγότερο από ένα δολάριο (υποτίμηση) και μάλιστα η αξία του, σε δολάρια, μειωνόταν συνεχώς. Στην Ελλάδα όμως δεν έχουμε δικό μας νόμισμα σε σταθερή ισοτιμία με κάποιο ξένο. Οι έλληνες έχουν στην τσέπη τους, στα σεντούκια τους, στις καταψύξεις τους (όπου, μου λένε, κρύβουν ό,τι έχει μείνει από τις οικονομίες τους), ξένο νόμισμα – ευρώ. Η δημιουργία νέου εθνικού νομίσματος (όσο το ‘ξένο’ ευρώ εξακολουθεί να υπάρχει), σε αυτή την περίπτωση, θα είναι καταστροφική. Γιατί;
Με μεγάλα ποσά σε ευρώ να κυκλοφορούν ήδη στην αγορά, και ακόμη μεγαλύτερα να έχουν αποθηκευτεί εκτός τραπεζών στα διαφόρων ειδών σεντούκια ανά την επικράτεια και σε ξένους λογαριασμούς στο εξωτερικό, η έκδοση νέου νομίσματος θα δημιουργήσει μια διπλή, διαιρεμένη οικονομία. Από την μία θα έχουμε τις περισσότερες αποταμιεύσεις σε ευρώ. Από την άλλη θα έχουμε τους μισθούς και τις συντάξεις να βγαίνουν από τα ΑΤΜ των τραπεζών σε δραχμές. Με το που θα εισπράττονται, οι πολίτες θα προσπαθούν να ανταλλάσσουν τις δραχμές σε ευρώ, γνωρίζοντας ότι σε μερικές ώρες οι δραχμές τους θα υποτιμηθούν. Έτσι, θα έχουμε δύο Ελλάδες. Την Ελλάδα εκείνων που δεν έχουν πρόσβαση σε ευρώ, και οι οποίοι θα εγκλωβιστούν σε μια τριτοκοσμική Ελλάδα. Και την Ελλάδα που έχουν πρόσβαση σε ευρώ η εξουσία των οποίων θα είναι μεγάλη επί των υπόλοιπων. Για να νοικιάσεις ένα αξιοπρεπές διαμέρισμα θα πρέπει να έχεις ευρώ. Για να στείλεις τα παιδιά σου σε ιδιωτικό σχολείο, το ίδιο. Πολλοί έμποροι θα εμπορεύονται μόνο σε ευρώ ή θα ζητούν “τοκογλυφικά” ποσά σε δραχμές. Όμως οι μισθοί και οι συντάξεις θα παρέχονται σε δραχμές. Εν πολλοίς, η Ελλάδα θα θυμίζει την Τουρκία της δεκαετίας του ’80 όπου η διττή οικονομία (μία για τους εξαθλιωμένους ‘ανατολίτες’ που λειτουργούσε με ντόπιο νόμισμα και μία για τους ‘εξευρωπαϊσμένους’ πολίτες που χρησιμοποιούσαν μάρκα, φράγκα και δολάρια) δεν επέτρεπε την ανάπτυξη παρά μόνο ενίσχυε την ανισότητα και την υποανάπτυξη.
Τι κάνουμε λοιπόν;
Πρώτον, δεν συζητάμε την επιστροφή στην δραχμή όσο το ευρώ υφίσταται αλλού. (Αν το ευρώ πεθάνει, και το σκεπάσει η ταφόπλακα, τότε η δημιουργία ενός νέου νομίσματος θα είναι εύκολη υπόθεση.) Δεύτερον, δεν αποδεχόμαστε τις πολιτικές της ΕΕ που αποτελούν τον βασικό λόγο που το ευρώ σήμερα πεθαίνει. Λέμε το μεγάλο όχι στις ανοησίες της 26ης Οκτωβρίου επειδή μόνο έτσι μπορούμε να συμβάλουμε στην διάσωση του ευρώ. Τρίτον, ξεκινάμε συζητήσεις με την Ιταλία και την Ισπανία για μια πιθανή νομισματική ενοποίηση μαζί τους στην περίπτωση αποχώρησης των πλεονασματικών χωρών από την ευρωζώνη, και κατάργηση του ευρώ. Τέταρτον, εγκαλούμε τόσο τον κ. Παπανδρέου (ο οποίος έθεσε το ερώτημα με στόχο την προσωπική του πολιτική επιβίωση) όσο και τον κ. Παπαδήμο (ο οποίος δίνει συνέχεια στο έγκλημα Παπανδρέου για να εμπεδώσει την δική του κυριαρχία επί του νέου κυβερνητικού εξαμβλώματος) για το γεγονός ότι επένδυσαν σε μια φιλολογία για το αν θα καταφέρει η Ελλάδα να μείνει εντός της ευρωζώνης. Μια φιλολογία που μειώνει ακόμα περισσότερο τις αντιστάσεις του ανοσοποιητικού συστήματος του ευρώ.
Tης Τασουλας Καραϊσκακη, από την “Καθημερινή”
Αίσθηση -και διαμαρτυρίες- προκάλεσε η πρόσφατη φωτογραφική καμπάνια της Benetton για την προώθηση της ανεκτικότητας και της παγκόσμιας αγάπης… Ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου εικονίζεται να φιλάει στο στόμα τον Μαχμούτ Αμπάς, ο Μπαράκ Ομπάμα τον Ούγκο Τσάβες (και σε άλλη φωτογραφία τον Χου Τζιντάο), η Αγκελα Μέρκελ τον Νικολά Σαρκοζί, ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄ τον Αιγύπτιο ιμάμη Αχμέντ ελ-Ταγιέμπ, επιφέροντας έστω και μια στιγμιαία ανατροπή σε έναν κόσμο εντυπωσιακής έλλειψης ανοχής και οξυμένων θρησκευτικών, φυλετικών, κοινωνικο-ιδεολογικών συγκρούσεων.
Αμετανόητος εμφανίστηκε προ ημερών στο δικαστήριο ο ακροδεξιός μακελάρης Αντερς Μπέρινγκ Μπρέιβικ, ο δράστης της διπλής επίθεσης σε Οσλο και νήσο Ουτόγια, όπου έχασαν τη ζωή τους 77 άνθρωποι, ενώ τον γύρο του κόσμου έκανε η είδηση της σύλληψης μελών ομάδας νεοναζί στη Γερμανία για τους φόνους-ντονέρ οκτώ Τούρκων και ενός Ελληνα. Στην Ελλάδα συνεχίζεται ο «πόλεμος» μεταξύ μεταναστών και γηγενών «φυλάκων», όπως και η καθημερινή βία της κουκούλας.
Βεβαιότητες κατακρημνίστηκαν και στη θέση τους εισχώρησε, παγιώθηκε ο φόβος των Ευρωπαίων αφενός απέναντι στον άλλο, τον ξένο, τον διαφορετικό που ήρθε, όπως ισχυρίζονται, να αρπάξει το ψωμί τους, να διαφθείρει τα ήθη τους, να αλλοτριώσει και να μαγαρίσει τον κοινωνικό τους χώρο, και αφετέρου απέναντι στον Ευρωπαίο φτωχοσυγγενή που θεωρούν ότι κλέβει τον δικό τους μόχθο. Κολοσσιαίο το δισεπίλυτο μεταναστευτικό, αποσβολωτικά ανησυχητική η άνοδος του ρατσισμού… Σαν μια βόμβα έτοιμη να σκάσει μοιάζει η Ευρώπη. Εξτρεμισμοί, διακρίσεις, ανισότητα, ανεργία, φτώχεια. Δεν είναι ανήσυχες μόνο οι αποσαθρωμένες -στο χείλος της χρεοκοπίας- κοινωνίες, αλλά και οι ευημερούσες.
