Οι Τρεις Ιεράρχες
Τρεις Ιεράρχες ονομάζονται τρεις άγιοι και Θεολόγοι της Ορθόδοξης Χριστιανικής πίστης, προστάτες των γραμμάτων και των μαθητών, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Βασίλειος ο μέγας και ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός. Αναδείχθηκαν Πατέρες της Εκκλησίας και Άγιοι.
Οι Τρεις Ιεράρχες, o Άγιος Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, είναι ιδιαίτερα σημαντικοί στον χώρο της Χριστιανικής παράδοσης. Προσφέροντας τις σοφές τους σκέψεις και διδαχές, άφησαν εποχή στην ανάπτυξη της Θεολογίας και στη διαμόρφωση της Χριστιανικής διδασκαλίας.
Ιδιαίτερα μορφωμένοι και γνώστες του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, αποτέλεσαν τη γέφυρα ανάμεσα στην αρχαία πολιτιστική παράδοση και τη χριστιανική πίστη.
Η κληρονομιά τους αντανακλάται σε ένα πλούσιο πνευματικό κεκτημένο, ενώ η αφοσίωσή τους στην πίστη και η προσφορά τους στην Εκκλησία και στον άνθρωπο συνεχίζει να εμπνέει τους χριστιανούς πιστούς σε όλο τον κόσμο.
Θεωρούνται προστάτες των γραμμάτων και της μάθησης λόγω της εξαιρετικής τους συνεισφοράς στην παιδεία και στην πνευματική ανάπτυξη. Κάθε ένας από αυτούς έχει συμβάλει στη διαμόρφωση της χριστιανικής διδασκαλίας με τα έργα και τις σκέψεις του.
Οι Τρεις Ιεράρχες θεωρούνται πρότυπα στον χώρο της παιδείας, προάγοντας τη σπουδή, τη σοφία και τη γνώση ως μέσα προς την πνευματική ενδυνάμωση και την ευσέβεια. Έτσι, η αφιέρωση σε αυτούς τους Αγίους συμβολίζει την αναγνώριση της σημασίας της εκπαίδευσης και της μάθησης στην Χριστιανική παράδοση.
Η καθιέρωση της Εκκλησιαστικής Εορτής των Τριών Ιεραρχών
Η εορτή των Τριών Ιεραρχών καθιερώθηκε γύρω στα μέσα του 11ου αιώνα και στα χρόνια του Κωνσταντίνου Θ’ Μονομάχου ή του Αλέξιου Α΄ Κομνηνού από τον Μητροπολίτη Ευχαΐτων Ιωάννη Μαυρόποδα ο οποίος συνέθεσε τμήμα της Ακολουθίας για τους Τρεις Αγίους της Εκκλησίας. Μέσα στην Ακολουθία ο Μαυρόπους υμνεί τη σημασία του έργου και την ποιότητα της δράσης τους και τονίζει τη σχέση της Τριανδρίας με τον Τρισυπόστατο Θεό για την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Οι απαρχές της Εορτής εντοπίζονται σε μια περίοδο «διανοητικού αναβρασμού». Είναι η εποχή που ο Κωνσταντίνος Θ’ Μονομάχος αναδιοργάνωνε τη Νομική Σχολή της Κωνσταντινούπολης η οποία κατάρτιζε τα μελλοντικά στελέχη της Βυζαντινής διοίκησης, στελεχώνοντας τη Σχολή με λόγιους όχι αριστοκρατικής καταγωγής: σε αυτούς συμπεριλαμβάνονταν ο Μιχαήλ Ψελλός, ο Ιωάννης Ξιφιλίνος και ο Ιωάννης Μαυρόπους. Οι μεταρρυθμίσεις που ο Κωνσταντίνος Θ΄ προωθούσε και με τις οποίες ταυτίστηκε ο Ψελλός και η ομάδα του τους εξανάγκασε έναν-έναν σε παραίτηση στη συνέχεια. Πράγματι, οι συνεχείς επιθέσεις εκ μέρους του παλιού δικαστή Οφρυδά ήταν μια έκφραση δυσαρέσκειας για τον τρόπο στέρησης του ελέγχου της νομικής εκπαίδευσης εκ μέρους των καθημερινών εργατών του νόμου, της συντεχνίας των συμβολαιογράφων. Τα πνευματικά ενδιαφέροντα των Ψελλού και Ιωάννη Ιταλού και ο προσανατολισμός τους στην θύραθεν σκέψη προκάλεσε την αντίδραση της Εκκλησίας η οποία επιθυμεί να ελέγξει την εκπαίδευση και να την απαλλάξει από τα όποια περιττά της στοιχεία. Οι Τρεις Άγιοι εμφανίζονται μαζί το 1066 στο Ψαλτήριο Θεοδώρου και σε όλη τη διάρκεια του 11ου αιώνα όλο και πιο συχνά σε εικονογραφημένα χειρόγραφα. Στα Ευχάιτα πρέπει να καθιερώθηκε για πρώτη φορά η εορτή όταν ήταν εκεί ο Μαυρόποδας Μητροπολίτης. Η μνήμη των Τριών Ιεραρχών θεωρείται ότι έρχεται να συμβολίσει μεταφορικά την Αγία Τριάδα και τον ρόλο των Τριών Πατέρων στη διαμόρφωση του τριαδικού δόγματος και να υποδηλώσει τα όρια προσέγγισης του ελληνικού φιλοσοφικού στοχασμού. Ουσιαστικά η εκκλησιαστική εορτή θεσπίστηκε με σκοπό την κατασίγαση της εγερθείσης διάστασης σχετικά με την αξιολογική ιεράρχησή τους και δεν ήταν παρά ένα απλό επεισόδιο της ιστορίας της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης, καθώς ο καθορισμός περιελάμβανε τρεις πατέρες οι οποίοι ανήκαν στο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, (Αντιόχεια Συρίας, πιθ. 349 – Κόμανα Πόντου, 14 Σεπτεμβρίου 407) γνωστός και ως Ιωάννης της Αντιόχειας, ήταν Έλληνας, Αντιοχέας ρήτορας, συγγραφέας, Πατέρας και ιεράρχης της Ορθοδόξου Εκκλησίας αναγνωρισμένος ως Άγιος. Γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας μεταξύ 344 και 354. Έδρασε στην ίδια πόλη, αλλά και στην Κωνσταντινούπολη και τελικά πέθανε εκδιωγμένος από την αυτοκρατορική αυλή το 407, λόγω του αυστηρού ελέγχου που της ασκούσε. Ο ίδιος συγκαταλέγεται ανάμεσα στις κορυφαίες εκκλησιαστικές προσωπικότητες, ένεκα του αξεπέραστου χαρίσματός του στην ομιλία. Διετέλεσε επίσης επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, όπου διακρίθηκε για το σπουδαίο ποιμαντικό και φιλανθρωπικό έργο που διενήργησε. Τελικά αναδείχτηκε ως ένας από τους πλέον λαοφιλείς ιεράρχες, εξ ου και σήμερα θεωρείται άγιος από την Καθολική Εκκλησία, τα Λουθηρανικά και Αγγλικανικά δόγματα, ενώ κατατάσσεται στους μεγάλους πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αφήνοντας πίσω σπουδαίο, ανεκτίμητο και διαχρονικό συγγραφικό έργο, που αγκαλιάζει όλο το φάσμα των ποιμαντικών και θεολογικών ζητημάτων της εκκλησίας.
Μέγας Βασίλειος
Ο Μέγας Βασίλειος (Καισάρεια Καππαδοκίας 330 – Καισάρεια Καππαδοκίας 1 Ιανουαρίου 379), γνωστός και ως Βασίλειος Καισαρείας ή απλώς Άγιος Βασίλειος, ήταν Καππαδόκης, επίσκοπος της Καισάρειας στην Καππαδοκία της χερσονήσου της Μικράς Ασίας, και Εκκλησιαστικός Πατέρας. Υποστήριξε το Σύμβολο της Πίστεως και αντιτάχθηκε στις αιρέσεις των πρωτοχριστιανικών χρόνων, μεταξύ των οποίων και του Αρειανισμού (Αρειανική διαμάχη).
Γεννήθηκε από αγίους Έλληνες Καππαδόκες γονείς το 330 μ.Χ. στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο πατέρας του, Βασίλειος, ασκούσε το επάγγελμα του καθηγητή ρητορικής στην Καισάρεια της Καππαδοκίας και η μητέρα του, Αγία Εμμέλεια, ήταν απόγονος οικογένειας αξιωματούχων (ο πατέρας της είχε πεθάνει ως Χριστιανός μάρτυρας). Στην οικογένεια εκτός από τον Βασίλειο υπήρχαν άλλα οκτώ ή εννέα παιδιά. Μεταξύ αυτών, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο άγιος Ναυκράτιος που έγινε ασκητής, η Οσία Μακρίνα και ο Άγιος Πέτρος, επίσκοπος Σεβαστείας, ενώ κάποιο φαίνεται να πέθανε σε βρεφική ηλικία.
Ο Βασίλειος μεταφέρθηκε από τη γιαγιά του Μακρίνα στο κτήμα των Αννήσων κοντά στον ποταμό Ίρι της Μικράς Ασίας, όπου ανατράφηκε από αυτή μέχρι τον θάνατό της και μετέπειτα από την πρωτότοκη αδερφή του Μακρίνα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τον μικρό Βασίλειο να στραφεί στη Χριστιανική πίστη. Την εγκύκλια παιδεία έλαβε από τον πατέρα του, ενώ μετά την εκδημία του (γύρω στα 345) μετέβη στην Καισάρεια. Κατόπιν η ανάγκη του για περαιτέρω μόρφωση τον έφερε στην Κωνσταντινούπολη, όπου φοίτησε κοντά στον γνωστό δάσκαλο της εποχής Λιβάνιο και επακόλουθα στην Αθήνα (352).
Στην Αθήνα γνωρίστηκε με τον Γρηγόριο από την Καππαδοκία, αναπτύσσοντας μία μεγάλη φιλία, εγγράφηκε στη σχολή του Χριστιανού φιλοσόφου Προαιρεσίου και παρακολούθησε τη διδασκαλία του, καθώς και τη διδασκαλία άλλων φιλοσόφων, όπως ο Ιμέριος.
Επέστρεψε και εγκαταστάθηκε στην πατρίδα του, την Καισάρεια, το καλοκαίρι του 356. Εκεί, συνεχίζοντας την παράδοση του πατέρα του, έγινε καθηγητής της ρητορικής. Το 358, επηρεασμένος από τον θάνατο του αδελφού του μοναχού Ναυκρατίου, βαπτίζεται Χριστιανός, πιθανόν από τον επίσκοπο Διάνιο, και αποφασίζει να αφιερώσει τον εαυτό του στην ασκητική πολιτεία. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους ξεκινά ένα οδοιπορικό σε γνωστά κέντρα ασκητισμού της Ανατολής, επιθυμώντας την ανεύρεση κατάλληλου τόπου διαμονής. Το έτος 359 για μικρό χρονικό διάστημα διέμεινε στην Αριανζό της Μικράς Ασίας, κοντά στον φίλο του Γρηγόριο.
Τον Ιανουάριο του 360 φαίνεται να συμμετείχε, ως παρατηρητής εντεταλμένος από τον επίσκοπο Διάνιο, στην αρειανική Σύνοδο, που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη, για την έριδα μεταξύ Ομοουσιανών και Ομοιανών. Μετά την υπογραφή, από μέρους του Διανίου, του συμβόλου των Ομοιανών, ο Βασίλειος απογοητευμένος αποσύρθηκε στο ησυχαστήριο της αδελφής του, εγκαινιάζοντας τη μνημειώδη αλληλογραφία του με τον Γρηγόριο.
Έργο ζωής και σημαντικό σταθμό στην πορεία του, αποτελεί η ίδρυση και λειτουργία ενός κοινωνικού φιλανθρωπικού συστήματος, του Πτωχοκομείου ή «Βασιλειάδας». Εκεί διοχετεύει όλη την ποιμαντική του ευαισθησία, καθιστώντας την πρότυπο κέντρου περίθαλψης και φροντίδας των ασθενέστερων κοινωνικά ανθρώπων. Ουσιαστικά η Βασιλειάδα υπήρξε ένας πρότυπος οίκος για τη φροντίδα των ξένων, την ιατρική περίθαλψη των φτωχών άρρωστων και την επαγγελματική κατάρτιση των ανειδίκευτων. Καθίσταται η μήτρα ομοειδών οργανισμών που δημιουργήθηκαν σε άλλες επισκοπές και στάθηκε η σταθερή υπενθύμιση στους πλουσίους του προνομίου τους να διαθέτουν τον πλούτο τους με έναν αληθινά χριστιανικό τρόπο.
Το ενδιαφέρον του Βασιλείου για τα ευρύτερα κοινωνικά προβλήματα του λαού καταδεικνύεται από επιστολές του (π.χ. Επιστολές 104, 110, 84, 86, 107-109), με τις οποίες προσπαθούσε να λύσει προβλήματα εργαζομένων στα ορυχεία του Ταύρου της Μικράς Ασίας, ορφανών, αδικημένων, ασθενών και απόρων και καθιέρωσε τη διανομή αγαθών — τρόφιμα, ρούχα, χρήματα — και κάθε είδους βοήθειας σε φτωχές οικογένειες, άπορους κ.λπ.
Καταπονημένος από την ευρεία δράση που ανέπτυξε σε πολλούς τομείς της χριστιανικής μαρτυρίας, καθώς και την ασκητική ζωή, την οποία ακολουθούσε, ο Βασίλειος πεθαίνει την 1 Ιανουαρίου του 379, σε ηλικία 49 ετών. Ο θάνατός του βυθίζει στο πένθος όχι μόνο το ποίμνιό του αλλά και όλο τον χριστιανικό κόσμο της Ανατολής. Στην κηδεία του συμμετέχουν Ιουδαίοι, πιστοί της εθνικής θρησκείας και ένα πλήθος ανομοιογενούς θρησκευτικής και εθνικής απόχρωσης. Η παρακαταθήκη του υπήρξε το τεράστιο σε μέγεθος και σημασία θεολογικό-δογματικό του έργο, μαζί με τη συμβολή του στη λειτουργική και την πρωτότυπη ανθρωπιστική του δράση.
Άγιος Γρηγόριος Ναζιανζηνός ο Θεολόγος
Ο Άγιος Γρηγόριος Ναζιανζηνός ο Θεολόγος (Αριανζός Καππαδοκίας, 329 – Ναζιανζός Καππαδοκίας, 25 Ιανουαρίου 390), γνωστός και ως Γρηγόριος της Ναζιανζού, ήταν Έλληνας Καππαδόκης θεολόγος που διατέλεσε Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως τον 4ο αιώνα μ.Χ. Θεωρείται ευρέως ως ο πιο ταλαντούχος ρήτορας μεταξύ των Πατέρων της Εκκλησίας. Ως κλασικά εκπαιδευμένος ομιλητής και φιλόσοφος του Ελληνισμού, κατάφερε να συνδυάσει τον Ελληνισμό με την πρώτη Εκκλησία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Ο Γρηγόριος είχε σημαντικό αντίκτυπο στη διαμόρφωση της Τριαδικής Θεολογίας τόσο μεταξύ των Ελληνόφωνων όσο και με των Λατινόφωνων Θεολόγων και έγινε γνωστός ως «Τριαδικός Θεολόγος». Τα περισσότερα από τα έργα του επηρεάζουν τους σύγχρονους Θεολόγους, ειδικά όσον αφορά τα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Επίσης ήταν αδελφικός φίλος του Μεγάλου Βασιλείου.
Ο Γρηγόριος είναι Άγιος της Ανατολικής και της Δυτικής Χριστιανικής Εκκλησίας. Θεωρείται Διδάσκαλος και Πατέρας της Εκκλησίας και είναι γνωστός ως ένας από τους Τρεις Ιεράρχες, μαζί με τον Βασίλειο τον Μέγα και τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο.
