28 Σεπ 2017
Γιατί όχι σε σένα ρε φίλε;
Γιατί σε μένα, Θεέ μου; – Νικολάου Μητροπ. Μεσογαίας και Λαυρεωτικής.
Εύλογο μέν «γιατί»!
Ερώτημα τόσο συχνό, τόσο βαθύ, τόσο δυνατό στην εκφορά του, τόσο δύσκολο στην απάντησή του. Και όμως είναι τόσο επίμονο και αληθινό.
Γιατί σε μένα, Θεέ μου; Ηχεί στα αυτιά μου αυτό το ερώτημα και αντηχεί βαθιά στην καρδιά μου. Είναι το ερώτημα κάθε γονιού που το παιδί του πάσχει ή κάθε ανθρώπου που έχει χτυπηθεί από ανίατη ασθένεια. Πώς είναι δυνατόν αυτό το ερώτημα να μεταμορφωθεί σε ομιλία, συμβουλή, γνώμη ή απάντηση;
Το ερώτημα αυτό συνεχώς διατυπώνεται και απαντάται μόνο με δάκρυα, όχι με λέξεις, με αισθήματα, όχι με σκέψεις, με σιωπή, όχι με απόψεις, με συμπόνια, όχι με απαντήσεις. Πώς να το κάνουμε; Συχνά τα μάτια μιλούν πιο εύγλωττα από το στόμα, ο αναστεναγμός πιο δυνατά από τη σκέψη και η πονεμένη απορία εκφράζει περισσότερο την αλήθεια από την όποια απάντηση.
Προ καιρού μου δόθηκε η ευκαιρία να επισκεφθώ το Νοσοκομείο Παίδων. Πήγα στο γραφείο της διευθύντριας του Ογκολογικού που έτυχε να γνωρίζω.
Βγήκαμε από το γραφείο της και νόμιζα ότι έβγαινα από την αλήθεια για να μπω στο ψέμα αυτής της ζωής, αλλά με μια ανομολόγητη ανακούφιση. Σκόνταψα όμως στη μεγαλύτερη αλήθεια. Στο σαλόνι, σε ένα τραπεζάκι, έπαιζαν επιτραπέζια παιχνίδια τρία παιδάκια, δίχως μαλλιά, με πρόσωπα ωχρά, με ενδοφλέβιες χημειοθεραπευτικές παροχές στα χέρια. Γιατί σε μένα, Θεέ μου»;
Τελικά, τα πονεμένα μάτια μπορούν να ξεδιψάσουν μόνο με το δάκρυ τους. Όχι με τον λόγο μου, σκέφτηκα. Τους αποχαιρέτησα και πήρα μαζί μου, μαζί με την ανάμνηση της έκφρασής τους, το ερώτημα.
Γιατί;
Γιατί ο πόνος; Γιατί η αδικία; Γιατί τα παιδάκια; Γιατί τόσο πρόωρα; Γιατί με αυτόν τον τρόπο; Γιατί την απερίγραπτη χαρά της αθώας παρουσίας τους, να τη διαδέχεται ο αβάσταχτος πόνος; Γιατί; Και αν είναι για το άγνωστο καλό μας, γιατί αυτό το καλό μας να είναι τόσο πικρό;
Γιατί σε μένα;
Τί κακό έκανα; Πού να ψάξω να βρω μέσα μου την άγνωστη σε μένα αιτία; Και αν φταίω εγώ, δεν μπορώ κάτι να κάνω για να ανατρέψω τα πράγματα; Και ποιός ο λόγος, εξ αιτίας μου, να υποφέρει αυτό το αθώο πλασματάκι; Αυτό μου φαίνεται πιο αδύνατο να το αντέξω. Κινδυνεύω να χάσω και τη λίγη και ασθενική πίστη μου. Τελικά, ποιό το όφελος αυτής της ιστορίας;
Γιατί σε μένα, Θεέ μου;
Δεν είμαι παιδί σου; Δεν είσαι Θεός αγάπης; Τί σχέση μπορεί να έχει η αγάπη Σου με το μαρτύριο μου; Πώς να με προσελκύουν τα μαστιγώματά Σου; Πώς συνδυάζεται η καλωσύνη Σου με την ανερμήνευτη λογική του πόνου, με τη θλίψη, με το ενδεχόμενο του σκανδαλισμού;
Γιατί να συμβαίνουν όλα αυτά και καμιά λογική να μην μπορεί να μας συμπαρασταθεί, καμιά ερμηνεία να μας παρηγορήσει, κανένας λόγος να μας στηρίξει, κανένας θεός να μας αγγίξει;
Ξεφεύγουμε από αυτά και ζητούμε καταφύγιο στη λογική κάποιου θαύματος. Πού ξέρεις; Ο Χριστός ανέστησε την κόρη του Ιαείρου και τον γυιό της χήρας της Ναϊν. Θεράπευσε την κόρη της Χαναναίας και τον δούλο του εκατοντάρχου. Ο Θεός αγαπά ιδιαίτερα τα παιδάκια και στην αθωότητά τους διαρκώς μας προτρέπει να μαθητεύουμε. Η αγάπη Του είναι ανεξάντλητη. Τόσα θαύματα γίνονται μακρυά μας και έγιναν στο παρελθόν, γιατί να μην γίνει και ένα στις μέρες μας και στο παιδάκι μας; Τί Θεός είναι; Ένα θαύμα δεν μπορεί να κάνει;
Η προσπάθεια όμως να παρηγορηθούμε επιτείνει τη δοκιμασία μας. Τα θαύματα είναι θαύματα, γιατί δεν είναι και τόσο συχνά. Κι αν πάλι κάνει το θαύμα σε μας, αυτό δεν είναι αδικία; Γιατί μερικοί να ζουν την ευεργετική παρουσία Του και άλλοι να τη στερούνται; Γιατί κάποιοι να Τον δοξάζουν και οι πολλοί υπόλοιποι να ταπεινώνονται απίστευτα και να Τον εκλιπαρούν; Και αν πάλι μπορεί να κάνει το θαύμα, γιατί δεν θεραπεύει όλους ή πολύ περισσότερο δεν καταργεί τις ασθένειες, να ζήσουμε τα λίγα χρόνια μας ήσυχα και με χαρά; Μήπως τελικά ή υπάρχει Θεός για να βασανιζόμαστε ή δεν υπάρχει και βασανιζόμαστε;
Κάποιοι μας πλησιάζουν και μας λένε ότι μας αγαπάει ο Θεός και γι’ αυτό επιτρέπει τη δοκιμασία. Αυτούς που μας παρηγορούν και απαντούν στον πόνο μας με συμβουλές και λόγια, γιατί δεν τους αγαπάει και αγαπάει μόνον εμάς; Γιατί τα δικά τους τα παιδιά να παίζουν αμέριμνα και να γελούν και το δικό μας, χλωμό, να ζει μέσα στα φάρμακα και τις μπουκάλες; Γιατί τα παιδιά τους να διασκεδάζουν με αστεία και παιδικές αταξίες και το δικό μας να ξεγελιέται με τα ψεματάκια μας και τις χαζοελπίδες ότι δήθεν θα γίνει καλά και θα ξαναπάει στο σχολείο; Γιατί αυτοί να μπορούν να χτίσουν όραμα για τα παιδιά τους κι εμείς να τρέμουμε στη σκέψη του μέλλοντος και της προοπτικής τους;
Κι αν υποθέσουμε ότι ο Θεός αποφασίζει να μην αρρωσταίνουν τα παιδάκια, πώς αντέχεται και πώς συμβαδίζει με την αγάπη και θεότητά Του, να βασανίζονται οι μεγαλύτεροι;
Η «ευλογία» του πόνου
Ευλογημένα «γιατί»!
Τα καθαγίασε ο Ίδιος ο Χριστός στο σταυρό «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τί με εγκατέλειπες;» Θεέ μου, γιατί μου το ΄κανες αυτό; Τί σου έκανα; Δεν είμαι ο Υιός σου; Το ίδιο ακριβώς ερώτημα με το δικό μου, το οποίο έμεινε και αυτό αναπάντητο. Έμεινε αναπάντητο στα φαινόμενα. Τα γεγονότα όμως φανέρωσαν την απάντηση.
Λέγει ο Μέγας Βασίλειος προς πενθούντα πατέρα, ότι ο πόνος κάνει τον άνθρωπο τόσο ευαίσθητο, ώστε μοιάζει με το μάτι που δεν ανέχεται ούτε το πούπουλο. Και η πιο τρυφερή κίνηση αυξάνει τον πόνο του πονεμένου. Και η πιο διακριτική αναλογία δεν αντέχεται. Ο λόγος που εκφέρεται ως λογικό επιχείρημα, ενοχλεί αβάσταχτα. Μόνο το δάκρυ, η κοινωνία της απορίας, η σιωπή, η εσωτερική προσευχή θα μπορούσαν να ανακουφίσουν τον πόνο, να φωτίσουν το σκοτάδι ή να γεννήσουν μια μικρή ελπίδα.
Ο πόνος γεννά αλήθεια, συμπόνια, κοινωνία.
Ο πόνος δεν ξυπνάει μόνον εμάς, αλλά γεννάει και την αγάπη στους γύρω μας. Προσπαθούν να μπουν στη θέση μας. Αγωνίζονται στον καιρό της ασφάλειάς τους να μοιραστούν τα πιο ανεπιθύμητα γι’ αυτούς δικά μας αισθήματα. Και το κάνουν. Ο πόνος γεννά την υπομονή μας, ταυτόχρονα όμως γεννά και τον εξ’ αγάπης σύνδεσμο με τους αδελφούς μας. Ο πόνος γεννά την αλήθεια. Η συμπόνια των άλλων τη φυτεύει στη δική μας καρδιά. Εκεί διακριτικά κρύβεται και η απάντηση.
Έτσι γεννιέται στην καρδιά η παρηγοριά, η γλύκα και η ανακούφιση, της οποίας είναι πολύ εντονότερες ως εμπειρίες από το βάρος του πόνου.
Η απάντηση γεννιέται μέσα μας.
Η απάντηση μπορεί να ανιχνευθεί μόνο μέσα μας. Ούτε στις ανάλογες δήθεν περιπτώσεις. Ούτε σε βαρύγδουπα βιβλία. Ούτε σε συνταγές παρηγοριάς και σοφίας. Η απάντηση δεν υπάρχει κάπου, δεν την ξέρει κάποιος. Η απάντηση γεννιέται μέσα μας. Η δική μας απάντηση είναι το δώρο του Θεού.
Ο πόνος μας βγάζει από τα ανθρώπινα μέτρα.
Τελικά αυτά τα «γιατί» δεν έχουν τις απαντήσεις που η φτώχια και η αδυναμία μας περιμένει. Στη λογική αυτή συνήθως παραμένουν αναπάντητα. Γι’ αυτό και ο Χριστός για τον θάνατο δεν είπε παρά ελάχιστα. Απλά, ο Ίδιος επέλεξε και πόνεσε όσο κανένας άλλος. Και όταν αναστήθηκε, το στόμα Του έβγαλε περισσότερη πνοή και λιγότερα λόγια. Δεν είπε τίποτε για ζωή και θάνατο – μόνο προφήτευσε το μαρτύριο του Πέτρου. Ο πόνος δεν απαντιέται με επιχειρήματα. Ούτε η αδικία και ο θάνατος αντιμετωπίζονται με τη λογική. Τα προβλήματα αυτά λύνονται με το εμφύσημα και την πνοή που μόνον ο Θεός δίνει. Λύνονται με το Άγιο Πνεύμα. Ξεπερνιούνται με την ταπεινή αποδοχή του θελήματος του Θεού, που είναι τόσο αληθινό αλλά συνήθως και τόσο ακατανόητο.
Προ καιρού, με πλησίασε κάποια νεαρή κοπέλα που το καντηλάκι της ζωής της φαίνεται να τρεμοσβήνει. Μέσα στον αβάσταχτο πόνο της διέκρινα την ελπίδα. Μέσα από τα δακρυσμένα μάτια της αντίκρισα τη χαρά, τη δύναμη και τη σοφία.
-Θέλω να ζήσω, μου είπε. Αλλά δεν ήλθα για να μου το επιβεβαιώσετε. Ήλθα για να με βοηθήσετε να φύγω έτοιμη από αυτόν τον κόσμο.
-Εγώ είμαι παπάς της ζωής και όχι του θανάτου, της απαντώ. Γι’ αυτό και θέλω να ζήσεις. Επίτρεψέ μου, όμως, να σε ρωτήσω κάτι: μέσα στη δοκιμασία σου, ρωτάς ποτέ «γιατί σε μένα, Θεέ μου;»
-Δεν σας καταλαβαίνω, πάτερ, μου λέει. Εγώ ρωτώ «γιατί όχι σε μένα, Θεέ μου; Και περιμένω, όχι τον θάνατο μου: προσδοκώ τον φωτισμό μου»!
Από το βιβλίο: «Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός».
ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
Εκδόσεις: Σταμούλης. Αθήνα 2009.
Η/Υ επιμέλεια, Σοφίας Μερκούρη.
«Γιατί σε μένα» ή «Γιατί… όχι σε μένα;»

«Γιατί σε εμένα;». Μία φράση που λίγο πολύ έχουμε ψελλίσει όλοι μας σε κάποια δύσκολη στιγμή στη ζωή μας. Γιατί να χάσω τη δουλειά μου, γιατί να πεθάνουν οι γονείς μου, γιατί να μου συμβεί ένα ατύχημα. Και ο κατάλογος των γιατί είναι ατελείωτος.
Πριν λίγο καιρό, συζητούσα με ένα φιλικό μου πρόσωπο για τη σημασία της δυσκολίας στη ζωή μας. Και υποβάλλαμε ο ένας στον άλλο αυτή την εξής ερώτηση: Γιατί να λέμε σε εμένα και γιατί όχι και σε εμένα;
Για ποιο λόγο έχουμε διαρκώς παράπονα και αισθανόμαστε πάντοτε πως είμαστε οι αδικημένοι; Γιατί να λέμε γιατί συνέβη σε εμένα να χάσω τη μητέρα μου ή να μείνω άνεργος; Δηλαδή ο διπλανός άνθρωπος που είχε ένα δυστύχημα και έμεινε ανάπηρος ή ο άνεργος που δεν μπορεί να προσφέρει τα απαραίτητα στην οικογένειά του και αυτοί δεν υποβάλλονται σε μεγάλες δοκιμασίες; Εσύ λοιπόν γιατί να μην υποβληθείς και να αποτελείς εξαίρεση; Σε τι είσαι ανώτερος και πρέπει πάντοτε να αδικείσαι όταν κάτι σου συμβεί; Είσαι ανώτερος από τους άλλους;
Είναι καθαρός εγωισμός να λες ‘’γιατί σε εμένα’’. Και γιατί όχι σε εσένα, άνθρωπος δεν είσαι; Δεν ήρθες στη ζωή αυτή με σκοπό να τα δεχτείς όλα και τα καλά και τα άσχημα και να αγωνιστείς; Όπως λοιπόν και στους άλλους ανθρώπους έρχονται άσχημες καταστάσεις, έτσι και σε εσένα ήρθαν αναποδιές.
Αλήθεια, έχεις αισθανθεί ποτέ ευγνωμοσύνη και για όλα αυτά που έχεις; Για τον αέρα που αναπνέεις, για τον ουρανό που κοιτάζεις, για τον ήλιο; Ακόμα και τα πιο απλά πράγματα στη ζωή δεν είναι δεδομένα, άλλοι δεν έχουν τη δυνατότητα να ξυπνήσουν σήμερα. Όπως λοιπόν δέχεσαι τα όμορφα, γιατί πρέπει να παραπονιέσαι διαρκώς για τις δυσκολίες; Καλλιεργώντας το αρετή της ευγνωμοσύνης, θα αισθανθείς περισσότερο ευλογημένος με πολλά απλά πράγματα που μέσα στην απλότητά τους σε κάνουν πλούσιο.
Ο πόνος είναι και αυτός ένα αναφαίρετο κομμάτι της ανθρώπινης ζωής, τον οποίο όλοι οι άνθρωποι αργά ή γρήγορα θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε. Όπως όλοι οι άνθρωποι, έρχεται και του καθενός η σειρά να περάσει από διάφορες καταστάσεις και να γίνει καλύτερος. Δεν αδικείσαι όταν δοκιμάζεσαι. Περνάς από στάδια ωρίμανσης και βελτίωσης. Δεν είσαι κάτι διαφορετικό, πιο σημαντικό ή ανώτερο από κανένα για να λες λοιπόν ‘’γιατί σε εμένα;‘’.
Μπορείς να αλλάξεις αυτή τη φράση και να ρωτάς τον εαυτό σου: Και γιατί όχι και σε εμένα;
Ασθένεια: Γιατί σ΄εμένα;

Ψυχολόγος

Η ερώτηση είναι πολύ ενδιαφέρουσα, αρκετά προκλητική, και συνήθως ο πόνος που κουβαλά είναι αβάσταχτος: “Είναι η ασθένεια τιμωρία ή πορεία για αυτοπραγμάτωση;” Το σωματικό σύμπτωμα είναι το τελευταίο καταφύγιο του οργανισμού, όταν ο άνθρωπος αρνείται να επενδύσει ενέργεια στην κατανόηση του ψυχικού του κόσμου και να διοχετεύσει ενέργεια στη συνειδητοποίηση των καθηλώσεων και των συγκρούσεων που σοβούν αμείλικτα στο εσωτερικό.
Συνήθως, όταν μας απασχολήσει ένα δύσκολο θέμα, λέμε στον εαυτό μας, ότι δε θέλουμε να ασχοληθούμε. Στην πραγματικότητα, όμως, δε διαθέτουμε την ικανότητα να το αντιμετωπίσουμε και έτσι δεν το αντιμετωπίζουμε. Με αυτόν τον τρόπο, εξοικονομούμε συνειδησιακή ενέργεια, στέλνοντάς το στο ψυχικό επίπεδο, και στη συνέχεια το βυθίζουμε στο σώμα.
Σύμφωνα με τον Guthrie (1996), η ανεπαρκής σχέση του παιδιού με τη μητέρα του, κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του, το καθιστούν ανίκανο να χρησιμοποιήσει τη φαντασία και το λόγο του, για να περιγράψει και να ελέγξει το στρες και τη δυσφορία που νιώθει. Το αποτέλεσμα είναι η περιορισμένη φαντασιακή ζωή, οι δυσκολίες στην επεξεργασία των συναισθηματικών εμπειριών και η ευαισθησία σε ασθένειες, τα οποία με τη σειρά τους δυσχεραίνουν την ανάπτυξη κατάλληλων σχέσεων στην ενήλικη ζωή. Κατ΄αυτόν τον τρόπο, τα σωματικά συμπτώματα αποτελούν έναν τρόπο να αντεπεξέλθει σε συναισθήματα που δεν μπορεί να αντέξει, καθώς κι ένα μέσο για να αποσπάσει φροντίδα.
Ο Carl Jung και η σκιά
Ό,τι δε θέλουμε στη συνείδησή μας και νομίζουμε πως, αγνοώντας το, το παραμερίζουμε, καταλήγει πράγματι και κατά κυριολεξία στην άκρη ή κατά την ορολογία του C.G.Jung, στη σκιά. Η σκιά αποτελείται από όλα εκείνα που αδυνατούμε να αντιληφθούμε και να δεχθούμε και προτιμάμε να παραβλέψουμε. Η σκιά είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με το Εγώ, που αποτελείται από όλα όσα δεχόμαστε ευχαρίστως στον εαυτό μας και με τα οποία ταυτιζόμαστε. Ως εκ τούτου, κανένα Εγώ, άρα κανένας άνθρωπος δεν χαίρεται να αντιμετωπίζει και πάλι τα θέματα που είχε σωρεύσει στη σκιά.
Επειδή, όμως, η σκιά αποτελεί αναγκαίο μέρος της ολότητάς μας, μόνο αγκαλιάζοντάς την μπορούμε να γίνουμε υγιείς με την έννοια της ολοκλήρωσης. Ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος αποτελείται από Εγώ και σκιά. Τα δύο μαζί αποτελούν το «Εγώ ο ίδιος», που αντιπροσωπεύει τον ολοκληρωμένο, αυτοπραγματωμένο άνθρωπο. Η αποδοχή κι επεξεργασία των μεταμορφωμένων σε συμπτώματα θεμάτων της σκιάς είναι, λοιπόν, ένας δρόμος για την εύρεση του «Εγώ ο Ίδιος». Τα συμπτώματα είναι εκδηλώσεις της σκιάς που αναδύονται από τα βάθη της ψυχής στην επιφάνεια του σωματικού κόσμου, επιτρέποντάς μας μια εύκολη πρόσβαση, επομένως, μοναδικοί οδηγοί προς την αυτοπραγμάτωση.
Η λειτουργία της ασθένειας ή αλλιώς η απόλαυση του σώματος
Η ασθένεια είναι πάντοτε και παλινδρόμηση, που τελείως αυτόματα τοποθετεί τον άνθρωπο σε θέση απόλυτης αδυναμίας. Ο ασθενής κείτεται σε οριζόντια θέση το κρεβάτι. Αυτή η θέση του σώματος τακτοποιεί ορισμένα πράγματα που είχαν προφανώς μετατοπιστεί ελαφρά: δεν είναι η ζωή που κείτεται στα πόδια μας, αλλά εμείς που κειτόμαστε στα πόδια της ζωής (R.Dahlke, 2003). Ως προς αυτό, κάθε μορφή ασθένειας κάνει τον άνθρωπο ειλικρινή. Η στάση της ταπεινότητας σε συνδυασμό με την ηρεμία που επέρχεται και με τον εξαναγκασμό της υποταγής στο είδωλο της ασθένειας, έχει θεραπευτικό αποτέλεσμα. Η ασθένεια επιτρέπει ,έτσι, στον άνθρωπο να κάνει διάλειμμα από τα πολλά προσωπεία της κοπιαστικής καθημερινότητάς του. Μέσω της ασθένειας ο άνθρωπος επιστρέφει στο συνειδησιακό επίπεδο του παιδιού. Όσο πιο συνειδητά βυθιστεί κανείς στην κατάσταση της πλήρους παράδοσης και της ταπεινότητας, που θα ακολουθήσει στην ιδανική περίπτωση, τόσο πιο αποτελεσματική είναι η τελετουργία της «εκ των έσω» ίασης . Αυτό γίνεται αντιληπτό, καθώς το σώμα αρρωσταίνει από την παραγκωνισμένη αλήθεια του, δεν είναι ένα φυσικό δεδομένο, το σώμα αντιστέκεται και η ασθένεια είναι έκφραση τόσο ατομική όσο και κοινωνική.
Η κλινική εικόνα μιας ασθένειας αποτελεί πεδίο. Σε κάθε σύμπτωμα αντιστοιχεί όχι μόνον η σωματική του μορφή αλλά και το περιβάλλον πεδίο που αποτελείται από τις δομές της συμπεριφοράς και τις στρατηγικές της επιβίωσης. Η ασθένεια είναι ποσότητα ενέργειας που έχει διαρρεύσει από τη βασική δομή που εδράζεται στο υποσυνείδητο. Μονάχα η μορφή –σύμπτωμα- φθάνει ως ψηλά και γίνεται ορατή, σαν την κορυφή του παγόβουνου.
Οι δομές, που καθορίζουν το πλαίσιο και τους όρους, σφραγίζουν τη ζωή μας. Μεταφέρονται στο χρόνο και τις βιώνουμε στη διάρκεια της ζωής μας. Ο εγκλωβισμός σε ασυνείδητες δομές φράζει το δρόμο που οδηγεί στην πραγματική γνωριμία με τον Εαυτό μας, στην εσωτερική Αλήθεια μας.
Η ασθένεια είναι μια πορεία που ξεκινάει από την επιφάνεια με τα αισθητά συμπτώματα, καταλήγοντας σε βαθύτερες ψυχικές δομές. Αυτό, γίνεται καλύτερα κατανοητό στο παράδειγμα της εξάρτησης. Τα σωματικά συμπτώματα δεν είναι η αιτία του προβλήματος, γιατί κατά την απεξάρτηση και σε σύντομο χρονικό διάστημα υποχωρούν. Η βασική δομή του προβλήματος είναι βαθιά και σκληροτράχηλη, από την οποία δεν μπορούν να απελευθερωθούν οι εξαρτημένοι. Γενικά, οι θεραπείες αποτοξίνωσης και απεξάρτησης, όταν δε φτάνουν στο επίπεδο της βασικής δομής, όσο καλοπροαίρετες και αν είναι, μακροπρόθεσμα αποτυγχάνουν. Είναι ζήτημα χρόνου πότε το εξαρτημένο άτομο θα παρασυρθεί.
Για τις περισσότερες ασθένειες, ειδικά τις χρόνιες και τις αυτοάνοσες, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι αυτή η βασική δομή δεν μπορεί να μεταβληθεί, αλλά η μοναδική δυνατότητα είναι να βιωθεί από το άτομο σε άλλη μορφή. Παίρνουμε, για παράδειγμα, την επιθετικότητα, η οποία ως πρόβλημα θέτει το πλαίσιο στο επίπεδο της δομής, αλλά στο σωματικό επίπεδο εμφανίζεται ως αλλεργίες, υπέρταση, χολόλιθοι ή δάγκωμα των νυχιών. Στο επίπεδο της συμπεριφοράς εκφράζεται με επανειλημμένες εκρήξεις θυμού, αμυντική προσέγγιση σε θέματα σκιάς, δηλαδή, θέματα που κατοικούν στο μη-συνειδητό και στα οποίο το συνειδητό αντιστέκεται. Στο επίπεδο της σκέψης, μπορεί να λάβει διαφορετικές μορφές όπως επιθετικές φαντασιώσεις σεξουαλικού χαρακτήρα αφ΄ενός αλλά και ακραία αντικοινωνική σκέψη που έχει τις ρίζες της σε σκοτεινές περιοχές της μη-συνείδησης. Σε ψυχικό επίπεδο, παραλλάσσεται με συναισθήματα μίσους κατά του εαυτού, με φαντασιώσεις αυτοκρεούργησης, με κατάθλιψη, με ακραία αρνητικά συναισθήματα.
Κάθε διαφορετικό επίπεδο έχει τα δικά του στοιχεία έκφρασης, ωστόσο όλα τα επίπεδα μαζί με τις εκφράσεις τους, παραμένουν στο πλαίσιο των δυνατοτήτων που επιτρέπει η βασική δομή.
Τα συμπτώματα αντανακλούν ψυχικά περιεχόμενα ή δομές συμπεριφοράς. Επειδή, ωστόσο, κάθε σύμπτωμα «ολοκληρώνει» τον ασθενή, δεν μπορεί ο ίδιος να αποφύγει ή να μεταβάλει κατά βούληση κάποιο από αυτά. Το σύμπτωμα, όσο παράδοξο κι αν φαίνεται, κρατάει τον ασθενή σε μία ισορροπία. Δίχως το σύμπτωμα του, ο ασθενής είναι «μη πραγματωμένος». Για παράδειγμα, ότι η αγάπη περνά από το στομάχι ήταν γνωστό πολύ προτού αποδειχθεί, ότι το βρέφος, θηλάζοντας μητρικό γάλα, ανάμεσα στα άλλα, θωρακίζει το ανοσοποιητικό του σύστημα. Στη βουλιμική διαταραχή, όποιος έχει καταβροχθίσει κιλά από στεναχώρια αναπτύσσει το σύμπτωμα της υπερφαγίας, όπου το πλεονάζον βάρος πληροί το σκοπό της εξισορρόπησης, καθώς προσφέρει το προστατευτικό στρώμα (παχύ περίβλημα, άρα οχυρωμένο σώμα) έναντι του ισχνού σε αγάπη περιβάλλοντος και ένα υποκατάστατο ικανοποίησης, που αποτρέπει το άτομο από αυτοκαταστροφικές πράξεις όπως π.χ. αυτοκτονία λόγω ερωτικής απογοήτευσης. Το είδος της αγάπης, που βάζει μέσα του υπό μορφή γλυκισμάτων και που εμφανώς περνά αποκλειστικά και μόνο από το στομάχι, δεν αποτελεί λύση, αφού δεν αντικαθιστά την αγάπη που έχει ανάγκη, όμως τον «γλυκαίνει» και υπό αυτή την έννοια είναι μια κάποια «γλυκιά» επεξεργασία της έλλειψης.
Τα συμπτώματα γεννιούνται, όταν ψυχικά θέματα γλιστρούν από το επίπεδο της μη-συνείδησης στο σώμα, και αντιστρόφως, μέσα από τα συμπτώματα αναδεικνύονται τα δύσκολα ψυχικά θέματα.
Οι ίδιες οι λέξεις που περιγράφουν τα συμπτώματα μας εφοδιάζουν με τα εργαλεία για τη θεραπεία. Στο παράδειγμα της στεφανιαίας νόσου ή αλλιώς καρδιακής προσβολής, η σοφία των συμπτωμάτων εντοπίζεται στη λέξη «προσβολή». Πράγματι, οι έρευνες αποδεικνύουν ότι οι διαρκείς προσβολές μπορούν να αρρωστήσουν τον άνθρωπο.
Καρκίνος: μία κοινωνία που νοσεί
Ανεβοκατεβάσματα στο παραζαλισμένο σώμα της κοινωνίας, ολόκληρα κομμάτια, μέλη, όργανα θα αποσπαστούν ή θα τεθούν στην πυρά· όλα για την “υγεία” του συνόλου σώματος σε συνθήκες ταρίχευσης. Όλα αιφνιδιαστικά και βιαστικά, να μην προλάβει το σώμα να ανακαλέσει στη δράση την ανοσιακή μνήμη. Τα μέρη όργανα του σώματος θα τρέξουν πρώτα να κρυφτούν, ύστερα, καθώς οι κρυψώνες θα ανεπαρκούν, θα στραφούν το ένα εναντίον του άλλου, θα αλληλοσπαραχτούν· στην Ιατρική αυτό ονομάζεται αυτοανοσία και έχει όλα τα στοιχεία της επιταχυνόμενης λήθης, της συσκότισης του προσώπου του πραγματικού εχθρού. Είναι ο πολυπλόκαμος εμφύλιος πόλεμος. (Αλ. Αρδαβάνης,2013)
Ο καρκίνος και οι μορφές που μπορεί να πάρει είναι από τις βαθιά νοσηρές δομές που υπερβαίνουν τον πόνο, ακόμα και τον ίδιο το θάνατο. Καμιά άλλη ασθένεια δεν αναδεικνύει με τόση σαφήνεια τη σχέση μεταξύ σώματος, ψυχής, πνεύματος και κοινωνίας. Είτε σε κυτταρικό επίπεδο, είτε στη δομή της προσωπικότητας, είτε στην κοινωνική του μορφή, προκαλεί τον απόλυτο τρόμο, ενώ αντανακλά τις νοσηρές δομές της κοινωνίας και του εαυτού μας, που μας τρομάζουν και που δυσκολευόμαστε να απαλλαγούμε από αυτές.
Θεραπεία: Αυτοπραγμάτωση σημαίνει, ο άνθρωπος να μπορεί να γεμίσει με ζωή
Τί σου βαραίνει το στομάχι; Τί αχώνευτο καταπίνεις; Τί σε οδηγεί στην πράξη αυτήν της κατακρεούργησης, που αντανακλάται σε κάθε έλκος;
Η φλεγμονή, όπως δείχνουν επίμονα οι ιατρικές διαγνώσεις, αποτελεί πολεμική σύρραξη, σύγκρουση μέσα στους ιστούς. Αντισώματα πολεμούν ενάντια στα μικρόβια, εξοπλίζονται, μάχονται, σκοτώνονται και νικούν. Στην πνευμονία έχουμε τη σωματοποίηση μιας σύγκρουσης στον τομέα της επικοινωνίας. Μετά από την ερμηνεία αυτήν, που προχωρά κάπως βαθύτερα, διατυπώνονται οι αντίστοιχες ερωτήσεις: Γιατί συμβαίνει σ΄εμένα αυτό; Γιατί τώρα; Σε τι με εμποδίζει; Σε τι με εξαναγκάζει;
Η ανάπτυξη ενός συμπτώματος είναι ένας ιδιαίτερα χρήσιμος εξελικτικός και προσαρμοστικός βιολογικός μηχανισμός.
Στην ασθένεια, κάθε σύμπτωμα κουβαλά μια συναισθηματική δυσφορία, στην οποία ο ασθενής αντιστέκεται και δεν αποδέχεται ενσυνείδητα. Στα συμπτώματα υπάρχουν πάρα πολλές πληροφορίες ιδιαίτερα χρήσιμες, ώστε να καθοδηγήσουν στη θεραπεία των ασθενειών. Με την ανάλογη αναζήτηση μπορούμε να εντοπίσουμε και να ξεκινήσουμε την διεργασία ανακούφισης από τη δυσφορία.
Η διερεύνηση και ερμηνεία των συμπτωμάτων μετατοπίζει τη θεραπεία από τη φαινομενική μορφή των συμπτωμάτων, στο περιεχόμενό τους –μήνυμα-, και αυτό έχει το πλεονέκτημα να μην τα αφήνει να κλιμακώνονται περισσότερο. Αν το σύμπτωμα απαλλαγεί από την αρνητική αξιολόγησή του, μπορεί να μας οδηγήσει στα «θαμμένα» θέματα και να μας βοηθήσει να γίνουμε πληρέστεροι και υγιέστεροι.
Στην ψυχοθεραπεία ο άνθρωπος συγκεντρώνεται στον εαυτό του, εφοδιάζεται με τα εργαλεία που χρειάζεται για να αναγνωρίσει και να αποδεχθεί τη δομή του, και να την κατανοήσει ως το βάθος της. Η θεραπευτική διαδικασία είναι προκλητική, γιατί εξαναγκάζει το δυσάρεστο, απωθημένο κανόνα να ανέβει στην επιφάνεια της συνείδησης. Τα γρανάζια του μυαλού μπαίνουν σε κίνηση, ενεργοποιείται η φαντασία και ο λόγος, ώστε ο άνθρωπος να γίνει ο ίδιος, ο δημιουργικός ομιλητής και ο ενεργός ακροατής της δικής του ιστορίας.
Η ασθένεια είναι η αφορμή, είναι μία από τις εμπειρίες που θα ζήσει ο άνθρωπος και η ευκαιρία που θα τον πάει μακρύτερα, θα τον οδηγήσει στη λύση, να μάθει να λαμβάνει σοβαρά τον εαυτό του και να τον ακούει με προσοχή, να αποδεχτεί τις αδυναμίες του και να αναγνωρίζει τις δυνάμεις του. Να μπορεί να ζει γεμίζοντας από τη ζωή του.
Η αλλαγή είναι αναγκαία, όσο και οι ανάγκες μας. Μας κρατά ζωντανούς.

“Ποιος πήρε το τυρί μου;” Αυτό ήταν το πρώτο βιβλίο που διάβασα για την απώλεια και, μάλιστα, για το πώς η απώλεια μπορεί να μετασχηματιστεί σε ευκαιρία. Οι ειδικοί υποστηρίζουν πως όλες οι αλλαγές, ακόμη και οι θετικές, εμπεριέχουν πένθος, όπως και ότι όλες οι απώλειες απαιτούν αλλαγή.
Πότε τα βάφουμε μαύρα
Το πένθος προκύπτει ως αντίδραση στην αλλαγή μιας γνωστής σε εμάς κατάστασης. Μπορεί να πρόκειται για το θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου, για έναν αποχωρισμό, για τη φθορά της υγείας ή την απώλεια εργασίας, ακόμη και για το πέρασμα από τη μια αναπτυξιακή φάση στην επόμενη, σε όλες τις περιπτώσεις, όμως, το σύστημά μας βιώνει πλήγμα. Ο οργανισμός μας τείνει να αντιδρά, ίσως, γιατί οι μηχανισμοί επιβίωσης τον ειδοποιούν πως υπάρχει η πιθανότητα να μην είναι πια ασφαλής. Αυτό που συμβαίνει με τις αλλαγές, είναι πως μας υποχρεώνουν να ξανα-ανακαλύψουμε τον κόσμο, αλλά και να επαναπροσδιορίσουμε την ταυτότητά μας μέσα σε αυτόν. Έχοντας στο μυαλό μου τις τυπικές μαυροφορεμένες γιαγιάδες των ελληνικών χωριών, πάντα πίστευα πως το πένθος χαρακτηρίζεται από μια παθητική στάση. Μολονότι, βέβαια, πολλές από τις αλλαγές που συμβαίνουν στη ζωή μας δεν τις επιλέγουμε, οι θεραπευόμενοι μου απέδειξαν πως το πένθος είναι μια άκρως ενεργητική διαδικασία: περιλαμβάνει τόσο τις εσωτερικές διεργασίες που ενεργοποιούνται από την αλλαγή, όσο και τη δράση, τις πράξεις που πραγματοποιεί ο πενθών, προκειμένου να ξαναχτίσει τη ζωή του από την αρχή. Δυστυχώς, στις μέρες μας είναι σα να παραγνωρίζεται η αξία του πένθους, σα να μην επιτρέπεται ο πόνος και η φθορά, και οι ιεροτελεστίες που από ψυχολογικής άποψης θα μας έδιναν την ευκαιρία να εξοικειωθούμε με τις νέες καταστάσεις, τείνουν να εξαφανιστούν.
Η επόμενη πίστα
Κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και ως τέτοιος, ακόμη και ο τρόπος που αντιμετωπίζει την απώλεια θα είναι σα δαχτυλικό αποτύπωμα. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν κάποια αναγνωρίσιμα στάδια, όπως η άρνηση, ο θυμός, η θλίψη, η διαπραγμάτευση και, τέλος, η αποδοχή. Σύμφωνα με παλαιότερους θεωρητικούς, ο πενθών με τον καιρό περνάει από το ένα στάδιο στο άλλο, πάντα με πισωγυρίσματα. Μολονότι τα τελευταία χρόνια έχει αμφισβητηθεί η θεωρία των σταδίων, όλοι συμφωνούν πως το πένθος, τουλάχιστον μετά από θάνατο αγαπημένου προσώπου, το κουβαλάμε για πάντα και πως η ένταση δεν αλλάζει. Με το χρόνο, ωστόσο, και τις διεργασίες, αλλάζει η συχνότητα και η διάρκεια των κυμάτων θλίψης.
Γιατί σε εμένα;
Όταν βιώνουμε μια απώλεια, η νέα κατάσταση απαιτεί χρόνο και ενέργεια. Χρειάζεται να δείξουμε σεβασμό απέναντι στους ρυθμούς του οργανισμού μας. Για να αλλάξει το πένθος, χρειάζεται πρώτα από όλα να το αναγνωρίσουμε και να το βιώσουμε. Χρειάζεται να ξαναμάθουμε τον κόσμο, να ξαναμάθουμε και εμάς τους ίδιους. Χρειάζονται οι άλλοι, μιας και η σχέση, ακόμη κι όταν δεν μπορεί να θεραπεύσει, μαλακώνει τον πόνο και τη θλίψη. Κάποιοι λένε πως το πένθος είναι σαν τον ήλιο, το χρειαζόμαστε, αλλά αν το κοιτάξουμε επίμονα στα μάτια, μπορεί και να μας τυφλώσει. Χρειάζεται, επομένως, όταν είμαστε σχετικά έτοιμοι, να ξαναβγούμε στη ζωή.
Στάσου πλάι μου
Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε κάποιον που πενθεί; Η μαγική λέξη εδώ είναι η “παρουσία”. Παρουσία σημαίνει να είμαστε συναισθηματικά παρόντες σε κάποιον που πονά, να του δείχνουμε το νοιάξιμο με το να τον ακούμε ενεργητικά, να δεχόμαστε την υποκειμενική του πραγματικότητα. Σημαίνει να μη διακόπτουμε για κανένα λόγο την έκφραση του πόνου του, αντίθετα, να του δίνουμε χώρο να τον ξεδιπλώσει. Με το να παρηγορούμε, για παράδειγμα, μια γυναίκα που μόλις απέβαλε, λέγοντάς της πως είναι νέα και έχει όλο το χρόνο να κάνει παιδιά, ουσιαστικά παραγνωρίζουμε το πένθος για τα χαμένα της όνειρα. Με το να αρνούμαστε να ακούσουμε τον πόνο μιας μάνας, τα παιδιά της οποίας έφυγαν από το σπίτι για σπουδές ή μιας έφηβης που μόλις χώρισε, λέγοντάς τους πως αυτή είναι η φυσιολογική ροή της ζωής, είναι σα να τις καταδικάζουμε στην απομόνωση. Παρουσία, όμως, σημαίνει και να βοηθάμε τον πενθούντα στα πρακτικά προβλήματα της ζωής. Αν κάποιος πρέπει να πάει για χημειοθεραπείες, σίγουρα θα αισθανθεί καλύτερα, αν έχει έναν φίλο παρέα να οδηγήσει στην επιστροφή. Δε θα ξεχάσω ποτέ την εμπειρία μου, όταν μετά από ένα ατύχημα στο οποίο έσπασα ένα σπόνδυλο, καθηλώθηκα για μεγάλο διάστημα στο κρεβάτι. Εξεπλάγην κι εγώ η ίδια με το πόσο ανακουφιστικό ήταν το ότι μπορούσα να ζητήσω στους δικούς μου ανθρώπους, συγγενείς και φίλους, ό,τι χρειαζόμουν, από την πάπια ως και να μου φέρουν βιβλία ή λουλούδια.
Και μετά τι;
Αν δεχτούμε την παραπάνω συνθήκη, πως κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός, άλλους το πένθος μπορεί να τους τσακίσει σαν κλαδάκια, κι άλλους να τους βοηθήσει, δίνοντάς τους μια σπρωξιά να αναπτυχθούν. Σημαντικό ρόλο παίζει η ψυχική ανθεκτικότητα του ατόμου, αλλά και η ύπαρξη ή η έλλειψη επαρκούς υποστηρικτικού πλαισίου. Πώς μπορεί όμως η απώλεια να μας ωφελήσει; Αντιδρώντας στην αλλαγή, αναγκαζόμαστε να ανακατασκευάσουμε το νόημα της ζωής. Χάνοντας όσα θεωρούσαμε ως δεδομένα, τον σύντροφο, την καριέρα, την υγεία, την οικονομική μας άνεση, ακόμη και τα όνειρά μας για το μέλλον, αναγκαζόμαστε να επαναπροσδιορίσουμε τι έχει πράγματι σημασία στη ζωή μας, στο «εδώ και τώρα», με έναν τρόπο ωριμάζουμε και ενδέχεται και να ανθίσουμε. Δε θα ξεχάσω ποτέ τη φράση μιας θεραπευόμενης που είχε χάσει την μητέρα της σε πολύ μικρή ηλικία. Στην τελευταία μας συνεδρία, μου εξομολογήθηκε με σοβαρότητα: “Διαπιστώνω, τελικά, πως χειρότερο κι από τον ίδιο το θάνατο είναι να χάνει κανείς τον εαυτό του”. Μερικές φορές, λοιπόν, ίσως χρειάζεται να χάσουμε το “τυρί” μας, για να βρούμε εμάς τους ίδιους.















































