Ο άσωτος Υιός

Άσωτος Υιός – Ο κίνδυνος μιας ψυχαναλυτικής ματιάς

Φρανσουά Ντολτό

Ζεράρ Σεβερέν (Ζ.Σ.): Ο πρωτότοκος έχει δίκιο να είναι θυμωμένος: δεν είναι ζωή η μονότονη ζωή του. Ο πατέρας του, γεμάτος χαρά, του λέει: “Όλα τα δικά μου είναι και δικά σου”. Σπουδαίο πράγμα… θα μπορούσε να είχε δώσει στο γιο του ένα κατσικάκι, να γιορτάσει κι αυτός με τους δικούς του φίλους. Υπερβάλλει. Από την άλλη μεριά, αυτός ο γιος είναι υπόδειγμα γιου. Όπως λέει κι ο ποιητής: “Θέλει πολλήν αγάπη για να φτάσεις στην απόφαση να ζεις απλά, με έργα ταπεινά κι ανιαρά”. Ο πρωτότοκος δούλευε πάντα αδιαμαρτύρητα και τώρα έχει κάθε λόγο να είναι θυμωμένος. Αυτός είναι αληθινός γιος, έδειξε “πολλήν αγάπη” για έργα που είναι “ταπεινά κι ανιαρά”.

Φρανσουάζ Ντολτώ (Φ.Ν.): Ναι… Είναι, όπως λένε, πολύ αξιέπαινος! Με αξίες όπως Δουλειά, Οικογένεια, Πατρίδα… Είναι καλός γιος σύμφωνα με τους τύπους και τις προσδοκίες του πατέρα του. Όντως, ένας πατέρας θέλει να είναι εργατικό το παιδί του, να έχει πνεύμα της οικογένειας και να μένει κόντά στο πατρικό του. Έτσι έκανε ο πρωτότοκος.
Συμφωνεί σε όλα με το πατέρα του, κι εκείνος είναι πολύ δεμένος με το γιο του: “Εσύ πάντοτε ήσουν μαζί μου και όλα τα δικά μου είναι δικά σου”. Οι ζωές τους αλληλοσυμπληρώνονται, σχεδόν συγχέονται. Ο πρωτότοκος είναι, θα έλεγε κανείς, μέρος, προέκταση του πατέρα. Πάντα πειθήνιος, καμία ρήξη. Δεν διαμαρτυρόταν ποτέ. Πάντα υποταγμένος, δούλευε. Έμοιαζε ευτυχισμένος, σε αρμονία με το πεπρωμένο του. Όμως… όμως…
Ο πατέρας του είχε σίγουρα μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, είχαν πολύ περισσότερα κοινά σημεία οι δυο τους. Σ’ αυτόν είχε στηρίξει τις ελπίδες του: “Ότι είναι δικό μου είναι και δικό σου. Είσαι ο πρωτότοκος. Σε σένα στηρίζομαι. Εσύ θα κληρονομήσεις μετά την περιουσία”.
Και ξαφνικά, ο πρωτότοκος αρχίζει να ζει τη ζωή του τη στιγμή που ο πατέρας του τον ξεχνά κάπως, ανακαλύπτοντας ότι είναι πατέρας και του μικρότερου. Είναι καταπληκτικό!

Ζ.Σ.: Μα γιατί δεν ζήτησε να πάνε να φωνάξουν και τον πρωτότοκο γιο στη γιορτή;

Φ.Ν.: Ο πρωτότοκος γιος είναι στα χωράφια, ο πατέρας στο σπίτι. Ξαναβρίσκει έναν γιο που ήταν νεκρός και τώρα ζει. Ανακαλύπτει ότι είναι πάλι πατέρας. Είναι τέτοια η ευτυχία του που δεν μπορεί να περιμένει. Θέλει να χαρεί και να γιορτάσει αμέσως με αυτόν το γιο που ήλθε να του αποκαλύψει την πατρική του “φλέβα”. Ακτινοβολεί από τη χαρά του. Τη δείχνει και τη μοιράζεται με όσους βρίσκονται εκεί.
Ξαφνικά, φθάνει ο πρωτότοκος. Και τότε, σιγά σιγά, βγάζει το προσωπείο: στρέφεται εναντίον του πατέρα του, “του έχουν έρθει τα πάνω κάτω”, όπως λένε.
Ως τότε, βλέπετε, ζούσε υποταγμένος στην “ανάγκη”, καλός γιος, δούλευε για να παράγει, έτρωγε για να καταναλώνει. Υπάκουος γιος.
Με την επιστροφή του άσωτου αδελφού, αλλάζει: τον κυριεύει ο θυμός ενάντια στον πατέρα του. Είναι “εκτός εαυτού”, δηλαδή απορρίπτει ανοιχτά τον αδελφό του, τον κατηγορεί ότι ήταν συνεχώς στη καλοπέραση, σπάταλος και, για πρώτη φορά στη ζωή του, απορρίπτει ανοιχτά και τον πατέρα του.
Ξαφνικά, στη θέα του πατέρα και του μικρού αδελφού, αφήνει να ξεσπάσει η ζήλεια του. Δεν αντέχει άλλο να καταπιέζονται οι επιθυμίες του εν αναμονή μιας κληρονομιάς που δεν θα ήταν υποχρεωμένος να μοιραστεί.
Και πάνω στο θυμό του, κατηγορεί τον πατέρα του ότι τον εκμεταλλεύτηκε, ότι ποτέ δεν του πρόσφερε ένα κατσικάκι να πάει να γιορτάσει με τους φίλους του. Αλλά μήπως το είχε ποτέ ζητήσει;

Ζ.Σ.: Άλλωστε, χρειαζόταν έγκριση; Ότι άνηκε στον πατέρα του δεν ήταν και δικό του;

Φ.Ν.: Η καρδιά του ήταν στεγνή κι εγωιστική. Δεν είχε φίλους που να τους αγαπά τόσο ώστε να “χάνει χρόνο και χρήμα” μαζί τους. Στη ζωή του, μόνο το ωφέλιμο. Καθόλου χώρος για χαρά, έκπληξη, συνάντηση με τον άλλο, κίνδυνο… ναι, τον κίνδυνο να χάσει, αλλά… να χάσει τι; Τη ζωή του; (Ξαφνικά, αντιλαμβάνεται ότι έχει περάσει δίπλα της).

Ζ.Σ.: Ο μικρός αδελφός παίρνει την ελευθερία του. Και τι την κάνει:

Φ.Ν.: Καταστρέφεται, ξοδεύεται, παραστρατεί, ρημάζεται, χαραμίζεται, καταρρέει. Απαρνιέται τον πατέρα του, απαρνιέται την οικογένειά του, απαρνιέται όλη την περασμένη του ζωή. Είναι κρίση, ένας παροξυσμός απάρνησης. Γι’ αυτό ήταν νεκρός για τον πατέρα του.
Πήρε την ελευθερία του, ο πατέρας το δέχτηκε, το σεβάστηκε. Η πράξη του θα μπορούσε να τον βοηθήσει να σταθεί υπεύθυνα στη ζωή του, δίχως να μείνει πανομοιότυπο του μεγάλου του αδελφού ή πιστό αντίγραφο του πατέρα του. Όμως βαθιά στην καρδιά του, η ελευθερία που έπαιρνε ήταν από αντίδραση, από άρνηση. Αφήνοντας την παιδική ηλικία του, απορρίπτει ότι έχει σχέση με την οικογένειά του, ότι παράδειγμα του έχει δοθεί.

Ζ.Σ.: Ο νεαρός αυτός άσωτος έφτασε ως την “κόλαση” του ίδιου του του εαυτού!

Φ.Ν.: Ναι, έχουμε ανάγκη την ευχαρίστηση, αλλά αυτό που μας διαμορφώνει είναι η οδύνη, όχι η ευχαρίστηση. Το ίδιο συμβαίνει με όλους μας: πρέπει να πεθάνουμε σε κάτι για να φθάσουμε στην υπόσταση του επιθυμούντος με πραγματική επιθυμία, πέραν της ανάγκης, και με την αγάπη μόνο οδηγό.
Έτσι, το παιδί αφήνει το μαστό που του δίνει η μητέρα, για να ανακαλύψει το χαμόγελό της, την παρουσία της, την αγάπη αυτής που το περιβάλλει.
Έτσι, σιγά σιγά, ανακαλύπτει ένα πρόσωπο, τη μητέρα του, και συγχρόνως αναγνωρίζει τον εαυτό του παιδί της, συγχρόνως γεννιέται, γίνεται πρόσωπο κι αυτό το ίδιο. Θα ανακαλύψει ότι, από την κατανάλωση, τις ανάγκες και από την περιορισμένη ευχαρίστηση που προσφέρουν, πιο ισχυρές είναι η λεπτή ψυχική ευαισθησία και η ζεστασιά των συναισθημάτων που κάνει να συντονίζονται οι καρδιές.

Ζ.Σ.: Έτσι ο γιος γίνεται, θα λέγαμε, πατέρας του εαυτού του. Παύει να είναι το προκομμένο παιδί που ξεπατικώνει τη ζωή των άλλων. Κι αυτό διότι ανακάλυψε έναν πατέρα που του έδωσε τη δυνατότητα να μη μένει παιδί, να ζήσει την εμπειρία που του υπαγόρευε η επιθυμία του.

Φ.Ν.: Λέτε ότι είναι ιδιοτελής! Ξέρετε όμως ότι ένας αδελφός δεν “οφείλει” να αγαπά τον αδελφό του, το παιδί δεν “οφείλει” να αγαπά τους γονείς του, ο δεκάλογος απαιτεί να τους τιμά. Οι υγιείς γονείς αγαπούν τα παιδιά τους, αλλά τα παιδιά δεν έχουν καμία υποχρέωση να αγαπούν τους γονείς τους. Όταν γίνουν κι αυτά γονείς, θα αγαπήσουν με τη σειρά τους τα δικά τους παιδιά. Τότε, με τον πόνο που θα τους προκαλέσει αυτή η αγάπη, ίσως καταλάβουν τους γονείς τους…
Κατά τη γνώμη μου, μία είναι η αμαρτία: η αμαρτία απέναντι στην επιθυμία μας. Αυτό είναι το αμάρτημα του πρωτότοκου.
Ο μικρός αδελφός δεν είχε αμαρτήσει απέναντι στο πατέρα του ούτε απέναντι στο Θεό φεύγοντας από το πατρικό. Αισθάνθηκε όμως αμαρτωλός, αμάρτησε στη συνέχεια διότι, ζώντας την επιθυμία του, υπέκυψε στους πειρασμούς και έδρεψε αποτυχία και απόγνωση.
Είχε φύγει θριαμβευτικά, με το μερίδιό του από την πατρική περιουσία, με σχέδια και με ελπίδες. Τώρα, επιστρέφει γεμάτος ντροπή. Και το “βουλώνει”. Αμαρτάνοντας, βουλώθηκε έξω από τον ουρανό και από τον πατέρα του, έξω από την ηθική και τη γεννετική τάξη: ως προς αυτό, μέσα στη χαρά του που τον ξαναβρήκε, ο πατέρας εξαγοράζει την αξιοπρέπεια του γιου του, του γιου που τα έπαιξε όλα για όλα και τα έχασε. Αυτό προκαλεί τον οργή του άλλου γιου, που δεν είχε ρισκάρει τίποτα.
Το ξαναλέω, για μένα η μόνη “αμαρτία” είναι να μην τολμά κάποιος να ζήσει την επιθυμία του. Η άλλη αμαρτία, περισσότερο αφέλεια παρά “αμαρτία”, είναι να αμφισβητούμε την αγάπη που τρέφει για εμάς ο Θεός όταν δεν αγαπάμε πια τον εαυτό μας, και να εξοργιζόμαστε με την αγάπη του Θεού για τους αντίζηλούς μας που δεν την αξίζουν.
Τα παιδιά οφείλουν να απελευθερωθούν, να εμφανίσουν,όπως λέμε στη φωτογραφία, τον δικό τους εαυτό για να προσθέσουν τη δική τους, μοναδική αλήθεια στη αργή ωρίμανση του σύμπαντος.

“Φρανσουάζ Ντολτό, Ζεράρ Σεβερέν, Τα Ευαγγέλια και η πίστη – Ο κίνδυνος μια ψυχαναλυτικής ματιάς”, εκδόσεις Εστία.

Η παραβολή του Ασώτου Υιού
Αρχιμ. Βασιλείου Γοντικάκη

Η παραβολή και εμείς
Έχει άμεση σχέσι η παραβολή αυτή με τον Θεό Πατέρα και την ιστορία της ανθρωπότητας, πού χαρα¬κτηριστικά χωρίζεται σε δύο μέρη, σε δύο γιους.
Εμείς που βρισκόμαστε; Ποιόν αντιπροσωπεύαμε;
Δεν είναι εύκολο να πούμε. Είναι επικίνδυνο βιαστικά να απαντήσωμε- αυτό μας διδάσκει η παραβολή.
Ο νεώτερος υιός από την αρχή, πού ζήτησε στανικά το επιβάλλον μέρος της ουσίας (και ποιος του ειπε ότι είχε δικαίωμα να κάμη κάτι τέτοιο;), μέχρις ότου δαπανήση τα πάντα, και γίνη ισχυρός λιμός σ’ όλη τη μακρινή χώρα, και πεθάνη της πείνας αυτός και οι πολίτες της χώρας εκείνης… Μέχρις ότου γί¬νουν όλα αυτά, ήταν ζαλισμένος, δεν ήταν στα καλά του, ήταν εκτός εαυτού. Δεν μπορούσε να διακρίνη, να καταλάβη τί έκανε. Μόνο μετά από όλα αυτά «ήλθεν εις εαυτόν».
Άρα, αν βρισκώμαστε στην κατάστασι αύτη του νεώτερου γιου, πριν ελθη εις εαυτόν, σημαίνει ότι είμαστε στην πραγματικότητα εκτός εαυτών και δεν ξέρομε που βρισκόμαστε, τι μας γίνεται, τι αντιπροσωπεύαμε. Η και αν νομίζωμε ότι ξέρομε -πού συ¬νήθως νομίζομε- πέφτομε έξω. Και μόνο αν έλθωμε εις εαυτούς κάποτε, με τη βοήθεια του Θεού, θα ανακαλύψωμε τη φτώχεια και τη γυμνότητα μας.
Άλλα και ο πρεσβύτερος υιός δεν είναι λιγότερο εκτός εαυτού. Η καλύτερα, αυτός δεν παρουσιάζεται ποτέ στην παραβολή να έρχεται εις εαυτόν, δηλαδή να έρχεται προς τον Πατέρα, να αισθάνεται και να ομό¬λογη με τη ζωή και τη συμπεριφορά του την ανθρώ¬πινη αδυναμία. Άλλα ψεύδεται και αλλοφρονεί: Κάνει πεισματικά το θέλημα του -«ωργίσθη και ουκ ήθελεν είσελθείν»- και νομίζει ότι έχει όλο το δίκιο με το μέ¬ρος του. Ενώ κρίσις δικαία είναι εκείνου που δεν κά¬νει το δικό του θέλημα αλλά μόνο το θέλημα του ουρανίου Πατρός.
Αυτοδικαιώνεται με τα λόγια του και ταυτόχρονα αναιρείται με τη διαγωγή του, αποδεικνυόμενος κενός οιηματίας, ξένος προς το ήθος του ουρανίου Πα¬τρός.
«Τοσαύτα έτη δουλεύω σοι»: Υπολογίζει τον χρό¬νο, την κτίσι όχι την αιωνιότητα, την άκτιστη χάρι, πού μια ροπή κάνει θεολόγο τον ληστή πού μετανοεί.
Κατηγορεί τον αδελφό του για ασωτεία και ανταρσία και ο ίδιος δεν υπακούει στον πατέρα του. Ενώ διαλαλεί τη διαρκώς άψογη στάσι του -«ουδέποτε εντολήν σου παρήλθον»- την ίδια στιγμή όχι εντολή αυστηρή για δουλειά αρνείται, αλλά παράκλησι πα¬τρική για συμμετοχή σε οικογενειακή χαρά καταπα¬τεί.
Άρα, δεν είναι εύκολο μόνοι μας να πούμε που βρισκόμαστε, γιατί μπορεί να πέφτωμε έξω, μπορεί να είμαστε εκτός εαυτών και να μην το ξέρωμε, να μην το αντιλαμβανώμαστε.
Τί φοβερό να είσαι τόσο μακριά, ενώ βρίσκεσαι μέσα στο σπίτι! Και το ακόμη φοβερότερο, να εφαρμόζης τις εντολές και να μην καταλήγης στη γεύσι του μόσχου του σιτευτού, να μη γίνεσαι δαιτυμών λαμ¬πρός του μεγάλου Συμποσίου πού προσφέρεται «υπέρ της Οικουμένης».

Η παραβολή του Ασώτου Υιού
Αρχιμ. Βασιλείου Γοντικάκη

Χαρακτηριστικά του πρεσβύτερου υιού
Ο πρεσβύτερος νοσεί, έχει μέσα του κόλασι. Μόνο βάσανο και ταραχή του προκαλεί η αγάπη του πατέρα προς αυτόν, η αγάπη των ανθρώπων μεταξύ τους.
Δεν μπορεί να εφαρμοσθή εδώ η εντολή του μεγάλου Δειπνοκλήτορος: «ανάγκασον εισελθείν» (Λουκ. 14, 23). Μια τέτοια επιμονή για είσοδο στον Παρά¬δεισο σε άνθρωπο πού ζηλοφθονεί, πολλαπλασιάζει τον δαιμονισμό. Τον βασανίζει περισσότερο. Του κά¬νει τη ζωή αβάσταχτη κόλασι.
Αυτός με σίγουρους συλλογισμούς και ατράντα¬χτα επιχειρήματα ανατρέπει όλα. Τα αποδεικνύει απαράδεκτα. Βρίσκει ενόχους και καταδικαστέους όσους συνέπραξαν για μια τέτοια γιορτή• για έναν παράδεισο, όπου ο άνθρωπος μπορεί να επιστρέψη, να σωθή, να ζήση• για ένα πασχάλιο δείπνο, όπου «ο μόσχος πολύς» και ακούγεται η κλήσι: «Πάντες απο¬λαύσατε του συμποσίου της πίστεως … του πλούτου της χρηστότητας». Δεν ανέχεται τέτοιες καινοτομίες. Δεν μπορεί να μπή σε τέτοιο κλίμα. Δεν υποφέρει «συμφωνίες και χορούς». Του είναι ξένο και απαράδε¬κτο το γεγονός, ο θεός να άγκαλιάζη τον άσωτο πού μετανοεί και να του χαρίζη «την στολήν την πρώτην». Δεν μπορεί να ανεχθή αυτή την αδικία, αυτή την προσ¬βολή προς την «αλήθεια», τη «δικαιοσύνη».
Ο πατέρας μειλίχια τον προσκαλεί στη χαρά, στο ευχαριστιακό τραπέζι. Και είναι σαν να του ζήτα να μπή στην κόλασι. Φουντώνει μέσα του το μίσος• και ακούει τη στοργική πρόσκλησι του πατέρα σαν οργισμένη αποπομπή.
Μήπως όλα αυτά λένε κάτι για το πώς θα γίνη η τελική κρίσι στη δευτέρα Παρουσία;
Μήπως η οργή («ωργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν») κάνει τη μοχθηρή καρδιά να βλέπη οργισμένο και βλοσυρό το ιλαρό πρόσωπο του ελεήμονος Θεού; Και το μίσος, πού δεν αφήνει τον άνθρωπο πού το έχει να μπη στο κοινό πανηγύρι της χαράς, παραποιεί γι’ αυτόν τον ίδιο την πρόσκλησι για τον Παράδεισο σε αποπομπή προς το πυρ το εξώτερο; Μήπως το μίσος είναι κόλασι πού κατατρώει τα σωθικά μας; Και η θεία αγάπη παράδεισος πού μας αναζωογονεί; Μή¬πως η ίδια η αγάπη του Θεού είναι παράδεισος για τους σωσμένους, υγιείς, πού αγαπούν, πού μετανοούν και έχουν νουν Χρίστου; Και η ίδια η αγάπη είναι κόλασι για τους αρρώστους, δηλαδή για κείνους πού δεν αγαπούν, δεν μετανοούν, δεν έχουν νουν Χριστού;
Μήπως η μία κλήσι της αγάπης του Θεού, ο οποίος «θέλει πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αλη¬θείας ελθείν», θα ακουσθή από όσους δεν αγαπούν, λόγω της διαστροφής και της αμετανοησίας τους: «Πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον»• και απ’ αυτούς πού αγαπούν: «Δεύτε οι ευλο¬γημένοι του Πατρός μου…»;
Μήπως από σήμερα δεν κρινόμαστε; Μήπως από σήμερα δεν ετοιμαζόμαστε για το ποια θέσι θα πάρωμε τότε μόνοι μας; Δεν ετοιμαζόμαστε για την κρίσι της αγάπης; Δηλαδή για το αν δεχώμαστε, αν ζούμε την αγάπη ως παράδεισο ή ως κόλασι;

Χαρακτηριστικά του νεώτερου υιού

Στον νεώτερο υιό εφαρμόζεται ο λόγος της Αποκαλύψεως: «Όφελον ψυχρός ης ή ζεστός» (Άποκ. 3, 15).
Όταν έφυγε, ήταν απόλυτος αντάρτης: «συναγαγών άπαντα ο νεώτερος υιός απεδήμησεν εις χωράν μακράν». Έπεσε με τα μούτρα στην αμαρτία. Τα έδω¬σε, τα έχασε όλα.
Όταν έφτασε στην εσχάτη ανάγκη, «εκολλήθη ενι των πολιτών της χώρας εκείνης». Το εκολλήθη δείχνει την ολόψυχη του προσπάθεια να πιαστή από κάποια σανίδα σωτηρίας.
Όταν επέστρεφε, ήταν το ίδιο θερμός και από¬λυτος: ήρθε να ομολογήση απερίφραστα την ολική του αποτυχία και αμαρτία.
Τα χάνει όλα την πρώτη φορά. Προσφέρει τώρα όλο του τον εαυτό, έστω χαμένο και νεκρό –πάντως όλο- στον πατέρα του• χωρίς κανένα ενδοιασμό, χω¬ρίς καμιά επιφύλαξι ή όρο.
Η φιλαυτία -η αρρωστημένη προσκόλλησι στο εγώ μας- είναι ξένη προς την Αγάπη που μας έπλα¬σε, προς την πνοή που Αυτή μας φύσηξε στα σπλάχνα. Γι’ αυτό κάνοντας το θέλημα του αντάρτικα ο νεώτερος γιος, χάνει τον άξονα της ζωής του, αθετεί τη φύσι του, καταστρέφει τον εαυτό του• βρίσκεται έκτος εαυτού. Μόλις «έρχεται εις εαυτόν», επιστρέφει στο σπίτι του. Βρίσκει τον πατέρα του, πού είναι αγάπη, πού δεν κλείνεται στον εαυτό του, άλλα «δι’ υπερβολήν της ερωτικής αγαθότητας έξω εαυτού γίνεται … και εν πάσι κατάγεται» (Άγιος Διονύσιος ο Αρεο¬παγίτης, Ρ.Ο. 3,712Α-Β). Τον πατέρα πού τρέχει έξω από το σπίτι, για να αγκαλιάση τον νεώτερο του γιο πού επιστρέφει, και βγαίνει έξω από το σπίτι του, από την ίδια αγάπη κινούμενος, για να παρακάλεση τον πρεσβύτερο.
Η εκστατική αγάπη -προσφορά στον Άλλον-μας οδηγεί στον εαυτό μας. Βρίσκομε το είναι μας και όλους τους άλλους. Αν αυτήν έχωμε -όσο μακριά κι αν βρισκώμαστε- θα μας φέρη στον Παράδεισο. Αν δεν την έχωμε -και στην πόρτα του Παραδείσου να είμαστε- η έλλειψι της αγάπης, το μίσος, δεν θα μας αφήση να μπούμε, αλλά θα μας πετάξη μακριά.

Ο κος Άνθιμος καλεί τους μαθητές να κάνουν “την αργία ελευθερία” και να πιούν τον καφέ τους, αφού πρώτα προσευχηθούν στους ναούς της πόλης.Γιορτή τριών Ιεραρχών

ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ο Μητροπολίτης Αλεξανδρούπολης, μιλάει στους νέους της πόλης μέσω ίντερνετ και τους καλεί να συμμετάσχουν στη λειτουργία των Τριών Ιεραρχών, παρά το γεγονός ότι το Υπουργείο Παιδείας την έχει χαρακτηρίσει “Αργία”. Ο κος Άνθιμος καλεί τους μαθητές να κάνουν “την αργία ελευθερία” και να πιούν τον καφέ τους, αφού πρώτα προσευχηθούν στους ναούς της πόλης. Ακούστε τον!

https://www.facebook.com/reportal.gr/videos/941889579300563/

Άνθιμος προς Αμβρόσιο: «Ο “άθεος” πρωθυπουργός μίλησε με περισσότερη ανθρωπιά και ευαγγελική πραότητα για τους πονεμένους της πυρκαϊάς»


Δημοσιεύτηκε: Τετάρτη, 25 Ιούλιος, 2018 – 06:37 | Στην Κατηγορία: 


«Φτάνει πια ‘Αγιε Καλαβρύτων!»

Ιδιαιτέρως αιχμηρή είναι η απάντηση του μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως Ανθίμου, στον μητροπολίτη Καλαβρύτων, Αμβρόσιο. Σε άρθρο του με τίτλο «Φτάνει πια ‘Αγιε Καλαβρύτων!» που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα της Ιεράς Μητρόπολης, ο κ. ‘Ανθιμος αναφέρει μεταξύ άλλων:

«Σήμερα ο Θεός θρηνεί μαζί με τους ανθρώπους. Θρηνεί για μια μεγάλη καταστροφή, που οδήγησε στην απώλεια δεκάδων αδελφών μας. Δεν βρίσκεται απέναντί μας ο Θεός, δεν τιμωρεί ο Θεός -δεν ξέρει να τιμωρεί, δεν γνωρίζει την τιμωρία- αλλά στέκεται στο πλευρό των δημιουργημάτων του, των καρπών της αγάπης του. Πονάει μαζί τους, δακρύζει μαζί τους, διαλύεται μαζί τους, σταυρώνεται ξανά μαζί τους»…

… «Και τώρα, τη στιγμή του θρήνου και της αλληλεγγύης, τη στιγμή που πρέπει να σταθούμε δίπλα στους ανθρώπους που διαλύονται και να προσευχηθούμε για τα πρόσωπα που χάθηκαν, αλλά και να στηρίξουμε όσους ο πόνος της απώλειας λυγίζει, κάποιοι επιλέγουν κηρύγματα μίσους, άμεση απόδοση ευθυνών και τη σύνδεση πραγμάτων ασύνδετων»….

… «Σήμερα, που ο άνθρωπος είναι “πιο κοντός από τη λύπη του”, σήμερα που ο καλύτερος λόγος είναι η σιωπή και η προσευχή, επινοήσατε να επιδείξετε μια καρικατούρα της Εκκλησίας, που δεν έχει καμιά σχέση με τον Χριστό. Επιλέξατε την επίθεση και την απόδοση προθέσεων. Επιλέξατε το δρόμο της διαίρεσης και της γενίκευσης του φόβου. Μιλήσατε για έναν Θεό οργισμένο, ο οποίος τιμωρεί τους ανθρώπους, τάχα εξαιτίας της “αθεΐας” των κρατούντων της κι όχι εξαιτίας της υποκρισίας των αξιωματούχων της»….

… «Σεβασμιώτατε, λυπάμαι, αλλά ο “άθεος” Πρωθυπουργός μίλησε με περισσότερη ανθρωπιά και ευαγγελική πραότητα για τους πονεμένους της πυρκαϊάς από ότι εσείς. Κάλεσε τον πληγωμένο λαό μας σε ενότητα και ομοψυχία, ενώ εσείς εξαπολύσατε κήρυγμα μίσους, κήρυγμα αντιχριστιανικό, απάνθρωπο. Φτάνει πια! Δεν είναι ο Χριστός μας, αυτός που τάχα εκφράζετε. Δεν είναι έτσι η Ορθόδοξη Πίστη μας, τσαλαπατώντας τον άνθρωπο, τότε αυτός μετατρέπει την Πίστη μας σε στεγνή και στυφή ιδεολογία, όπως ήταν ο φασισμός, ο ναζισμός και ο κομμουνισμός. Ορθόδοξη Πίστη ερήμην του ανθρώπου ή σε βάρος του ανθρώπου, δεν υπάρχει, δεν χρειάζεται να υπάρχει. Φτάνει λοιπόν, άγιε Καλαβρύτων!…».

 

Οι τρεις ιεράρχες συλλειτουργούντες. Φορητή εικόνα, του 1500.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΩΝ
ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

Η εικόνα των τριών ιεραρχών είναι μία εικονογραφική σύνθεση που μετρά χίλια χρόνια ζωής. Τι μας δείχνει η εικόνα των τριών ιεραρχών; Όπως το λέει ο τίτλος της, μας δείχνει τρεις ιεράρχες, τρεις επισκόπους της Εκκλησίας. Η συνηθισμένη σειρά με την οποία εικονίζονται οι μορφές των αγίων, είναι, από αριστερά προς τα δεξιά, ο Μέγας Βασίλειος, στο κέντρο της εικόνας ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και στη συνέχεια ο άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος. Και οι τρεις αυτοί άγιοι έζησαν τον 4ο αιώνα. Κι αν ο Μέγας Βασίλειος έγινε επίσκοπος στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, οι δύο άλλοι άγιοι, ο Ιωάννης ο χρυσόστομος και ο Γρηγόριος ο θεολόγος έγιναν πατριάρχες Κων/λεως.
Εκείνο που σφράγισε και τους τρεις αυτούς μεγάλους ιεράρχες κι έγιναν ευρύτερα γνωστοί σ’ εμάς, είναι η στέρεη και βαθιά κλασική τους μόρφωση. Ο άγιος Ιωάννης που καταγόταν από την Αντιόχεια έλαβε ως μοναχογιός την ανώτατη κλασική παιδεία της εποχής του σ’ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα της Ανατολής την Αντιόχεια, ενώ οι δύο αχώριστοι και πλήρεις θείου έρωτα φίλοι και συσπουδαστές, Βασίλειος και Γρηγόριος, σπούδασαν και αρίστευσαν μαζί στην πόλη της φιλοσοφίας, στην Αθήνα. Η υψηλή, φιλοσοφική τους μόρφωση, η αγάπη τους για τα γράμματα αλλά και ο καθοριστικός τους ρόλος στην διατύπωση της ορθόδοξης θεολογίας έγιναν για τους μεταγενέστερους οι προστάτες των γραμμάτων. Για την Εκκλησία όμως, κοινό χαρακτηριστικό των τριών αυτών ιεραρχών είναι η συμβολή τους στη διδασκαλία της χριστιανικής πίστης και ειδικότερα η συμβολή τους στη διασάφηση του χριστιανικού δόγματος. Ας τους γνωρίσουμε όμως καλύτερα.
Ο νεότερος από τους τρεις, ο μέγας Βασίλειος έζησε 49 χρόνια γι’ αυτό και εικονίζεται πολύ σωστά με σκούρα γενειάδα, μακριά. Ήταν ψηλός στο ανάστημα, αδύνατος, μελαχροινός στα χρώματα. Το ύφος του αυστηρό μας δείχνει, ότι πρόκειται για ένα πρόσωπο με έντονο ασκητικό και μυστικό χαρακτήρα. Κοιμήθηκε το 379.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος έζησε λίγο περισσότερο (53 χρόνια) και κοιμήθηκε το 407. Ήταν σχετικά κοντός στο ανάστημα, με μεγάλο κεφάλι και βαθουλωτούς οφθαλμούς που σε μαγνήτιζαν. Είχε μεγάλο μέτωπο και κοντό γένι με λίγες λευκές τρίχες, όπως πολύ ωραία εικονίζεται στις παλαιές εικόνες και τοιχογραφίες των ναών. Σπούδασε νομική και ξεχωρίζει ως ο κατεξοχήν ρήτορας της Εκκλησίας, ο έχων χρυσό στόμα.
Ο γηραιότερος των τριών άγιος Γρηγόριος που έζησε περίπου 60 χρόνια και κοιμήθηκε το 389 ή 390, είχε μέτριο ανάστημα, φαλακρός και λευκός στην κεφαλή, με βλέμμα ήμερο και καταδεκτικό. Είχε γένια αρκετά πυκνά, όχι όμως μακριά, χαρακτηριστικό που τον κάνει να ξεχωρίζει πάντα μέσα στις εικόνες. Λόγιος, ποιητής αλλά και ασκητικότατος ο άγιος αυτός ανέβηκε σε ακρότατη θεωρία ώστε να του δοθεί το επώνυμο «θεολόγος». Αυτό είναι το σύντομο πορτραίτο τους.
*
Οι τρεις ιεράρχες μέσα από τα γραπτά τους αλλά και το κήρυγμά τους είχαν ένα σκοπό: να στερεώσουν την ευσέβεια, να κηρύξουν την πίστη, να ομολογήσουν την αλήθεια θεμελιώνοντας γερά στην καρδιά των πιστών την αλήθεια της Εκκλησίας που είναι ο Χριστός. Η πάνσοφος Αγία Τριάς, η αδιαίρετος και υπερούσιος οικονόμησε έτσι ώστε να βρεθεί η τριάδα αυτή των λογίων ιεραρχών σε μία εποχή αιρέσεων ώστε οι ουράνιοι εκείνοι άνθρωποι, οι επίγειοι άγγελοι, οι σάλπιγγες της αληθείας του Χριστού και σοφότατοι ρήτορες, οι πραγματικές βροντές της άκτιστης θεότητας να κατατρωπώσουν και να σκορπίσουν τις αιρετικές φωνές με τον θείο τους κήρυγμα. Η θεολογία τους έμεινε κτήμα ες αεί για τις επερχόμενες γενεές. Τόσο καθοριστική υπήρξε, που ακόμα και μετά από 500 και πλέον χρόνια οι άνθρωποι να μένουν φανατικά προσκολημμένοι στα λόγια τους. Στα μετέπειτα χρόνια οι πιστοί της Εκκλησίας έφτασαν να διχαστούν μεταξύ των τριών και να διαιρεθούν, ώστε να ονομάζονται οι μεν Βασιλείτες, οι δε Ιωαννίτες και Γρηγορίτες.
Ο διχασμός και η διαίρεση όμως είναι αντίθετο της Εκκλησίας που είναι αγάπη δηλαδή ενότητα και σύμπνοια, εκείνο το ίνα ώσι εν της αρχιερατικής προσευχής του Κυρίου και Θεού μας. Έτσι 700 χρόνια αργότερα εμφανίστηκαν και οι τρεις άγιοι σ’ έναν επίσης λόγιο ιεράρχη, τον επίσκοπο Ιωάννη, της πόλεως των Ευχαϊτών (τα Ευχάϊτα βρίσκονταν στην Μικρά Ασία κοντά στην Αμάσεια) και του αποκάλυψαν τα εξής: «εμείς, του είπαν, είμαστε ένα μπροστά στον Θεό, και καμιά αντιπαλότητα δεν έχουμε μεταξύ μας. Ο καθ’ ένας από την μεριά του έγραψε και δίδαξε για την σωτηρία των ανθρώπων. Πρώτος και δεύτερος μεταξύ μας δεν υπάρχει, αλλά αν τον ένα ονομάσεις ευθύς και οι δύο άλλοι ακολουθούν. Πρόσταξε λοιπόν σε όσους φιλονεικούν να μη χωρίζονται εξ αιτίας μας, γιατί όσο ζούσαμε επιθυμία μας ήταν να ενώνουμε τον κόσμο και να τον φέρνουμε σε ομόνοια κι όχι να τον χωρίζουμε. Γι’ αυτό κι εσύ, ένωσε σε μία ημέρα και τους τρεις μας και σύνθεσε τροπάρια της εορτής όπως εσύ γνωρίζεις, για να φανεί στους χριστιανούς ότι είμαστε ένα μπροστά στον Θεό.»
Ο Ιωάννης Ευχαϊτών λοιπόν, που ονομαζόταν και Μαυρόπους, είχε υπάρξει ένας από τους επιφανέστερους, λόγιους κληρικούς της βασιλεύουσας, αλλά και καθηγητής του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης, κάθεται και συνθέτει ακολουθία στους τρεις ιεράρχες και καθιερώνεται σε λίγο χρόνο η εορτή των τριών ιεραρχών με αυτοκρατορικό βούλευμα στις 30 Ιανουαρίου. Ο μήνας αυτός διαλέχτηκε διότι περιείχε τον εορτασμό και των τριών ιεραρχών. Την 1η εορταζόταν η κοίμηση του μεγάλου Βασιλείου, την 25η του Γρηγορίου και την 17η η ανακομιδή του αγίου Ιωάννου του χρυσοστόμου. Έτσι, από το 1100 μέχρι σήμερα εορτάζουμε κοινά την μνήμη των τριών αυτών μεγάλων ιεραρχών της Εκκλησίας χάρη στην αποκαλυπτική έμπνευση του Ιωάννη Ευχαϊτών.
*
Η εικόνα των τριών Ιεραρχών μας αποκαλύπτει τον βαθύτερο χαρακτήρα και ήθος της ορθόδοξης Εκκλησίας. Πώς γίνεται αυτό;
Και οι τρεις ιεράρχες συνέδεσαν το όνομά τους με την βαθύτερη ουσία της Εκκλησίας, με αυτή την ίδια την ταυτότητά της γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι τόσο ο μέγας Βασίλειος όσο και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συνέθεσαν θείες Λειτουργίες, που φανερώνουν αυτή την ίδια την φύση και την ουσία της Εκκλησίας.
Η Εκκλησία για τον μέγα Βασίλειο, είναι παγκόσμιος οργανισμός που επεκτείνεται τοπικά σ’ ολόκληρη την υφήλιο και περιλαμβάνει ολόκληρη την ανθρωπότητα ανεξάρτητα από φυλή και κοινωνική τάξη και μάλιστα σε τρεις συζυγίες: «έθνη και τους κατοικούντας την οικουμένην, γηγενείς και τους υιούς ανθρώπων, πλουσίους και πένητας», αλλά επίσης αγαθούς και αμαρτωλούς. Δεν περιλαμβάνει όμως τους απίστους, εκείνους δηλαδή που θέτουν τον εαυτό τους έξω από την Εκκλησία. Σύμφωνα με την ορολογία του Αποστόλου Παύλου, η Εκκλησία είναι ταυτοχρόνως σώμα Χριστού και έδρα του Πνεύματος. Η Εκκλησία είναι σώμα Χριστού αλλά και ο Χριστός κεφαλή της Εκκλησίας. Σώμα λέγονται και οι πιστοί στο σύνολό τους, «πάντες εν σώμα εσμέν, κεφαλήν έχοντες τον Χριστόν». Οπότε έχουμε δύο συστατικά ενωμένα, τον Χριστό ως κεφαλή και τους πιστούς ως σώμα. Εκκλησία επομένως, για τον μέγα Βασίλειο, είναι η συνισταμένη των δύο αυτών στοιχείων. Με αυτή την έννοια η Εκκλησία είναι όχι μόνο καρπός αλλά και έκφραση της ενανθρωπήσεως του Θεού, διότι περικλείει ενωμένα το θεϊκό και το ανθρώπινο στοιχείο και συνδέει τους ανθρώπους με τον Χριστό. Έτσι, η θεαθρώπινη φύση του Χριστού γίνεται και φύση της Εκκλησίας, Μέσα δε από την Εκκλησία η θεανθρώπινη φύση του Χριστού γίνεται και φύση του πιστού.
*
Στα ίδια πλαίσια κινείται και η αντίληψη περί Εκκλησίας για τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο τον δεύτερο συγγραφέα θείας Λειτουργίας. Γι’ αυτό τον άγιο η Εκκλησία άρχισε από τη δημιουργία των πρωτοπλάστων. Ιδρύθηκε και πάλι, οριστικά αυτή τη φορά, δια του Χριστού ως ένας νέος παράδεισος. Η Εκκλησία αποτελεί ένα σώμα του οποίου το μεν θεϊκό στοιχείο είναι η κεφαλή, το δε ανθρώπινο τα μέλη, είτε αυτά είναι έντιμα είτε μη. Είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε εδώ, ότι, η ενότητα της Εκκλησίας εξασφαλίζεται με την παρουσία του Χριστού η οποία βρίσκεται αγαπητικά εν μέσω αυτής κι όχι εξουσιαστικά ως παρουσία μονάρχη. Ο άγιος Ιωάννης επιμένει ότι η ιερωσύνη είναι θείο χάρισμα και διακονία που ταιριάζει σε αγγέλους, γι’ αυτό και δεν επιτρέπεται να επιδιώκουν την ιερωσύνη οι άνθρωποι που στερούνται τα απαραίτητα προσόντα. Τα προσόντα αυτά για τον άγιο είναι η αγάπη του ιερέα προς το ποίμνιο, ο ζήλος, η ταπεινοφροσύνη, η ικανότητα της διδασκαλίας και της διοίκησης. Μεγάλη δε προσοχή δίνει στο αμάρτημα της φιλαρχίας δηλαδή στην εξουσιαστική τάση του ανθρώπου, διότι το αμάρτημα του δεσποτισμού διχάζει και φθείρει την Εκκλησία.
Θ’ αναρωτηθεί ενδεχομένως κάποιος. Και ο άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος, που δεν έγραψε θεία Λειτουργία. Τι προσέφερε στην ταυτότητα της Εκκλησίας; Ο μεγάλος αυτός άγιος προσέφερε, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες πατρολόγους, ο Παναγιώτης Χρήστου, «την πληρεστέραν και ακριβεστέραν μέχρι των χρόνων του τριαδολογίαν, την οποίαν ακολουθούν έκτοτε όλοι οι ορθόδοξοι». Καταπληκτικό πράγμα αυτό. Θεωρείται μ’ άλλα λόγια πατήρ και θεμελιωτής της ορθόδοξης Δογματικής. Πραγματικά, στον άγιο Γρηγόριο οφείλουμε την ορθόδοξη διδασκαλία περί της Αγίας Τριάδος. Για πρώτη φορά στην ορθόδοξη θεολογία διατυπώθηκε η ορολογία του αγίου Γρηγορίου σχετικά με τις διακρίσεις των προσώπων της Αγίας Τριάδος που έμειναν για πάντα. Οι διακρίσεις αυτές είναι το «αγέννητον» το «γεννητόν» και το «εκπορευτόν». Το αγέννητον ανήκει στον Πατέρα, το γεννητόν στον Υιό και το εκπορευτόν στο Άγιον Πνεύμα. Τα τρία επομένως πρόσωπα της Αγίας τριάδος έχουν μαζί και ιδιαιτέρως το πλήρωμα της θεότητας, διακρίνονται μόνο κατά τον τρόπο προέλευσής τους. Τόσο ο άγιος Γρηγόριος όσο και οι άλλοι άγιοι της Εκκλησίας βιώνουν προσωπικά την θεολογία, δηλαδή ζουν τον Θεό, αποκτούν εμπειρία του Θεού και στη συνέχεια, διατυπώνουν την εμπειρία αυτή με τον λόγο ως θεολογία. Η φιλοσοφική παιδεία των τριών ιεραρχών υπηρέτησε θαυμάσια στην διατύπωση της εμπειρίας αυτής του Θεού είτε μέσα στα κείμενα των θείων Λειτουργιών είτε μέσα από τα ερμηνευτικά υπομνήματα περί της αγίας Τριάδος.
Αλλά και στη διδασκαλία περί της Εκκλησίας, ο άγιος Γρηγόριος μας διδάσκει πολλά. Εκκλησία είναι η κοινωνία που δημιουργήθηκε με το κήρυγμα και το έργο του Χριστού. Η Εκκλησία, θα πει, χτίστηκε από τον Κύριο με αρχιτέκτονα το Άγιο Πνεύμα. Παρά τις ανθρώπινες αδυναμίες βαδίζει τον δρόμο της η Εκκλησία έχοντας μέσα της εμπολιτευόμενο το άγιο Πνεύμα. Τι ωραία λέξη αυτό το εμπολιτευόμενο. Έχει δηλαδή η Εκκλησία συμπολίτη της, έχει συγκάτοικό της το Άγιο Πνεύμα. «Παρά τις ανθρώπινες αδυναμίες βαδίζει τον δρόμο της η Εκκλησία». Ο άγιος Γρηγόριος υπερτονίζει στη διδασκαλία του τις αδυναμίες αυτές των ανθρώπων. Πίστευε, ότι η Εκκλησία της εποχής του έμενε αποίμαντος και ότι οι πολλές σύνοδοι που καλούσε η ιεραρχία αντί να λύσουν τα προβλήματα τα έκαναν πιο περίπλοκα. Γι’ αυτό και σε κάθε περίσταση κήρυττε την ειρήνη.
Στους Λόγους του, ο άγιος Γρηγόριος θεωρεί την ιερωσύνη ως επιστήμη επιστημών, δηλαδή ως την ανώτερη επιστήμη και ως αξίωμα ουράνιο. Λυπόταν δε και ντρεπόταν για λογαριασμό εκείνων που χωρίς να είναι καλύτεροι από τους κοινούς ανθρώπους, αν δεν είναι και χειρότεροι, εισέρχονται στα άγια των αγίων με άνιπτα χέρια και αμύητες ψυχές, σα να ήταν το λειτούργημα αυτό του ιερέα ένα βιοποριστικό επάγγελμα. Πίστευε ότι πρέπει να προσέρχονται στην ιερωσύνη όσοι είναι ανώτεροι από τους άλλους στην αρετή και στην προς Θεόν οικείωσιν. Άλλη σημαντική λέξη. Η οικείωσις προς τον Θεόν. Οικείωσις προς τον Θεόν σημαίνει την κλίση, σημαίνει την συμπάθεια και την προσαρμογή προς τον Θεό. Σημαίνει αυτό που λέμε σήμερα την στενή γνωριμία. Επομένως, ο μέλλων ιερεύς πρέπει να έχει στενή γνωριμία με τον Θεό.
Να λοιπόν, πώς, με δύο λόγια οι τρεις ιεράρχες, αποτελούν τα πρόσωπα εκείνα που μας αποκάλυψαν την ουσία της Εκκλησίας. Είναι τα πρόσωπα εκείνα που με τα έργα τους, με τα κηρύγματά τους, με την διδασκαλία τους, εδραίωσαν και στηρίζουν πάντοτε, όποτε έχουμε τ’ αυτιά και την καρδιά ανοικτή, την Εκκλησία. Η εικόνα των τριών ιεραρχών μας δείχνει τα πρόσωπα εκείνα από τα οποία αντλούμε τα καθαρά νάματα της ανεξάντλητης πηγής που είναι αυτός ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, η Εκκλησία.

Σιμόνη Βέιλ: Eβραία, αρχαιοελληνίστρια και χριστιανή Από Σύνταξη – 30 Ιανουάριος, 2018

Γράφει ο Σωτήρης Γουνελάς*

Επιμέλεια: Σταμάτης Μαυροειδής

 

Εμείς οι ορθόδοξοι έχουμε ένα μεγάλο μειονέκτημα που τo θεωρούμε πλεονέκτημα. Πιστεύουμε ότι είμαστε μόνοι κάτοχοι της Αλήθειας, οπότε δεν μπορεί κανένας μη ορθόδοξος να μας φωτίσει, ή να μας συνδράμει σε αυτό το ζήτημα και όχι μόνο σε αυτό. Η περίπτωσή όμως της Βέιλ μας υποχρεώνει να αμφισβητήσουμε αυτό το κυρίαρχο «δόγμα», γιατί προωθεί, ως προς ορισμένες όψεις τουλάχιστον, τόσο πολύ την χριστιανική αλήθεια, που η περίπτωσή της καταντά ανεξήγητη, αν συλλογιστεί κανείς ότι έχει εβραϊκή καταγωγή και δεν είναι βαφτισμένη. Ίσως θα μπορούσαμε να πλησιάσουμε μια εξήγηση λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα λεγόμενά της σχετικά με την πρώτη φορά που ένιωσε την ανάγκη να γονατίσει σε ναό στην Ασίζη, εκεί όπου στο παρελθόν εκκλησιαζόταν ο άγιος Φραγκίσκος, και προπαντός τη δήλωσή της στη Σολέσμ ότι ο Χριστός «κατέβηκε και την πήρε». Το τελευταίο αυτό σημαίνει ότι η Βέιλ κατέθεσε τον εαυτό της στο Χριστό, γι’ αυτό άλλωστε μπορούσε εν μέσω εικοστού αιώνα να πει: «Δεν είναι δική μου δουλειά να σκέφτομαι τον εαυτό μου. Η δουλειά μου είναι να σκέφτομαι το Θεό. Είναι δουλειά του Θεού να σκέφτεται για μένα».

Η Βέιλ, όσο καταπλήσσει με τη νοητική της ικανότητα και δεινότητα, άλλο τόσο συναρπάζει η αποκλειστικότητα να ενδιαφέρεται έμπρακτα για τους «αδυνάτους» όλου του κόσμου

Πριν προχωρήσουμε θα ήθελα να δώσω μια γενική αίσθηση της περίπτωσής της τονίζοντας ότι η Βέιλ είναι «πολυπεριεκτική» και απαιτεί μεγάλη παιδεία και σταθερή πίστη. Και τούτο γιατί ένα πλήθος αναφορών αλλά και ενστάσεων που προβάλλει απέναντι στη χριστιανική παράδοση-σημειωτέον ότι αναφέρεται προπαντός σε Καθολικισμό και Προτεσταντισμό – αντλούνται από θεμελιακά κείμενα των αρχαίων ελλήνων, των εβραίων και των ινδών. Που σημαίνει ότι πρέπει κανείς να έχει οικείωση με τις κεντρικές τουλάχιστον σημασίες αυτών των αρχαίων παραδόσεων, έτσι ώστε να μπορεί να κρίνει τα λεγόμενά της. Γιατί η Βέιλ, όσο καταπλήσσει με τη νοητική της ικανότητα και δεινότητα, άλλο τόσο συναρπάζει η αποκλειστικότητα να ενδιαφέρεται έμπρακτα για τους «αδυνάτους» όλου του κόσμου. Από την άλλη, πρέπει να μη μας διαφύγει η τάση της για μια συχνά αφ’ υψηλού θεώρηση των πάντων και μάλιστα των χριστιανικών πραγμάτων. Το ζήτημα γίνεται δυσκολότερο από τη στιγμή που στα γραπτά της διακρίνεται μια τρομερή διάθεση εξομοίωσης με τον πάσχοντα Χριστό αλλά και με τον πάσχοντα συνάνθρωπο.

 

* * *

Θα σταθώ τώρα σε δύο σημεία από το βιβλίο της Attentede Dieu (Προσδοκώ τον Θεό) και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο «Η αγάπη του πλησίον» (περιλαμβάνεται στην ελληνική έκδοση που έγινε πριν πολλά χρόνια στο «Μήνυμα» με τίτλο Εκλογή από το έργο της σε μετάφραση δική μου και της Β. Τριανταφύλλου). Το πρώτο μιλάει για το Θεό ή μάλλον για την κένωσή του, με τον ακόλουθο τρόπο: «η δημιουργία είναι από μέρους του Θεού, όχι μια πράξη αυτοδιαστολής, αλλά συστολής και απάρνησης. Ο Θεός μόνος του είναι μεγαλύτερος από το Θεό μαζί με όλα τα δημιουργήματά του. Ο Θεός δέχτηκε αυτή τη μείωση. Κένωσε από τον εαυτό του ένα μέρος της ύπαρξης. Ήδη με αυτή την πράξη κενώθηκε από την θεότητά του∙ γι’ αυτό ο άγιος Ιωάννης λέει πως το Αρνίον έχει σφαγεί από καταβολής κόσμου. Ο Θεός επέτρεψε την ύπαρξη σε πλάσματα άλλα από Κείνον και που αξίζουν άπειρα λιγότερο από Κείνον. Με την πράξη της δημιουργίας αρνήθηκε τον εαυτό του, όπως ακριβώς ο Χριστός μας παρήγγειλε ν’ απαρνηθούμε τους εαυτούς μας. Ο Θεός αρνήθηκε τον εαυτό του για χάρη μας, για να μας δώσει τη δυνατότητα να αρνηθούμε τους εαυτούς μας για Κείνον. Αυτή η απάντηση, αυτός ο αντίλαλος, που από μας εξαρτάται να τον αρνηθούμε, αποτελεί τη μόνη δυνατή δικαίωση για την παράφορη αγάπη που δείχνει το γεγονός της δημιουργίας» (σ. 25-26).

Πρώτα πρώτα, με τον τρόπο που θέτει το ζήτημα, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα Θεό αδύναμο, σ’ ένα Θεό που εκουσίως βέβαια αυτοπεριορίζεται και μικραίνει. Η Βέιλ θα μπορούσαμε να πούμε, πιστή στα μαθηματικά λόγω Πλάτωνα και Πυθαγόρα τα βάζει στο παιχνίδι: υπολογίζοντας βρίσκει ότι ο Θεός μόνος του είναι μεγαλύτερος από ό, τι ο Θεός μαζί με τα δημιουργήματά του. Για τα φυσικά μαθηματικά η πράξη αυτή είναι λάθος, όχι όμως για το υπερβατικό η μεταφυσικό επίπεδο. Εκεί, τα πράγματα ισχύουν κάπως αντεστραμμένα, τουλάχιστον σε αυτή τη συγκυρία. Ο Θεός είναι άπειρος από μόνος του, επομένως τί θα του προσθέσει σε μέγεθος η προσθήκη σε Αυτόν των δημιουργημάτων; Όντας λοιπόν πάνω από όλους και όλα, ο ίδιος αποφασίζει να κενωθεί, να υποβιβάσει τον εαυτό του, να αυτοταπεινωθεί σε ύψιστο βαθμό. Η Βέιλ έτσι εξηγεί και τη ρήση του Ιωάννη περί «του Αρνίου του εσφαγμένου από καταβολής κόσμου», που αναφέρει στην Αποκάλυψη. Είναι σαν ήδη στη δημιουργία, να σημειώνεται μια μείωση του Προσώπου του Θεού, ένας περιορισμός της Ύπαρξης του για να χωρέσουν πλάι του οντότητες έτερες και διαφορετικές, πολύ μάλιστα κατώτερες Εκείνου, όπως μας λέει. Το διευκρινίζει διττά: Την πρώτη φορά λέγοντας «Με την πράξη της δημιουργίας αρνήθηκε τον εαυτό του, όπως ακριβώς ο Χριστός μας παρήγγειλε ν’ απαρνηθούμε τους εαυτούς μας» και τη δεύτερη λέγοντας: «Ο Θεός αρνήθηκε τον εαυτό του για χάρη μας, για να μας δώσει τη δυνατότητα να αρνηθούμε τους εαυτούς μας για Κείνον». Όπως κι αν το δούμε, δεν έχουμε να κάνουμε με ένα Θεό που συνθλίβει το δημιούργημά του, γιατί απλούστατα το έφερε στην ύπαρξη από αγάπη. Αυτή ή αγάπη που είναι ο ίδιος τον δεσμεύει εκούσια (ο Θεός είναι ελεύθερος και να δεσμευτεί και να μη δεσμευτεί) και όχι κάτι έξω από Αυτόν.

 

* * *

 

Ένα δεύτερο σημείο που μας βοηθά να καταλάβουμε τη στάση της είναι όσα αναφέρει από αφορμή την παραβολή του καλού Σαμαρείτη. Η Βέιλ έχει ένα προσωπικό και άμεσο τρόπο να διαβάζει γεγονότα και γραφές. Και έχει επίσης μια ιδιαίτερη ικανότητα να πηγαίνει κατευθείαν στο ψαχνό. Ζωγραφίζει με τα χρώματα που απαιτούνται για να δούμε την εικόνα μπροστά μας, κάπως σαν να είμαστε εκεί, όχι μέσα από τη διάχυση που επιβάλλουν οι αιώνες. Γράφει: «Ο Χριστός μας δίδαξε πως η υπερφυσική αγάπη του πλησίον, είναι η ανταλλαγή συμπόνιας και ευγνωμοσύνης που προκαλείται όπως μια αστραπή ανάμεσα σε δύο υπάρξεις, από τις οποίες η μία έχει και η άλλη στερείται το ανθρώπινο πρόσωπο. Η μία από τις δύο είναι μόνο λίγη γυμνή σάρκα, αδρανής και αιμόφυρτη, άκρη σ’ ένα χαντάκι, ανώνυμη, άγνωστη σε όλους. Όσοι περνούν πλάι της, μόλις που την αντιλαμβάνονται και λίγα λεπτά αργότερα, σχεδόν δεν ξέρουν ότι την είδαν. Ένας μόνο σταματά και την προσέχει. Οι πράξεις που ακολουθούν δεν είναι παρά το αυτόματο αποτέλεσμα αυτής της στιγμιαίας προσοχής. Η προσοχή αυτή είναι δημιουργική. Αλλά τη στιγμή που ενεργείται είναι απάρνηση».

έργο του ζωγράφου Χρήστου Μποκόρου

Επειδή είπε πιο πάνω για την κένωση του Θεού στη δημιουργία, βλέπει το ανάλογο στη δημιουργική πράξη και προσοχή του ανθρώπου προς το δυστυχισμένο, άγνωστο και διαφορετικό πλάσμα. Θέλει να συνδυάσει τη γενναιοδωρία και τη συμπόνια με τη δημιουργία και το πάθος του Χριστού, που περιέχει ταυτόχρονα κένωση, απάρνηση, αγάπη. Για να παρακολουθήσουμε τη Βέιλ, πρέπει να παραιτηθούμε από τους συνήθεις τρόπους ορθολογικών ή αναλυτικών προσεγγίσεων και να κινηθούμε σε επίπεδο ενόρασης-σύνθεσης, κατά κάποιο τρόπο να κενωθούμε, όπως ζητάει η ίδια, αν θέλουμε να καταλάβουμε τι θέλει ο Θεός από τον άνθρωπο ή τι θέλει η αγάπη από τον άνθρωπο. Αυτό είναι ένα εξαιρετικά προσφιλές της θέμα. Η Βέιλ εννοεί σαρκωμένη αγάπη, δηλαδή προεκτείνει την Ενανθρώπηση, τη θεανθρώπηση του Χριστού, την κένωσή του ώστε να λάβει μορφήν δούλου στη ζωή των ανθρώπων, μέσα στον κόσμο, μέσα στις σχέσεις και δοκιμάζει να τη διαβάσει στις πράξεις τους. Για την Βέιλ δεν υφίσταται αφηρημένη αγάπη. Λέει: «αρνούμενοι τον εαυτό μας γινόμαστε ικανοί να καταφάσκουμε, όπως ο Θεός, έναν άλλο, με μια κατάφαση δημιουργική. Δίνουμε τον εαυτό μας λύτρο για τον άλλο. Είναι μια λυτρωτική πράξη» (σ. 28).

Η Βέιλ έχει ένα προσωπικό και άμεσο τρόπο να διαβάζει γεγονότα και γραφές. Και έχει επίσης μια ιδιαίτερη ικανότητα να πηγαίνει κατευθείαν στο ψαχνό

Καθώς λοιπόν η Βέιλ παρουσιάζει έντονη την εμπειρική βιωματική διάσταση και δείχνει ιδιαίτερη ευαισθησία στο θέμα της αγάπης, προσανατολίζει τη ζωή της σε αυτή τη διάσταση, όπου βλέπει να καταθέτει τον εαυτό της κατά κάποιο τρόπο μέσα σε αυτό το μαρτύριο, αφού σε καθημερινή βάση τον υπέβαλε σε έσχατη προσφορά απέναντι στον πλησίον. Η έλλειψη θεολογικής πληρότητας ή ακρίβειας αντικαθίσταται σε πολλά ζητήματα από αυτή την προσωπική προσφορά που φτάνει σχεδόν ως το θάνατο. Το γεγονός ότι αφήνεται σχεδόν να πεθάνει, δεν είναι αναγκαίο να ερμηνευτεί αρνητικά, κάπως σαν μορφή αυτοκτονίας, αλλά ως διάθεση οριστικής ένωσης με τον Πατέρα. Οπωσδήποτε ισχύει αυτό που έγραψε ο Στ. Παπαλεξανδρόπουλος βιβλιοκρίνοντας την πρώτη εκείνη έκδοση στα ελληνικά ότι «επανανακτά και βιώνει τη σχέση του Θεού με τον κόσμο, τη θρησκεία, σαν κεντρικό γεγονός, σαν την πραγματικότητα εκείνη που αναδύεται πίσω από κάθε άλλο φαινόμενο, σαν εκείνο που ορίζει, ανάλογα με την εγγύτητα ή την απομάκρυνση από αυτό, την αλήθεια –δηλ. το βαθμό ζωής– των πάντων» («Σύναξη», τ.7, Καλοκαίρι του ’83, σ. 75).

Το σπουδαίο με την Βέιλ, είναι ότι μας βάζει με μια αμεσότητα προσωπική και φιλοσοφική –με όσο γίνεται πιο έντονη έννοια- ένα είδος φιλοσοφίας ζωής θα έλεγα– μέσα στο θέμα της κένωσης από τον εαυτό, είτε τον δούμε ως εγώ, είτε ως περιέχων το εγώ

Ωστόσο, το σπουδαίο με την Βέιλ, η οποία ας μη λησμονούμε ότι δεν έχει θεολογικές και μάλιστα ορθόδοξες καταβολές, είναι ότι μας βάζει με μια αμεσότητα προσωπική και φιλοσοφική –με όσο γίνεται πιο έντονη έννοια– ένα είδος φιλοσοφίας ζωής θα έλεγα – μέσα στο θέμα της κένωσης από τον εαυτό, είτε τον δούμε ως εγώ, είτε ως περιέχων το εγώ. Μας βάζει μέσα στο ζήτημα της «μωρίας του σταυρού», που λέει ο Παύλος, δηλαδή στην καρδιά της χριστιανικής Πίστης. Εάν μάλιστα ισχύει η φράση του Σμέμαν «Να πιστεύομε στο Χριστό θα πει να μετανοούμε – να αλλάζομε ριζικά το “νου”, δηλαδή τη νοοτροπία της ζωής μας, να την αντικρύζομε ως αμάρτημα και ως θάνατο» (ο.π. 116), τότε η Βέιλ φαίνεται να έχει θέση στα χριστιανικά πράγματα και βεβαίως στα ανθρώπινα, «νεωτερικά» και μη, όποιο και αν είναι το δικό της προσωπικό βίωμα και όσα συμπληρώματα και αν χρειάζεται.

O Παράδεισος της Ψαλτικής Τέχνης

O Παράδεισος της Ψαλτικής Τέχνης


Ιάσων Ιερομόναχος
Πίσω απ’ το τάλαντο της Ψαλτικής κρύβεται ο Παράδεισος. Έλεγεν ένας παλαιός παπάς «από το πως ψάλλεις, φαίνεται πόσον αγώνα πνευματικό κάνεις».

Κι είναι αλήθεια. Στο διακόνημα της Ψαλτικής κρύβεται ένας παράδεισος του οποίου η κατάκτηση δε κρίνεται από το τάλαντο που χάρισεν ο Θεός στον ψάλλοντα, μα από τον τρόπο διαχείρισης του ταλάντου από τον Ιεροψάλτη.

Διαχείριση του ταλάντου, πρώτα απ’ όλα σημαίνει αναζήτηση της σχέσης του Ιεροψάλτη με τον Θεό κι έπειτα με την ίδια την τέχνη της Μουσικής. Άλλωστε, αν κάποιος ψάλλει επαγγελματικά και μόνο, χωρίς ν’ αναζητά τον Θεό, αυτό αργά η γρήγορα γίνεται κατανοητό. Ας ψηλώνει το αναλόγιο…
Έπειτα, η σχέση του ψάλτη με την ίδια την τέχνη της μουσικής και μάλιστα, όχι μόνο με την βυζαντινή μουσική αποκλειστικά, αλλά την εν γένει, ως οδό έκφρασης και επικοινωνίας.
Άλλωστε, τίποτε δε γεννήθηκε από μόνο του, τουλάχιστον από τότε που άρχισαν οι άνθρωποι να φτιάχνουν τις πρώτες κοινωνίες και σιγά σιγά να επινοούν τη γραφή.

Ο Ιεροψάλτης μετέχει της Τέχνης. Δεν είναι εκτελεστής αλλά μυσταγωγούμενος εν Εκκλησία, εκφράζει τον αγώνα του για την υπέρβαση από την φθαρτότητα του κόσμου. Τι ευλογημένη αντίθεση! Ένα προϊόν πολιτισμού, όπως η Μουσική, λιβανίζεται μες την εκκλησιά της Ανάστασης.Μέσα σ’ αυτήν γίνεται δοξολογία, ικεσία, και μετάνοια.
Σε μια συναυλία βυζαντινής μουσικής θα θαυμάσει κανείς την τεχνική μιας χορωδίας και τις δυνατότητές της. Πράγμα σπουδαίο μα… βυζαντινή μουσική χωρίς ακολουθία, χωρίς λιβάνι, χωρίς Θεία Λειτουργία δεν θα μπορέσει ποτέ στ’ αλήθεια να υπάρξει.
Όπως αναζητά τον Θεό στη ζωή του, ο Ιεροψάλτης θα Τονε αναζητήσει και πάνω στο ψαλτήρι. Μας παρέδωσαν οι πατέρες μας ταπεινούς ψαλτάδες και δασκάλους. Ψαλτάδες που όταν έψαλλαν κοίταζαν μονάχα το βιβλίο καθ΄ όλη τη διάρκεια της ακολουθίας.

Δε γύριζαν το κεφάλι, μετά από ένα επιβλητικό «Κύριε Ελέησον», να δουν τη συγκίνηση και τον θαυμασμό του κόσμου ώστε να φορτίσουν τις εγωιστικές τους μπαταρίες. Δε μειδιούσαν όταν ο αριστερός τους έκανε κάποιο λάθος κι ούτε το σχολίαζαν περιπαικτικά στον Δομέστικο.
Ο Χριστός κι η μουσική, δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο. Καμιά φορά βλέπεις στ’ αναλόγια ένα μικρό χάρτινο εικονάκι καρφιτσωμένο πάνω- πάνω: υπάρχουν ψάλτες που κοιτάζουν, σ’ όλη την ακολουθία, βιβλίο κι εικονάκι. Κι η προσευχή του ψάλτη ταξιδεύει στο εκκλησίασμα, αυτό είναι το μόνο σίγουρο!

Οι τρεις παίδες στο φλεγόμενο καμίνι έψαλλαν μ’ ένα στόμα στον Σωτήρα τους Θεό. Δε κοίταζε κανείς απ’ τους τρεις προφήτες ν’ ακουστεί περισσότερο. Έτσι και στο Ψαλτήρι: η φωνή του Πρωτοψάλτη είναι σα την Φωνή του Θεού πάνω στα ύδατα, που συνταιριάζει όλες τις άλλες φωνές κι ακούγονται σα να ‘ναι μία.
Οι ισοκράτες διαιωνίζουν τη φωνή του Πρωτοψάλτη, δίδοντας προοπτική στον ήχο κι όχι υπερβαίνοντας τον λόγο.

Το ψαλτήρι λοιπόν δεν είναι τόπος επίδειξης αλλά διδασκαλίας και καλλιέργειας των ταλάντων που δόθηκαν απ’ τον Θεό.
Έτσι, καταλήγουμε, ότι στην Αγία μας Εκκλησία δε λέμε «τραγουδάκια»! Πόσο μάλλον όταν ψάλλουμε στον Θεό τροπάρια, τα οποία προέρχονται απ’ τα ασκητικά κελιά των βυζαντινών μοναχών.
Ο λόγος της βυζαντινής μας υμνολογίας είναι βιωματικός και όχι συναισθηματικός. Ο Ιεροψάλτης δε προσπαθεί να συγκινήσει κάποιο ακροατήριο αλλά να συνεπάρει στα ανείπωτα των Εσχάτων τον λαό του Θεού. Έναν λαό, ο οποίος δεν απαρτίζει κάποιο ακροατήριο αλλά συμμετέχει -και μάλιστα ενεργά- στην τέλεση του Μυστηρίου.

Όλες οι ιερές τέχνες που μας άφησαν οι πατέρες μας δεν έχουν χαρακτήρα διδακτικό μονάχα για τον λαό, τον αποδέκτη δηλαδή της τέχνης, αλλά και για τον εκφραστή της.
Το πρώτο πράγμα που μαθαίνει ο Ιεροψάλτης είναι να κάνει υπακοή στο συλλογικό βίωμα της Εκκλησίας.
Το «Τυπικό», δηλαδή οι κανόνες σχετικά με το τι ψάλλεται και πότε, έχει βαθιά ποιμαντικό χαρακτήρα.
Η Εκκλησία δεν καθαιρεί την προσωπική έκφραση του καθένα αλλά την εντάσσει στο διακόνημά της στον κόσμο που δεν είναι άλλο από την Σωτηρία του, με την βυζαντινή μας μουσική ν’ αποτελεί ένα από τα χρησιμότερα πνευματικά εργαλεία στον ευαγγελισμό του κόσμου.

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση