για τα δεσμά μας, δε φταίει πάντα η σκλαβιά, μα η υποταγμένη μας καρδιά.Τι είναι η Κοινωνική φοβία;

 

Άλλος μασάει, κι άλλος σωπαίνει
κι ο σκυφτός λαός να περιμένει
για τα δεσμά μας, δε φταίει πάντα η σκλαβιά,
μα η υποταγμένη μας καρδιά.

Μ’ ένα φανάρι ξαναγυρνάς τις νυχτιές ψάχνεις γι’ ανυπόταχτες ματιές.

 

«..η βαθιά ελευθερία η οποία προκαλεί δέος και συνοδεύεται από τρομακτική ευθύνη, εκείνο το είδος ελευθερίας που τόσο πολύ το τρέμουν οι άνθρωποι, ώστε επιστρατεύουν δικτάτορες, αφεντικά και θεούς για να αποσείσουν από πάνω τους αυτό το φορτίο.

«π. Βασ. Θερμός»

……δουλειά του πνευματικού, ως ανθρώπου ο οποίος υποτίθεται ότι αγωνίζεται περισσότερο και υπερτερεί και στις γνώσεις αλλά και στην πνευματική ζωή, είναι να μπορέσει να δείξει τον δρόμο στον αγωνιζόμενο άνθρωπο, να δείξει τις κακοτοπιές, τις παγίδες, να τον βοηθήσει δηλαδή να φέρει εις πέρας πιο υπεύθυνα και με μεγαλύτερη επίγνωση την πορεία του προς τον Θεό.

Για την ελευθερία μπορεί και πρέπει να θυσιάζεις τη ζωή σου, αλλά για τη ζωή σου ποτέ δεν πρέπει να θυσιάζεις την ελευθερία.
Με την ελευθερία είναι συνδεδεμένη η ποιότητα της ζωής και η αξιοπρέπεια του ανθρώπου.»            Nikolas  berdiaeff

 

«Η ελευθερία ξεκινάει με μια απαγόρευση, να μη βλάπτεις το διπλανό σου.» γραμμένο σε πλακάτ των φοιτητών στην εξέγερση του Γαλλικού Μάη το 68.Επιβεβαιώνεται έτσι ο ευαγγελικός λόγος, «αγάπα και κάνε ότι θες.»Γιατί τότε πραγματικά είσαι ελεύθερος, όταν δεν μπορείς να κάνεις κακό στο συνάνθρωπό σου.
          Γιατί ελευθερία σημαίνει αντίσταση κατά της αδικίας, της απληστίας, της εκμετάλλευσης… γιατί ελευθερία σημαίνει άρνηση σε καθεστωτικές αντιλήψεις, νοοτροπίες, δομές που αναπαράγουν ανισότητες, εξαθλίωση, φτωχοποίηση… γιατί ελευθερία σημαίνει αμφισβήτηση του εκάστοτε σάπιου θεσμικού κατεστημένου… γιατί ελευθερία σημαίνει αγώνας για ψωμί, παιδεία, μόρφωση, δουλειά, αξιοπρέπεια για όλους.
Η Ιστορία της ανθρωπότητας είναι βαμμένη με αίμα στους αγώνες της για ελευθερία, όπως και η πορεία του ανθρώπινου όντος ένας συνεχής αγώνας για απελευθέρωση από τη φιλαυτία, τον εγωισμό, το βόλεμα, την ιδιοτέλεια, τον ατομοκεντρισμό… Ο δρόμος προς την ελευθερία, απαιτεί υπέρβαση του φυλακισμένου εαυτού
στο εγώ του, απαιτεί θυσίες….

Οι αληθινοί επαναστάτες (διαδηλώνουν)-μαρτυρούν και σκοτώνονται δεν σκοτώνουν!!!!!

 

Ανδρέας  Λεντάκης. «Εάν είχαν κάνει αληθινά αντίσταση οι μισοί από όσους παριστάνουν τους αντιστασιακούς, η δικτατορία δεν θα είχε αντέξει ούτε επτά μέρες, όχι επτά χρόνια»…. Τέρμα με τις υποκρισίες και τους τσάμπα αντιστασιακούς!»

Φοβάμαι τους ανθρώπους που εφτά χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι, και μια ωραία πρωία μεσούντος κάποιου Ιουλίου, βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας» δώστε τη χούντα στο λαό». Φοβάμαι τους ανθρώπους που με καταλερωμένη τη φωλιά τους, πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου….. ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Επιμέλεια σελίδας:  Χρήστος  Παπαδόπουλος καθηγητής Θεολογίας                                                             

Η εικόνα ίσως περιέχει: 2 άτομα, , τα οποία χαμογελούν, γένι
Α· 

ΓΕΡΟΝΤΑ, πώς θά διώξουμε τή βιασύνη από τη ζωή μας;

Έχουμε βιασύνη, επειδή δεν έχουμε υπομονή. Και δεν έχουμε υπομονή, διότι μάς λείπει ή ταπείνωση. Όπως το φανερώνει και ή λέξη, ή βιασύνη προέρχεται από τη βία.