Στην Ελλάδα, η έλλειψη ανοχής έρχεται κυρίως ως αποτέλεσμα των αξεπέραστων προβλημάτων σε γειτονιές όπου οι τοξικομανείς παίρνουν τη δόση τους στον δρόμο, τα ναρκωτικά και ο άγουρος έρωτας πουλιούνται σε παζάρια, η απελπισία, η ανημποριά, η παραίτηση, το σκουπίδι, οι συμπλοκές, τα φονικά, οι κλοπές και οι ληστείες έχουν εξορίσει στα κλειδαμπαρωμένα σπίτια τους κατοίκους τους. Κοινωνικός κορμός και διογκούμενο περιθώριο είναι δύο κόσμοι χωριστά, σε ακραία ταλάντωση επιβίωσης.
Κακά τα ψέματα, δεν έχει εφευρεθεί ακόμη ένα αντίδοτο στις δογματικές βεβαιότητες, στους ανταγωνισμούς που εξουσιάζουν την ανθρωπότητα, στους ιδεολογικούς φανατισμούς, στην αλληλοκαταστροφή, το οποίο να επιτρέπει -με κανόνες που να ελέγχουν και να αναχαιτίζουν τη βία- την ανεκτικότητα, την πολυμορφία, δηλαδή την ελευθερία.
Ωστόσο, η κοινωνία μπορεί και πρέπει να κάνει συνολικά ένα ποιοτικό άλμα μπροστά, με διαφανώς εκτελούμενα σχέδια για την παράνομη μετανάστευση, τα ναρκωτικά, το τράφικινγκ κ.λπ. Αν δεν ιεραρχηθούν υψηλά η εκπαίδευση, η επιμόρφωση, η εργασία, η συμμετοχή στα κοινά, ο σεβασμός του δημόσιου χώρου, η εθελοντική προσφορά, η αναζήτηση όρων ειρηνικής συνύπαρξης διαφορετικών τρόπων ζωής, ο καθένας θα ανασκάβει και θα ερημώνει τον τόπο του κατά την ιδεοληψία ή το όφελός του.
Tου Κωστα Λεονταριδη, από την “Καθημερινή”
Πριν από τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας οι πολιτικοί επικαιροποίησαν ένα εθνικό θέσφατο: οι Ελληνες είναι περήφανος λαός. Οι ίδιοι απέφυγαν να εξειδικεύσουν τους πολλούς τρόπους -ανάλογα με τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες- με τους οποίους μπορεί να εκφραστεί αυτό το διάχυτο και κληρονομούμενο απόθεμα περηφάνιας.
Ας πούμε, στην περίπτωση των Ελλήνων που ξενιτεύονται εσπευσμένα για να βρουν δουλειά στο εξωτερικό, πρυτανεύει η προσωπική περηφάνια. Ανθρωποι με θεσμικές σπουδές, ξένες γλώσσες και (θεωρητικώς) έξοχες προοπτικές, στραπατσάρονται από την πραγματικότητα. Να περιμένουν στην ουρά για 600-700 ευρώ με τόσα προσόντα έως ότου κατισχύσει δικαιοσύνη και αξιοκρατία στον τόπο; Οχι. Φίλη η πατρίς, φιλτάτη η μία και μοναδική ζωή που μάς έλαχε. Τα μαζεύουν και φεύγουν λοιπόν με την πικρία ότι αυτή η Ελλάδα δεν τους χωράει. Eκεί στα ξένα άλλοι διαπρέπουν, άλλοι επιβιώνουν, άλλοι μαραζώνουν. Οι περισσότεροι αντιμετωπίζουν προκατάληψη, δυτικότροπες ειρωνείες έως και χλεύη, όταν ανακοινώνουν τον τόπο καταγωγής σε Γερμανούς, Γάλλους, Βρετανούς, ναι, ακόμα και Ιταλούς. Βάλλεται όμως η εθνική τους περηφάνια όταν ο ανοιχτόμυαλος νέος συνάδελφος, ή ο μπακάλης και ο χασάπης της γειτονιάς -κυριολεκτικά- τους ρωτάει: εσείς εκεί κάτω, έχετε να φάτε; Αυτό το «εκεί κάτω» από τα στόματα αυτών των αγενών εταίρων ηχεί στα αυτιά των δικών μας ως απαξιωτική αναμόχλευση -ιστορική, πολιτιστική, οικονομική- της χώρας μας. «Εκεί κάτω» στη βαλκανική εσχατιά… Πλην εξαιρέσεων, οι συμπατριώτες μας ματώνουν τη γλώσσα τους, δίνοντας τόπο στην οργή. Τι νομίζαμε ότι ήμασταν και πώς καταντήσαμε…
Ψηφιδωτή αναδρομή σε δύο εμβληματικούς σταθμούς καθολικής εθνικής περηφάνιας. Νομπέλ Λογοτεχνίας 1963, στο βήμα μετά την απονομή ο Γιώργος Σεφέρης: «…ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ενα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού, τη θάλασσα και το φως του ήλιου… Σ’ αυτό τον κόσμο που ολοένα στενεύει ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους».
Νομπέλ Λογοτεχνίας 1979, στο βήμα μετά την απονομή ο Οδυσσέας Ελύτης «…Μια αξιέπαινη ροπή να συνενωθούν σε ενιαία μονάδα οι λαοί της Ευρώπης προσκόπτει σήμερα στην αδυναμία να συμπέσουν τα ατροφικά και τα υπερτροφικά σκέλη του πολιτισμού μας. Οι αξίες μας, ούτε αυτές αποτελούν μια γλώσσα κοινή…».
Σήμερα; «Δεν έχουμε ποτάμια, δεν έχουμε πηγάδια, δεν έχουμε πηγές. Μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές» θα γεωγραφούσε ο Σεφέρης. «Της Δικαιοσύνης Ηλιε νοητέ και μυρσίνη εσύ δοξαστική, μη παρακαλώσας μη λησμονάτε τη χώρα μου» το εις το διηνεκές αιτούμενο του Ελύτη.
Ασφαλώς και δεν παρασυρόμαστε. Εκτός ποιητικού σύμπαντος, κατά κανόνα, ο πήχυς της περηφάνιας, συλλογικής- ατομικής, αυξομειώνεται κατά το δοκούν.
Tου Νικου Γ. Ξυδακη, από την “Καθημερινή”
Η δεινή οικονομική θέση της χώρας έχει φέρει την πλειονότητα της κοινωνίας σε κατάσταση κατάθλιψης, ενώ μεγάλο μέρος της δοκιμάζει ήδη τις αντοχές της απέναντι στον χειμώνα και τις καθημερινές βιοτικές ανάγκες. Οι μεσοαστικές πολυκατοικίες χωρίς επαρκές πετρέλαιο θέρμανσης δεν είναι σπάνιες φέτος, ενώ στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας τον τόνο δίνουν οι σκουπιδοσυλλέκτες και τα πλήθη των ζητιάνων.
Το αδιέξοδο κατοπτρίζεται και στην πολιτική σκηνή. Τα μεγάλα κόμματα εξουσίας αδυνατούν να επεξεργαστούν σχέδια διάσωσης, εκτός των προβλεπομένων από την τρόικα. Γνωρίζουμε δε πολύ καλά πια, από την 18μηνη εμπειρία εφαρμογής τους, ότι τα σχέδια της τρόικας δεν οδηγούν σε έξοδο από την κρίση· στην καλύτερη περίπτωση, παρατείνουν μια κατάσταση νεκροφάνειας, ενώ η ύφεση και η ανεργία διαρκώς επιδεινώνονται. Η πρόταση «Ζάππειο ΙΙ» του Αντώνη Σαμαρά προσπάθησε να αφήσει μια χαραμάδα ελπίδας για άλλη διαχείριση της κρίσης, αλλά οι εξελίξεις έχουν ξεπεράσει και αυτή την προσπάθεια.
Αναζητώντας διέξοδο, η κοινή γνώμη στρέφεται προς τα αριστερά, τουλάχιστον σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις. Τα κόμματα της αριστεράς εισπράττουν δημοσκοπικά τη διαμαρτυρία και το αίσθημα πνιγμού των πληττόμενων λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων. Εχουν όμως να αντιπροτείνουν μια ολοκληρωμένη πρόταση διάσωσης; Το ΚΚΕ αρκείται να αναλύει την κρίση σαν κρίση του καπιταλισμού εν γένει και υπόσχεται μια άλλη ζωή όταν επικρατήσει ο σοσιαλισμός. Τα στελέχη του επαναλαμβάνουν στερεότυπα μια συνεκτική, πλην αυτοαναφορική, γραμμή· ακόμη και η αρχηγός του κόμματος αδυνατεί να τοποθετηθεί εκτός γραμμής όταν ερωτάται σε κρίσιμες στιγμές.
Ο Συνασπισμός και ο ΣΥΡΙΖΑ ασκούν σκληρή αντιπολίτευση, αλλά ούτε αυτό το τμήμα της αριστεράς αρθρώνει ενώπιον εθνικού ακροατηρίου έναν ολοκληρωμένο πειστικό λόγο για διάσωση και έξοδο από την κρίση. Σε παρόμοια γραμμή, με διαφοροποιήσεις, κινούνται και οι μικρότεροι: η Δημοκρατική Αριστερά, στην οποία καταγράφεται μειοψηφικό ρεύμα υπέρ των μνημονιακών πολιτικών, και οι Οικολόγοι-Πράσινοι.
Η αριστερά φέρεται σαν να απευθύνεται στα δικά της μερικά ακροατήρια και να επωφελείται από τις μετακινήσεις διαμαρτυρόμενων ψηφοφόρων, σαν να μην την ενδιαφέρει η ευθύνη για το όλον, έστω το πλειονοτικό, άρα και ένας συνολικός λόγος προς τους πληττόμενους. Απουσιάζουν συγκεκριμένες λύσεις για άμεση ανακούφιση των αναγκεμένων, για μερική έστω απασχόληση των νέων, πρωτίστως για ένα βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο· απουσιάζει το «εδώ και τώρα», αντιθέτως περισσεύει η καταγγελία του φρικτού παρόντος και η επαγγελία ενός αόριστου μέλλοντος.
Ισως ζητούνται πολλά από τα κόμματα της αριστεράς, ζητείται να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους. Και όμως τα δημοσκοπικά ποσοστά (αθροιζόμενα) προοιωνίζονται ποσοστά ΕΔΑ του 1958. Οφείλουν άρα να υπερβούν τους εαυτούς της νωχελικής αυτάρεσκης μεταπολίτευσης, όπως όλοι, και να δοθούν στην πολιτική πράξη επανεφευρίσκοντας περιεχόμενο και μορφές. Στο κατώφλι μιας εθνικής καταστροφής και ενός κοινωνικού μετασχηματισμού, οι πολιτικές δυνάμεις προτείνουν σχέδιο επιβίωσης, όχι άλλη μια καταγγελία.
Tου Παντελη Mπουκαλα
Και ξαφνικά, στα καλά του καθουμένου, ή μάλλον στα κάκιστά του, τα στελέχη των δύο μεγάλων κομμάτων που υποχρεούνται να μοιραστούν προσωρινά την εξουσία, βρίσκονται στην ανάγκη να κουρέψουν τη γλώσσα τους, να τη χτενίσουν, γενικώς να την ευπρεπίσουν. Βρίσκονται δηλαδή στην ανάγκη να αλλάξουν ύφος, αφού είναι κομμάτι δύσκολο να αλλάξουν έθος και ήθος. Του λοιπού, και για όσο αντέξουν τα νεύρα τους που θα φθείρονται καθημερινά από την ιδιόρρυθμη και εκ γενετής προβληματική συγκατοίκηση, οφείλουν να πιάνουν τις λέξεις που θα χρησιμοποιούν δημοσίως φορώντας γάντια και κρατώντας λαβίδες, και κατόπιν να τις ζυγίζουν προσεχτικά, για να δουν αν περιέχουν χολή σε ποσότητα μεγαλύτερη του ανεκτού.
Δεν τελειώνουν, όμως, εκεί οι επιστημονικές υποχρεώσεις των στελεχών του δικομματισμού. Οφείλουν να μετρούν και την οξύτητα των λέξεών τους με ειδικό οξύμετρο, ώστε οι μεν πράσινοι να μην πληγώνουν τους γαλάζιους, οι δε γαλάζιοι τους πράσινους. Για να μην μπoυν, μάλιστα, σε παραπανίσια έξοδα, καιρός που είναι, μπορούν απλώς να μετασκευάσουν το οξύμετρο που χρησιμοποιείται για να προσδιορίζεται η οξύτητα του κρασιού ή του λαδιού και, για να μην υπάρχει σύγχυση, να το μετονομάσουν σε οξύμωρο, ώστε έτσι να καλύπτεται και η λογικοπολιτική αντίφαση της κυβερνητικής συνύπαρξής τους.
Εν ολίγοις, Πασοκτζήδες και Νεοδημοκράτες πρέπει να αντιμετωπίζουν για δυο-τρεις μήνες τούς μέχρι χθες εχθρούς τους σαν φίλους, δηλαδή, μονολεκτικά, να τους βλέπουν σαν εχθρόφιλους ή φίλεχθρους, αν επιτρέπεται ο νεολογισμός. Αλλιώς θα βάλουν τις φωνές οι παιδονόμοι της Ευρωπαϊκής Ενωσης και οι άτεγκτοι επιτηρητές του ΔΝΤ, που εμμένουν στις «παιδαγωγικές τους προσπάθειες» έναντι των Ελλήνων όπως τις χαρακτήρισε ο κ. Ολι Ρεν (ή μήπως ήταν ο κ. Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ, που μερικοί μερικοί, της τηλεοπτικής κουλτούρας, τον μπερδεύουν με τον Ζαν-Κλοντ Βαν Νταμ; Ή ο κ. Σόιμπλε; Πού να θυμάσαι με τέτοιο θόρυβο, με τέτοιο βομβαρδισμό και με κομμένα τα νήματα ανάμεσα στα τόσα ονόματα και στα αξιώματα που τους αντιστοιχούν).
Απαιτούν, δηλαδή, από τους μαθητές τους κάτι απλό και ταιριαστό με την περιλάλητη «ελληνική ραστώνη» (η οποία πάντως έχει ήδη μολύνει και τους Ιταλούς και μετακινείται απειλητική δυτικότερα): να μη γράφουν τίποτα το δικό τους πάνω στις κόλλες που τους παραδίδουν, αλλά να βάζουν την υπογραφή τους, και δίχως καν να κουράζονται για να διαβάσουν πρώτα τα ήδη γραμμένα.
Κι άντε τώρα να πολεμήσεις την παράδοσή σου. Αντε να τα βάλεις με τις συνήθειές σου, με τα τικ σου, με τα χούγια σου, τέλος πάντων. Αλλιώς τα ήξερες εσύ τα πράγματα, αλλιώς τα οικονομούσες, κι αλλιώς τα βρίσκεις. Ξυπνούσες κάθε πρωί, έβαζες στο τραπέζι τα μονόχρωμα κυβάκια σου, πράσινα ή γαλάζια, και απλώς τους άλλαζες σειρά και διάταξη. Ο στόχος σου έτσι κι αλλιώς ήταν ο ίδιος, αυστηρά προσδιορισμένος (σαν θρησκευτική τελετουργία) από την κομματική παράδοση: Να πετάς μπροστά στις κάμερες τα κατάλληλα κυβάκια, καθένα από τα οποία έχει πάνω του γραμμένο ένα ηχηρό κλισέ παντός καιρού: «αναξιόπιστοι», «καταστροφείς του τόπου», «διαφθορείς και διεφθαρμένοι», «διαπλεκόμενοι», «ψεύτες», «ρουσφετάκηδες».
Τα ακούν αυτά τα πρωτότυπα οι κατασκευαστές των τηλεδελτίων και τα παρουσιάζουν μετά δραματικής μουσικής υποκρούσεως, αναδιευθετώντας απλώς τα δικά τους κυβάκια με τα αντίστοιχα κλισέ: «ανεβαίνουν οι τόνοι», «έσπασαν τα θερμόμετρα», «καζάνι που βράζει», «στα ύψη η πολιτική αντιπαράθεση» κτλ. Και τώρα, για το καλό του λαού, που κανείς δεν ρωτάει τη γνώμη του παρ’ όλα αυτά, πρέπει να τα πετάξεις τα κυβάκια σου, όχι όμως μπροστά στις κάμερες, αλλά στο καλάθι των αχρήστων. Και να φοράς, βέβαια, γυαλιά όταν συγχρωτίζεσαι με τους εχθρόφιλούς σου, σε συσκέψεις και συμβούλια, ώστε να νομίζουν ότι τα μάτια σου χαμογελούν και δεν πετούν φωτιές και δηλητήριο. Και να μη λες «τι ξεφουρνίζεις εκεί, ρε» αλλά «ποιν σε έπος φύγεν έρκος οδόντων, ω αγαθέ» · όχι «είστε αγύρτες» αλλά «θα μπορούσα να πω, φίλτατε, αν βέβαια μού το επέτρεπε η εγνωσμένη καλοσύνη σας, ότι ενίοτε και πού και πού υπερβαίνετε κατά τι τα εσκαμμένα, να, ίσα ίσα μια σπιθαμούλα».
Ανυπόφορα πράγματα, μα την αλήθεια, Απάνθρωπα. Γι’ αυτό και δεν τα ανέχονται οι παλαιοί, οι ακραιφνώς παραδοσιακοί κι όσοι έχουν μάθει να ζουν από το (πολιτικοφανές) σόου και για το (πολιτικοφανές) σόου. «Ε, ας μη μαλώνουμε τώρα» είπε σε κάποιο κανάλι η κ. Διαμαντοπούλου, με τον σφιχτό καθωσπρεπισμό της. «Βεβαίως και θα μαλώνουμε» ανταπάντησε ο κ. Πάνος Παναγιωτόπουλος, της «λαϊκής Δεξιάς» (η οποία, ω του θαύματος, έχει κύριο εκφραστή της την «Αυριανή», δηλαδή το όργανο του «λαϊκού» ή «βαθέος» ΠΑΣΟΚ σε ανάλογες στιγμές «διχαστικής συγκατοίκησης»). Αλλά, έτσι όπως ανήκει και αυτός στην ομήγυρη όσων πολιτικών αυτοθαυμάζονται και αυτοντοπάρονται ακούγοντας την οργίλη φωνή τους, είχε ήδη ξεχάσει για ποιο λόγο έπρεπε να μαλώσει. Ε, έχουν και τα ευχάριστά τους οι μεταβατικές συγκυβερνήσεις.
Συγκυβέρνηση; Συγκατοίκηση; Συνύπαρξη; Χμ. Για να υπάρξει το «συν» προϋποτίθεται ότι θα συνεννοηθούν και θα συναινέσουν όλες οι συνιστώσες του δικομματισμού, που είναι περισσότερες και από τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστε δεν γίνεται να μη λάβει κανείς υπόψη του τον Αίσωπο, που έδωσε και μία και δύο και δυοκαίδεκα προειδοποιήσεις για τις λυκοφιλίες και το προδιαγεγραμμένο κακό τους τέλος, αφού «φύσις πονηρά χρηστόν ήθος ου τρέφει». Κίνησε ο βάτραχος να περάσει ένα ποταμάκι κουβαλώντας στην πλάτη του έναν σκορπιό. Στα μισά, ο σκορπιός δίνει μια με το κεντρί του στον βάτραχο που πεθαίνοντας προλαβαίνει να πει στον σκορπιό: «Μα θα πνιγείς κι εσύ». «Και τι μπορούσα να κάνω; Αυτό είναι το φυσικό μου» απαντά πνιγόμενος ο σκορπιός. Είναι δεν είναι του Αισώπου η ιστοριούλα, αδιάφορο. Εχει το νόημά της έτσι κι αλλιώς.