Γιατί γιορτάζουν μαζί;
Οι σπουδαίοι αυτοί Ιεράρχες έχουν ο καθένας τη δική του γιορτή. Αλλά επειδή δημιουργήθηκε μια διαφωνία μεταξύ των χριστιανών για το ποιος από τους τρεις πρόσφερε τα περισσότερα, αποφασίστηκε και καθιερώθηκε από τα τέλη του 4ου αιώνα να υπάρχει και για τους τρεις μια κοινή γιορτή στις 30 Ιανουαρίου κάθε έτους.
Ένας ακόμη λόγος για να γιορτάζουν μαζί είναι ότι έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά.
- Και οι τρεις γεννήθηκαν και έζησαν κατά τον 4ο αιώνα, σε μια εποχή ταραχής και αβεβαιότητας. Η χριστιανική θρησκεία μόλις είχε αναλάβει από τους διωγμούς και τις καταστροφές, ενώ την τάραζαν θανάσιμα οι διάφορες αιρέσεις.
- Οι τρεις Ιεράρχες, γεμάτοι δύναμη, σύνεση στήριξαν την ορθόδοξη χριστιανική πίστη.
- Υπήρξαν τα ζωντανά παραδείγματα της αυταπάρνησης, της φιλανθρωπίας και της ευσέβειας.
- Υπηρέτησαν τον Θεό, γιατί υποστήριξαν με σθένος την ακεραιότητα της χριστιανικής πίστης, αλλά υπηρέτησαν και τους ανθρώπους, γιατί τους αφιέρωσαν κάθε υλική, σωματική και πνευματική τους δυνατότητα.
Εκπαιδευτικοί στόχοι
Οι εκπαιδευτικοί στόχοι που σχετίζονται με τη διδασκαλία της ζωής και του έργου των 3 Ιεραρχών είναι:
- Κατανόηση της Ορθόδοξης Χριστιανικής Πίστης: Ο βασικός στόχος είναι να κατανοήσουν οι μαθητές τις βασικές αρχές και τα δόγματα της Ορθόδοξης Χριστιανικής πίστης.
- Πνευματική Ανάπτυξη: Η διδασκαλία προορίζεται να προάγει την πνευματική ανάπτυξη των μαθητών, ενισχύοντας τη σχέση τους με το Θείο και προωθώντας μια βαθύτερη κατανόηση της πνευματικής ζωής.
- Ηθική Ανάπτυξη: Οι εκπαιδευτικοί στόχοι περιλαμβάνουν την ενίσχυση των ηθικών αξιών, του χαρακτήρα και της συνείδησης των μαθητών, βασιζόμενοι στις αρχές της Ορθόδοξης διδασκαλίας.
- Κοινωνική Υπευθυνότητα: Οι μαθητές καλούνται να αναπτύξουν μια κοινωνική συνείδηση και υπευθυνότητα, προωθώντας τις αξίες της αλληλεγγύης, της δικαιοσύνης και της αγάπης προς τον πλησίον.
- Συμμετοχή στην Εκκλησία: Ο στόχος είναι να ενθαρρυνθεί η συμμετοχή των μαθητών στην Εκκλησία και στις πνευματικές δραστηριότητες, προκειμένου να αναπτύξουν μια δυναμική σχέση με την Κοινότητα της Εκκλησίας.
Οι Δραστηριότητες που ακολουθούν στα φύλλα εργασίας έχουν στόχο τα παιδιά
- Να γνωρίσουν τη ζωή και το έργο των Τριών Ιεραρχών
- Να διαπιστώσουν τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες που επηρέασαν τη ζωή και τις αποφάσεις τους και να συνειδητοποιήσουν την τεράστια συνεισφορά τους στην συνοχή της εκκλησίας μας.
- Να αντιληφθούν την κοινωνική τους συμπεριφορά, την αλληλεγγύη και τον ανθρωπισμό τους.
- Να αναγνωρίσουν την προσφορά των Τριών Ιεραρχών στα γράμματα και στη μάθηση.
Ακολουθούν Φύλλα Εργασίας:
Ο φυλλομετρητής σας δεν υποστηρίζει προβολή PDF. Κατεβάστε το αρχείο PDF.