Είναι κάτι έξω από εμάς, που μάς βιάζει, μάς τσιγκλάει να τρέφομε, όπως κάνει ό γεωργός σαν κεντρίζει το μουλάρι για να πιλαλήσει. Με τη βιασύνη έχουμε σύγχυση και χάνουμε τη γαλήνη της ψυχής μας.

Ό αγιασμένος Γέροντας Σωφρόνιος είχε κάποτε δεκαέξι διακονήματα να επιτελέσει καθημερινά. Πού να τα προφτάσει; Έ, τί έκανε; Τα έγραφε σε ένα χαρτί και έστρεφε τον νου του μονάχα στο πρώτο. Αφού το διεκπεραίωνε, το έσβηνε και κατόπιν στρεφόταν στο δεύτερο… Και με αυτόν τον τρόπο, σιγά-σιγά, χωρίς άγχος και βιασύνη, έφερνε εις πέρας και με ηρεμία όλα τα διακονήματα.

Να έχουμε, λοιπόν, πάντα τον πρώτο στόχο στο μυαλό μας και να μη χανόμαστε σε πολλές, αγωνιώδεις μέριμνες. Άλλωστε, πού ξέρεις αν ό Θεός θέλει να προφτάσεις και τα υπόλοιπα; Μπορεί να θέλει να σε πάρει σήμερα, σε μίαν ώρα, σε ένα λεπτό. Άς αφεθούμε σαν μικρά παιδιά στην πρόνοια της αγάπης του Θεού και να μην αγχωνόμαστε.

ΠΑΤΗΡ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΤΑΜΠΑΚΗΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ

Τι είναι η Κοινωνική φοβία; Ένα αφανές πρόβλημα που δεν είναι τόσο μακριά μας

30/04/2019 16:44
Τι είναι η Κοινωνική φοβία; Ένα αφανές πρόβλημα που δεν είναι τόσο μακριά μας Τα συμπτώματα και η αντιμετώπιση

Το να νιώθει κανείς άβολα σε ορισμένες περιστάσεις, όπως για παράδειγμα σε μία συνέντευξη για δουλειά ή σε ένα πρώτο ραντεβού, είναι κάτι συνηθισμένο και δεν σημαίνει αυτομάτως ότι κάποιος έχει κοινωνική φοβία. Όταν όμως το άγχος αυτό κλιμακώνεται σε τέτοιο βαθμό, ώστε να προκαλεί στο άτομο υπερβολική δυσφορία, ανησυχία ή φόβο, ακόμα και στις συνήθεις καθημερινές αλληλεπιδράσεις, τότε ενδέχεται η διάγνωση να είναι η διαταραχή κοινωνικού άγχους, γνωστή επίσης και ως κοινωνική φοβία.

Τι είναι;

Η διαταραχή κοινωνικού άγχους είναι η υπερβολική ανησυχία ενός ατόμου ότι θα γελοιοποιηθεί ή θα κατακριθεί σε καταστάσεις στις οποίες θεωρεί ότι το βλέπουν ή ότι είναι εκτεθειμένο, σύμφωνα με την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία.

«Τα άτομα που διαγιγνώσκονται με διαταραχή κοινωνικού άγχους, δυσκολεύονται ιδιαιτέρως να εκπληρώσουν καθημερινές δραστηριότητες, όπως το να πάνε στη δουλειά τους ή να παρευρεθούν σε κοινωνικές εκδηλώσεις», αναφέρει η Αμερικανική Εταιρεία ‘Αγχους και Κατάθλιψης.

Αν και συχνά η διαταραχή αυτή συγχέεται με τη συστολή, μια έρευνα που διεξήγαγε το Εθνικό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας των ΗΠΑ έδειξε ότι μόνο το 12% των ατόμων που είχαν χαρακτηριστεί ως «ντροπαλοί», πληρούσαν τα κριτήρια της διαταραχής κοινωνικού άγχους.

Συμπτώματα

Τα συμπτώματα ποικίλουν, αλλά στα βασικότερα συγκαταλέγονται τα παρακάτω:

* Τα άτομα είναι ιδιαίτερα ευερέθιστα και ανήσυχα σε κοινωνικές καταστάσεις, σε μεγαλύτερο βαθμό από κάποια περιστασιακή νευρικότητα που μπορεί να νιώσει ο καθένας μας.

* Έχουν υπερβολικό άγχος ότι θα γίνουν ο περίγελος ή ότι θα κριθούν από τους άλλους ανθρώπους, ακόμα και όταν δεν έχουν καμία ένδειξη γι’ αυτό. Είναι πιθανό, για παράδειγμα, να πιστεύουν ότι, μπαίνοντας σε ένα δωμάτιο, όλοι τους κοιτούν.

* Υπάρχουν, πέρα από τα κοινωνικά, και τα φυσικά συμπτώματα, τα οποία μπορεί να εκδηλωθούν ακόμα και πριν την αγχογόνο περίσταση, μόνο λόγω της σκέψης της. Σε αυτά συγκαταλέγονται: ιδρώτας, τρέμουλο, σύγχυση, μυϊκή τάση, ταχυκαρδία, κοκκίνισμα, ενοχλήσεις στο στομάχι κ.α.

* Τέλος, είναι ιδιαίτερα δύσκολο να διατηρηθούν φιλίες, καθώς οι πάσχοντες προσπαθούν να περιορίσουν κατά το δυνατό τις κοινωνικές καταστάσεις και συναναστροφές και, όταν είναι υποχρεωμένοι να παρευρεθούν, μένουν σιωπηλοί ή φέρνουν μαζί τους κάποιο οικείο πρόσωπο για να νιώθουν ασφάλεια.

Αιτιολογικοί παράγοντες

Πολύ λίγα πράγματα είναι γνωστά για τους παράγοντες που συντείνουν στην εμφάνιση της συγκεκριμένης διαταραχής. Ωστόσο η Τσέριλ Καρμεν, ψυχίατρος και διευθύντρια κλινικής ψυχολογίας του Ιατρικού Κέντρου Wexner του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο, σύμφωνα με το Live Science, υπογραμμίζει ότι «τόσο βιολογικοί όσο και περιβαλλοντικοί παράγοντες διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην εμφάνιση της διαταραχής».

Έχει βρεθεί ότι στα άτομα με κοινωνική φοβία, η δυσλειτουργία ορισμένων νευροδιαβιβαστών, κυρίως της σεροτονίνης, σχετίζεται με τη διαταραχή, παρότι το εύρημα αυτό είναι το ίδιο και για άλλες αγχώδεις διαταραχές. Η βιολογική βάση στηρίζεται επίσης από το γεγονός ότι η διαταραχή εμφανίζεται ήδη από την αρχή της εφηβείας. Παρόλα αυτά οι πάσχοντες διστάζουν σε μεγάλο βαθμό να ζητήσουν βοήθεια, μπορεί να τους πάρει έως και δέκα χρόνια…

Τα στοιχεία για το ρόλο των περιβαλλοντικών παραγόντων είναι πολλαπλά. Η κ. Τσέριλ Κάρμεν υποστηρίζει ότι το άγχος είναι θέμα μάθησης. Έτσι, όταν μια μαμά ρωτά με αθωότητα το παιδί της αν έχει άγχος πριν από μια παράσταση, του μαθαίνει εμμέσως ότι αυτή είναι μια κατάλληλη περίσταση για να έχει κανείς άγχος.

Επιπρόσθετα, τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως σε περιστάσεις όπου το άτομο θα μπορούσε δυνητικά να γίνει αντικείμενο κριτικής, γι’ αυτό και όσοι πάσχουν, αποφεύγουν να είναι το επίκεντρο της προσοχής, ακόμα και σε θεωρητικά «ευχάριστες» καταστάσεις, π.χ. σε γενέθλια. Παράλληλα, ένα άτομο μπορεί να φαίνεται λειτουργικό στις περισσότερες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, αλλά να έχει ιδιαίτερη δυσκολία σε κάποια συγκεκριμένη περίσταση, όπως να βγάλει λόγο ενώπιον κοινού.

Μια από τις ευκολότερες λύσεις για την κοινωνική φοβία -στην οποία πολλοί καταφεύγουν- είναι το αλκοόλ. Γύρω στο 20% των ατόμων που έχουν διαγνωσθεί με διαταραχή κοινωνικού άγχους, κάνουν κατάχρηση αλκοόλ ή και ναρκωτικών, σύμφωνα με την Αμερικανική Εταιρεία ‘Αγχους και Κατάθλιψης και το Εθνικό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας των ΗΠΑ.

Θεραπευτικές παρεμβάσεις

Η φαρμακευτική αγωγή και η ψυχοθεραπεία συνιστούν τις δύο βασικές οδούς καταπολέμησης της κοινωνικής φοβίας. Αυτές χρησιμοποιούνται είτε ξεχωριστά είτε συνδυαζόμενες.

Σε ό,τι αφορά τη φαρμακευτική αγωγή, σε περιπτώσεις διαταραχής κοινωνικού άγχους, συνήθως συνταγογραφούνται αντικαταθλιπτικά ή αγχολυτικά και συγκεκριμένα SSRIs, δηλαδή εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης. Οι αναστολείς μονοαμινοξειδάσης έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί, αν και υπάρχουν σημαντικοί περιορισμοί στη διατροφή κατά την πρόσληψή τους. Ταυτόχρονα και οι βήτα-αποκλειστές φαίνεται να είναι ορισμένες φορές αποτελεσματικοί.

Από τα μοντέλα ψυχοθεραπείας το πιο ευρέως διαδεδομένο για τη συγκεκριμένη διαταραχή είναι η γνωσιακή – συμπεριφορική θεραπεία (CBT), η οποία επικεντρώνεται στο να αλλάξει ο τρόπος που ένας άνθρωπος σκέφτεται, συμπεριφέρεται και αντιδρά, όταν αυτό τον δυσκολεύει. Η μέθοδος αυτή βοηθά τους πάσχοντες να καταλάβουν πώς οι σκέψεις τους συντηρούν τους φόβους τους. Σταδιακά οδηγεί τους ανθρώπους να κατανοήσουν πως αν o τρόπος που σκέφτονται, συντελεί στη διατήρηση του άγχους, τότε μπορούν να ωφεληθούν, αν διορθώσουν τις δυσλειτουργικές αντιλήψεις τους.

«Ο Χριστός είναι ο μέγας ερωτικός»

Συνέντευξη του Χρυσόστομου Σταμούλη στον Σπύρο Ζωνάκη

Στο πρόσφατο σας βιβλίο «Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι;» εισηγείστε ότι η θέση της Εκκλησίας βρίσκεται στη δημόσια πλατεία. Με ποιον, όμως, τρόπο;

Η Εκκλησία είναι από τη φύση της πολιτική και αντιεξουσιαστική –έχει, δε, οντολογική άρνηση επιβολής της ζωής της στα μέλη μιας δημοκρατικής πολιτείας που επέλεξαν να βρίσκονται έξω από τον οίκο της– και πρέπει να στέκεται ενάντια στο οποιοδήποτε σφιχταγκάλιασμά της με το κράτος και στο τέρας του εξουσιαστικού λαϊκισμού. Και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα της  Εκκλησίας, να δώσει στη συζήτηση της δημόσιας πλατείας απόψεις γόνιμες και δημιουργικές που μπορούν να συγκροτήσουν την ενότητα των κοινωνιών. Όμως, σε πολλές περιπτώσεις ακούμε  μισαλλόδοξες απόψεις επισκόπων που κινούνται στην αντίθετη κατεύθυνση και, ουσιαστικά, είναι αντιχριστιανικές, και έτσι πολλοί λένε: «Η Εκκλησία να πάει στη γωνία της». Το κράτος και οι κυβερνήσεις, στην ουσία, θέλουν μια Εκκλησία που να μπορούν να την ελέγχουν, δίνοντάς της κάποια προνόμια, δημιουργώντας μια δεξαμενή από την οποία στο μέλλον θα αντλήσουν ψήφους.  Από την άλλη, και της Εκκλησίας της «αρέσει» να χρησιμοποιείται από τις εξουσίες διότι διεκδικεί πράγματα που αν μπει απέναντι το κράτος δεν θα μπορέσει να τα διεκδικήσει. Αυτός είναι ένας διάλογος πειραγμένος, ενώ εγώ θέλω ένα διάλογο ειλικρινή και ουσιαστικό. Κάποιες φορές αυτός επιτυγχάνεται και εκεί βλέπουμε ότι τα αποτελέσματα είναι διαφορετικά, όπως εσχάτως στα ζητήματα του φιλανθρωπικού έργου που έχει αναπτύξει η Εκκλησία.

Έχετε επισημάνει ότι «ο έρωτας βάζει δύσκολα στην Εκκλησία. Έβαζε στο παρελθόν, το κάνει και σήμερα». Τι εννοείτε;

Η ποιότητα ενός πολιτισμού δεν μπορεί παρά να μετριέται από τη στάση που αυτός κρατά απέναντι στον έρωτα και το θάνατο. Πραγματικότητες οριακές, που ο τραυματισμός τους τραυματίζει θανάσιμα το σύνολο της ύπαρξης και οδηγεί στην έξοδο από την πραγματική ζωή. Η στάση της ορθόδοξης θεολογίας αλλά και της Εκκλησίας απέναντι στα θεμελιακά θέματα του έρωτα, της σεξουαλικότητας, της επιθυμίας και των ηδονών αποτέλεσε στο παρελθόν, αποτελεί και σήμερα την αχίλλειο πτέρνα της Ορθοδοξίας. Ο έρωτας ενοχοποιήθηκε και δαιμονοποιήθηκε. Θεωρήθηκε, ίσως, το μεγαλύτερο πρόβλημα, ο μεγαλύτερος εχθρός του χριστιανισμού. Συνδέθηκε, χαρακτηριστικά, η αγιότητα αποκλειστικά με την παρθενία. Αντίληψη και πρακτική που, πέρα από τις φιλότιμες προσπάθειες κάποιων να αναδείξουν τους «εξωγήινους» έγγαμους αγίους –τούτη τη μύγα μες στο γάλα–, δεν έχασε την έντασή της ούτε μια στιγμή, καθώς συνεχίζει να κυριαρχεί και σήμερα στο χώρο της Εκκλησίας. Παράλληλα, μοναδικός σκοπός της συζυγικής σεξουαλικότητας αποτέλεσε η τεκνογονία και η σωφροσύνη και όχι η ηδονική κοινωνία, «η αναγνώριση» του προσώπου, ο έρωτας, που σε κάθε περίπτωση θεωρήθηκε αμαρτία. Πρόκειται για θέσεις που προέρχονται από τα σπλάγχνα της αρχαίας ελληνικής σκέψης (Πλάτων, Στωικοί), τον ελληνιστικό ιουδαϊσμό, τον γνωστικισμό και τον συριακό μοναχισμό και εδώ βρίσκεται η μεγάλη τραγωδία της σύγχρονης Ορθοδοξίας: στην πίστη πως όλη αυτή η παραχάραξη αποτελεί παραμονή στην πιστότητα της χριστιανικής παράδοσης. Αγνοήθηκαν οι προφητικές φωνές ενός Ιωάννου Χρυσοστόμου, ενός Βασιλείου Αγκύρας (που αναφορικά με τις ερωτικές σχέσεις ενός ζεύγους λέει «ου διά την παιδοποιίαν μόνον, αλλά και δι’ αυτόν τον της μίξεως οίστρον»), ενός Συμεών του Νέου Θεολόγου, που τονίζει την ιερότητα ολάκερου του δημιουργημένου από τον Θεό σώματος, και συνεπώς και των «ομοτίμων» με τα υπόλοιπα όργανα του ανθρώπου γεννητικών οργάνων ή ενός Διονυσίου Αρεοπαγίτη, που ήδη τον 5ο αιώνα, απευθυνόμενος στους ηθικιστές της εποχής του, τους λέει ότι δεν πρέπει να φοβηθούν το όνομα του έρωτα, πολύ περισσότερο την εμπειρία του. Κλασική περίπτωση τούτης της παθολογίας αποτελεί, δίχως άλλο, η διαχρονική ερμηνεία του «Άσματος Ασμάτων» εντός του χριστιανισμού. Μια ερμηνεία που περιορίζεται αποκλειστικά στο χώρο της αλληγορίας –ο νυμφίος είναι ο Χριστός και η νύμφη η Εκκλησία– και αρνείται τη δυνατότητα να εξηγηθεί τούτο το πανέμορφο κείμενο με όρους που αφορούν και τις ανθρώπινες σχέσεις. Συνέπεια, όλων των παραπάνω, που είναι βιασμός της οντολογίας του Ευαγγελίου, υπήρξε σε αρκετές περιπτώσεις η μετατροπή του εκκλησιαστικού γεγονότος σε κλειστό σύστημα, σε έρημη χώρα που κατοικείται από ανέραστους ανθρώπους, ανθρώπους μπερδεμένους που φέρουν πάντα επάνω τους την ενοχή της φυσικής τους αλήθειας, της δημιουργικής τους ταυτότητας, τούτης της λίαν καλής πραγματικότητας, που λειτουργεί έξω από ενοχές και ανοχές στα όρια της κτιστότητας του ανθρώπου. Όρια για τα οποία ο άνθρωπος δεν οφείλει τη συγγνώμη του, ούτε τη συνεχή απολογία του. Εάν σήμερα, στις σχέσεις των ανθρώπων εντός της Εκκλησίας, διαπιστώνεται κάποιο πρόβλημα, δεν είναι η υπερέξαρση του έρωτα και της επιθυμίας, αλλά το καταθλιπτικό στέγνωμα της ζωής, η αδυναμία των ανθρώπων να ερωτευθούν ποιητικά, να αποδεχθούν το σώμα το δικό τους, μα και το σώμα του άλλου, να λειτουργήσουν το μυστήριο της ερωτικής αγάπης, που είναι ένας απόλυτος θάνατος της ιδιοτέλειας, του εγωκεντρισμού και του ναρκισσισμού.

Γιατί, όμως, αυτά τα πατερικά κείμενα που εξυμνούν την ερωτικότητα τέθηκαν στο περιθώριο εντός της Εκκλησίας;

Δεν συζητήθηκαν, πάρα πολλοί δεν γνωρίζουν ότι η ορθόδοξη παράδοση έχει αυτόν τον απίστευτο πλούτο, έφθασαν κάποιοι στο σημείο να τα θεωρούν νόθα. Περιθωριοποιήθηκε και απαξιώθηκε αυτή η παράδοση, γιατί η εκκλησία εισήλθε στον πειρασμό της εξουσιαστικότητας και της συστημικής λειτουργίας και κάθε εξουσία το πρώτο που διεκδικεί να ελέγξει είναι η ερωτικότητα των ανθρώπων, καθώς ελέγχοντας την ερωτικότητά τους ελέγχει τόσο την επαναστατικότητά τους όσο και τη διάθεσή τους για ζωή – και είναι αλήθεια πως όποιος δεν μπορεί να ζήσει τη δική του ζωή παλεύει να ερημώσει τις ζωές των άλλων.

Όντως, έχει καλλιεργηθεί η αίσθηση ότι ο χριστιανισμός είναι μια θρησκεία της πνευματικότητας που στέκεται απέναντι στη σωματικότητα και την υλικότητα, που θεωρούνται διεφθαρμένα.

Η μεγάλη αμαρτία είναι ότι ψυχικοποιήσαμε, πνευματοποίησαμε τον άνθρωπο, κάτι που βρίσκεται σε αντίφαση με το Ευαγγέλιο. Στην ουσία, δεν υπάρχει γνησιότερος υλισμός από τον χριστιανικό, διότι δίνει στη σάρκα αιωνιότητα. Οποιοσδήποτε άλλος υλισμός που τελειώνει στον τάφο είναι λειψός και ανάπηρος. Δυστυχώς, κάτω από τις επιδράσεις ενός όψιμου και ιδιόμορφου γνωστικισμού, ο χριστιανισμός δεν δέχθηκε σχεδόν ποτέ τον άνθρωπο ως έχει. Πίστεψε και εξακολουθεί να πιστεύει πως ο άνθρωπος είναι αυτό που είναι μείον τη φύση του, ένα σώμα και μια ψυχή φυλακισμένα στην ιδεολογία του προπατορικού αμαρτήματος. Γι’ αυτό αναλώθηκε στα όρια της ανθρωπολογίας του –υπόλογης πάντα στο μυστήριο της σάρκωσης, όπου ο Θεός προσλαμβάνει τον άνθρωπο στο σύνολό του–, στη δημιουργία ενός ανθρώπου άλλου, ενός ανθρώπου που σίγουρα δεν είναι ο άνθρωπος που έπλασε η αγάπη και η φιλανθρωπία του Θεού. Κλασικότερη περίπτωση όλων η περίπτωση των γυναικών, οι οποίες κατά την περίοδο της λοχείας τους, όπως εξάλλου και κατά τον καιρό της εμμήνου ρύσεώς τους, θεωρούνται σωματικά και ψυχικά ακάθαρτες.

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Έχετε τονίσει ότι εκείνο που κυριαρχεί στις μέρες μας είναι η «εξορία του θανάτου». Τι ακριβώς σημαίνει;

Ο άνθρωπος φοβάται το θάνατο και χτίζει έτσι μια ζωή χωρίς θάνατο, που του αφαιρεί ακόμη και αυτή τη δυνατότητα να τον αρνηθεί. Είναι κοινά αποδεκτό σήμερα πως ο θάνατος αποτελεί το αποπαίδι του τεχνικού πολιτισμού. Αντικείμενο απαγόρευσης και κοινωνικής άρνησης που επιβάλλει ο καθωσπρεπισμός. Απτό παράδειγμα τούτης της εξορίας του θανάτου από το πεδίο της ζωής των ανθρώπων αποτελεί η απομάκρυνση των κεκοιμημένων από τον οικείο χώρο, το σπίτι, αμέσως μετά το θάνατό τους, η φύλαξή τους σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους μέχρι και τη στιγμή της κήδευσής  τους, αλλά και η τοπική εξορία του κοιμητηρίου από το κέντρο των πόλεων και των χωριών. Συνήθως, η πρόφαση για τούτη την απομάκρυνση των νεκρών από το χώρο των ζώντων σχετίζεται με λόγους υγείας και υγιεινής, αλλά όλοι σήμερα γνωρίζουμε ότι το μείζον πρόβλημα είναι η αφαίμαξη του μυστηριακού χαρακτήρα του θανάτου. Αποτέλεσμα τούτης της αδυναμίας του σύγχρονου ανθρώπου να αποδεχτεί το θάνατο αποτελεί, δίχως άλλο, και η αδυναμία του να αποδεχτεί τη ζωή. Η απώθηση του θανάτου, αλλά και της ασθένειας, της αρρώστιας, συνιστά στ’ αλήθεια απώθηση της ίδιας της ζωής. Βέβαια, τούτη η άρνηση της ζωής, της οποίας προϋπόθεση και όχι απλά αποτέλεσμα είναι η άρνηση του θανάτου γίνεται πάντα στο όνομα της ζωής. Στο όνομα μιας νοσηρής επίγειας «αθανασίας», που ταυτίζεται με την απολυτοποίηση της στιγμής και αγνοεί επιδεικτικά τη δυνατότητα των εσχάτων – όταν κάποιος ζει την κάθε στιγμή ως την τελευταία του, αυτή έχει μέσα της μια δύναμη έντασης η οποία φθάνει, ουσιαστικά, στα όρια του θανάτου.

Δεν συναντούμε, όμως, και το αντίθετο στον χριστιανισμό; Μια αποδοχή του θανάτου;

Εάν ο πρώτος τρόπος με τον οποίο συντελείται το έγκλημα ενάντια στο θάνατο είναι η άρνησή του, ο δεύτερος τρόπος είναι η «αποδοχή» του, μέσα από τον απολυτοποιημένο «ασκητισμό» και την άρνηση της σάρκας. Ο θάνατος στην περίπτωση αυτή κυριαρχεί καταθλιπτικά πάνω στη ζωή, την οποία, εντέλει, αφανίζει. Τα πάντα είναι αλλού και η ιστορία μια παραισθητική αμαρτία που πρέπει να ξεπεραστεί προκειμένου να κυριαρχήσει το ειδωλοποιημένο επέκεινα. Το μόνο νόημα της ζωής συνίσταται στην προετοιμασία για το θάνατο. Σε μια συνεχή απουσία που αγνοεί πως η μνήμη του θανάτου, αλλά και αυτός ο ίδιος ο θάνατος, αποτελεί τη μόνη δυνατότητα για μετοχή στο μυστήριο της ζωής. Ο μόνιμος καημός της Εκκλησίας είναι αν υπάρχει ζωή μετά το θάνατο, αλλά δεν αναλογιστήκαμε ποτέ αν εντός της Εκκλησίας, πλέον, υπάρχει ζωή πριν από το θάνατο. Υπάρχει η αίσθηση ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές ζωές: μία ζωή εδώ και μία ζωή μετά. Για τον χριστιανισμό, όμως, η ζωή είναι μία και συνεχής. Άρα, όσο πιο δυναμικά ζει κανείς εδώ τη ζωή, θα ζήσει και τα έσχατα. Ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για αφθαρσία και ζωή. Το θάνατο δεν μπορεί να τον αποδεχθεί κανείς, και κυρίως κανένας χριστιανός. Είναι μια νικημένη πραγματικότητα. Μου είχε πει κάποτε η Κική Δημουλά: «Νομίζω ότι δεν είμαι χριστιανή, γιατί δεν μπορώ να αποδεχθώ το θάνατο». «Μα για αυτό είστε πραγματικά χριστιανή», της απάντησα.  Σίγουρα, ο θάνατος είναι μια αγριότητα, καθώς σπάει την ενότητα της ζωής. Ποιος μπορεί να δεχθεί μέσα του ότι οι σχέσεις του με τους ανθρώπους που έχει στη διάρκεια της ζωής του έχουν ημερομηνία λήξης; Έφευγε ο πατέρας μου από καρκίνο και του λέω: «Φοβάσαι το θάνατο;». Σκέφτηκε λίγο και μου είπε: «Όχι, το θέμα είναι ότι έχω αγωνία αν θα είμαστε μαζί».

Έχετε παραλληλίσει τη βιβλική γυναίκα του Λωτ με τη σύγχρονη θεολογία. Για ποιο λόγο;

Η γυναίκα του Λωτ είναι παράδειγμα μιας πηγής που στέρεψε από επιθυμία. Το παράδειγμα μιας γυναίκας που προτίμησε το νεκρό παρελθόν από την αλήθεια του παρόντος. Δίχως άλλο, η άρνηση του παρόντος και η συνακόλουθη απουσία από αυτό συνιστά αμαρτία και τούτη την αμαρτία η σύγχρονη θεολογία στην Ελλάδα τη γνωρίζει καλά. Σε πολλές περιπτώσεις, απλά αναμασά ιστορικές στιγμές του παρελθόντος και δεν μπορεί να αναμετρηθεί στα ίσια με τις ανάγκες και τις αγωνίες της σύγχρονης κοινωνίας. Ίσως, λοιπόν, η ευθύνη της σύγχρονης θεολογίας είναι να ξαναδημιουργήσει την επιθυμία της ζωής, όχι απλά της μεταθανάτιας. Μια έκρηξη συμ-πάθειας για τον κόσμο που πονά, που τσαλακώνεται, που τεμαχίζεται από εξουσιαστές και ατάλαντους, ένας καημός για την καθημερινότητα. Μια άρνηση της σύμβασης. Μια κατάφαση στη χαμένη λαϊκότητα, που προτιμά την «αντάρτικη», «άχρηστη» ελευθερία από την υποκριτική πειθαρχία στην παράδοση.

Έχετε σημειώσει ότι η ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού Πατέρα είναι η κατεξοχήν μετανάστευση. Πώς ερμηνεύετε αυτή τη θεολογική ανάγνωση της μετανάστευσης;

Ο Θεός Λόγος σαρκούμενος προσέλαβε το ξένο, το άλλο, το εντελώς διαφορετικό. Πρόκειται για μια εθελοντική μετανάστευση, όπου έγινε ο ίδιος ξένος και αλήτης, έτσι ώστε να φανερώσει το μυστήριο της αγάπης που φτάνει μέχρι το Σταυρό.  Ο Χριστός είναι ο μέγας ερωτικός. Η επί γης πορεία του Ιησού υπήρξε τραγική. Ξένος για τους ομόφυλους ξένους, που τον μίσησαν και τον θανάτωσαν σαν ξένο. Ξένος για τους δικούς του μαθητές, την ίδια του τη μητέρα, για την κτίση ολάκερη, για τη ζωή μα και το θάνατο, τον οποίο νίκησε μια για πάντα. Ο άνθρωπος  καλείται να μιμηθεί τον τρόπο του Θεού Λόγου και να ανοίξει τις σχέσεις του πέρα από τα όρια που θέτουν κριτήρια έθνους, φυλής, φύλων ή θρησκείας. Το αγκάλιασμα, η ολοκληρωτική πρόσληψη και όχι απλά η ανοχή του ξένου και του άγνωστου φανερώνει την αληθινή διακονία της ασκητικής αγάπης. Βέβαια, για κάποιους, η Εκκλησία περιορίζεται σε πράξεις τελετουργικές, σε μια κάποια διεκπεραίωση. Βρισκόμαστε, έτσι, συχνά ενώπιον αντιλήψεων και νοοτροπιών καθαρότητας που εισάγουν μια κάποια «ορθόδοξη ειδωλολατρία» και «πνευματικότητα», εκεί όπου ο Θεός αδυνατεί να σχετιστεί με τον κόσμο και τον άνθρωπο. Και αν αυτή είναι η ασθένεια ενός, εντέλει, ιδεολογικού χριστιανισμού, που αγνοεί τον ίδιο τον άνθρωπο, συναντούμε συχνά την ασθένεια ενός στείρου ακτιβισμού, που ταυτίζεται αδιάκριτα με οτιδήποτε ικανοποιεί τον ψυχολογικό του καθωσπρεπισμό, και όπου ο άλλος είναι πάλι ολοκληρωτικά απών, καθώς δεν αποτελεί το σημείο συνάντησης του εγώ στο εμείς, αλλά τον τόπο φανέρωσης των ιδιοτελών συνδρόμων του ευεργέτη και του σωτήρα.

Είστε, ταυτόχρονα, μουσικός και θεολόγος. Πιστεύετε, μάλιστα, στη σύνδεση της τέχνης με τη θεολογία. Πώς συνδυάζονται;

Μεγάλωσα μέσα στη μουσική και μέσα στην Εκκλησία. Νιώθω διφυσίτης χαλκηδόνιος. Υπάρχει, στ’ αλήθεια, τέχνη χωρίς θρησκευτική αναφορά; Με την έννοια της αναφοράς σε κάτι έξω από εσένα που σε υπερβαίνει και σου δίνει νόημα. Η  τέχνη είναι κάτι που είσαι ο εαυτός σου και ταυτόχρονα νιώθεις αυτός ο εαυτός σου να σε ξεπερνάει,  δεν είναι δικό σου, είναι ένα δώρο του Θεού.

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση