Μια συζήτηση ανάμεσα στον Sergio Benvenuto & τον Κορνήλιο Καστοριάδη

Αυτονομία, Πολιτική, Ψυχανάλυση: Μια συζήτηση ανάμεσα στον Sergio Benvenuto & τον Κορνήλιο Καστοριάδη

Μετάφραση από την αγγλική: Αλέξανδρος Σχισμένος

Ο παρακάτω διάλογος πραγματοποιήθηκε στο διαμέρισμα του Καστοριάδη στο Παρίσι, στις 7 Μαΐου 1994. Καταγράφηκε και κινηματογραφήθηκε για την Εγκυκλοπαίδεια Πολυμέσων Φιλοσοφικών Επιστημών της RAI – Radiotelevisione Italiana. Δημοσιεύθηκε αρχικά στο European Journal of Psychoanalysis, Αριθ. 6, χειμώνας 1998. Μεταφράστηκε στα αγγλικά από τη γαλλική από την Joan Tambureno.

 

Benvenuto: Είστε φιλόσοφος της πολιτικής, αλλά είστε και ψυχαναλυτής. Επηρεάζει τις φιλοσοφικές σας αντιλήψεις το επάγγελμά σας αυτό της ψυχανάλυσης;

Καστοριάδης: Υπάρχει ένας πολύ ισχυρός δεσμός μεταξύ της έννοιας της ψυχανάλυσης και της πολιτικής μου. Ο στόχος και των δύο είναι η ανθρώπινη αυτονομία, αν και μέσω διαφορετικών διαδικασιών. Η πολιτική στοχεύει στην απελευθέρωση του ανθρώπου, επιτρέποντάς του να ανέλθει στη δική του αυτονομία μέσω της συλλογικής δράσης. Η επικρατούσα έννοια κατά τον 18ο και 19ο αιώνα (συμπεριλαμβανομένου αυτής του Μαρξ), σύμφωνα με την οποία το αντικείμενο της πολιτικής ήταν η ευτυχία, είναι λανθασμένη, ακόμη και καταστροφική. Το αντικείμενο της πολιτικής είναι η ελευθερία. Και η πολιτική είναι συλλογική – συνειδητή και διαβεβουλευμένη – δράση, με στόχο τον μετασχηματισμό των θεσμών σε θεσμούς ελευθερίας και αυτονομίας.

Benvenuto: Η Αμερικανική Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας δεν δηλώνει ότι ο στόχος του κράτους είναι η ευτυχία, αλλά εξασφαλίζει την ελευθερία του καθενός να επιδιώξει την ευτυχία. Αυτή η ατομική αναζήτηση της ευτυχίας έχει σταδιακά ταυτιστεί στην Αμερική με το κριτήριο της «επίλυσης προβλημάτων». Ωστόσο, συνεπάγεται η αναζήτηση της ευτυχίας για κάθε άνθρωπο και την αυτονομία του κάθε ανθρώπου; Η ιδέα ότι η κοινωνία πρέπει να επιτρέπει σε όλους να αναζητήσουν τη δική τους ευτυχία συνεπάγεται μια ορισμένη φιλελεύθερη έννοια αυτονομίας. Σκοπεύετε στην «αυτονομία» σύμφωνα με αυτό το αμερικανικό νόημα;

Καστοριάδης: Όχι, όχι με το αμερικανικό νόημα. Η Αμερικανική Διακήρυξη αναφέρει: “Πιστεύουμε ότι όλοι οι άνθρωποι δημιουργούνται ελεύθεροι και ίσοι για την επιδίωξη της ευτυχίας”. Αλλά δεν πιστεύω ότι ο Θεός δημιούργησε όλους τους ανθρώπους ελεύθερους και ίσους.

Πρώτον, ο Θεός δεν δημιούργησε τίποτα γιατί δεν υπάρχει. Δεύτερον, δεδομένου ότι οι άνθρωποι προέκυψαν, πρακτικά δεν υπήρξαν ποτέ ελεύθεροι και ίσοι. Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να ενεργούν για να γίνουν ελεύθεροι και ίσοι. Και αφού έχουν γίνει ελεύθεροι και ίσοι, αναμφισβήτητα θα υπάρχουν απαιτήσεις σχετικά με το Κοινό Αγαθό και αυτό είναι το αντίθετο της φιλελεύθερης αντίληψης σύμφωνα με την οποία όλοι πρέπει να επιδιώκουν την ατομική ευτυχία που θα συνεπαγόταν ταυτόχρονα τη μέγιστη ευτυχία για όλους. Υπάρχουν ορισμένα είδη κοινωνικών υπηρεσιών που δεν απευθύνονται αποκλειστικά στα συμφέροντα της ατομικής ευτυχίας και οι οποίες αποτελούν αντικείμενο πολιτικής δράσης – παραδείγματος χάριν, μουσεία ή δρόμοι – και εξίσου είναι προς το συμφέρον της δικής μου αυτονομίας το να είναι και οι άλλοι αυτόνομοι.

Ωστόσο, αν η κοινωνία παρεμβαίνει στην ευτυχία μου, το αποτέλεσμα είναι ο ολοκληρωτισμός. Σε αυτή την περίπτωση, η κοινωνία θα μου πει: “είναι η γνώμη της πλειοψηφίας ότι δεν πρέπει να αγοράσετε δίσκους του Μπαχ, αλλά της Madonna. Αυτή είναι η βούληση της πλειοψηφίας και αδιαφορώ για την ευτυχία σας!”. Πιστεύω ότι η ευτυχία μπορεί και πρέπει να επιδιώκεται από κάθε άτομο από μόνο του. Εναπόκειται σε κάθε άτομο είτε να γνωρίζει είτε να μην γνωρίζει τι δημιουργεί την ευτυχία του. Σε ορισμένες στιγμές, θα το βρει εδώ και σε άλλες αλλού.

Η ίδια η έννοια της ευτυχίας είναι αρκετά περίπλοκη, ψυχολογικά και φιλοσοφικά.

Ωστόσο, το αντικείμενο της πολιτικής είναι η ελευθερία και η αυτονομία, και αυτό είναι δυνατό μόνο μέσα σε ένα θεσμικό, συλλογικό πλαίσιο, το οποίο επιτρέπει την ελευθερία και την αυτονομία. Το αντικείμενο της ψυχανάλυσης είναι το ίδιο. Και υπάρχει η απάντηση στην ερώτηση ως προς το τέλος της ψυχανάλυσης (στην οποία ο Φρόιντ επέστρεψε συχνά), με τις δύο αισθήσεις της λέξης τέλος (στόχος / τέλος): ο τερματισμός στον χρόνο και ο στόχος της ανάλυσης. Ο στόχος της ανάλυσης είναι να γίνει το άτομο όσο το δυνατόν πιο αυτόνομο.

Αυτό δεν σημαίνει αυτόνομο με την Καντιανή έννοια, δηλαδή τη συμμόρφωση με ηθικές επιταγές, που καθορίζονται με τον ίδιο τρόπο, μια για πάντα. Το πραγματικά αυτόνομο άτομο είναι εκείνο που έχει μεταμορφώσει τη σχέση του με το ασυνείδητό του σε τέτοιο σημείο ώστε να μπορεί – στο βαθμό που είναι δυνατόν στο ανθρώπινο σύμπαν – να γνωρίζει τις δικές του επιθυμίες και ταυτόχρονα να πετυχαίνει τον έλεγχο τα ενεργήματα αυτών των επιθυμιών. Το να είμαι αυτόνομος δεν σημαίνει, για παράδειγμα, ότι είμαι ηθικός επειδή δεν επιθυμώ τη σύζυγο του γείτονά μου. Δεν έχω καταφέρει να ελέγξω αυτή την επιθυμία για τη σύζυγο του γείτονά μου, πέραν της οποίας ο καθένας από εμάς άρχισε τη ζωή επιθυμώντας τη σύζυγο ενός συνανθρώπου του, αφού ο καθένας επιθυμούσε τη μητέρα του. Αν κάποιος δεν έχει αρχίσει έτσι τη ζωή, δεν είναι άνθρωπος, αλλά τέρας.

Ωστόσο, είναι άλλο πράγμα να θέσουμε σε εφαρμογή αυτήν την επιθυμία. Άτομα πενήντα ή εξήντα ετών μπορούν ακόμη να έχουν αιμομικτικά όνειρα, πράγμα που αποδεικνύει ότι η επιθυμία αυτή παραμένει. Ένα άτομο που τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο δεν επιθύμησε τον θάνατο κάποιου, επειδή κάποιος τον έχει κάπως βλάψει, είναι ένα σοβαρά παθολογικό άτομο. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει απαραιτήτως να σκοτώσει εκείνο το άτομο, αλλά είναι απαραίτητο να συνειδητοποιήσει ότι “εκείνη τη στιγμή ήμουν τόσο εξοργισμένος με εκείνο τον άνθρωπο που αν θα μπορούσα να τον κάνω να εξαφανιστεί από προσώπου γης, θα το έκανα. Αλλά έπειτα, δεν θα το είχα κάνει, έστω κι αν μπορούσα”. Αυτό ονομάζω αυτονομία.

Benvenuto: Μιλάτε για αυτονομία. Άλλοι ψυχαναλυτές που, όπως και εσείς, τείνουν προς την Αριστερά, προτιμούν να μιλούν για την ψυχανάλυση ως μέσο χειραφέτησης. Είναι αυτό το ίδιο πράγμα;

Καστοριάδης: Είναι· ωστόσο, η αυτονομία είναι πιο ακριβής. Η ψυχανάλυση δεν μπορεί να αποτελέσει μέσο για την κοινωνική χειραφέτηση, δεν μπορεί να μας ελευθερώσει από την κοινωνία μας όπου κυριαρχεί το χρήμα ή από την τεράστια εξουσία που ασκεί το κράτος. Η ψυχανάλυση δεν έχει την ικανότητα να κάνει επαναστάτες τους ασθενείς, αλλά μπορεί να τους βοηθήσει να ξεπεράσουν τις αναστολές τους, καθιστώντας τους πιο διαυγείς και πιο ενεργούς πολίτες.

Ωστόσο, το πρόβλημα της ψυχανάλυσης είναι η σχέση του ασθενούς με τον εαυτό του. Υπάρχει το φημισμένο σχόλιο του Φρόιντ στις Νέες Διαλέξεις για την Ψυχανάλυση: “Wo es war, soll ich werden”, “όπου αυτό υπάρχει, πρέπει εγώ να γίνω”, δηλαδή, να αντικαταστήσω το Αυτό (Id) με το Εγώ. Η φράση είναι περισσότερο από αμφίσημη, ακόμη κι αν η ασάφειά της ξεδιαλύνεται στην ακόλουθη παράγραφο: αυτή είναι μια προσπάθεια αποστράγγισης, παρόμοια με τις προσπάθειες των Κάτω Χωρών για την αποστράγγιση της θάλασσας του Zuyderzee. Η πρόθεση της ψυχανάλυσης δεν είναι να αποστραγγίσει το ασυνείδητο· αυτό θα ήταν μια παράλογη, αλλά και αδύνατη, δέσμευση. Αυτό που σκοπεύει είναι να προσπαθήσει να μετασχηματίσει τη σχέση της περίπτωσης του Εγώ, του περισσότερο ή λιγότερο συνειδητού υποκειμένου, που περισσότερο ή λιγότερο αναστοχάζεται, με τις ορμές του, το ασυνείδητο του. Ο ορισμός της αυτονομίας στο ατομικό πεδίο είναι: να γνωρίζω τι επιθυμώ, να γνωρίζω τι θα ήθελα πραγματικά να κάνω και γιατί και να γνωρίζω τι ξέρω και τι δεν κάνω.

Benvenuto: Σήμερα επικρατεί ένα είδος επίσημης ιδεολογίας της αυτονομίας. Αρκεί να δούμε, για παράδειγμα, τις διαφημίσεις στα μέσα ενημέρωσης για να συνειδητοποιήσουμε ότι υπάρχει μια ιδεολογική πώληση ενός ειδωλολατρικού ύμνου στην ευτυχία που επιδιώκεται από αυτόνομους άνδρες και γυναίκες. Δεν είναι το ιδανικό σου για την αυτονομία κοντά στις ιδέες που κυριαρχούν σήμερα; Έγραψες ότι ο Μαρξ ήταν αντικαπιταλιστής, αλλά στην πραγματικότητα μοιράστηκε τις ίδιες προκαταλήψεις και τις ίδιες αξιώσεις με την καπιταλιστική κοινωνία. Θα μπορούσες να κατηγορηθείς για κάτι παρόμοιο, επειδή προτείνεις ως εναλλακτική ένα ιδανικό που είναι σήμερα εντελώς κυρίαρχο, ακόμη και κοινό.

Καστοριάδης: Υπάρχει σαφώς, από την πλευρά της σύγχρονης κοινωνίας, μια πρωτοφανής δύναμη αφομοίωσης και ιδιοποίησης. Ωστόσο, άρχισα να μιλώ για τη δημιουργία, το φαντασιακό και την αυτονομία περίπου τριάντα χρόνια πριν. Εκείνη την εποχή, δεν επρόκειτο καθόλου για ένα διαφημιστικό σύνθημα. Σταδιακά, οι διαφημιστές ιδιοποιήθηκαν τα λόγια μου επειδή έγιναν οι ιδέες του Μάη του ’68. Ωστόσο, η αμηχανία αυτών των διαφημιστών γίνεται εμφανής όταν μιλούν για τη δημιουργικότητα. “Αν θέλετε πραγματικά να είστε δημιουργικοί, ελάτε και εργαστείτε για την IBM” – αυτό είναι ένα διαφημιστικό σύνθημα. Αλλά στη IBM, δεν είστε ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο δημιουργικοί από ό,τι είστε αλλού. Η δημιουργικότητα για την οποία μιλάω είναι των ανθρώπινων όντων που πρέπει να απελευθερωθούν, κάτι που είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα.

Στη Γαλλία, δεν μιλάμε τόσο πολύ για αυτονομία όσο για ατομικισμό. Τώρα, ο ατομικισμός, όπως αναφέρεται στη δημοσιότητα, στις επίσημες ιδεολογίες ή στην πολιτική, δεν έχει καμία σχέση με αυτό που αποκαλώ αυτονομία του ατόμου.

Καταρχάς, ο ατομικισμός είναι: «κάνω ό, τι θέλω», ενώ η αυτονομία είναι: «κάνω αυτό που πιστεύω ότι είναι σωστό να κάνω, δεν στερώ στον εαυτό μου το να κάνω ό,τι μου αρέσει, αλλά δεν κάνω κάτι απλώς και μόνο επειδή με ευχαριστεί».

Σε μια κοινωνία στην οποία καθένας κάνει ό,τι θέλει, θα υπάρξουν δολοφονίες και βιασμοί. Και τότε, αυτή η δημοσιότητα και η ιδεολογία είναι παραπλανητικές, επειδή ο υποτιθέμενος ατομικισμός, ο ναρκισσισμός με τον οποίο μας πλημμυρίζουν, είναι ένας ψευδο-ατομικισμός. Η σημερινή μορφή ατομικισμού είναι ότι στις 8:30, κάθε βράδυ σε κάθε γαλλικό νοικοκυριό, οι ίδιοι δέκτες συντονίζονται για να λάβουν τα ίδια τηλεοπτικά προγράμματα, τα οποία μεταδίδουν τα ίδια σκουπίδια. Σαράντα εκατομμύρια άτομα, σαν να υπακούν σε μια στρατιωτική διοίκηση, κάνουν το ίδιο πράγμα και αυτό ονομάζεται ατομικισμός! Με τη λέξη “άτομο” εννοώ κάποιον που προσπαθεί να γίνει αυτόνομος, ο οποίος έχει επίγνωση του γεγονότος ότι, ως άνθρωπος, είναι απολύτως μοναδικός και προσπαθεί να αναπτύξει την ιδιαιτερότητά του με τρόπο αναστοχαστικό. Συνεπώς, δεν υπάρχει σχέση μεταξύ της ιδεολογίας της δημοσιότητας και όσων είπα.

Benvenuto: Προφανώς, η ιδέα σας για τον στόχο (τέλος) της ψυχανάλυσης είναι ουσιαστικά αντίθετη με αυτή που προτείνει ο Lacan. Επέκρινε έντονα την ιδέα ότι αυτός ο στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένα αυτόνομο εγώ, απόκαλούσε αυτή τη θεωρία μια «αμερικανική ιδεολογία». Θεωρείτε ότι η κριτική του Lacan είναι δίκαιη;

Καστοριάδης: Μερικώς. Γιατί, υπήρχαν δυο πιθανές – ίσως και πραγματικές – αποκλίσεις. Η πρώτη ήταν η απόλυτη υπερεκτίμηση του Εγώ και της συνειδητότητας. Η έκφραση του Φρόιντ, «όπου ήταν αυτό, πρέπει εγώ να γίνω», θα πρέπει να συμπληρωθεί από τη συμμετρική: «εκεί όπου εγώ είμαι, πρέπει αυτό να μπορέσει να εμφανιστεί». Πρέπει να κατορθώσουμε να μιλήσουμε για τις επιθυμίες μας. Το να τις αφήσουμε να περάσουν στην πραγματικότητα, επιτρέποντάς τες να μεταφραστούν σε δράση, είναι προφανώς κάτι άλλο. Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να αφήσουμε τις ορμές να αναδυθούν· είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε ακόμη και τις πιο περίεργες, τερατώδεις και καταθλιπτικές ορμές που θα μπορούσαν να εμφανιστούν στην καθημερινή, συνειδητή ζωή μας. Από την άλλη πλευρά, το αυτόνομο Εγώ στο οποίο αναφέρονται ορισμένοι Αμερικανοί είναι στην πραγματικότητα το κοινωνικά κατασκευασμένο άτομο: το Εγώ οικοδομήθηκε από την κοινωνία· δηλαδή ένα άτομο γνώριζε ότι έπρεπε να εργαστεί για να ζήσει και ότι εάν αντιτασσόταν στον προϊστάμενό του ήταν επειδή δεν είχε επιλύσει το σύμπλεγμα του Οιδίποδα. Έχουν υπάρξει ερωτηματολόγια για την κάλυψη θέσεων εργασίας σε αμερικανικές εταιρείες στα οποία, εάν ο υποψήφιος απαντήσει στην ερώτηση «όταν ήσουν παιδί, αγαπούσες τη μητέρα σου ή τον πατέρα σου περισσότερο;» με το «αγαπούσα τη μητέρα μου περισσότερο», παίρνει αρνητικό βαθμό. Διότι, προφανώς, αν αντιτίθετο στον πατέρα του, θα μπορούσε να είναι ένας πιθανός ταραχοποιός για την εταιρεία. Αυτή είναι μια ιδεολογική χρήση της ψυχανάλυσης με σκοπό την προσαρμογή.

Το 1940, όταν υπήρχαν 15 εκατομμύρια άνεργοι στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένα άρθρο δημοσιεύθηκε στο International Journal for Psychoanalysis από Αμερικανούς ψυχαναλυτές που ερμήνευαν τις ψυχαναλυτικές ρίζες της ανεργίας: κάποιος είναι άνεργος εξαιτίας μιας ασυνείδητης επιθυμίας να είναι άνεργος. Πρόκειται για μια παρεκτροπή, καθώς και για μια ηλιθιότητα, δεδομένου ότι η ανεργία είναι σαφώς φαινόμενο που συνδέεται με την οικονομία.

Ωστόσο, η κριτική του Lacan για αυτή την τάση ήταν κάπως κακόπιστη. Πρώτον, επειδή επέλεξε έναν εύκολο στόχο, δεύτερον γιατί ήθελε να προτείνει μια ιδεολογία της επιθυμίας. Τώρα, αυτή η λακανική ιδεολογία της επιθυμίας είναι τερατώδης, επειδή η επιθυμία είναι δολοφονία, αιμομιξία και βιασμός. Για τον Lacan, υπάρχει ο Νόμος, αλλά αυτός ο Νόμος – καθώς ο ίδιος είναι ανίκανος να τον εντάξει σε ένα κοινωνικό-ιστορικό πλαίσιο – ίσως θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε νόμος. Υπήρχε νόμος στο Άουσβιτς. υπήρχε νόμος στο Gulag. και υπάρχει νόμος στο Ιράν σήμερα.

Benvenuto: Αλλά ο Lacan μίλησε για συμβολικό νόμο, αποτελούμενο από τη γλώσσα και με μια καθολική δομή. Δεν πρόκειται για κάποιο νόμο που επιβάλλεται από οποιοδήποτε καθεστώς.

Καστοριάδης: Φυσικά, με τη γλώσσα μπορούμε να πούμε οτιδήποτε θέλουμε. Αλλά τι ακριβώς εννοεί ως συμβολικό νόμο; Η λέξη “συμβολικός” για τον Lacan είναι ένα σκελετώδες κλειδί, μια λέξη που αποκρύπτει το γεγονός ότι μιλάμε για τη θέσμιση και τον θεσμό. Ωστόσο, λέγοντας ότι είναι συμβολικός, αυτό που ζητά είναι να παραχωρήσει στο θεσμό και στο θεσμισμένο μια ψευδο-υπερβατική διάσταση, όπως θα έλεγε ο Καντ. Αλλά το συμβολικό είναι κάτι άλλο. Η γλώσσα ανήκει στο συμβολικό, υπό την έννοια ότι όλα τα σημάδια είναι σύμβολα ενός αναφόρου, ή ότι υπάρχουν σύμβολα άλλης τάξης. Αλλά πρέπει να τερματίσουμε τη λακανική συσκότιση του συμβολικού.

Δεν υπάρχει “συμβολικό” ως ανεξάρτητος τομέας· υπάρχει ένα συμβολικό ως μέρος και λειτουργία του φαντασιακού. Διαφορετικά, υπάρχουν θεσμικά όργανα και υπάρχει ζήτημα εγκυρότητας των θεσμικών οργάνων. Ωστόσο, η ερώτηση δεν είναι συμβολική. Είναι τότε ο θεσμός δικαίως έγκυρος; Θα είναι πάντοτε έγκυρος de facto, εφόσον επιβάλλει κυρώσεις. Αυτό όμως ισχύει de facto στο Άουσβιτς και συμβαίνει και σήμερα στο Ιράν. Είναι έγκυρος δικαίω; Τώρα, δεν υπάρχει τίποτα στην αντίληψη του Lacan που να μας οδηγήσει να κάνουμε μια διάκριση μεταξύ του νόμου του Άουσβιτς και του νόμου της αρχαίας Αθήνας, ή των σημερινών νόμων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εξ ου και η περίφημη έκφραση του Lacan που δηλώνει ότι ο κύριος δεν παραιτείται από την επιθυμία του. Τώρα, είναι ο κύριος που ξέρει ποια είναι η επιθυμία του και αν η επιθυμία του είναι σαν την επιθυμία του Lacan – δηλαδή να μεταμορφώσει τους οπαδούς του σε σκλάβους – τότε η επιθυμία του πραγματοποιείται.

Αλλά αυτό είναι ουσιαστικά αντίθετο με το πεδίο εφαρμογής της ψυχανάλυσης, το οποίο δεν αφορά το πώς θα πραγματοποιηθεί η επιθυμία του αφέντη, ή του καθενός – ειδικά αν γνωρίζουμε τι υποδηλώνει η επιθυμία στην ψυχανάλυση – γιατί αυτό θα ήταν ασυμβίβαστο με την πραγματική, κοινωνική ζωή. Και δεν εννοώ εδώ την πραγματική αμερικανική κοινωνία, αλλά και την πιο ιδανική κοινωνία που μπορεί να φανταστεί κανείς.

Έτσι, ο Lacan επανέρχεται στις πιο ουτοπικές πτυχές της ιδεολογίας του νεαρού Μαρξ και των Αναρχικών, αν και θα είχε γελάσει σαρκαστικά αν εξέταζε αυτές τις ιδεολογίες. Ο νεαρός Μαρξ και οι αναρχικοί σχεδίαζαν μια κοινωνία στην οποία δεν θα υπήρχε ούτε νόμος ούτε θεσμός.

Benvenuto: Αυτή η κατηγορία εναντίον του Lacan ως αναρχικού με εκπλήσσει. Οι αριστεροί κριτικοί του τον κατηγόρησαν ότι ήταν καταπιεστικός, λόγω της εμμονής του στο νόμο και τον ευνουχισμό. Για τον Lacan να παραμείνουμε πιστοί στην επιθυμία μας σημαίνει ευνουχισμό, δηλαδή, να αποποιηθούμε την ενεργοποίηση των φαντασιώσεών μας.

Καστοριάδης: Όχι και τόσο, επειδή η υπόθεση του ευνουχισμού στον Lacan είναι εξαιρετικά διφορούμενη. Είναι η αποποίηση της επιθυμίας που απευθύνεται στη μητέρα, αλλά αυτή είναι η προϋπόθεση για την πραγματοποίηση της επιθυμίας. Για τον Lacan υπάρχει νεύρωση επειδή το άτομο δεν κατάφερε να αναλάβει τον ευνουχισμό του και αν τον αναλάβει, τότε η επιθυμία του απελευθερώνεται, με την εξαίρεση ότι προφανώς δεν την κατευθύνει προς τη μητέρα αλλά προς άλλες γυναίκες.

Benvenuto: Αλλά για τον Lacan, να αναλάβουμε την επιθυμία μας δεν σημαίνει να απολαμβάνουμε αυτό που απαιτούμε στην πραγματικότητα. Κάνει μια διάκριση ανάμεσα στην επιθυμία, τη ζήτηση και την απόλαυση που συμβαίνει στην πραγματικότητα.

Καστοριάδης: Όλα αυτά είναι πολύ διφορούμενα. Ο Lacan, θεωρητικά, είναι όλα όσα συνιστούν το πιο κοινότοπο, πιο ύποπτο, παρόμοιο με αυτές τις παριζιάνικες μόδες που εμφανίζονται και στη συνέχεια εξαφανίζονται μετά από πέντε, δέκα, είκοσι χρόνια.

Αλλά επιστρέφοντας στην ιστορία της ψυχανάλυσης, το ιδιαίτερο πρόβλημα του ανθρώπινου όντος είναι να επιτύχει να δημιουργήσει μια σχέση με το ασυνείδητο που δεν είναι απλώς καταστολή του ασυνείδητου ή καταστολή του ίδιου σύμφωνα με μια δεδομένη κοινωνική υπαγόρευση και, πιο συγκεκριμένα, η κοινωνική ετερονομία. Εδώ έχουμε και πάλι ένα σημείο στο οποίο συναντιούνται η ψυχανάλυση και η πολιτική. Σε ποιο βαθμό θα μπορούσα να αποκαλέσω τον κοινωνικό νόμο επίσης και δικό μου νόμο και όχι έναν νόμο που μου επιβλήθηκε με ετερόνομους τρόπους; Είναι και δικός μου νόμος μόνο αν έχω ασχοληθεί ενεργά με τη διαμόρφωση του νόμου. Μόνο υπό αυτές τις συνθήκες μπορώ να είμαι πραγματικά αυτόνομος, δεδομένου ότι είμαι υποχρεωμένος να ζήσω σε μια κοινωνία που έχει νόμους. Έτσι, έχουμε ένα δεύτερο σημείο σύνδεσης μεταξύ του νοήματος της αυτονομίας στην ψυχανάλυση και του νοήματος της αυτονομίας στην πολιτική.

Benvenuto: Η αριστερή κουλτούρα έχει συχνά επικρίνει την ψυχανάλυση ως μια πρακτική ιδιάζουσα σε μια αστική κοινωνία, διότι ουσιαστικά βασίζεται σε ένα είδος ιδιωτικού συμβολαίου. Πάνω απ ‘όλα, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 και της δεκαετίας του ’70, ένας ορισμένος τομέας της αριστεράς πρότεινε την αντικατάσταση της ψυχανάλυσης  με μια κοινωνική αντιμετώπιση των προσωπικών προβλημάτων, ανάγοντας τις ψυχοπαθολογικές διαταραχές στην κοινωνική αλλοτρίωση. Ποια είναι η γνώμη σας για αυτή την αριστερή, μαρξιστική κριτική της ψυχαναλυτικής ηθικής;

Καστοριάδης: Αυτή ήταν μια ριζοσπαστική αριστερίστικη υπερβολή της δεκαετίας του 1960 και της δεκαετίας του ’70, η οποία βρήκε κίνητρο σε ορισμένες πτυχές της κατεστημένης ψυχανάλυσης. Κάθε ψυχαναλυτική διαδικασία περιλαμβάνει αναγκαστικά δύο άτομα: έναν ψυχαναλυτή και έναν αναλυόμενο. Δεν μπορεί να υπάρξει μεταβίβαση και επεξεργασία αυτής της μεταβίβασης έξω από αυτή τη σχέση μεταξύ ψυχαναλυτή και αναλυόμενου. Υπάρχει, ωστόσο, μια πτυχή που είναι πολύ δύσκολο να επιλυθεί και στην οποία κανείς δεν έχει παράσχει ακόμη μια λύση: την οικονομική πτυχή. Από τη μία πλευρά, ο ψυχαναλυτής πρέπει να καταφέρει να επιβιώσει. Από την άλλη, όπως αποδεικνύει η εμπειρία, ακόμη και για την ψυχανάλυση, μια απλήρωτη ψυχανάλυση δεν είναι ψυχολογικά ανεκτή (διότι το χρέος που συνάπτει με τον ψυχαναλυτή είναι τεράστιο) και αναπόφευκτα θα είναι αναποτελεσματική, αφού ο αναλυόμενος μπορεί να πολυλογεί απεριόριστα, αν ο χρόνος της συνεδρίας δεν του κοστίζει τίποτα.

Υπάρχει, εν πάση περιπτώσει, ένα πρόβλημα: η τεράστια ανισότητα της διανομής του πλούτου στη σημερινή κοινωνία θέτει την ψυχανάλυση πέραν των δυνατοτήτων των περισσοτέρων από εκείνους που την χρειάζονται, εκτός εάν αυτοί επιδοτηθούν από το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Αυτό θα μπορούσε να επιλυθεί αποτελεσματικά μόνο στο πλαίσιο ενός γενικού κοινωνικού μετασχηματισμού.

Benvenuto: Ποιες είναι λοιπόν οι πρακτικές και πολιτικές προτάσεις σας για την αντιμετώπιση της κλασσικής κριτικής κατά των ψυχαναλυτών: ότι αναλαμβάνουν μόνο τους ράθυμους πλούσιους και συνήθως πολύ λίγους ασθενείς σε σχέση με τον μέσο πληθυσμό;

Καστοριάδης: Αυτό δεν είναι κατ ‘ανάγκη αληθινό. Από τις δεκάδες ασθενείς που έχω αναλάβει μέχρι σήμερα, σχεδόν κανένας δεν ήταν πλούσιος. Μερικοί έχουν κάνει τεράστιες θυσίες για να μπορέσουν να ψυχαναλυθούν. Προσαρμόζω την αμοιβή μου στις οικονομικές δυνατότητες του ασθενούς. Υπάρχουν επίσης εκείνοι που δεν μπορούν να πληρώσουν τίποτα. Αλλά πρακτικά κανείς δεν έχει έρθει σε με για ψυχανάλυση για να μπορέσει να πει σε ένα φανταχτερό δείπνο “κάνω ψυχανάλυση”.

Το οικονομικό ερώτημα είναι ωστόσο ένα πραγματικό πρόβλημα και θα ήταν καλό να προσπαθήσουμε να εξαλείψουμε αυτή τη μεγάλη ανισότητα εισοδήματος στη σημερινή κοινωνία. Ωστόσο, από θεωρητική άποψη, δεν μπορούμε να παραμείνουμε μπλοκαρισμένοι στην φροϋδική θεωρία, όπως διατυπώθηκε αρχικά. Ο Φρόιντ ήταν μια ασύγκριτη μεγαλοφυία, και σε αυτόν αποδίδεται ένας πλούτος ιδεών. Αλλά υπάρχει και ένα τυφλό σημείο στον Φρόιντ: η φαντασία.

Υπάρχει ένα σημαντικό παράδοξο στα έργα του Φρόιντ, ότι όλα όσα αναφέρει ο ίδιος είναι μορφοποιήσεις της ριζοσπαστικής φαντασίας του υποκειμένου, ή φαντασιώσεις. Ωστόσο, ο Φρόιντ, που μορφώθηκε στο θετικιστικό πνεύμα του 19ου αιώνα, ως φοιτητής του Brücke στη Βιέννη, ούτε βλέπει ούτε επιθυμεί να δει αυτές τις μορφοποιήσεις. Για το λόγο αυτό, αρχικά, για κάποιο διάστημα πίστευε στην πραγματικότητα των σκηνών της παιδικής αποπλάνησης που περιγράφουν οι υστερικοί ασθενείς του. Πιστεύει ότι το υποκείμενο ασθενούσε εξαιτίας κάποιου πράγματος που είχε δημιουργήσει τραύμα.

Benvenuto: Περισσότερο ή λιγότερο, τα τελευταία δέκα χρόνια, στις ΗΠΑ υπάρχει η τάση να επιστρέψουμε στην αρχική πίστη του Φρόιντ στην πραγματική αποπλάνηση από πλευράς των ενηλίκων.

Καστοριάδης: Αυτές είναι οι πολιτικές ηλιθιότητες που δημιουργούνται από την πολιτικά ορθή μόδα. Ο ασθενής, όταν λέει ότι η μητέρα του, ο πατέρας του, η νοσοκόμα ή ο γείτονάς τον αποπλάνησε όταν ήταν παιδί, είναι πάντοτε αναγκαστικά σωστός. Αλλά αυτό δεν είναι το πρόβλημα, επειδή η βασική απόκριση είναι ότι για οποιοδήποτε τραυματικό γεγονός, το γεγονός είναι πραγματικό στο ότι είναι ένα γεγονός, ενώ είναι φαντασιακό στο ότι είναι τραυματικό. Δεν μπορεί να υπάρξει τραύμα εάν η φαντασία του υποκειμένου δεν δώσει κάποιο νόημα σε αυτό που συνέβη και αυτό το νόημα δεν είναι πολιτικά ορθό αλλά είναι το νόημα που δίνεται στη φαντασίωση του υποκειμένου και στη ριζική φαντασία του. Τώρα, ο Φρόιντ δεν θέλει να αναγνωρίσει αυτή τη βασική ιδέα.

Επί του παρόντος, στις ΗΠΑ, υπάρχει η προσπάθεια να επιστρέψουμε πίσω στο χρόνο. Είναι συγκινητικό και αστείο να βλέπεις ότι κατά τη διάρκεια της ψυχανάλυσης του Λυκανθρώπου, ο Φρόιντ πίστευε για καιρό στην πραγματικότητα της πρωτόγονης σκηνής που ο Λύκος του περιέγραψε – δηλαδή το γεγονός ότι είδε τους γονείς του να κάνουν έρωτα από πίσω. και ότι δεν ήταν μέχρι το τέλος της ψυχανάλυσης που παραδέχτηκε – σε μια υποσημείωση – ότι ίσως, σε τελική ανάλυση, εκείνη η πρωτόγονη σκηνή συνέβη μόνο στη φαντασίωση του ασθενούς. Ωστόσο, το θέμα είναι ήσσονος σημασίας. Ο Φρόιντ δεν έλαβε υπόψη τον ρόλο που έπαιξε η φαντασία σε αυτό που ονομάζεται φαντάσμευση. Προσπάθησε να αποδώσει φυλογενετικές καταβολές σε αυτές τις φαντασιώσεις και προσπάθησε να τους βρει στον αρχικό μύθο του Τοτέμ και του Ταμπού, κάτι που είναι παράλογο.

Για να εξηγήσει την προέλευση της κοινωνίας, ο Φρόιντ δημιούργησε έναν μύθο.

Στην αρχή, έθεσε το πρόβλημα της προέλευσης της κοινωνίας ως απλώς αρνητικό – δηλαδή, το πρόβλημα της προέλευσης των δύο μεγάλων απαγορεύσεων: εκείνης της αιμομιξίας και της ενδοκοινωνικής δολοφονίας. Όχι της κατ ‘αρχήν δολοφονίας, γιατί πουθενά δεν απαγορεύεται η δολοφονία κατ’ αρχήν. αν σκοτώσετε τους εχθρούς της Ιταλίας ή της Γαλλίας, έχετε κάνει καλά και σας παρασημοφορούν – αλλά δεν πρέπει να σκοτώνετε στο εσωτερικό. Μπορείτε να σκοτώσετε στο εσωτερικό μόνο εάν είστε δήμιος ή αστυνομικός σε υπηρεσία. Ο Φρόιντ δεν κατάλαβε ότι το πρόβλημα της προέλευσης της κοινωνίας δεν είναι αποκλειστικά το πρόβλημα της δημιουργίας δύο απαγορεύσεων.

Είναι το πρόβλημα της δημιουργίας θετικών θεσμών: η δημιουργία γλώσσας, κανόνων συμπεριφοράς, θρησκειών, νοημάτων και ούτω καθεξής.

Ο μύθος του Φρόιντ εξηγεί τη δημιουργία των δύο μεγάλων απαγορεύσεων κατά τη διάρκεια της ιστορίας της πρωτόγονης ορδής, όπου ένας πατέρας είχε όλες τις γυναίκες και ευνούχιζε ή εξόριζε τους γιους του για να συνεχίσει να βασιλεύει στο χαρέμι ​​του. Μια μέρα, οι αδελφοί σκότωσαν τον πατέρα και χώρισαν τις γυναίκες της φυλής. Τότε οι αδελφοί κατέληξαν σε ένα σύμφωνο που όριζε ότι κανείς δεν θα προσπαθούσε να πάρει τη γυναίκα του άλλου ή να διαπράξει δολοφονία. Και έτσι απεικόνισαν τον πατέρα τους ως τοτεμικό ζώο της φυλής. Και κάθε χρόνο θα προετοίμαζαν ένα θυσιαστικό γεύμα, κατά το οποίο ένα ζώο θυσιαζόταν και τρωγόταν, επαναλαμβάνοντας έτσι συμβολικά – με την πραγματική έννοια του όρου – τη δολοφονία του πατέρα.

Από ανθρωπολογική άποψη, αυτός ο μύθος δεν ισχύει, αν και είναι μια πολύ σημαντική μυθική κατασκευή, όχι μόνο λόγω του τρόπου με τον οποία λειτουργούσε ο Φρόιντ και η σκέψη της εποχής του του, αλλά και από την ψυχαναλυτική άποψη, διότι πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα Οιδιπόδειο σύμπλεγμα – η τάση να δολοφονήσεις τον πατέρα και να εξαλείψεις τους αντίπαλους αδελφούς. Αλλά όλα αυτά ήταν ήδη γνωστά μέσω της ψυχανάλυσης χωρίς τον μύθο του Τοτέμ και του Ταμπού. Ο μύθος αναπαριστά αυτό που πρέπει να εξηγήσει, γιατί αναπαριστά την ικανότητα των αδελφών για κοινωνικοποίηση την ημέρα που ενώνουν τις δυνάμεις τους για να σκοτώσουν τον πατέρα τους. Αυτή είναι ήδη μια κοινωνική δράση, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη γλώσσας. Επομένως, για να εξηγήσει την προέλευση της κοινωνίας, ο Φρόιντ προϋποθέτει ότι η κοινωνία είναι ήδη εκεί, δηλαδή ότι οι αδελφοί θα μπορούσαν να συζητήσουν μεταξύ τους, να συνωμοτήσουν και να διατηρήσουν ένα μυστικό. Τα ζώα δεν έχουν ποτέ θεωρηθεί ότι συνωμοτούν.

Ωστόσο, επειδή ο Φρόιντ απορρίπτει πλήρως τον δημιουργικό ρόλο της ριζοσπαστικής φαντασίας , της φαντάσμευσης, είναι κάπως αναγωγιστής ή ντετερμινιστής· τείνει πάντα να προσπαθεί να βρει τη σύνδεση των αιτιών και των αποτελεσμάτων στη ψυχική ζωή του ατόμου, που δημιούργησε σε αυτό το υποκείμενο το σύμπτωμα, τη νεύρωση ή την ιδιαίτερη εξέλιξη.

Αυτό οδηγείται στα άκρα σε ιστορίες όπως το  Μια παιδική μνήμη του Λεονάρντο Ντα Βίντσι , στην οποία επιχειρεί να εξηγήσει έναν από τους πίνακες του Leonardo και τη δημιουργική του ζωή με βάση ένα περιστατικό της παιδικής του ηλικίας, το οποίο εδώ θεωρείται επίσης μυθικό και το οποίο, ακόμη και αν υποτεθεί ότι όλα έχουν συνοχή, αποτυγχάνει να εξηγήσει τη ζωγραφική του Λεονάρντο, τους λόγους που αυτή η ζωγραφική είναι αριστουργηματική, ή γιατί αντλούμε ευχαρίστηση όταν την κοιτάζουμε. Επίσης, όταν τίθεται το ερώτημα να εξηγηθεί η εξέλιξη ενός μοναδικού υποκειμένου – να καταδειχθούν οι αιτίες μιας συγκεκριμένης νεύρωσης και όχι άλλης – ο Φρόιντ παραδέχεται τελικά ότι είναι κάτι αδύνατο να γνωρίσουμε και το ονομάζει “επιλογή της νεύρωσης”. Ένα άτομο επιλέγει τη νεύρωση του, και σε ηλικία δύο ή τριών ετών έχει ήδη πάρει το δρόμο της εμμονής και όχι, ας πούμε, της υστερίας.

Benvenuto: Αλλά δεν είναι η έκφραση “επιλογή νεύρωσης” αντιφατική για σας που λέτε ότι είναι ο ντετερμινισμός του; Διότι, προφανώς, να μιλάμε για επιλογή είναι αφ ‘εαυτής μια απόρριψη του ντετερμινισμού και, συνεπώς, μια αναγνώριση ότι δεν υπάρχει σχέση αιτίας και αποτελέσματος μεταξύ της ιστορίας ενός ατόμου και της ψυχοπαθολογίας του.

Καστοριάδης: Αυτό είπα. Ο Φρόιντ προσπαθεί αναπόφευκτα να βρει μια σύνδεση μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος. Για παράδειγμα, στην ψυχανάλυση του ανθρώπου-αρουραίου ή στην ψυχανάλυση του λυκανθρώπου, λέει ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο σύμπτωμα επειδή ένα συγκεκριμένο πράγμα συνέβη σε μια δεδομένη στιγμή.

Ωστόσο, καταρχάς, δεν βλέπει ότι το πράγμα που συνέβη εκείνη τη στιγμή έπαιξε αυτό το ρόλο μόνο επειδή ο ασθενής του απέδωσε αυτό το φανταστικό νόημα. Και δεύτερον, ο Φρόιντ δεν εξηγεί αυτό που έχει συμβεί και, ως εκ τούτου, αναγκάζεται τελικά να πει ότι υπάρχει μια επιλογή νεύρωσης που δεν μπορεί να εξηγήσει.

Συχνά αναφέρεται σε συστατικούς παράγοντες, αλλά οι συστατικοί παράγοντες είναι σαν τα ιστορικά (κληρονομικότητα) στην παλιά ιατρική ή τις υπνωτικές αρετές του οπίου, όπως είπε ο Molière. Το να λέμε ότι υπάρχουν συστατικοί παράγοντες δεν αποτελεί απάντηση. Εδώ, για άλλη μια φορά πρέπει να είμαστε δίκαιοι: όταν ο Φρόυντ μίλησε για συστατικούς παράγοντες, δεν ήταν λάθος· για παράδειγμα, στα βρέφη, εξαρχής υπάρχει μια σημαντική διαφορά στην ανοχή τους στην ματαίωση. Μερικά βρέφη, αφού έχουν λάβει τον μαστό ή το μπιμπερό, παραμένουν ήρεμα για έξι ώρες έως ότου πεινούν πάλι, ενώ άλλα πολύ γρήγορα αρχίζουν να φωνάζουν, να κραυγάζουν, να ζητούν το μαστό ή το μπιμπερό ή να μην αποδέχονται την απουσία της μητέρας. Στη συνέχεια, η συγκρότηση υποδηλώνει κάτι έμφυτο. Ωστόσο, οποιαδήποτε απόπειρα προς τον ψυχαναλυτικό ντετερμινισμό αποτυγχάνει.

Ο Φρόιντ είπε το ίδιο και στα κείμενα του 1936-30, όσον αφορά την ομοφυλοφιλία των γυναικών, όταν δήλωνε ότι ένα κορίτσι, κατά την εφηβεία, έχει τρεις εναλλακτικούς τρόπους. Μπορεί να γίνει γυναίκα που αγαπάει τους άνδρες και θέλει να έχει παιδιά, μπορεί να γίνει μια αποξηραμένη ηλικιωμένη κοπέλα που φοβάται το σεξ και οτιδήποτε σχετίζεται με αυτό ή μπορεί να γίνει ανδρόγυνη, tomboy, όπου, ακόμη και αν παραμείνει λανθάνουσα, θα υπάρχει μια τάση προς την ομοφυλοφιλία. Γιατί επιλέγει τη μια εναλλακτική λύση παρά μια άλλη; Θα μπορούσαμε να επισημάνουμε παράγοντες που οδήγησαν σε μια δεδομένη επιλογή ή κλίση, αλλά αυτή τελικά δεν μπορεί ποτέ να καθοριστεί.

Benvenuto: Δεν είναι τα προβλήματα που ο Φρόιντ θέτει για την “επιλογή” νευρώσεων ή τρόπων να είσαι γυναίκα συνδεδεμένα με προβλήματα εγγενή σε όλες τις ιστορικές ανασυστάσεις, αφού ένας ιστορικός ανασυγκροτεί τις διαδικασίες με την πάροδο του χρόνου; Πάντα υπήρχε αυτή η ταλάντωση μεταξύ του ντετερμινισμού και του μη-ντετερμινισμού στις ιστορικές ανακατασκευές.

Καστοριάδης: Ναι. Ακριβώς για τον λόγο αυτό, ο αναγωγισμός του ντετερμινιστή και του επιστήμονα είναι ψευδής· δεν μπορεί ποτέ να αποδειχθεί το σύνολο των αναγκαίων και επαρκών συνθηκών. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν υπάρχει καμία μορφή ντετερμινισμού· υπάρχουν ορισμένες συνδέσεις αιτίας και αποτελέσματος, αλλά όχι πάντα και όχι ουσιαστικά. Πρόκειται για θέμα πεδίων ορισμού.

Benvenuto: Αλλά στην ψυχαναλυτική θεραπεία, μπορεί κανείς να επιδράσει στις αιτίες ή σε κάτι άλλο;

Καστοριάδης: Αυτό είναι το πιο σημαντικό και το πιο δύσκολο ερώτημα. Η ψυχανάλυση επιχειρεί να μεταμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο ο ασθενής βλέπει τον κόσμο του. Πρώτον, προσπαθεί να τον κάνει να δει τον κόσμο των φαντασιώσεών του. Δηλαδή προσπαθεί να τον κάνει να καταλάβει ότι ο τρόπος με τον οποίο βλέπει τον κόσμο είναι ένας τρόπος που, ως επί το πλείστον, εξαρτάται από τις δικές του ψυχικές κατασκευές και φαντασιώσεις. Δεύτερον, προσπαθεί να τον οδηγήσει σε μια επαρκή σχέση με τις φανταστικές κατασκευές του. Αν ασχολείσαι, για παράδειγμα, με κάποιον που βρίσκεται στην παρανοϊκή πλευρά, πρώτα απ’ όλα πρέπει ο ίδιος να κατανοήσει – όχι μέσω της λογικής πειθούς, αλλά μέσω της ψυχαναλυτικής εργασίας – ότι δεν είναι αλήθεια ότι όλοι θέλουν να τον διώξουν, αλλά ότι ουσιαστικά η άποψή του είναι η φαντασμάτευσή του και ότι μπορεί ακόμη και να πει κανείς ότι, όταν συναντά πρόσωπα που πραγματικά έχουν την πρόθεση να τον διώξουν, αυτός τα έχει επιλέξει. Επιλέγει τη γυναίκα που θα τον διώξει.

Επέλεξα ένα ακραίο παράδειγμα, διότι με ένα παραληρηματικό παρανοϊκό δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα που να μπορεί να γίνει· είναι απαραίτητο να λάβουμε υπόψιν μια οριακή περίπτωση. Ωστόσο, είναι πιο πειστικό από όταν παίρνετε έναν νευρωτικό και επιχειρείτε να τον οδηγήσετε να ξεπεράσει αυτόν τον τρόπο φαντασμάτευσης. Υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις όπου το ζήτημα είναι να οδηγηθεί ο ασθενής να ζήσει περισσότερο ή λιγότερο ειρηνικά και λογικά με τον φανταστικό κόσμο του, καθώς και με τις νέες φανταστικές του παραγωγές. Ο τρόπος με τον οποίο συμβαίνει αυτό είναι επίσης ένα από τα μυστήρια της ψυχανάλυσης. Ο Φρόιντ δεν κατόρθωσε ποτέ να εξηγήσει γιατί μια πραγματική ερμηνεία έχει αποτέλεσμα. Και δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί μια πραγματική ερμηνεία κατά καιρούς παράγει ένα αποτέλεσμα και άλλοτε δεν παράγει κανένα. Ένας κατεστημένος ψυχαναλυτής θα σας πει: “αν μια ερμηνεία δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα, αυτό συμβαίνει επειδή δεν είναι πραγματική”. Αυτό δεν είναι ακριβές.

Benvenuto: Σε αντίθεση με τα αποτελέσματα της ψυχανάλυσης, τα τελευταία χρόνια υπήρξε σημαντική κριτική από μια συγκεκριμένη επιστημολογία, της εγκυρότητας, της επιστημονικής ειλικρίνειας της ψυχανάλυσης. Για παράδειγμα, οι Popper, Grünbaum και Eysenck έχουν επικρίνει την επιστημονική ευλογοφάνεια της ψυχανάλυσης. Ειδικότερα, ο Grünbaum είπε ότι η ψυχανάλυση μερικές φορές απλά δημιουργεί ψευδή φάρμακα. Ποια είναι η γνώμη σας για τις επικρίσεις αυτές που θεωρούν ότι τα αποτελέσματα της ψυχανάλυσης δεν διαφέρουν από τα αποτελέσματα των μαγικών θεραπειών; Διότι, κάποιες φορές, ένας μάγος μπορεί επίσης να θεραπεύσει.

Καστοριάδης: Αλλά πώς το κάνει; Ο κ. Grünbaum, ο κ. Popper, ακόμη και ο κ. Lévi-Strauss δεν έχουν καμία εξήγηση γι ‘αυτό. Ο Lévi-Strauss λέει ότι οι ψυχαναλυτές είναι οι σαμάνοι της σύγχρονης εποχής και οι σαμάνοι οι ψυχαναλυτές των πρωτόγονων κοινωνιών. Αλλά γιατί εμπειρίες σε τυφλό δίλημμα (double bind) (1); Γιατί υπάρχει ένα εικονικό φάρμακο; Επειδή υπάρχει υποβολή. Αλλά γιατί υπάρχει υποβολή; Η ψυχανάλυση αποκρίνεται ότι όλες οι υποβολές είναι το αποτέλεσμα της μεταβίβασης. Ο ασθενής στον οποίο ο γιατρός δίνει ένα φάρμακο είναι πολύ πιθανό να πιστεύει ότι αυτό το φάρμακο θα είναι επωφελές και για το λόγο αυτό υπάρχει ένα φαινόμενο εικονικής επίδρασης (placebo effect) και αυτή η πίστη μπορεί να έχει επιπτώσεις στην ψυχή. Δεύτερον, για αυτό τον λόγο, ότι κάποιος πειράματα με τυφλά διλήμματα και λέει ότι το γεγονός ότι κάποιος πηγαίνει σε έναν ψυχαναλυτή τρεις φορές την εβδομάδα είναι επωφελές λόγω κάποιας εικονικής επίδρασης, δεν λέει τίποτα. Γιατί υπάρχει εικονική επίδραση;

Benvenuto: Ναι, αλλά λέτε ότι τόσο η επιστημολογία όσο και η ψυχανάλυση αναγνωρίζουν την ύπαρξη υποβολών. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι οποιοσδήποτε ψυχαναλυτής θα χαρεί να παραδεχτεί ότι τα αποτελέσματα που παράγει οφείλονται σε υποβολή, ακόμη και αν η υποβολή εξηγείται με ψυχαναλυτικό τρόπο.

Καστοριάδης: Η ψυχανάλυση μπορεί να εξηγήσει την υποβολή, αλλά η υποβολή δεν μπορεί να εξηγήσει την ψυχανάλυση. Επειδή η ψυχανάλυση είναι ουσιαστικά – δεν λέω αποκλειστικά –  το έργο του ίδιου του ψυχαναλυτή. Αυτοί οι φιλόσοφοι, ίσως επειδή ζουν συχνά στην Αμερική, έχουν κατά νου έναν ψυχαναλυτή που λέει στον ασθενή: «Αν το νομίζεις αυτό, είναι επειδή το έκανε η μητέρα σου». Ωστόσο, άλλοι ψυχαναλυτές άξιοι του ονόματός τους δεν θα έλεγαν ποτέ κάτι τέτοιο. Τώρα, κάποιοι έχουν πιο εκλεπτυσμένες μορφές: κάποιος λέει ότι ο ασθενής που ξέρει τι σκέφτεται ο ψυχαναλυτής προσπαθεί να του πει ότι ξέρει τι θα σκεφτεί ο ψυχαναλυτής και ούτω καθεξής. Αλλά αν είσαι έμπειρος στην ψυχανάλυση, τίποτα τέτοιο δεν ισχύει. Πρόκειται για ζήτημα αυθεντίας, αλλά στην τελική, έχω μια εμπειρία που ο Grünbaum δεν έχει. Όποιος θέλει, με πιστεύει, και όποιος θέλει δεν το κάνει. Κάποιος βλέπει πώς ένας ασθενής αλλάζει κατά τη διάρκεια μιας θεραπείας, και κάποιος βλέπει πως αντιστέκεται. Πώς εξηγεί ο κ. Grünbaum γιατί υποχωρεί μια αντίσταση σε ένα συγκεκριμένο σημείο; Γιατί ένας ασθενής επί δύο χρόνια δεν κάνει πρόοδο και ξαφνικά κάτι κινείται και ο ίδιος μετατοπίζεται με άλλη ταχύτητα;

Όλες αυτές οι επικρίσεις, ξεκινώντας από τον Popper, συγκρίνουν την ψυχανάλυση με μια ιδέα της επιστήμης που προσδιορίζεται από τις θετικές επιστήμες. Αλλά όποιος περιμένει ότι η ψυχανάλυση θα γίνει μια θετική επιστήμη είναι ανόητος. Ο Popper αγωνίζεται ενάντια σε αυτόν τον ανόητο. Σύμφωνα με το σκεπτικό του Popper, θα μπορούσε κανείς να πει ότι δεν υπάρχει ιστορία, επειδή δεν υπάρχει δυνατότητα διαψευσιμότητας στην ιστορία. Αυτή είναι δυνατή μόνο όσον αφορά συγκεκριμένα γεγονότα. Αν κάποιος πει “δεν υπάρχει Παρθενώνας στην Αθήνα”, υπάρχει μια διαψεύσιμη όψη αυτού του πράγματος επειδή μπορεί κανείς να τον οδηγήσει στην Αθήνα και να του δείξει τον Παρθενώνα. Αλλά αν κάποιος πει, όπως έκανε ο Burckhardt, ότι για τους αρχαίους Έλληνες το αθλητικό στοιχείο – δηλαδή ο ανταγωνισμός και ο αγώνας εναντίον του αντιπάλου – ήταν πολύ σημαντικό, είναι μια ερμηνεία και δεν είναι διαψεύσιμη με την έννοια του Popper. Ο Popper, με το κριτήριο του, λέει ότι υπάρχουν θετικές επιστήμες στις οποίες υπάρχει εμπειρία, μέτρο κλπ. Και όλα τα υπόλοιπα είναι λογοτεχνία. Μπορεί να είναι και έτσι, αλλά αυτή η λογοτεχνία είναι ίσως πιο σημαντική από τις θετικές επιστήμες.

Η ιστορία, η κοινωνία, η ψυχή, οι ζωές μας, είναι τουλάχιστον εξίσου σημαντικές με τα μόρια και τα άτομα.

 


(1) Ένα πείραμα “τυφλού διλήμματος” [double bind] στην ιατρική είναι όταν ορισμένοι ασθενείς σε μια ομάδα ελέγχου λαμβάνουν ένα πραγματικό φάρμακο, ενώ άλλοι λαμβάνουν ένα εικονικό φάρμακο, χωρίς ούτε ο γιατρός ούτε οι ασθενείς να γνωρίζουν ποιο έχει δοθεί. [Σημείωση του συντάκτη].

Οι μεγάλοι χαμένοι από τη συμφωνία

Οι μεγάλοι χαμένοι από τη συμφωνία

Του Παντελή Καλαϊτζίδη*

 

Η πρόσφατη συμφωνία μεταξύ Πρωθυπουργού και Αρχιεπισκόπου, που αφορά την αλλαγή του ισχύοντος καθεστώτος μισθοδοσίας του κλήρου και θέματα αξιοποίησης της εκκλησιαστικής περιουσίας, φαίνεται ότι άνοιξε τον ασκό του Αιόλου τόσο στο εσωτερικό της Εκκλησίας όσο και στη σχέση της με την Πολιτεία. Πρόκειται για μια συμφωνία από την οποία επρόκειτο να βγουν κερδισμένοι ο Πρωθυπουργός και ο Αρχιεπίσκοπος και χαμένοι η Εκκλησία ως κοινότητα πιστών (κληρικών και λαϊκών) και το δημοκρατικό αίτημα εκκοσμίκευσης των θεσμών και νέας ρύθμισης των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας.

Ο Πρωθυπουργός υπολόγιζε να «πουλήσει» στο αριστερόστροφο ακροατήριό του μια τολμηρή απόφαση στο συμβολικό επίπεδο (καθώς στα οικονομικά εξακολουθούν να ισχύουν οι δεσμεύσεις έναντι των δανειστών), πετώντας έξω από το μισθολόγιο του Δημοσίου τον κλήρο και ελευθερώνοντας την ίδια στιγμή 10.000 θέσεις δημοσίων υπαλλήλων, υποσχόμενος ισάριθμους διορισμούς και προσλήψεις.

Ο Αρχιεπίσκοπος από την πλευρά του υπολόγιζε σε πολλαπλά κέρδη: Επρόκειτο να λάβει ένα ετήσιο δώρο 200 εκατομμυρίων, το οποίο ο ίδιος θα διαχειριζόταν καταρχήν ως κεντρική αρχή, διανέμοντάς το στη συνέχεια, άγνωστο πώς, στις κατά τόπους μητροπόλεις. Η συμφωνία θα ενδυνάμωνε επίσης σημαντικά τη θέση του τόσο απέναντι στους άλλους μητροπολίτες και τη Σύνοδο, όσο και έναντι του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίο μάλλον σκόπιμα κρατήθηκε έξω από τις συζητήσεις που οδήγησαν στη συμφωνία, ενώ πολλές επαρχίες του βρίσκονται εντός των ορίων της ελληνικής επικράτειας. Επιπλέον, ο Αρχιεπίσκοπος θα είχε μεγάλη ευχέρεια κινήσεων στην αξιοποίηση, από κοινού με την πολιτεία, της εκκλησιαστικής περιουσίας. Σε ένα άλλο επίπεδο, και οι κατά τόπους μητροπολίτες φαίνεται πως θα ενισχύονταν σημαντικά έναντι του κατώτερου κλήρου, ο οποίος θα βρισκόταν κυριολεκτικά στο έλεος των ιεραρχών που θα είχαν επάνω του δικαίωμα ζωής ή θανάτου, πειθαρχικού ελέγχου, στέρησης μισθού ή και απόλυσης (φανταστείτε ποια τύχη θα περίμενε τους προοδευτικούς εκείνους κληρικούς που θα τολμούσαν να εκφράσουν ανοιχτά την άποψη ή τη διαφωνία τους για επίμαχα ζητήματα που κατά καιρούς ανακύπτουν!).

Υπό το φως των παραπάνω διαπιστώσεων θα ήθελα να προβώ στις εξής παρατηρήσεις:

Το ίδιο το περιεχόμενο της συμφωνίας και οι σημαντικές αλλαγές που αυτή φιλοδοξούσε να επιφέρει απέδειξαν ότι για τη νέα ρύθμιση των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας δεν απαιτείται αναθεώρηση του Συντάγματος. Τίποτα από όσα προέβλεπε η συμφωνία δεν είχε ως προαπαιτούμενο την αλλαγή του Συντάγματος, γι» αυτό και εάν η ιεραρχία την ενέκρινε, αυτή θα μπορούσε αμέσως να υλοποιηθεί.

Οσοι κατά καιρούς καλλιέργησαν την εντύπωση ότι ο χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας θα ήταν η πανάκεια για τη λύση όλων των προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας, θα πρέπει να προβληματιστούν για το πού μπορεί να οδηγήσει αυτή η μαξιμαλιστική ρητορική.

Στο μέτρο και στον βαθμό που η Εκκλησία στην Ελλάδα εξακολουθεί να έχει σημαντική κοινωνική επιρροή, είναι μάταιο να αναμένουμε προοδευτικές αλλαγές στην κοινωνία χωρίς ανανέωση και εκσυγχρονισμό της Εκκλησίας. Και αυτές οι αλλαγές στην Εκκλησία δεν μπορούν να προέλθουν από μια ηγεσία (διάδοχο της σεραφειμικής νοοτροπίας της ακινησίας και της με κάθε τρόπο σύμπλευσης με την οποιουδήποτε χρώματος κρατική εξουσία) που φημίζεται για τις ικανότητές της στις πολιτικές ισορροπίες και στους τακτικισμούς, αλλά που δεν φαίνεται να έχει κανένα όραμα για τη μαρτυρία της Εκκλησίας στο σύγχρονο κόσμο και τον διάλογο της Εκκλησίας με την κοινωνία (και όχι απλώς με το κράτος).

Κατά συνέπεια, καμία μεταρρύθμιση που θέλει να λέγεται προοδευτική ή αριστερή δεν μπορεί να εγκαθιστά στο μέσον της κοινωνίας μια θεσμική νησίδα αδιαφάνειας και μεσαιωνικής νοοτροπίας, προικοδοτώντας την επιπλέον με 200 εκατομμύρια! Ενας θεσμός όπως η Εκκλησία, ίσως ο μόνος θεσμός του ελληνικού κράτους που δεν γνώρισε μεταπολίτευση, που ούτε για τις επιδόσεις του στην οικονομική διαχείριση φημίζεται, ούτε για διαφάνεια, δημοκρατικές διαδικασίες και κοινωνική λογοδοσία διακρίνεται, είναι μεγάλο λάθος στην παρούσα φάση να αποκόπτεται από τη δημόσια σφαίρα και να αφήνεται εκτός του δημοκρατικού ελέγχου και πλαισίου που εγγυάται η πολιτεία, μόνο και μόνο για να πουν κάποιοι ότι δήθεν χωρίζουν την Εκκλησία από το Κράτος.

Οι μεγάλες αλλαγές και οι προοδευτικές τομές δεν μπορούν να αποφασίζονται σε μυστικές συναντήσεις μακριά από τη δημοσιότητα, ειδικά μάλιστα όταν οδηγούν σε περισσότερη δεσποτοκρατία και στη βίαιη αλλαγή του εργασιακού status 10.000 περίπου κληρικών και εκκλησιαστικών υπαλλήλων. Απαιτείται δημόσιος, ανοιχτός και πολύπλευρος διάλογος, όχι μόνο της κυβέρνησης με την ιεραρχία, αλλά και της κοινωνίας και της διανόησης με την Εκκλησία (ως κοινότητα πιστών) και τη θεολογία.

Ο Παντελής Καλαϊτζίδης είναι δρ Θεολογίας, διευθυντής της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου.

Τα διαφορετικά παιδιά, τριανταφυλλιές με αγκάθια

Είναι κάτι παιδιά που είναι διαφορετικά από τα άλλα παιδιά. Μοιάζουν με τριανταφυλλιές.  Μια τριανταφυλλιά έχει πανέμορφα λουλούδια μα έχει και αγκάθια. Αγκάθια για να την προστατεύουν από τα αλόγιστα χέρια

Τα διαφορετικά παιδιά, τριανταφυλλιές με αγκάθια

Όμως η τριανταφυλλιά θέλει να συλλέξουμε τα λουλούδια της, αλλιώς δεν θα άφηνε τόσες αποστάσεις ανάμεσα στα αγκάθια. Δεν θέλει όμως απότομα γιατί τότε μπορεί χάσει κάποια από τα χρωματιστά της πέταλα και να την αναγκάσουμε να μας τρυπήσει με τα αγκάθια της. Έτσι είναι και αυτά τα διαφορετικά παιδιά για τα οποία θα ακούσετε παρακάτω.

Τα εσωστρεφή παιδιά 

Όλοι οι εκπαιδευτικοί έχουμε συναντήσει παιδιά που ενώ αποδίδουν στα μαθήματα παρόλα αυτά είναι σιωπηλά μέσα στην τάξη. Είναι πολύ χαμηλών τόνων. Και εμείς οι εκπαιδευτικοί φτάνουμε στο σημείο να τρελαίνουμε τους γονείς λέγοντάς τους ότι το παιδί είναι πολύ κλειστό και αντικοινωνικό. Και οι γονείς αγωνιούν πως θα τα καταφέρει αυτό το παιδί στην κοινωνία και πολλές φορές το τρέχουν σε ψυχολόγους. Γιατί να μην τους πούμε ότι το παιδί είναι απλά χαμηλών τόνων όπως είναι τόσοι πολλοί ισορροπημένοι άνθρωποι γύρω μας; Ότι η εσωστρέφεια μπορεί να είναι ένα τεράστιο πλεονέκτημα αφού μπορεί να μεταφράζεται ως μεγαλύτερη συγκέντρωση, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και αυτοπειθαρχία, στοιχεία που πολλοί πετυχημένοι στην ζωή τους άνθρωποι χρειάζονται. Και το χειρότερο είναι ότι αυτά τα παιδιά με αυτή την αξιοθαύμαστη εσωτερική δύναμη, επηρεάζονται αρνητικά από τους χαρακτηρισμούς των ενηλίκων και αντί να αποδέχονται τον ιδιαίτερο εαυτό τους βασανίζονται να γίνουν κάτι που δεν είναι. Και κάπως έτσι η ιδιαιτερότητα αντιμετωπίζεται πλέον ως μειονέκτημα. Και εκεί που δεν υπήρχε πρόβλημα το δημιουργούμε.

Παιδιά εγκλωβισμένα στην εικόνα τους ως άριστοι μαθητές

Υπάρχουν παιδιά που έχουν μάθει να λειτουργούν μόνο μέσα στο πλαίσιο της απόδοσης στα μαθήματα και που έξω από αυτό νιώθουν σαν ψάρια έξω από τα νερά τους. Που τον θησαυρό της ψυχής τους τον κρατάνε ερμητικά κλεισμένο σε σεντούκι, με λουκέτο την  βαθμοθηρία. Που δυσανασχετούν όταν διακόπτεται το μάθημα από ένα αστείο ή μια συζήτηση και που καταρρέουν στην πρώτη μη άριστη βαθμολογία. Και εμείς οι εκπαιδευτικοί τις περισσότερες φορές με τη στάση μας τους ενισχύουμε αυτή τη μονοσήμαντη ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους με αποτέλεσμα να μοιάζουν με σχοινοβάτες χωρίς προστατευτικό δίχτυ από κάτω. Βλέπετε, φροντίδα από τους εκπαιδευτικούς δεν χρειάζονται μόνο οι αδύναμοι μαθητές, αλλά κάποιες φορές και οι δυνατοί, για άλλους βέβαια λόγους. Οφείλουμε να τους δώσουμε να καταλάβουν ότι είναι πολύ περισσότερα πράγματα από άριστοι μαθητές. Και να τους ξεκλειδώσουμε. Χωρίς ανόητες φοβίες του τύπου: «άμα ξεφύγει το μυαλό τους από τα μαθήματα θα χάσουν την αριστεία». Αντιθέτως, ας συνειδητοποιήσουμε ότι είναι πολύ σημαντικό για την ισορροπία αυτών των παιδιών να μπορεί το μυαλό τους να ξεφεύγει μερικές φορές από τα μαθήματα.

Τα αόρατα παιδιά  

Υπάρχουν παιδιά που μοιάζουν αόρατα και που οι εκπαιδευτικοί πολλές φορές δεν γνωρίζουν ούτε τα ονόματά τους. Είναι αδύναμοι μαθητές και έχουν αποδεχτεί την μοίρα τους, να υπάρχουν στις χαραμάδες της σχολικής πραγματικότητας. Με ανύπαρκτη αυτοεκτίμηση. Έρχονται στο σχολείο κάθε πρωί και σχολάνε χωρίς, πολλές φορές, να τους έχει απευθύνει κάποιος έστω και μια φορά τον λόγο. Μέρες, εβδομάδες χωρίς κανείς να ασχοληθεί μαζί τους. Φοράνε το προσωπείο της απάθειας αλλά η σιωπή τους είναι εκκωφαντική: «Είμαι και εγώ εδώ!!». Εδώ οι εκπαιδευτικοί πρέπει να σκύψουν, όπως κάνουμε όταν κάποιος θέλει σήκωμα. Να τα κοιτάξουμε βαθιά μέσα στα μάτια και ακόμα και αν αυτά θα σαστίσουν να τους δείξουμε ότι έχουν για εμάς την ίδια αξία με όλα τα άλλα παιδιά. Και με την καλή έννοια «να μην τα ξαναφήσουμε ποτέ στην ησυχία τους».

Tα παιδιά των πίσω θρανίων

Υπάρχουν και κάποια άλλα παιδιά που συνήθως κάθονται στα πίσω θρανία. Αυτά αντιθέτως κάνουν έντονη την παρουσία τους αλλά με λάθος τρόπο. Κάνουν φασαρία, μιλάνε, δεν προσέχουν. Είναι πονοκέφαλος για τους εκπαιδευτικούς και για αρκετούς από τους συμμαθητές τους. Οι εκπαιδευτικοί συνήθως καταφεύγουν σε αυστηρές μεθόδους πειθάρχησης των παιδιών αυτών. Εμφανίζουν ένα πολύ αυστηρό πρόσωπο σε όλο το τμήμα με σκοπό να ελέγξουν την κατάσταση το οποίο έχει ως αποτέλεσμα να υποφέρουν οι ίδιοι και όλοι οι μαθητές. Είναι η λογική: «πονάει το κεφάλι, ας κόψουμε το κεφάλι». Λένε οι εκπαιδευτικοί: «δεν θα τα αφήσω να μου χαλάσουνε το μάθημα» χωρίς να συνειδητοποιούν ότι με τη σιδηρά πειθαρχία που εφαρμόζουν το μάθημα το έχουν χαλάσει οι ίδιοι. Στην πραγματικότητα απαιτείται η ακριβώς αντίθετη τακτική. Πρώτα η αποφόρτιση της σχέσης: να μάθουμε οι εκπαιδευτικοί να αντέχουμε την παρουσία αυτών των παιδιών χωρίς να αποδιοργανωνόμαστε. Μετά ακολουθεί η προσπάθεια εμπλοκής τους στην εκπαιδευτική διαδικασία. Υπάρχει ένα μυστικό ώστε να προσανατολίσουμε το διάχυτο δυναμικό των παιδιών αυτών. Λέγεται ενδιαφέρον. Ενδιαφέρον με διπλή κατεύθυνση. Αν νιώσουν ότι ενδιαφερόμαστε για αυτά και αν τα κάνουμε να ενδιαφερθούν για εμάς και μέσω ημών και για το μάθημα. Θέλουν πολύ κουβέντα τα παιδιά αυτά. Ακούνε και νιώθουν, ας δείχνουν το αντίθετο. Αυτές οι τριανταφυλλιές είναι άγριες, έχουν περισσότερα αγκάθια από άλλες, αλλά μην αμφιβάλετε ούτε για λίγο ότι λαχταρούν να μας αρέσουν τα άνθη τους.

Παιδιά με εμμονή στη δημοφιλία

Κακά τα ψέματα, στις ηλικίες των μαθητών μας μεγάλο ρόλο για την αυτό-εικόνα των παιδιών παίζει η δημοφιλία μεταξύ των συνομήλικων τους. Αυτό ισχύει για την πλειονότητα των μαθητών και ειδικά στην εποχή μας όπου οι περισσότεροι έχουν και τον ψηφιακό εαυτό τους. Υπάρχουν όμως παιδιά που έχουν ανάγει την δημοφιλία ως τον απόλυτο οδηγό του τρόπου ζωής τους. Ζουν με την υπαρξιακή αγωνία των πολλών φίλων, των likes στα κοινωνικά δίκτυα, της αποδοχής, της εικόνας και της ανεβασμένης διάθεσης. Το αποτέλεσμα είναι, μεταξύ των άλλων, και η αδιαφορία που νιώθουν για να καλλιεργήσουν άλλες πλευρές πιο ουσιαστικές του εαυτού τους πέραν από το image. Τα παιδιά αυτά μοιάζουν με τριανταφυλλιές που έχουν υπερβολικά μεγάλα, πολλά και έντονου χρώματος άνθη έτοιμα όμως να σκορπίσουν με τον πρώτο αέρα αφού τα κλαδιά τους είναι αδύναμα να τα στηρίξουν. Το σχολείο οφείλει να τα βοηθήσει να επαναπροσδιορίσουν τι έχει πραγματική αξία και τι απλά εικονική. Και να τα ωθήσει να αποδραματοποιήσουν την αξία της δημοφιλίας μέσω της καλλιέργειας της πραγματικής φιλίας.

Παιδιά που τα λένε παράξενα

Υπάρχουν παιδιά που δεν μοιάζουν με την πλειονότητα των άλλων παιδιών, παιδιά έξω από τις συνηθισμένες νόρμες, που φαίνεται να μην πολυσκοτίζονται για την γνώμη των άλλων. Παιδιά που μπορεί να ντύνονται περίεργα, που μπορεί να διαβάζουν και να γράφουν ποίηση από τόσο μικρή ηλικία, που να είναι αφοσιωμένα σε κάποια είδος τέχνης ή που να είναι διάνοιες στους υπολογιστές. Είναι μοναχικά αλλά εδώ η μοναξιά είναι επιλογή τους. Οι συμμαθητές τους συνήθως τα κοιτάνε περίεργα και οι εκπαιδευτικοί νιώθουν αμήχανα στο πως θα τα κάνουν να ενδιαφερθούν για το μάθημά τους. Αλλά αυτά είναι απλά ο εαυτός τους, τίποτε παραπάνω τίποτα λιγότερο. Ενώ τα περισσότερα παιδιά τρέμουν στην ιδέα του να «νιώσουν εκτός» δηλαδή ότι  διαφέρουν από τα άλλα παιδιά, τούτα εδώ φαίνονται να το απολαμβάνουν και από πάνω. Τι πρέπει λοιπόν να κάνει το σχολείο με αυτά τα παιδιά; Κατά τη γνώμη μου να τους επιτρέψει να εκφράζονται, να τα ωθήσει να καλλιεργήσουν αυτές τους τις ιδιαιτερότητες παρά να τα αναγκάζει να χάσουν αυτή τους την μοναδικότητά τους για χάρη της ομογενοποίησης και της αποδοχής από την ομάδα. Στο φινάλε ποιος ορίζει ότι η αυτάρκεια και η δημιουργική μοναχικότητα είναι κουσούρια;

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ: ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΙ ΣΑΝ ΕΠΙΜΟΝΟΙ ΚΗΠΟΥΡΟΙ

Το σχολείο οφείλει να καλλιεργεί στα παιδιά τις δύο βασικότερες, κατά τη γνώμη μου, αξίες της παιδαγωγικής: την μοναδικότητα και την δυνητικότητα, το «αξίζω» και το «μπορώ» δηλαδή. Πως κάθε παιδί είναι μοναδικό και δεν πρέπει να υπάρχουν πρότυπα και πως κάθε παιδί μπορεί μέσω της εκπαίδευσης να καλλιεργήσει ή να αλλάξει κάποιες πλευρές του αρκεί να το θέλει βαθιά. Αρκεί να το θέλει το ίδιο, όχι με την επιβολή. Πρέπει να μας είναι σαφές ότι τα παιδιά αλλάζουν και ότι οι εκπαιδευτικοί γινόμαστε μέρος των ζυμώσεων των αλλαγών αυτών. Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει για ενήλικες που ως παιδιά δεν είχαν καμία σχέση με αυτό στο οποίο εξελίχθηκαν του τύπου: «μικρός ήτανε πολύ δύσκολο παιδί, καμία σχέση με σήμερα» ή το ανάποδο «μικρός ήτανε ένα ήσυχο παιδί, καμία σχέση με σήμερα»; Θέλω να πω ότι ο εαυτός ενός παιδιού ή ενός εφήβου είναι υπό διαμόρφωση, ότι αυτό που είναι σήμερα είναι ελάχιστο σε σχέση με αυτό που του έχει απομείνει να εξελιχθεί στο μέλλον.

Τα διαφορετικά παιδιά σαν αυτά που περιγράψαμε παραπάνω το μόνο που διαφέρουν από τα άλλα παιδιά είναι ότι χρειάζονται διαφορετικότερη φροντίδα. Εμείς οι εκπαιδευτικοί οφείλουμε να αποδεχόμαστε όλα τα παιδιά όπως είναι και να δίνουμε την επιλογή της αλλαγής τους στα ίδια. Σαν επίμονοι κηπουροί θα πρέπει να φροντίζουμε τις τριανταφυλλιές μας να τις βλέπει ο ήλιος, να έχουνε νερό και χώμα καλό, να τις κλαδεύουμε συχνά για να πάρουν απάνω τους. Αλλά όμως δεν μπορούμε εμείς να αποφασίσουμε τι χρώμα ή μέγεθος λουλούδια θα βγάλουν. Δουλειά των εκπαιδευτικών δεν είναι να λέμε στους μαθητές μας ποιοι είναι, ούτε ποιοι θα θέλαμε να είναι αλλά να τους βοηθήσουμε να ανακαλύψουν ποιοι θέλουν να γίνουν. Φυσικά αυτό προϋποθέτει έντονη προσωπική σχέση και επικοινωνία. Πρέπει να τους μιλάμε. Και αν κάποιοι γυρίσουν και μας πουν τρελούς που μιλάμε στις τριανταφυλλιές μας να τους απαντήσουμε με χαμόγελο: «απορώ που δεν ξέρετε ότι έχει αποδειχτεί πως μπορούν να αισθάνονται».

Ο Δημήτρης Τσιριγώτης είναι Φυσικός

Αριστονίκη Τρυφωνίδου

ΣΣυναισθηματική αποκλήρωση

πίνακας με ένα γυναικείο πρόσωπο και δύο ανθρώπινες φιγούρες που στέκονται δίπλα της

“Προσπαθώ να σε αποδεχθώ γιατί σ’ αγαπώ. Δεν μπορώ να μην σ’ αγαπώ. Εκτιμώ αυτό που ήσουν, εκτιμώ αυτά που μου έδωσες, λυπάμαι για όσα σου, μας συνέβηκαν. Λυπάμαι που η ζωή σε πήρε μακριά από κείνο που θα μπορούσες να είσαι σήμερα”.


Με κοιτάς και ένας κόμπος μου σφίγγει το λαιμό. Γόρδιος δεσμός είναι η σχέση μας. Δεν λύνεται αλλά ούτε και κόβεται. Είσαι ένας άνθρωπος που με έχει μπερδέψει πάρα πολύ στη ζωή. Έχω γνωρίσει πολλές πτυχές του ανώριμου Εγώ σου μα πιότερο από όλες με πληγώνει αυτή η πτυχή σου που μπορεί να μου μοιάζει. Να σου πω την αλήθεια δεν θέλω να σου μοιάσω. Ανεξάρτητα, όμως, από το τι θέλω κάποια γονίδια σου τα χω κληρονομήσει. Παλεύω μαζί τους καθημερινά, τα ξορκίζω, τα αγκαλιάζω, τα αντιπαλεύομαι.. .

Είσαι τόσα πολλά σε ένα μόνο πρόσωπο…

Σε κοιτάζω και κάθε φορά αναρωτιέμαι πιο προσωπείο φοράς σήμερα. Ποιος είσαι τελικά; Ποιος νικάει μέσα σου; Ο καλός ή ο κακός σου εαυτός; Πώς κοιμάσαι τα βράδια; Τι αφήγηση υιοθέτησες για να μπορείς να κοιμάσαι; Μάλλον ξέρω ποια αφήγηση υιοθέτησες κι αυτό είναι που με θυμώνει περισσότερο.

Δεν μπόρεσα να σε συναντήσω πουθενά. Η επικοινωνία μας νοσεί. Σφύζει από στερεότυπα και πάγιες θέσεις δικές σου ή άλλων και ξεχειλίζει από το δικό μου θυμό. Ο θυμός μου κάποτε καταλαγιάζει γιατί σε σκέφτομαι με αγάπη μα κάποτε θεριεύει και με ταξιδεύει μακριά.

Έχω διαλέξει να βρίσκομαι μακριά σου. Δεν μπορούμε να συμπορευτούμε. Είμαστε αλλιώτικοι, διαφορετικοί. Ευτυχώς!

Λυπάμαι που δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε.

Λυπάμαι που δεν μπορώ να συνομιλήσω μαζί σου.

Δεν μπορώ να τα πηγαίνω καλά με όλα τα προσωπεία σου. Ποτέ δεν μου άρεσαν οι μάσκες. Πάντα χρησιμοποιούσα το θέατρο ως ελεύθερη δραστηριότητα για να βγω από μια δύσκολη ψυχολογική θέση άλλα ποτέ για να ενστερνιστώ τη μάσκα .

Δεν σε λυπάμαι. Κανένας άνθρωπος δεν αξίζει την λύπηση κανενός.

Προσπαθώ να σε αποδεχθώ γιατί σ’ αγαπώ. Δεν μπορώ να μην σ’ αγαπώ. Εκτιμώ αυτό που ήσουν, εκτιμώ αυτά που μου έδωσες, λυπάμαι για όσα σου, μας συνέβηκαν. Λυπάμαι που η ζωή σε πήρε μακριά από κείνο που θα μπορούσες να είσαι σήμερα.

Μεγαλώνω! Μεγαλώνω χωρίς εσένα. Μεγαλώνω και όσο μεγαλώνω η αφήγηση μου αλλάζει για σένα. Μαλακώνω και σκληραίνω συνάμα.

Η ιστορία μας συνεχίζεται. Όσο μένω μακριά σου τα λάθη σου ανήκουν στο παρελθόν. Προσπαθώ να διαπραγματευτώ μαζί τους. Κι αυτά μαζί μου. Κάποια μέρα θα μπορέσω να σε συγχωρέσω…

Υπόθεση καθαρίστριας: Πλαστικά κόκκινα γάντια…..Μια φορά κι ένα καιρό …. φουκαράδες οι ραγιάδες

«Ντρέπομαι αλλά το έκανα για τα παιδιά μου» λέει η καθαρίστρια που μπήκε φυλακή για το πλαστό απολυτήριο Δημοτικού

Μετά την πρωτοφανή θύελλα αντιδράσεων που έχει ξεσπάσει εξαιτίας της απαράδεκτης απόφασης ενός δικαστηρίου να καταδικάσει σε 10 χρόνια κάθειρξης μια καθαρίστρια, επειδή πλαστογράφησε ένα απολυτήριο Δημοτικού στην προσπάθειά της να βρει δουλειά, η «πρωταγωνίστρια» αυτής της απίστευτης υπόθεσης λύνει τη σιωπή της. 

Μέσα από τις φυλακές της Θήβας η καθαρίστρια μίλησε για πρώτη φορά για όσα της έχουν συμβεί και την αντίδραση του κόσμου στον «Ταχυδρόμο του Βόλου».

Η 53χρονη γυναίκα τόνισε στην εφημερίδα ότι ό,τι έκανε, το έκανε για τα παιδιά της.

«Ντρέπομαι αλλά ήθελα τα παιδιά μου κοντά μου. Έτρεμε η ψυχή μου μη μεγαλώσουν σε ίδρυμα όπως εγώ», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Έχοντας πλήρη επίγνωση του σάλου που προκάλεσε σε ολόκληρη τη χώρα η προφυλάκισή της, η γυναίκα έσπευσε να ευχαριστήσει όλους εκείνους που στέκονται στο πλευρό της.

Όπως αναφέρει το δημοσίευμα, εξέφρασε την απέραντη ευγνωμοσύνη της, στο πανελλήνιο κύμα συμπαράστασης, τόνισε ότι παρακολουθεί τις εξελίξεις και είπε ότι ελπίζει να αποφυλακιστεί σύντομα.

Υπόθεση καθαρίστριας: Πλαστικά κόκκινα γάντια

Πλαστικά κόκκινα γάντια

Της Νίνας Γεωργιάδου

Ο κόσμος των αρίστων έχει μαλακά κι ευαίσθητα χέρια. Τα χέρια του κόσμου των αρίστων είναι συνήθως άφυλα καθώς έχουν τα ίδια λεπτά δάχτυλα, το ίδιο ροζέ δέρμα, τα ίδια περιποιημένα, καθαρά νύχια, ανεξάρτητα απ’ το φύλο και την ηλικία. Σα χεράκια μικρού παιδιού.

Δεν σηκώνουν βαριά αντικείμενα. Ένα στυλό, το τηλέφωνο, ένα κομψό μπρελόκ, ένα ποτήρι σαμπάνια. Το πιο βαρύ πράγμα στα ντελικάτα χέρια του κόσμου των αρίστων, είναι συνήθως το πορτοφόλι. Και πάλι, η συναλλαγή με κάρτα, το μπλοκ επιταγών, η συναλλαγή με άυλους τίτλους. η συναλλαγή γενικά με τίτλους, έχει απαλύνει κι αυτό το βάρος.

Έχουν κι εκείνο το μακρύ νύχι του γυπαετού στο μικρό δαχτυλάκι του δεξιού χεριού που ξέρει να ξύνει τις πληγές αυτών που δεν ανήκουν στον κόσμο των αρίστων και την ανεπιθύμητη φαγούρα στη μύτη. Δε βουτάνε σε σαπουνόνερα, δεν χρησιμοποιούν χλωρίνη, δεν τρίβουν με συρματόβουρτσα, δεν ξεσκατίζουν μωρά και γέρους, δεν ξεφλουδίζουν κρεμμύδια, δεν στουμπάνε σκόρδα, δεν τινάζουν χαλιά.

Τινάζουν, καμιά φορά, το γούνινο γιακά τους από μια νιφάδα χιονιού και ανταλλάσσουν απαλές χειραψίες με άλλα μαλακά κι ευαίσθητα χέρια, έτσι που δεν υπάρχει περίπτωση να πληγωθούν. Δεν υπάρχει πιθανότητα να σκάσουν ή να πάθουν παραμορφωτική αρθρίτιδα.

Στο κρύο φοράνε δερμάτινα γάντια γδαρμένου κάστορα, και σε επίσημες δεξιώσεις, τα λεπτά χεράκια των γυναικών των αρίστων φοράνε κάτι λεπτά δαντελένια γαντάκια, που συνήθως καλύπτουν μόνο το χαμηλό μετατάρσιο των δαχτύλων. Γιατί είναι κρίμα να μη φανούν τα περιποιημένα, σαν πέρλες στρειδιού, νύχια και το μεγάλο, σαν αυγό φιδιού, μπριγιάν στο μεσαίο δάχτυλο. Ακόμα και οι γριές και οι γέροι του κόσμου των αρίστων δεν έχουν τους αντιαισθητικούς λεκέδες των γηρατειών που στιγματίζουν τα χέρια των κοινών γερόντων. Αφαιρούν τις γεροντικές φακίδες με κρυοπηξία ή κάτι τέτοιο και παραμένουν μαλακά κι επιδέξια. Προ πάντων επιδέξια με το αιθέριο του γιασεμιού που σπάει τις αγκυλώσεις. Τόσο επιδέξια, που μοιάζει να είναι και τα δύο χέρια δεξιά.

Τέτοια χέρια, ό,τι κι αν κάνουν, γίνεται με δεξιοτεχνία. Υπογράφουν νόμους, απαλλακτικά πορίσματα, καταδικαστικές αποφάσεις, επιταγές με την ίδια ευκολία που παίρνουν ένα φουσκωτό φακελάκι. Κάνουν πλαστογραφίες, λαθροχειρίες, αρπαχτές, με την ίδια ευκολία που τσακίζουν ζωές.

Ακόμη κι όταν κάνουν μαζικούς φόνους, τα απαλά κι ευαίσθητα χέρια του κόσμου των αρίστων, έχουν αυτό το φίνο αλέκιαστο δέρμα πάνω στο οποίο το αίμα τρέχει χωρίς ν’ αφήνει καθόλου ίχνη.

Τι πήγες να κάνεις εσύ με τα κόκκινα πλαστικά γάντια; Πώς σου πέρασε απ το μυαλό πως με τέτοια άθλια γάντια που ζέχνουν χλωρίνη, δεν θ άφηνες παντού τα ίχνη της καταγωγής σου;

Πώς φαντάστηκες πως με τέτοια δάχτυλα, όλο κόμπους απ’ την αρθρίτιδα, όλο λεκέδες απ τα σχισμένα κόκκινα γάντια σου, και τα τόσα χρόνια αγωνίας, δεν θα άφηνες ίχνη; Πόσο θράσος χρειάστηκε για να δηλώσεις πως τέλειωσες το δημοτικό, εσύ που πιάνεις το στυλό άξεστα για να βάλεις μια κακογραφή αντί για υπογραφή;

Ελπίζω τουλάχιστον να μην πλαστογράφησες απολυτήριο με άριστα δέκα γιατί αυτό θα ήταν σα να εμπαίζεις δυο φορές τον κόσμο των αρίστων.
Πώς είναι δυνατό να περιφρονήσεις τόσο την αξιοκρατία, την τόσο εμπεδωμένη, για την οποία χύθηκαν τόσοι τόνοι μελάνης;

Και πώς δεν σκέφτηκες να κάνεις, μια κι έξω, μια πλαστογραφία μεταπτυχιακού να μη εκθέσεις καν τη δικαιοσύνη που τόσο γενναιόδωρα δεν αποκάλυψε το όνομά σου, τιμώντας την αρχή περί απαραβίαστων προσωπικών δεδομένων;

Και σε τι μπελά βάζεις τώρα τα υψηλά κλιμάκια της θεότυφλης, που πρέπει να μαζέψουν λίγο το ρεζίλι των υφισταμένων.

Τα πλαστικά κόκκινα γάντια και τα πράσινα παπούτσια δεν το ήξερες πως αποτελούν τεκμήριο μιας προέλευσης προκαταβολικά ένοχης;

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση