Τώρα μπορώ να κινήσω βουνά | Χάρις Κατάκη…Η Εκκλησία της Κύπρου έχει μια τεράστια περιουσία, έχει το μισό νησί.

ΤΤώρα μπορώ να κινήσω βουνά | Χάρις ΚΚατάκη

Η Χάρις Κατάκη

Αυτό που φαίνεται σαν αγεφύρωτη ρήξη ανάμεσα σε μάνα και κόρη, ιδωμένο από μια άλλη σκοπιά, μεταμορφώνεται σε μια ισχυρή συμμαχία που στόχο έχει βαθιές ανατροπές και κατάργηση ιδρυτικών συμβολαίων που υπογράφηκαν σε προηγούμενες γενιές.


Η Φιλιώ γεννήθηκε σε ένα χωριό της Μάνης. Μοναχοκόρη με ένα μικρότερο αδερφό. Στα δεκαοχτώ της έμεινε έγκυος από ένα συγχωριανό της. Οι γονείς της «ξέπλυναν την ντροπή» μ’ ένα γάμο που δεν πήγε καλά και γρήγορα διαλύθηκε. Απηυδισμένη από τον άτυχο γάμο, τις συνεχείς επιπλήξεις και τους καβγάδες με τους γονείς, τους αφήνει το μωρό της και φεύγει για την Αθήνα. Στην πρωτεύουσα βρέθηκε μόνη και αβοήθητη. Μετά από πολλές περιπέτειες και στερήσεις, βρίσκει δουλειά σε ένα φωτογραφείο και μετά από πολλούς αγώνες καταφέρνει τελικά να στήσει ένα δικό της.

Τότε αποφάσισε να πάρει κοντά της το κοριτσάκι της, την Μάχη, επτά χρονών πια, αλλά οι γονείς της δε θέλουν να της το δώσουν. Χρειάστηκε να συγκρουστεί μαζί τους για να το πάρει. Με την προσωπική της ζωή η Φιλιώ δεν τα πάει πολύ καλά. Μετά από απανωτούς δεσμούς, κάνει έναν ακόμα γάμο, αλλά στο χρόνο επάνω χωρίζει.

Η Μάχη στην εφηβεία της είναι ένα κορίτσι ατίθασο και προκλητικό. Δεν πήγαινε καλά στο σχολείο, συχνά το σκάει και με τη μητέρα της μαλώνουν καθημερινά. Η Φιλιώ ανήσυχη γι’ αυτήν την κατάσταση, απευθύνεται σε ειδικούς για να βοηθήσουν το παιδί της και τελικά καταλήγει η ίδια σε θεραπευτική ομάδα. Ψάχνοντας να βρει λύσεις για τα προβλήματα της κόρης της, έφτασε στα δικά της. Σιγά-σιγά τα πράγματα αλλάζουν. Αισθάνεται καλύτερα με τον εαυτό της, στέκεται στα πόδια της, νιώθει περισσότερη αυτοπεποίθηση. Η Μάχη έστρωσε, μαζεύτηκε. Τελείωσε το λύκειο και γράφτηκε σε μια σχολή γραμματέων. Και ξαφνικά έρχεται η μεγάλη πρόκληση.

Η Μάχη της ανακοινώνει ότι σε μία βδομάδα παντρεύεται με ένα νέο που δεν έχει τακτική δουλειά. Δουλεύει περιστασιακά σε οικοδομές. Η Φιλιώ κλονίζεται. Κυριεύεται πάλι από το αίσθημα της αποτυχίας. Κατηγορεί τον εαυτό της ότι εκείνη φταίει, κάτι δεν κάνει καλά. Ο φόβος της είναι τρομακτικός, καθώς μπροστά της βλέπει να επαναλαμβάνεται η δική της ιστορία. Τρία χρόνια όμως στην θεραπευτική ομάδα έχει πια πολλά καταλάβει, πολλά ανατρέψει.

Διαισθάνεται ότι αυτό που γίνεται τώρα δεν είναι οπισθοδρόμηση, είναι κάτι σα να της ζητάει η κόρη της, σαν την προκαλεί να της δώσει καθοδήγηση. Κατά βάθος ξέρει ότι η κόρη της δεν της ζητάει να πει “ναι” σε αυτό το γάμο αλλά “όχι”. Η Μάχη την δοκιμάζει. Αυτό όμως που της κόβει τα πόδια, που την ακινητοποιεί, είναι η σκέψη πως αν την κοντράρει, θα φύγει από το σπίτι όπως έκανε και εκείνη, και θα περάσει τα ίδια βάσανα στη ζωή της.

Αμφιταλαντεύεται μέσα στον πανικό, οπότε οι πιθανότητες να γίνει αυτό που φοβάται αυξάνονται. Οι θεραπεύτριές της και η ομάδα τη στηρίζουν. Της λένε ότι αυτό που έχει σημασία τώρα είναι η κόρη της να τη δει να παίρνει την ευθύνη για τη ζωή και των δυο τους. Αυτό που καίει την Μάχη δεν είναι ο γάμος της, αλλά η σχέση με τη μητέρα της. Δεν είναι η ασφάλεια σε άλλη αγκαλιά που αποζητά, αλλά η σίγουρη σταθερή δική της. “Πάρε θέση, προχώρα, όσο και να σε πονάει” της λένε. “Κάνε τη βουτιά στα βαθιά”.

Μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων, η Φιλιώ μπαίνει στην ομάδα με άλλο αέρα. Είναι εμφανές ότι κάτι πολύ σημαντικό έχει καταφέρει. Σαν να έχει πάρει μία καθοριστική απόφαση ζωής. Τα συναισθήματά που πλημμυρίζουν γρήγορα περνάνε στην ομάδα και η διήγηση της γίνεται μέσα σε ένα κλίμα έντονης συναισθηματικής φόρτισης.

Όταν μίλησα στην μικρή, άρχισε η Φιλιώ, προσπάθησα να είμαι ψύχραιμη. Ήθελα το μήνυμα που θα της δώσω να είναι σαφές. Σήμερα αισθάνομαι ότι μπορώ να φροντίσω για το καλό της. Η άρνησή μου για το γάμο έχει αυτό το νόημα. Της είπα λοιπόν, όσο πιο ήρεμα μπορούσα, ότι δεν τη θεωρώ έτοιμη να πάρει απόφαση δέσμευσης για τη ζωή της και ότι οφείλω να την προστατέψω. Τεκμηρίωσα τη θέση μου όσο πιο αναλυτικά μπορούσα. Άρχισε να τρέμει από το θυμό της, να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της, να προσπαθεί να με πείσει. Βλέπει ότι το θυμό της τον αντιμετωπίζω ήρεμα. “Το ξέρω” της λέω, “ότι είσαι θυμωμένη γιατί έχω κάνει πολλά λάθη”.

Εκεί η Μάχη κάνει την έκρηξη. “’Όλα στραβά τα έκανες, τίποτα δε μου έδωσες, σταμάτα να μου κάνεις την ψύχραιμη”. “Δεν υποκρίνομαι”, της λέω ήρεμη, “είμαι αποφασισμένη”. Τότε πια αγρίεψε. “Εγώ τον Μανώλη τον αγαπάω. Θα τον παντρευτώ. Φτάνουν τα προβλήματα που μου δημιούργησες εσύ και ο πατέρας μου”. Προσέχω πολύ τις λέξεις μου. “Ό,τι και να κάνεις”, της λέω, “εγώ θα είμαι κοντά σου. Θα κάνω ό,τι μπορώ ώστε όταν πάρεις μια τέτοια απόφαση, να τα έχεις βρει με μένα και με τον εαυτό σου”. Δεν άκουγε τίποτα. Η αντίδραση της ήταν σφοδρότατη. Έγινε αυτό που φοβόμουνα. “Το μόνο που θα καταφέρεις”, μου λέει, “είναι να φύγω από το σπίτι”. Δεν ξέρω που τη βρήκα τη δύναμη και της λέω ψύχραιμα, “τίποτα δεν θα με σταματήσει. Ακόμη κι αν αποφασίσεις να φύγεις και δε μπορέσω να σε σταματήσω, εγώ θα είμαι δίπλα σου”.

Ενώ φαινομενικά η σύγκρουση ανάμεσα σε μάνα και κόρη έχει εστιαστεί στο συγκεκριμένο θέμα του γάμου της Μάχης, σε ένα βαθύτερο επίπεδο αφορά στη σχέση μεταξύ τους. Η σφοδρότητα της αντιπαράθεσης δημιουργεί αναμοχλεύσεις που φέρουν στην επιφάνεια κοινές ταυτίσεις, μύθους και σκοπιμότητες. Η επικοινωνία τους μετατρέπεται σε έναν ισχυρό μοχλό που ωθεί σε ουσιαστικότερες αναθεωρήσεις και ανακατατάξεις που θα σφραγίσουν την περαιτέρω πορεία και των δύο.

Ενώ η Φιλιώ εμφανίζεται να αντιδρά όσον αφορά στο θέμα του γάμου, στο εδώ και τώρα δίνει εξαιρετικά πολύτιμα μηνύματα στην κόρη της σε ό,τι αφορά στην ανθρώπινη επικοινωνία. Είναι δεκτική σε ό,τι της λέει για την ίδια και την σχέση τους. Αποδέχεται το θυμό της κόρης της, αλλά ξεκαθαρίζει την δική της θέση και δεν κλονίζεται. Παίρνει την ευθύνη του γονιού και αφήνει προοπτικές για μελλοντική προσέγγιση. Όπως δείχνει η συνέχεια της αφήγησης, η Μάχη εντείνει την πρόκληση και ωθεί τη μητέρα της σε ακόμα σημαντικότερες και δυσκολότερες αποφάσεις.

Εκεί έγινε η δεύτερη έκρηξη, λέει η Φιλιώ. “Με διώχνεις δηλαδή από το σπίτι μου”, μου είπε. “Αυτό που μένει να κάνω είναι να ζητήσω βοήθεια από το μόνο άνθρωπο που έχω, τον παππού”. Τρόμαξα. Προσπάθησα να την αποτρέψω γιατί ξέρετε τι σήμαινε για μένα να βρεθώ πάλι αντιμέτωπη με τους γονείς μου. Όμως πιάνω τον εαυτό μου να της λέει: “Είμαι αποφασισμένη να αντιμετωπίσω όχι παππού και γιαγιά αλλά θεούς και δαίμονες για να σε προστατέψω με οποιοδήποτε κόστος”. “Κάνε ό,τι νομίζεις”, μου λέει, “εγώ θα τηλεφωνήσω στον παππού”. Και το κάνει.

Αυτό που φαίνεται σαν αγεφύρωτη ρήξη ανάμεσα σε μάνα και κόρη, ιδωμένο από μια άλλη σκοπιά, μεταμορφώνεται σε μια ισχυρή συμμαχία που στόχο έχει βαθιές ανατροπές και κατάργηση ιδρυτικών συμβολαίων που υπογράφηκαν σε προηγούμενες γενιές.

Παίρνει μπροστά μου τηλέφωνο, συνεχίζει η Φιλιώ, και με πολύ προκλητικό τρόπο λέει στον παππού της τα καθέκαστα. Ο πατέρας μου με ζητάει στο τηλέφωνο και με πιάνει από τα μούτρα. Μου λέει ότι εκείνος είναι ο γονιός και θα την παντρέψει χωρίς εμένα. Αποτέλεσμα; Βρέθηκα στο χωριό. Δυστυχώς έγιναν έκτροπα, λέει με τρεμάμενη φωνή. Μου επιτέθηκαν. Είδα τη μάνα μου, μια Μανιάτισσα μοιρολογίστρα, να ουρλιάζει: “Εσύ μας κατέστρεψες, πας να καταστρέψεις και το παιδί σου”. Ενώ στην αρχή προσπάθησα να τους πείσω με λογικά επιχειρήματα, έχασα κι εγώ την ψυχραιμία μου. Φώναζα. Δεν ήξερα τι έλεγα (κλαίει). Φοβήθηκα κιόλας, γιατί ο πατέρας μου έχει πίεση. Είχα γίνει μουσκίδι στον ιδρώτα, αλλά ήμουν ανένδοτη. “Όπως εσείς κρίνατε”, τους είπα, “κάποτε σκόπιμο να με στεφανώσετε, αισθάνομαι και εγώ αυτή τη στιγμή υπεύθυνος γονιός και θα κάνω αυτό που πιστεύω καλό για το παιδί μου. Αν σου λέγε ο πατέρας σου τότε να μη με παντρέψεις θα τον άκουγες;” “Όχι”, μου λέει. “Δικό μου είναι το παιδί”, του λέω, “εγώ θα αποφασίσω τι θα γίνει. Πάρ’ το απόφαση, το παιδί είναι δικό μου”.

Με τα χίλια ζόρια και αφού ο πατέρας μου έβγαλε έξω τη μάνα μου που ωρυόταν, στο τέλος μου είπε: “Σταμάτα, ηρέμησε, εσύ είσαι ο γονιός”. Πιο μαλακωμένος την άλλη μέρα και ενώ η μάνα μου εξακολουθούσε να μου επιτίθεται, ο πατέρας μου μου έδωσε κάποιο δίκιο. “Σε παρακαλώ”, του είπα, “στήριξε με τουλάχιστον εσύ”. Με αγκάλιασε και κλάψαμε μαζί. Όταν γύρισα στην Αθήνα είχα να αντιμετωπίσω και τον αδερφό μου. Τα ίδια και με αυτόν. Σίγουρα τον είχαν πάρει στο τηλέφωνο και του είχαν πει να με συνετίσει. Του είπα: “Ως εδώ. Έβαλα όρια στον πατέρα μου θα τα βάλω και σε σένα. Δεν θέλω επέμβαση. Κατάλαβες; Έχεις γυναίκα και παιδιά, κοίτα τη δουλειά σου”. Και μου απαντάει: “Εσύ δε λες ότι το καλό της Μάχης είναι αυτό που εσύ αποφασίζεις; Το ίδιο κάνω και εγώ. Αποφασίζω ότι για το καλό σου πρέπει να επεμβαίνω και θα επέμβω”. Πολλά ειπώθηκαν. Έβλεπα ότι ήταν καλοπροαίρετος. Τελικά μαλάκωσε όπως ο πατέρας μου. Τα βρήκαμε. Στο τέλος μου λέει: “Σταμάτα, μην είσαι χαζή, σ’ αγαπάω. Εδώ που με έφερες έδωσα τη μάχη μου. Σου λέω όμως ότι δεν θα ανακατευτώ περισσότερο”.

Η προκλητική στάση μάνας και κόρης είχε θεωρηθεί στο παρελθόν από την οικογένεια της καθεμιάς προβληματική συμπεριφορά. Και το είχαν πληρώσει και οι δύο. Σε αυτή τη φάση η “αντιδραστικότητα”, από αρνητικό στοιχείο μετατρέπεται σε θετική δύναμη που προκαλεί καίριες ανατροπές. Πίσω από τα “όχι” που προβάλλουν η μία στην άλλη και στη σχέση τους με την υπόλοιπη οικογένεια, κρύβεται ένα πανίσχυρο “ναι”. Κατασκευάζουν μαζί ένα δημιουργικό “χάσμα γενεών” που θα ανακόψει την πορεία των φαύλων κύκλων και στις επόμενες γενιές.

Η αποφασιστικότητα των δύο γυναικών ανατρέπει τις ισορροπίες. Σπάζουν τριγωνοποιήσεις. Επιτυγχάνεται η οριοθέτηση των οικογενειακών ρόλων. Ο αδερφός παύει να παίζει το ρόλο του βοηθού γονιών. Επανατοποθετείται η σημαντική και απαραίτητη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις γενιές. Τα μέλη της οικογένειας παύουν να είναι ανευθυνοϋπεύθυνα προσπαθώντας να βοηθήσουν όλους τους άλλους και να μπερδεύονται. Παίρνοντας όλοι τη θέση τους στον οικογενειακό αστερισμό, πυροδοτούνται διεργασίες για νέες, πιο λειτουργικές συμμαχίες. Δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για πιο αποτελεσματικό διάλογο, γιατί βγαίνουν από τη μέση οι τρίτοι, οι διαιτητές. Είναι η πρώτη φορά που η Φιλιώ και ο αδερφός της λειτουργούν σαν αδέρφια και όχι σε συνάρτηση με τις ανάγκες και τις επιλογές των γονιών. Οι γονείς παίρνουν το ρόλο του γονιού και τα παιδιά το ρόλο του παιδιού.

Όταν γύρισα στο σπίτι, συνέχισε η Φιλιώ, η κόρη μου με ρώτησε τι έγινε στο χωριό. Όταν της είπα ότι έβαλα όρια στον παππού και ότι και οι δυο τους αναγκάστηκαν να τα δεχτούν, έπιασα ένα μήνυμα στον αέρα σε κλάσμα δευτερολέπτου. Ένα μήνυμα θαυμασμού και λίγης εμπιστοσύνης  προς εμένα. Δε νομίζω ότι ήταν ψευδαίσθηση. Είδα σεβασμό στα μάτια της. Πήρα τέτοια δύναμη που είπα: “Θεέ μου, τώρα μπορώ να κινήσω βουνά”.

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2008

ο πατηρ Φιλόθεος Φάρος εδωσε μια μνημειώδη συνέντευξη

συνεντευξη πατρος Φιλοθέου Φάρου στον Αρ. Βικέτο στον “Φιλελεύθερο” της Κύπρου
«Τα Χριστούγεννα για τον σύγχρονο άνθρωπο δεν έχουν καμία πνευματική αξία, είναι ένα καταναλωτικό επεισόδιο. Δηλαδή, είναι Χριστούγεννα χωρίς Χριστό», διαπιστώνει με πίκρα ένας κληρικός με 46 συναπτά έτη διακονίας στην Εκκλησία της Ελλάδος. Πρόκειται για τον πατέρα Φιλόθεο Φάρο, ο οποίος σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Πάντειο Σχολή, Νομικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ποιμαντική Ψυχολογία στις ΗΠΑ και είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων. Ο π. Φιλόθεος είναι σήμερα συνταξιούχος και ιερουργεί κάθε Κυριακή στον Άγιο Νικόλαο Ραγκαβά της Πλάκας. Πάντοτε μετά τη λειτουργία συζητάει με νέα ζευγάρια και νέους για τα θέματα, που αντιμετωπίζουν στην καθημερινότητά τους.Στη συνέντευξή του στον «Φ» ο π. Φιλόθεος χρησιμοποιεί, όπως πάντα, γλώσσα αυστηρή και αυτοκριτική. Ανάμεσα σε άλλα τονίζει: «Το πάθος της εξουσίας κυριαρχεί στη ζωή της Εκκλησίας, η οποία τελικά δεν είναι αυθεντική Εκκλησία (…). Η νεολαία μας βρίσκεται σε σύγχυση, γιατί η ελληνική οικογένεια , το ίδιο νομίζω συμβαίνει και στην Κύπρο, περνά μεγάλη κρίση». Και εξηγεί ότι «τα παιδιά σήμερα μεγαλώνουν χωρίς όρια, μεγαλώνουν με τρόπο, που τα κάνει ανίκανα να αντιμετωπίσουν τον πραγματικό κόσμο». Για την πολύκροτη υπόθεση της Μονής Βατοπεδίου ο π. Φιλόθεος σημειώνει: «Στο όνομα του Χριστού και του μοναχικού βίου να υπάρχει αυτή η εξωφρενική διαχείριση τεράστιου πλούτου, που δεν τον διαχειρίζεται ούτε ο πρωθυπουργός της Ελλάδος, και μάλιστα ανεξέλεγκτα, συνιστά πρωτοφανή πρόκληση». Τονίζει επίσης ότι «το να δηλώνει ένας μοναχός ότι είναι ανιδιοτελής, αυτό είναι μια κρίση αλαζονείας, που είναι ασυμβίβαστη με τον μοναχικό βίο».-Το νόημα των Χριστουγέννων Πάτερ Φιλόθεε, ποιο είναι το νόημα των Χριστουγέννων στην εποχή μας;Tα Χριστούγεννα κατά την εκτίμηση μου είναι δυστυχώς σήμερα απλώς μια έξαρση της καταναλωτικής δραστηριότητας του σύγχρονου ανθρώπου. Ο άνθρωπος της εποχής μας , έχοντας πλούτο και υλικές ανέσεις, αισθάνεται πως δεν του χρειάζεται κάποια πνευματικότητα, πιστεύει ότι με τα υλικά αγαθά είναι καλυμμένος, είναι πλήρης. Επομένως, τα Χριστούγεννα για τον σύγχρονο άνθρωπο δεν έχουν καμία πνευματική αξία, είναι ένα καταναλωτικό επεισόδιο. Δηλαδή, είναι Χριστούγεννα χωρίς Χριστό. Ο Χριστός ενανθρωπίστηκε για να αποκαλύψει ένα τρόπο ζωής, ο οποίος ανταποκρίνεται στην ανθρώπινη φύση και εξασφαλίζει στον άνθρωπο πληρότητα. Συνεπώς, ο άνθρωπος πρέπει να βρίσκεται σε κοινωνία με τον Θεό και τον συνάνθρωπό του, να ενωθεί με τον Θεό και τον συνάνθρωπό του. Δυστυχώς, αυτά δεν υπάρχουν σήμερα. Όσο αφορά τη λατρεία και τις μεγαλοπρεπείς λειτουργίες αυτά αποτελούν μια ανώνυμη λατρεία με έντονο στοιχείο της επίδειξης. Αυτά δεν έχουν σχέση με τον Χριστό, ο οποίος περπατούσε ξυπόλητος και δεν είχε «που την κεφαλή κλίναι».-Η εικόνα που δίδετε είναι ζοφερή. Πόση ευθύνη έχει γι αυτό η διοικούσα Εκκλησία, δηλαδή για το ότι γιορτάζουμε Χριστούγεννα χωρίς Χριστό;
Ένα άλλο τραγικό στοιχείο, το οποίο συνιστά απομάκρυνση από το πνεύμα του Χριστού, είναι ότι πάντα αναζητούμε την ευθύνη να την βρούμε σε κάποιον άλλο. Την ευθύνη την έχουμε όλοι. Εγώ γνωρίζω για την προσωπική μου ευθύνη. Πόση ευθύνη έχει ο Αρχιεπίσκοπος, ο Πατριάρχης δεν γνωρίζω, διότι δεν είμαι μέσα στην καρδιά τους. Εγώ ο ίδιος έχω υποδουλωθεί σε αυτό τον υλισμό, που κυριαρχεί στην εποχή μας. Δεν είμαι εξαίρεση. Όσο περισσότερο θυσιάζω την κοινωνία με τον Θεό και τον συνάνθρωπο χάρη της απόλαυσης, της βολής και καλοπέρασης, αδειάζω. Η ζωή δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο νόημα.

-Δηλαδή, ο κληρικός, ιδιαίτερα ο Επίσκοπος, πρέπει πρώτα από όλα να είναι ο ποιμήν ο καλός;
Είναι πρόκληση για μας τους κληρικούς να εμφανιζόμαστε από τους πλουσιότερους των συνανθρώπων μας. Ο οποιοσδήποτε κληρικός είναι αναφορικά με την οικονομική του κατάσταση πάνω από το μέσο όρο του Έλληνα πολίτη. Πολλοί από εμάς τους κληρικούς ζούμε με τρόπο πριγκιπικό. Η πρόκληση είναι εξωφρενική και διερωτώμαι, πώς ο πιστός λαός, όπως συνηθίζουμε να τον λέμε, ανέχεται αυτή την κατάσταση. Ο Χριστός καταδικάζει την υποδούλωση στα υλικά αγαθά, τη χλιδή και την πολυτέλεια. μας υπηρετεί ένα σωρό κόσμος, φορτωνόμαστε όλα αυτά τα χρυσά και έχουμε και την απόλυτη εξουσία στην ψυχή των ανθρώπων.

-Τι πρέπει να γίνει για να αλλάξει αυτή η κατάσταση;
Κοιτάξτε στο χώρο τον εκκλησιαστικό υπάρχουν Επίσκοποι, ακόμη και στο περιβάλλον του Αρχιεπισκόπου, οι οποίοι είναι «φραγκοφονιάδες», οι οποίοι έχουν ταρίφα για να τελέσουν ένα μυστήριο και για να λειτουργήσουν στους ναούς της Μητρόπολής τους. Δεν αρκεί το “mea culpa” του Αρχιεπισκόπου, πρέπει να γίνει κάτι. Χρειάζεται μετάνοια, που σημαίνει αλλάζω τρόπο ζωής, κάνω μεταβολή 180 μοιρών. Η μετάνοια δεν είναι μια απλή δήλωση. Μετανοείς αληθινά, όταν είσαι αποφασισμένος να αλλάξεις ριζικά.
– Πώς είδατε εσείς τα τελευταία δραματικά γεγονότα στην Ελλάδα και τη συμπεριφορά των νέων;
Είναι μια τραγική στιγμή, γιατί κατά τρόπο κραυγαλέο αποκαλύπτεται ότι κάθε ένας από εμάς κινείται από ιδιοτέλεια. Ό,τι κάνουμε το κάνουμε μόνο για τον εαυτό μας, αγνοώντας τους άλλους. Αυτό είναι σατανικό. Δυστυχώς αυτό κάνουμε τώρα. Οι πάντες προσπαθούμε να εκμεταλλευτούμε τα πάντα, να καπηλευθούμε αυτό που βιώνουν οι νέοι, το οποίο δεν έχει σχέση από αυτό, το οποίο ακούμε ότι βιώνουν οι νέοι μας. Αυτή τη στιγμή η νεολαία μας βρίσκεται σε σύγχυση, γιατί η ελληνική οικογένεια, το ίδιο νομίζω συμβαίνει και στην Κύπρο, περνά μεγάλη κρίση. Δηλαδή, τα παιδιά σήμερα μεγαλώνουν χωρίς όρια, μεγαλώνουν με τρόπο, που τα κάνει ανίκανα να αντιμετωπίσουν τον πραγματικό κόσμο. Οι γονείς το κάνουν αυτό για λόγους καθαρά ιδιοτελείς, έστω και αν δεν το συνειδητοποιούν απολύτως. Δηλαδή, αυτή η κτητικότητα και ο υπερπροστατευτισμός είναι ο τρόπος, που προσπαθούν να κρατήσουν τα παιδιά για τον εαυτό τους. Εκπληρώνουν οι γονείς κακώς οποιαδήποτε επιθυμία των παιδιών τους. Έτσι, ο νέος βρίσκεται σε μια τραγική αναπηρία, η οποία θα του στοιχίσει τη ζωή του. Θα ζήσει σε μια κόλαση. Γιατί, πιο καίριες ανάγκες του δεν θα ικανοποιηθούν, γιατί αν πλησιάζει κάποιον με τη διάθεση να έχει αυτό που θέλει, αδιαφορώντας για τις ανάγκες του άλλου- και μάλιστα όταν και ο άλλος κάνει το ίδιο- οι σχέσεις είναι καταδικασμένες. Αυτή τη σύγχυση και αυτό τον πανικό βιώνουν σήμερα οι νέοι.

– Λέγεται ότι οι Σουηδοί, όταν υπάρχει μια κρίση γίνονται καταθλιπτικοί, στέφονται εναντίον του εαυτού τους – γι’ αυτό και έχουν πολλές αυτοκτονίες.
Εμείς οι Έλληνες, όταν δεν πάει κάτι καλά στη ζωή μας, ζητάμε κάπου έξω από εμάς τον «εχθρό». Αλλά ο «εχθρός» δεν είναι έξω από εμάς. Το τραγικό είναι ότι οι έφηβοι δεν γνωρίζουν με ποιον είναι οργισμένοι. Είναι οργισμένοι κυρίως με τους γονείς τους, με το οικογενειακό τους περιβάλλον, γιατί εκεί κρίνεται η δυνατότητα του νέου να είναι αυθύπαρκτο πρόσωπο. Αν ο νέος μέσα στο σπίτι έχει αναπτύξει μια υγιή προσωπικότητα, τότε οι οποιεσδήποτε αρνητικές εξωτερικές συνθήκες δεν θα τον καταβάλλουν.

-Η Ελλάδα συγκλονίζεται τον τελευταίο καιρό από την υπόθεση της Μονής Βατοπεδίου. Πως βλέπετε εσείς αυτό το ζήτημα;
Το φαινόμενο δεν είναι άγνωστο στους Κυπρίους. Η Εκκλησία της Κύπρου έχει μια τεράστια περιουσία, έχει το μισό νησί. Βέβαια, η υπόθεση της Μονής Βατοπεδίου είναι εξωφρενική από τη διαχείριση τεραστίων χρηματικών ποσών. Ο Χριστός επέμεινε πάρα πολύ για τη μη υποδούλωση στα υλικά αγαθά. Στο όνομα του Χριστού και του μοναχικού βίου να υπάρχει αυτή η εξωφρενική διαχείριση τεράστιου πλούτου, που δεν τον διαχειρίζεται ούτε ο πρωθυπουργός της Ελλάδος, και μάλιστα ανεξέλεγκτα, συνιστά πρωτοφανή πρόκληση. Αναρωτιέμαι πως να μην υπάρχει αναστάτωση και οργή και κρίση στον τόπο μας.

-Ωστόσο, ο ηγούμενος και οι πατέρες της Μονής Βατοπεδίου υποστηρίζουν και διαβεβαιώνουν ότι τα χρήματα δεν είναι δικά τους, ότι οι ίδιοι δεν έχουν καμία περιουσία.
Ο Χριστός δεν το ήξερε αυτό; Δεν μπορούσε να έχει μια τεράστια περιουσία και να τη διαχειρίζεται για τους άλλος; Δηλαδή, μέχρι ποιου σημείου πιστεύουν ορισμένοι κληρικοί και μοναχοί ότι οι άνθρωποι είναι ηλίθιοι. Ο Χριστός δεν κράτησε στο χέρι του ένα νόμισμα της εποχής του.

– Η Μονή Βατοπεδίου υποστηρίζει ότι κάνει έργο φιλανθρωπικό, κοινωνικό, πολιτιστικό…
Δεν είναι περίεργο ότι τέτοιο κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο δεν έκανε ο Ιησούς Χριστός. Το ποιμαντικό έργο της Εκκλησίας πρέπει να είναι το έργο του Χριστού, ο οποίος δεν έδωσε ούτε ένα κομμάτι ψωμί σε κανένα πτωχό. Αυτό δεν ήταν τυχαίο, γιατί ο Χριστός ήλθε να μάθει τους ανθρώπους να ζουν με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην υπάρχουν πτωχοί και πλούσιοι, κάποιοι, που να εκμεταλλεύονται κάποιους άλλους. Εμείς σήμερα διαστρέφουμε το μήνυμα του Χριστού και μετά ερχόμαστε τάχα να καλύψουμε τα συμπτώματά του.

-Εσείς εκτιμάτε ότι ο ηγούμενος Εφραίμ πρέπει να ζητήσει συγνώμη;

Θυμάμαι ότι σε μια συνέντευξή του ο ηγούμενος Εφραίμ είχε πει ότι οι μοναχοί της Μονής Βατοπεδίου ζουν με ανιδιοτέλεια, με ειρήνη και αγάπη. Αυτά είναι ψέματα, πουθενά δεν συμβαίνουν αυτά. Ανιδιοτελής εντελώς είναι μόνο ο Θεός. Εμείς οι άνθρωποι είμαστε λιγότερο ή περισσότερο ιδιοτελείς. Το ερώτημα είναι, αν σκεπτόμαστε μόνο τον εαυτό μας και κανέναν άλλο. Το να δηλώνει ένας μοναχός ότι είναι ανιδιοτελής, αυτό είναι μια κρίση αλαζονείας, που είναι ασυμβίβαστη με τον μοναχικό βίο. Ένας ασκητής τον 4ο αιώνα στην έρημο έλεγε «μην υψηλοφρονήσεις ποτέ. Και αν σκεφθείς να υψηλοφρονήσεις σκέψου; Τήρησες εσύ όλες τις εντολές;» .Ο ίδιος ασκητής επισημαίνει: «λυπάσαι εσύ, όταν υποφέρει ο εχθρός σου; Και αν τα έκανες όλα αυτά, τότε και πάλι μην υψηλοφρονήσεις, γιατί τότε θα τα χάσεις όλα». Αυτό είναι το πνεύμα της χριστιανικής παραδόσεως και του μοναχισμού. Μέσα στο χώρο της Εκκλησίας της Ελλάδος θα έλθει ο ηγούμενος Εφραίμ να σώσει τους Έλληνες; Δεν φροντίζει να σώσει τους εκατό αδελφούς της Μονής; Ξέρετε τι μεγάλη ευθύνη είναι να φροντίζεις εκατό ψυχές, αν πράγματι τις φροντίζεις;

-Μήπως επιδίωξη είναι η Μονή Βατοπεδίου να γίνει ένα «Βατικανό της Ορθοδοξίας»;
Είναι το πάθος της εξουσίας, το οποίο διακατέχει πάρα πολλούς από εμάς τους κληρικούς. Και μας διακατέχει, γιατί δεν πιστεύουμε στον εαυτό μας, δεν έχουμε αυτοεκτίμηση και προσπαθούμε να καλύψουμε την αίσθηση της εσωτερικής μας ανεπάρκειας. Γιατί, πολλοί από εμάς, αν μας βγάλετε τα γένια και τα ράσα, δεν είμαστε τίποτα. Θα ήμασταν σκέτα μηδενικά. Όμως οι περισσότεροι από εμάς τους κληρικούς αποκτάμε κύρος, νομίζουμε ότι μπορούμε να καθορίζουμε τις ζωές των άλλων, μας υπηρετεί ένα σωρό κόσμος, φορτωνόμαστε όλα αυτά τα χρυσά άμφια και έχουμε και την απόλυτη εξουσία στην ψυχή των ανθρώπων. Και έτσι νομίζουμε ότι θα αυξήσουμε την αυτοεκτίμησή μας. Το πάθος της εξουσίας κυριαρχεί στη ζωή της Εκκλησίας, η οποία τελικά δεν είναι αυθεντική Εκκλησία. Η Εκκλησία δεν είναι οργάνωση, ούτε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Η Εκκλησία είναι τρόπος υπάρξεως, τα μέλη της πρέπει να έχουν μια καρδιά και μια ψυχή και να μοιράζονται ό,τι έχουν, να βαστάζουν αλλήλων τα βάρη, αυτοί που είναι δυνατοί να μην καμαρώνουν, αλλά να προσπαθούν να σηκώσουν το βάρος των αδυνάτων. Αυτό είναι η πραγματική Εκκλησία.
http://panagiotisandriopoulos.blogspot.com/2008/12/blog-post_29.html

Δεν ξερω αν υπάρχει κάτι στο οποίο μπορούμε να συνεισφέρουμε με τις δικες μας δυνάμεις ή να κάνουμε καποια επισήμανση, ο λόγος του Γέροντος Κληρικού είναι καθάριος, αυτοκριτικός, αληθινός, φιλαλήθης, φιλελεύθερος, πραγματικος, απλος, κατανοητος και μας πληγώνει επειδή δεν κατανοούμε ότι όσα μας λέει ο πατήρ Φιλόθεος Φάρος δεν είναι για τους άλλους αλλά είναι για εμάς η κριτική αν ο καθένας την ενστερνησθεί τότε θα δει οτι αναφέρεται στον εαυτο του, στον τρόπο της προσωπικής του υπάρξεως και στον τρόπο με τον οποίον ζει ο εκκλησιαστικός άνθρωπος…ας συ-σκεφθούμε μετα του πατρός και ας δούμε εντός μας τα λάθη μας. Την προσωπική μας ευθύνη και τοτε εμείς θα έχουμε διορθώσει τον εαυτό μας και τότε ολοι θα μπορουν να μας παρατηρουν ως αληθινά παιδιά του Ιησού Χριστού!
Modern Father
 Tι κάνει την αγάπη τόσο δύσκολη; Γνωστός από το αιρετικό βιβλίο του “Έρωτος Φύσις”, ο πατέρας Φιλόθεος αναγνωρίζει τις ομοιότητες μεταξύ ψυχοθεραπείας και θρησκείας και τις προσπάθειες της επίσημης Εκκλησίας να προσεκλύσει “νέα πελατεία”. Τονίζει, όμως, πάντα ότι το μέτρο της αληθινής πίστης είναι μόνο η αγάπη. LIFOTEAM 14.2.2014 | 00:50 4       15 Συνέντευξη: Αριάν Λαζαρίδη – Φωτογραφίες: Σπύρος Στάβερης/ LIFO     Είναι κάποιες ερωτήσεις που υπάρχουν στην ψυχή μας από παλιά. Ερωτήσεις που κρατάμε μέσα μας, για να τις θέσουμε κάποια μέρα, όταν η ζωή θα μας φέρει ένα σοφό άνθρωπο, ο οποίος θα έχει όλες τις κρυμμένες απαντήσεις στα λόγια του. Σε μια εποχή που δεν είναι ιδιαίτερα εύκολη και όπου η ανάγκη για στηρίγματα είναι μεγάλη, έχουμε μπερδευτεί ξεχνώντας την εμπιστοσύνη στην ίδια τη ζωή, και τη γεύση των αληθινών πραγμάτων. Από τη μια, η ανάγκη, από την άλλη, τα ερωτήματα μου που έως τώρα δεν έχουν εκφραστεί, μ’ έφεραν κοντά σε μια ψυχή, τον πατέρα Φιλόθεο Φάρο. Μερικοί από εσάς μπορεί να έχετε διαβάσει όλα τα βιβλία του, αρκετοί μόνο το Έρωτος Φύσις-εξαιτίας του οποίου πόλλοι τον χαρακτήρισαν «επαναστάτη ή αναρχικό παπά»-, άλλόι, πάλι, τον ακούτε για πρώτη φορά. Επιπλέον, άλλοι πιστεύετε στον Θεό και άλλοι όχι. Όπως και να χει, ας ακούσουμε τα λόγια του. Θα του ζητήσω να απαντήσει στις ερωτήσεις μου, που επειδή είναι ψυχής, μπορεί να μοιάζουν με τις δικές σας.  Άλλωστε, όλοι απ’ το ίδιο ύφασμα είμαστε φτιαγμένοι- και άνθρωπος χωρίς ερωτήματα δεν υπάρχει… Το σπίτι του μυρίζει μύρο και το γέλιο του είναι δυνατό, όπως και η φωνή του όταν παθιάζεται. Του ζητώ να ορίσουμε ημέρα για τη φωτογράφηση, και σφίγγει τα χείλη του. «Ξέρετε, δεν τις πολυσυμπαθώ τις φωτογραφίες… η φωτογραφία, κατά κάποιον τρόπο, έχει μια γεύση θανάτου», μου λέει. «Στις συνεντεύξεις,  καλό είναι να βλέπει ο αναγνώστης το πρόσωπο που μιλά», του απαντώ, δεν επιμένει, σηκώνει τους ώμους του και χαμογελά. «Καλά. Τότε τι να κάνουμε; Θα το κανονίσουμε κι αυτό», μου λέει, καθόμαστε, και νιώθω αμηχανία για τις ερωτήσεις μου. Έτσι, όμως, νιώθω κοντά σε όλους τους παπάδες. Να θυμηθώ να μη σταυρώσω τα πόδια μου.  Î¦Ï‰Ï„.: Σπύρος Στάβερης/ LIFO   Φωτ.: Σπύρος Στάβερης/ LIFO     Πατέρα Φιλόθεε, τι είναι η αγάπη; Γιατί τα μεγαλύτερα εγκληματα γίνονται στο όνομα της; Εννοείτε τον έρωτα;   Όχι. Μιλώ για την αγάπη που μαθαίνουμε στην εκκλησία-το αγαπάτε αλλήλους. Την αγάπη που νιώθει η μητέρα για το παιδί της, που το αγαπά, αλλά το καταπιέζει. Η αγάπη είναι μια πολύ διαβεβλημένη έννοια. Μην ξεχνάτε πως η αγάπη δεν είναι ένστικτο, αλλά επιλογή που προυποθέτει ευθύνη. Η μητρική αγάπη, για μένα, είναι μύθος-μας αρέσει να πιστεύουμε ότι μπορούμε να έχουμε την εμπειρία της αγάπης ανέξοδα, γι αυτό και πιστεύουμε ότι υπάρχει αγάπη των γονέων προς τα παιδιά ή αντίστροφα, πράγματα που για μένα δεν υφίστανται. Υπάρχει μόνο η αγάπη ενός ανθρώπου προς έναν άλλον από επιλογή.   Πως μπορεί  να μάθει κάποιος να αγαπά; Μόνο από βίωμα ή ευρισκόμενος κοντά σε έναν άνθρωπο που αγαπά. (Ανοίγει τα χέρια του). Η αγάπη είναι ανθρωπίνως αδύνατη –αγάπη είναι ο Θεός, επομένως ο άνθρωπος μπορεί να τη βιώσει μόνο μετέχοντας στη χάρη Του. Αλλιώς είναι ανέφικτο, γιατί πρέπει να προσφέρεσαι στον άλλον χωρίς αντάλλαγμα, να τον δέχεσαι χωρίς προυποθέσεις και όρους, και να τον αγαπάς ακόμα κι αν δεν είναι αξιαγάπητος. Αγάπη είναι να δίνεις χωρίς να παίρνεις τίποτα. (Χαμογελά και κουνά το κεφάλι του). Όταν αγαπήσεις, βέβαια, θα αγαπηθείς, αλλά μόνο εφόσον δεν ήταν αρχική προυπόθεση σου-ανταπόκριση υπάρχει εφόσον δεν την προσμένουμε. Όλα αυτά που λέμε, βέβαια, είναι εκλογικεύσεις, το πραγματικό βίωμα δεν μπαίνει στα λόγια και δεν περιγράφεται.   Κάποιος που ξέρει, λοιπόν, είναι κάποιος που είναι κοντά στον Θεό. (Γνέφει καταφατικά). Αυτός έχει τη δυνατότητα της αγάπης, διότι διατηρεί κοινωνία με τον Θεό, την πηγή της.   Και πως πάμε κοντά Του; Ο τροπος που πάμε στον Θεό δεν είναι ορθολογιστικός ή σχηματοποιημένος. Μπορεί να δείτε έναν άνθρωπο που ισχυρίζεται πως είναι άθεος, να βρίσκεται σε περισσότερη κοινωνία με τον Θεό απ’ ό,τι ένας που, ενώ δείχνει μεγάλη ευσέβεια, στην πραγματικότητα δεν έχει καμία κοινωνία με το θείο. Μπορεί να είναι κάποιος ήδη στην Εκκλησία και να μην το έχει πάρει χαμπάρι, καταλαβαίνετε; Δεν είναι ταμπέλα η Εκκλησία, είναι τρόπος ζωής. Υπάρχουν άνθρωποι που τον ζουν αυτόν τον τρόπο, χωρίς να έχουν κολλημένη ταμπέλα στο μέτωπο τους, όπως υπάρχουν και οι περισσότεροι θρησκευόμενοι –θα έμπαινα στον πειρασμό να πω «όλοι» -οι οποίοι έχουν μόνο την ταμπέλα και καμία σχέση με το βίωμα. Το βίωμα δεν το υποπτεύονται καν.   Η πίστη είναι μεγάλο στήριγμα. Πως μπορεί κάποιος που αυτήν την στιγμή μας διαβάζει να βοηθηθεί από αυτήν; Πως να βοηθηθεί από κάτι που δεν γνωρίζει;  Που να τον βρεί αυτόν τον άνθρωπο που ξέρει ν’ αγαπά, όπως λέτε, ώστε να μάθει από αυτόν; Είναι μια τραγική ερώτηση και δεν ξέρω τι να σας απαντήσω. Στην πραγματικότητα, πιστεύω πως είναι πολύ σπάνιος ένας τέτοιος άνθρωπος στις μέρες μας. Γενικότερα σπανίζει η πίστη στις μέρες μας. Λέγονται πολλά, αλλά εγώ πιστεύω ότι αυτό που τελικά μεταδίδουν είναι το ψέμα που πάει να καλυφθεί. Όλα αυτά τα λόγια τα λέμε για να κρύψουμε το γεγονός πως η πίστη απουσιάζει.   Τι είναι η πίστη; Δεν είναι μια λογική, «διανοητική» πεποίθηση σ’ ένα πράγμα, αλλά μια σχέση. Αναφέρεστε στην πίστη, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά τον ορθό σας λόγο, ενώ η πίστη είναι βίωμα που, χωρίς να είναι παράλογο, είναι πέρα από τη λογική, η οποία δεν εξαντλεί όλη την πραγματικότητα. Υπάρχει μια τεράστια πραγματικότητα που δεν μπαίνει στη δικαιοδοσία της λογικής –όπως για παράδειγμα, τα συναισθήματα, όπως η αγάπη που, λογικά είναι παλαβομάρα. Τα πράγματα που μπορούμε να χρησιμοποιήοσυμε με το εργαλείο της λογικής δεν εξαντλούν τον κόσμο ούτε την πραγματικότητα.   Τώρα είστε ρεαλιστής ή κάνετε το καθήκον σας; Τι θα πει ρεαλιστής;   Βγαίνοντας από το σπίτι σας, αυτά που μου είπατε μπορώ να τα κάνω πράξη; Κοιτάξτε. Η φύση της αγάπης είναι να την προσφέρουμε –όταν ζητάς αγάπη, βιώνεις ναρκισσσισμό. Γι αυτό και λέω ρεαλιστικά πως ο άνθρωπος σήμερα θα βρει την αγάπη του προσφέροντας, χωρίς προσδοκία, στο συνάνθρωπο. Όσο για τη δυσκολία με την πίστη στις μέρες μας είναι αλήθεια, και εδώ πρέπει να πω ότι η πίστη δεν βιώνεται μέσα από σωματική άνεση.   Γιατί; Η πίστη βιώνεται μέσα από άσκηση, μέσα από τον περιορισμό του Εγώ, μέσα από την άρνηση του κόσμου των υλικών πραγμάτων. Η πραγματικότητα που ζητάμε με την πίστη είναι μια πραγματικότητα διαφορετική, που  ο άνθρωπος δεν μπορεί να τη βρει όσο είναι απορροφημένος από τη ρηχή πραγματικότητα των υλικών ανέσεων, του εγωκεντρισμού και της ιδιοτέλειας.   Όλα ή τίποτα; Όχι. Όσο, όμως, μπορεί να απομακρύνει την προσοχή του από αυτά, θα μπορεί να γεύεται και τα άλλα.   Πόσο μακριά είναι αυτά που μου λέτε από τον τρόπο ζωής μας και τα αγριεμένα πράγματα εκεί έξω… Μα γι αυτό σας λέω ότι, βασικά ο Θεός είναι απών.   Πως να πλησιάσει ο σημερινός άνθρωπος την εκκλησία; Εγώ, όσες φορές ένιωσα την ανάγκη και μπήκα σ’ένα ναό, έπειτα από λίγο έφυγα. Δεν καταλάβαινα τι έλεγαν, μου φαινόταν αφιλόξενο μέρος και αισθανόμουν παρείσακτη. Μάλιστα βλέποντας πιστούς εκεί να παρακολοθούν με προσήλωση τη λειτουργία, πρέπει να πω ότι ένιωσα και λίγο σαν να βρισκόμουν σ’ ένα κλειστό «κλαμπ» για λίγους. Η εκκλησία δεν είναι ένα ιερό θέατρο. Είναι μια οικογένεια, όπου οι άνθρωποι αγωνίζονται να μοιραστού΄ν ό,τι έχουν, ό,τι είναι, και να αισθανθούν πως είναι αδέλφια με έναν κοινό πατέρα. Αυτό είναι η εκκλησία. Να γίνονται οι άνθρωποι αλλήλων μέλη, να βαστάξουν αλλήλων τα βάρη. Αυτό που βλέπετε μπαίνοντας σ’ ένα ναό όπου κανείς δεν γνωρίζει και δεν συνδέεται με κανέναν, δεν είναι τίποτα-αν δεν είναι και απάτη. Κι αν με ρωτήσετε που το βρίσκει κανείς αυτό, θα σας απαντήσω όχι πάντως, σ’ ένα ναό με απρόσωπη λατρεία. Μπορεί εκεί να είναι πιο απίθανο να βρεθεί απ’ ό,τι είναι σ’ έναν οίκο ανοχής. (Είχε δυναμώσει τη φωνή του, κάθεται πίσω και σκύβει το κεφάλι του.) Λειτουργία είναι η διαδικασία που έχει δημιουργηθεί για να μας κάνει να αισθανθούμε σώμα Χριστού και να κοινωνήσουμε με τον άλλον. Στις μέρες μας, βέβαια, ποιός κοινωνεί με ποιόν; Γιατί αν δεν κοινωνήσεις με το διπλανό σου, πως θα κοινωνήσεις τον Χριστό; Ο Χριστός είπε «πεινούσα και με θρέψατε, πονούσα και με φροντίσατε». Όταν τον ρώτησαν «πότε έγινε αυτό;», απάντησε «όταν το κάνατε στους αδελφούς σας, το κάνατε και σ’ εμένα».   Πόσο κοντά μπορούν να είναι δύο άνθρωποι, και για πόσο, όταν ο ένας εξ αυτών δεν ξέρει ν’ αγαπά; Είναι πάρα πολύ δύσκολο, διότι όσο ανεπτυγμένος κι αν είναι ο άνθρωπος, Θεός δεν είναι. Μπορεί να προσφέρει 95 φορές χωρίς αντάλλαγμα, αλλά τις 5 θα θέλει το αντάλλαγμα του. Πάντως, ο άνθρωπος που δεν θα ξεκινήσει με το «εγώ, εδώ, θα καλυφθώ; Θα πάρω αυτό που χρειάζομαι;» αλλά που προσφέρει, κάπου μπορεί να φτάσει.   Έρωτας ή αγάπη; Ο έρωτας έχει μέσα του την αυθυπέρβασή του. Είναι υπέρβαση του ναρκισσισμού –σ’ένα ποσοστό, μια απώλεια.   Οι φροιδικοί, πάντως, λένε ότι ερωτευόμαστε αυτον που μας καθρεφτίζει καλύτερα απ’ όλους τους άλλους. Αυτό λένε οι ψυχίατροι; Εγώ θα σας πω κάτι άλλο: ο έρωτας είναι μια φυσική θέση που γεφυρώνει χάσματα. Η δυσκολία με τον έρωτα ξέρεπε ποια πιστεύω ότι είναι; (Τον κοιτάζω ερωτηματικά). Φοβόμαστε ότι αν αφεθούμε να ερωτευτούμε, δεν θα ερωτευτούμε τον κατάλληλο άνθρωπο! Δεν θα ερωτευτούμε εκείνον που «πρέπει». Ο έρωτας μας βάζει σε μια τεράστια περιπέτεια, και συνήθως αυτός που ερωτευόμαστε δεν είναι αυτός που «πρέπει».   Κι όταν τελειώσει ο έρωτας, πάτερ, τι γίνεται; Μπορείς να τον δεις σαν τη φλόγα, την οποία έχει ανάγκη η αγάπη. Μια χωρίς ερωτική φλόγα αγάπη, μπορεί να είναι ένα πολύ ψυχρό πράγμα.   Και πως μπορεί κανείς να διατηρήσει αυτήν τη φλόγα; Η φλόγα διατηρείται όταν παίζεις διαρκώς τα πράγματα κορόνα-γράμματα. Όταν δεν θυσιάζεις την ουσία στο βόλεμα. Όσα αφήνεις να περάσουν επειδή δεν έχεις όρεξη να τα αντιμετωπίσεις, ψυχραίνουν τον έρωτα και σβήνουν τη φλόγα. Για να μείνει μια σχέση ζωντανή, χρειάζεται να γίνεται διαρκώς ένας αγώνας και να δίνεται μια καθημερινή μάχη.  Î¦Ï‰Ï„.: Σπύρος Στάβερης/ LIFO   Φωτ.: Σπύρος Στάβερης/ LIFO   Εξακολουθώ να αναρωτιέμαι αν κάτι τέτοιο μπορεί να υπάρξει μέσα στην καθημερινότητα μας. Προχθές μιλούσα με γονείς που τα παιδιά τους είναι 4 και 5 χρόνων. Όπως ξέρετε, τα παιδιά της εποχής μας δεν βιώνουν πια υλική στέρηση-ό,τι θέλουν, το έχουν. «Τι να κάνω», σου λέει  ο άλλος, «να δημιουργήσω τεχντητή στέρηση;». Κι εγώ τους λέω ότι το παιδί που έχει ό,τι θέλει, όποτε το ζητήσει, είναι καταδικασμένο.   Γιατί; Επειδή του δημιουργείται μια αναπηρία, που θα το εμποδίσει να δημιουργήσει ουσιαστικές σχέσεις μέσα απ’ τις οποίες θα μπορέσει να έχει πληρότητα στη ζωή του. Αυτός που πάντα ζητάει, που περιμένει να του δώσουν, που πιστεύει πως είναι το κέντρο του κόσμου και πως όλοι του οφείλουν κάτι, με ποιόν θα κάνει χωριό; Που; Ποιόν θα βρει εραστή; Ποιόν θα κάνει σύζυγο; Έτσι, λοιπόν, λέω στους γονείς: «Αν ήξερες πως το παιδί σου έχει ιλαρά ή λευχαιμία, θα έκανες ό,τι μπορούσες για να του σώσεις τη ζωή. Εδώ έχεις μια κρίσιμη αναπηρία, που μπορεί να αποβεί θανάσιμη, και δεν είναι αυτό το κίνητρο για να επιβάλεις στο παιδί σου τεχνητή στέρηση; Θα το αφήσεις λέγοντας πως έτσι είναι όι καιροί μας; Πρέπει ακόμα να ζητήσεις στο παιδί να  μάθει να δίνει, και όχι να τα περιμένει όλα έτοιμα λες και κάποιος του τα οφείλει. Αλλιώς, αυτό το παιδί είναι καταδικασμένο. Για ανθρώπους στην ηλικία σας, ας μη μιλήσουμε για τη δική μου, το παιχνίδι είναι σχεδόν χαμένο. Βέβαια, μια αμυδρή ελπίδα υπάρχει πάντα.   Πως μπορούμε να τη βρούμε αυτήν την ελπίδα και να μείνουμε στο παιχνίδι; Ένας τρόπος είναι η ψυχοθεραπεία-την οποία καταλαβαίνω ως διδασκαλία ζωής-και όπου όταν πας στραβά, ο θεραπευτής σε παίρνει από το χέρι και σου δείχνει το δρόμό. Το ίδιο γίνεται και με τη θρησκεία: σε παίρνει από το χέρι ο δάσκαλος, που ξέρει έναν τρόπο ζωής που ανταποκρίνεται στην ανθρώπινη φύση και ο οποίος δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να έχει πληρότητα ζωής. Η διαδικασία αυτή δεν είναι διαφορετική απ’ την ψυχοθεραπευτική, μόνο που τέτοιοι δάσκαλοι είναι σπάνιοι στον κόσμο της θρησκείας, κι έτσι ανέλαβε η ψυχοθεραπεία-που είναι κοσμική διαδικασία και όχι πνευματική- να καλύψει αυτήν την ανάγκη.   Γιατί όλες οί θρησκείες «προσελκύουν» τα πλήθη με το να τους υπόσχονται τη μετά θάνατον ζωή, την ανάσταση; Γιατί κανείς δεν δέχεται το πεπερασμένο΄του μυαλού μας –ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι γίνεται μετά θάνατον- και παρ’όλα αυτά να πιστεύει στην αγάπη και την κοινωνία; Διότι ο θάνατος είναι η μεγαλύτερη ανθρώπινη αγωνία. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να δεχτεί ότι αυτό το καταπληκτικό στοιχείο της δημιουργίας καταλήγει στο μηδέν-και καλά κάνει. Γι αυτό είναι πολύ επιρρεπής σε οποιονδήποτε του προσφέρει κάποια διέξοδο, κάποια «θεραπεία» γι αυτήν την αγωνία του θανάτου. Η πραγματική χριστιανική παράδοση δεν αναζητεί αλλού τη ζωή, αλλά εδώ και τώρα. Η βασιλεία του Θεού δεν είναι ένας χώρος στον οποίο πάμε, αλλά μια πραγματικότητα στην οποία βρισκόμαστε τώρα και που αν δεν την βιώσουμε τώρα δεν θα τη βρούμε πουθενά. Υποσχόμεθα τη μετά θάνατον ζωή, όταν δεν έχουμε να προσφέρουμε τίποτα τώρα. Αλλιώς πως θα εξασφαλίσουμε τον πελάτη; Όταν δεν έχουμε να του προσφέρουμε τίποτα, του δίνουμε μια μελλοντικη υπόσχεση, όπως οι πολιτικάντηδες.   Πατέρα Φιλόθεε, γιατί γίνατε παπάς; Έγινα παπάς για εντελώς παθολογικούς λόγους. Ήμουν ένα ταλαιπωρημένο παιδί που γεννήθηκε σε ένα σπίτι όπου τους γονείς δεν τους συνέδεε τίποτα, βρίσκονταν σε διαρκή αναστάτωση, κι έτσι μεγάλωσα σ’ ένα σπίτι πλήρους ανασφάλειας και οδύνης. Έτσι, αναζήτησα κάποιο καταφύγιο και το βρήκα στη θρησκεία με τη μορφή «ναρκωτικού», όπου πλησίασα για να ξεφύγω από την τραγική μου κατάσταση. Τότε δεν συνειδητοποιούσα αυτά που σας λέω τώρα, ούτε καν τη στιγμή που χειροτονήθηκα, στα 32 μου χρόνια. Μέχρι τότε έλεγα πως ήθελα να σώσω τον κόσμο και άλλα τέτοια παιδιάστικα πράγματα.       Φωτ.: Σπύρος Στάβερης/ LIFO   Γιατί φοράτε ράσα; Για μένα το ράσο δεν είναι εκ των ων ουκ άνευ, κάθε άλλο. Για αιώνες ολόκληρους το ένδυμα του κληρικού ήταν σεμνό και απλό. Σήμερα υπάρχει η στολή, η οποία απλώς στεριώνει την εξουσία. Όλο αυτό το πράγμα είναι μέσο επιβολής.   Σ’ αυτό αναφερόμουν προηγουμένως. Δεν είναι λίγο καθηλωτικό όλο αυτό; Φυσικά. Όταν βρεθείς μ’ έναν παπά με τα γένεια του με τα ράσα του πως να τα βγάλεις πέρα; Σε καθηλώνει. Αλλά αν είναι έτσι, αν αυτό χρησιμοποιείται για να εξασφαλίσει ο άλλος την επιβολή του πάνω μου, κι αυτό ορίζεται ως «ιερά παράδοση», τότε μιλάμε για απάτη.   Γιατί στο όνομα της θρησκείας γίνονται πόλεμοι; Διότι είναι κέντρα εξουσίας. Ενώ η Εκκλησία, ακούστε με καλά, δεν μπορεί να έχει καμία σχέση με εξουσία. Ο Χριστός δεν είχε την παραμικρή εξουσία πουθενά.   Για τα θαύματά Του τι λέτε; Ήταν τα «θαύματα» που κάνει η αγάπη. Όχι πυροτεχνήματα αναστολής της λειτουργίας των φυσικών νόμων –τέτοια θαύματα ο Χριστός δεν έκανε. Να σας δώσω ένα παράδειγμα: Το ευαγγέλιο λέει πως ο Χριστός βρίσκεται κάπου με χιλιάδες κόσμο, έχει περάσει η ώρα και όλοι πεινάνε. Οι απόστολοι Του είχαν λίγες προμήθειες τις κοίταξαν με τα μάτια του εγωκεντρισμού, είδαν πως δεν περίσσευε για τους άλλους και το είπαν στον Χριστό. Εκείνος, κοιτάζοντας τις προμήθειες με τα μάτια της αγάπης, τους είπε πως ήταν αρκετές για όλους. Έβλεπε τα τρία ψάρια σαν κάτι που μπορεί να θρέψει χιλιάδες ανθρώπους, και στο τέλος περίσσεψαν κιόλας. Αυτά είναι τα θαύματα του Χριστού, τίποτα το μεταφυσικό, αλλά μικρά παράθυρα στον πραγματικό κόσμο, όπου δεν υπάρχει ανάγκη, ούτε έλλειψη. Όπου μπαίνει η αγάπη, ανάγκη και έλλειψη δεν χωρούν.     Πάτερ, γιατί υπάρχουν αδικίες; Επειδή ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, γι αυτό. Αν δεν είναι ελεύθερος να κάνει κακό, παύει να είναι ελεύθερος.   Με το θάνατο τι γίνεται; Η απάντηση στο θάνατο είναι η αγάπη που βιώνεις, γιατί τότε παίρνεις μια αναμφισβήτητη γεύση αιωνιότητας. Προς αυτήν την κατεύθυνση πρέπει να πάμε. Όμώς εμείς τι κάνουμε; Γυρνάμε στη λογική και στο διανοητικό μπλα μπλα.   Μου αρέσει ο τρόπος που μιλάτε. (Γελάει). Μου θυμίσατε τώρα μια ιστορία που λέει ότι ένας παπάς έκανε κήρυγμα στην εκκλησία, κι ένας άνθρωπος που τον παρακολουθούσε, όταν τελείωσε η λειτουργία του είπε: «Πάτερ, μιλήσατε πολύ όμορφα», κι εκείνος του απάντησε: «Το ξέρω. Μου το ‘πε πριν από σενα ο Διάβολος».   Πως ξέρουμε, πάτερ, ποιά κατεύθυνση ν’ ακολουθήσουμε στη ζωή; Όσο περισσότερο μοιραζόμαστε –κοινωνούμε-με τους άλλους ανθρώπους τόσο πιο ξεκάθαρα θα βλέπουμε που μπορούμε να πάμε.   Γιατί χρειάζονται οι άλλοί; Δεν καταλαβαίνω τη σκέψη σας. Εννοείτε το καθρέφτισμα; Η δυνατότητα του ανθρώπου να αυτοεξαπατάται είναι ασύλληπτη Υπάρχει  μια ιστορία που λέει πως όταν ένας άνθρωπος σου πει πως είσαι άλογο, το παραθεωρείς. Όταν ένας δεύτερος σου το ξαναπεί, το σκέφτεσαι. Όταν ένας τρίτος σ’το επαναλάβει, πας και αγοράζεις μια σέλα. Η δυνατότητα να πιστεύω πως είμαι ο Ροδόλφο Βαλεντίνο, ενώ έχω μια μύτη τρία μέτρα, είναι πραγματικά ασύλληπτη.   Τα τελευταία χρόνια ο άνθρωπος στρέφεται προς τη μεταφυσική. Είναι σημείο των καιρών ή ανοίγει ένας νέος κύκλος; Μιλάμε για καθαρό καταναλωτισμό. Ο σημερινός άνθρωπος αναζητάει την άμεση ικανοποίηση. Να πατά ένα κουμπί και να ικανοποιείται. Ψάχνει στα υλικά αγαθά, στην προβολή, στα ναρκωτικά και , αργά ή γρήγορα, ανακαλύπτει πως άμεση ικανοποίηση δεν υπάρχει. Τον τελευταίο καιρό, η νέα του ανακάλυψη είναι η θρησκεία. Σημάδι που εμένα δεν με παρηγορεί καθόλου, παρότι οι παπάδες χαίρονται για τη νέα «πελατεία». Για μένα η αναζήτηση δεν είναι ελπιδοφόρα. Είναι μια εμμονή του πνεύματος της εποχής, μια χρησιμοθηρηκή σχέση που απ’ τη φύση της, δεν μπορεί να καλύψει ανάγκες, και που μέσα σ’ αυτήν παραμένεις ένας νάρκισσος.   Η εκκλησία δίνει συγχώρεση. Πως μπορεί να μετανοήσει ένας άνθρωπος που νιώθει ενοχές; Κάποιος που νιώθει ενοχές δεν μπορεί να μετανοήσει. Για μένα, η ενοχή είναι μια κρίση αλαζονείας. (Τον κοιτάζω ερωτηματικά). Ενοχή είναι η δυσκολία ενός ανθρώπου να δεχτεί ότι μπορεί να έχει κάνει κάτι αποκρουστικό, η άρνηση να δεχτεί ότι έπεσε τόσο χαμηλά. Η αλαζονεία είναι ανωριμότητα, και είναι γεγονός πως ο μέσος άνθρωπος δεν μπορεί να δεχτεί ότι είναι ατελής. Έχετε διαβάσει καθόλου Σκοτ Πεκ; (Γνέφω καταφατικά). Αυτός έχει γράψει ότι η επίτευξη της κοινωνίας προυποθέτει κατάθεση της κατάντιας.   Μιλήσατε για κατάντια, και μου ήρθαν στο νου τα ναρκωτικά. Τι έχετε να πείτε γι αυτά; Ο  άνθρωπος που ζει μόνος-που η ανάγκη του ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί δεν καλύπτεται-βιώνει μια ανυπόφορη οδύνη από την οποία αναπόφευκτα θα ζητήσει μια απόδραση. Ναρκωτικά, πολιτική, θρησκεία, ταχύτητα, επιστήμη, δεν έχει σημασία το μέσο αποδράσεως. Ο νέος άνθρωπος μεγαλώνει ευνουχισμένος σπίτι του, με την ψευδαίσθηση ότι είναι το κέντρο του κόσμου, κι έτσι όταν κάποια στιγμή στην εφηβεία βγαίνει στον κόσμο, τα χάνει. Πως μπορεί αυτός ο άνθρωπος να μη ζητήσει απόδραση από την ανυπόφορη οδύνη του, όταν διαπιστώνει ότι δεν μπορεί να ζήσει με τον τρόπο που του έχουν μάθει; Θα πρέπει να τον αλλάξει, αλλά δεν ξέρει πως. Τι να κάνει; Υποφέρει. Αν δεν αλλάξει ο πολιτισμός μας, καήκαμε.   Και ο πολιτισμός περιμένουμε ν’ αλλάξει απ’ τους πολιτικούς; Η λύση βρίσκεται μέσα στον καθένα μας. Έλαβα ένα πρωτοχρονιάτικο μήνυμα που έλεγε «Αν ο καθένας μας κάνει κάτι με τον εαυτό του, αν ο καθένας μας ανάψει ένα κερί και είναι νύκτα, δεν θ’ αργήσει πολύ ν’ αρχίσει να φαίνεται φως». Η λύση είναι εκεί. Βρίσκεται μέσα στον καθέναν μας.   Τι γίνεται με τους ανθρώπους που αυτοκτονούν; Γιατί δεν δέχεται ούτε να τους θάψει η Εκκλησία; Δεν είναι ανθρώπινο κάποιος να μην μπορεί να τα βγάλει πέρα; Είναι καταδικασμένοί από ένα θρησκευτικό κατεστημένο, το οποίο ψάχνει να βρει κάποια πράγματα που να τα ορίζει ως αμαρτία, ώστε να φαίνεται αυτό σαν ανώτερο. Βασίζει, δηλαδή, την εξουσία του στην εντύπωση μιας τελειότητας. Ο παπάς πρέπει να εμφανίζεται ως αναμάρτητος, για να εξασφαλίσει την εξουσία και να ανέβει ιεραρχικά. Για να είναι αναμάρτητος, λοιπόν, βρίσκει μια αμαρτία που να φαίνεται πως δεν τον αφορά. Αν αμαρτία είναι η ματαιοδοξία, η αρχομανία, η απληστία, πως μπορούμε όταν είμαστε στολισμένοί με χρυσάφια και πολύτιμους λίθους να φαινόμαστε αναμάρτητοι;   Η θρησκεία δεν είναι και ένα άλλοθι πίσω από το οποίο μπορείς να κρυφτείς, για να μην αντιμετωπίσεις τη ζωή και τα προβλήματα της; Μπορεί να είναι, όπως λέτε, κάλυψη, μπορεί και αυτοδικαίωση, μπορεί να είναι του κόσμου η παθολογία. Αλλά να το θυμάστε: το μέτρο της αληθινής πίστης είναι η αγάπη. Ο άνθρωπος που είναι κοντά στον Θεό έχει απέραντη αποδοχή για το συνάνθρωπο και καημό για τον άλλον. Μπορεί να τον δέχεται χωρίς όρους και προυποθέσεις, και να μεταδίδει μια γλυκύτητα που συνήθως τη μεταδίδουν οί «αμαρτωλοί» και όχι οι ευσεβείς. Οι ευσεβείς είναι απορριπτικοί, κι αυτό δεν μπορεί να αποτελεί έκφραση πίστεως. Τώρα θυμήθηκα τον Γιάννη Τσαρούχη, έναν άνθρωπο που είχε μια αρκετά περιπετειώδη ζωή, αλλά που μετέδιδε αυτήν τη γκυκύτητα της αποδοχής του άλλου. Αν κάποιος είναι πραγματικά πιστός, δεν θα χρησιμοποιήσει την πίστη ως άλλοθι. Ένας μεγάλος άγιος λέει: «Αυτός που έχει φτάσει σε υψηλό επίπεδο πνευματικής ανάπτυξης, βλέπει όλους τους ανθρώπους σαν αγίους». Επειδή δεν έχει την ανάγκη της αυτοδικαιώσεως, όταν βλέπει τον άλλον να κάνει κακό, αναρωτιέται γιατί το κάνει, και τελικά φτάνει στο σημείο να τον συμπονά για το κακό που έκανε. Το άλλοθι το ζητάει ο άνθρωπος όταν θέλει να εμφανίζεται τέλειος.   Κι αν θέλει να κρυφτεί; Δεν είναι βασικό κίνητρο αυτό; Είναι. Άλλωστε, σας είπα και για μένα πως ξεκίνησε. Αλλά το φως θα το βρει όταν παραδεχτεί την αμαρτωλότητα του αρχικού του κινήτρου. Όσο το αρνείται, αποκλείεται να κάνει κάτι καλό.     Πάτερ, είστε ευτυχισμένος; Δεν μου αρέσει η λέξη ευτυχία, προτιμώ τη λέξη πληρότητα. Έχω πολλές στιγμές πληρότητας. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν έχω και στιγμές δυσφορίας, απογοητεύσεις, στιγμές πικρίας… (Με κοιτάζει στα μάτια και χαμογελά). Αλλά το κυρίαρχο συναίσθημα μου είναι εσωτερική γαλήνη.     Όταν έφυγα από το σπίτι του είχε βραδιάσει. Πηγαίνοντας προς το αυτοκίνητο μου, σκεφτόμουν πως αν και μιλούσαμε τρεις ώρες, δεν κάπνισα, δεν σταύρωσα τα πόδια μου και δεν κουράστηκα. Αντίθετα, ένιωθα ελαφριά, και την ψυχή μου μαλακωμένη. «Απόψε δεν θα έχω αυπνίες», σκέφτηκα και χαμογέλασα.       Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (symbol) στις 23/03/2002. Πηγή: www.lifo.gr

H Γιορτή και οι ανέορτοι

YANNARAS GIANNARAS 4Α​​λλο η γιορτή, άλλο η ευχαρίστηση, η τέρψη, η ευδιαθεσία – αδικούμε την ποιότητα της ζωής μας ισοπεδώνοντας τον βιωματικό πλούτο που κομίζουν οι λέξεις.

Eυχαρίστηση είναι για όλους μας η αργία, η σχόλη, το διάλειμμα στον εργασιακό μόχθο. Eίναι το οικογενειακό τραπέζι, η φιλική συντροφιά, τα παραδοσιακά εδέσματα, οι ευχές και τα δώρα που ανταλλάσσουμε.

Γιορτή είναι το πανηγύρι της χαράς, όταν κάτι αλλάζει ευφρόσυνα τη ζωή μας: Oταν μας χαριστεί ο έρωτας, όταν γεννηθεί ένα παιδί, όταν μια σημαντική επιτυχία μεταμορφώνει την καθημερινότητά μας.

Aλλο η εκκλησιαστική γιορτή, άλλο η θρησκευτική υποχρέωση. Στη θρησκευτική υποχρέωση η μετοχή είναι αναγκαστή συνέπεια «πεποιθήσεων» και οι «πεποιθήσεις» ατομική επιλογή ή εθισμός συμβατικά συντηρημένος. Iσως η μετοχή να λογαριάζεται και σαν αξιόμισθη πράξη, επένδυση που εξασφαλίζει προνομιακή μεταχείριση τού εγώ μας από τον (εμπειρικά άγνωστο) «υπερβατικό» παράγοντα. Oσο ζούμε, αλλά και στο αινιγματικό «μετά».

Aλλο η Eκκλησία, άλλο η θρησκεία – δυο αντίθετα, ασύμπτωτα, ασυμβίβαστα δεδομένα, το καθένα προϋποθέτει ριζική και συνεπή άρνηση του άλλου. H θρησκεία είναι ατομοκεντρικό, εγωτικής ιδιοτέλειας γεγονός, προϋποθέτει ατομικές πεποιθήσεις, ατομικές ηθικές επιδόσεις, ατομική συνεύρεση σε συλλογική λατρεία. H Eκκλησία είναι «κοινόν άθλημα» σχέσεων κοινωνίας: όπου η σχέση γίνεται εφαλτήριο ελευθερίας από το εγώ και η ύπαρξη ερωτική αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά.

Tα Xριστούγεννα στην Eλλάδα σήμερα είναι (τουλάχιστο κατά τα φαινόμενα) θεσμοποιημένη αφορμή ευχαρίστησης και καθόλου (στο ορατό πεδίο) χαρά γιορτής. Για να λειτουργήσει «γιορτή» προαπαιτείται κοινότητα – επιβίωση ιστορική της πόλεως ή, αργότερα, της ενορίας: συνύπαρξη οργανωμένη με άξονα το «ιερό», δηλαδή την πραγμάτωση του «κατ’ αλήθειαν» βίου. Mε την «αλήθεια» να είναι οι «κατά λόγον» (λογική κοσμιότητα) σχέσεις ή, μετά, οι σχέσεις αγαπητικής αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς.

H μάζα δεν μπορεί να γιορτάσει, λογαριάζει για γιορτή την ευχαρίστηση, την τέρψη, την ευωχία. Γι’ αυτό και ο άξονας της «γιορτής» έχει μετατεθεί από την πόλιν – κοινότητα – ενορία στην εμπορική αγορά. Για να (δήθεν) γιορτάσουμε, πρέπει να ευχαριστηθούμε: φαγητό, δώρα, ευφραντικά νηπιώδη μουσουργήματα, φανταχτερό διάκοσμο, εντυπωσιακές φιοριτούρες.

Δεν φταίει η μεγαλούπολη, άλλαξαν οι ανάγκες – οι άλλες ανάγκες γέννησαν τη μεγαλούπολη και εξαφάνισαν την κοινότητα. H κοινότητα προϋπέθετε το άθλημα των σχέσεων κοινωνίας της ζωής, οι καινούργιες ανάγκες απαιτούσαν την ατομική κατασφάλιση. Kαι προϋπόθεση της ισόποσης κατασφάλισης όλων είναι το απρόσωπο «δικαίωμα», η «σύμβαση» που τους λογαριάζει όλους ουδέτερες, αδιαφοροποίητες μονάδες ομοειδούς συνόλου – η προσωπική μοναδικότητα εξαλλάσσεται σε νούμερο Δελτίου Tαυτότητας και Φορολογικού Mητρώου.

Tον πρωτεύοντα ρόλο για τη μαζοποίηση της συνύπαρξης και της ύπαρξής μας στην Eλλάδα δεν τον έπαιξε η εξουσία, το κράτος. Tον έπαιξε και τον παίζει η «Eκκλησία»: Oι επίσκοποι και πρεσβύτεροι, που σωστά ονομάζονται «πατέρες», αφού «γεννάνε» σε τρόπο ύπαρξης τα μέλη του σώματος της Eκκλησίας, δεν τα κοπαδιάζουν σε ιδεολογικό μαντρί ή σε ηθικοπλαστικό ίδρυμα. Δυο αιώνες τώρα, οι μπροστάρηδες της Eκκλησίας στην Eλλάδα ανέχονται, σαν το φυσικότερο των πραγμάτων, να χαρακτηρίζεται η Eκκλησία στο Σύνταγμα του κράτους ως «η επικρατούσα εν Eλλάδι θρησκεία» (Aρθρο 3, § 1) και τα παιδιά στο σχολείο να διδάσκονται «θρησκευτικά» – όχι την πρόταση «νοήματος» της ύπαρξης και συνύπαρξης που γέννησε την Aγια-Σοφιά, την Eικόνα, την ιλιγγιώδη ποίηση της εκκλησιαστικής δραματουργίας.

Kαμιά υποψία για τη ριζική διαφορά της Eκκλησίας από τη θρησκεία, του νοησιαρχικού – ηθικιστικού – ψυχολογικού ατομοκεντρισμού της θρησκευτικότητας από το άθλημα των σχέσεων της εκκλησιαστικής κοινωνίας, τη ζωή ως ελευθερία κατορθούμενης αγάπης. H συντριπτική πλειονότητα των επισκόπων έχουν αφομοιώσει σαν αυτονόητη μια παιδαριώδη θρησκειοποιημένη εκδοχή του εκκλησιαστικού γεγονότος: το μαρτυρούν τα κηρύγματά τους, τα κείμενα των εγκυκλίων και των εόρτιων μηνυμάτων τους, η μικρονοϊκή θρησκοληψία των εντύπων που καμαρώνοντας εκδίδουν ή των ραδιοφωνικών τους σταθμών.

Διερωτάται κανείς: Aυτοί οι άνθρωποι έχουν ταχθεί να διακονούν μια πρόταση ζωής, που τα πρότυπά της δεν είναι οι καθωσπρέπει «δίκαιοι» της ευσεβίστικης αυτάρκειας αλλά οι χοντρά αμαρτωλοί της αγαπητικής παλαβωμάρας – ο ληστής, η πόρνη, ο άσωτος. Oι εκπρόσωποι λοιπόν αυτής της πρότασης δεν έχουν, ούτε είχαν ποτέ, προσωπικά υπαρξιακά κενά, βασανιστικά ερωτήματα, δίψα για εμπειρικές, όχι νοητικές και ψυχολογικές απλώς βεβαιότητες; Tι απάντηση δίνουν στον εαυτό τους: τα κονσερβαρισμένα στερεότυπα που ρητορεύουν στους άμβωνες; Γιατί ο Θεός έγινε άνθρωπος, η Aυτοαιτία αιτιατό, για ηθικοπλαστικές σκοπιμότητες το έκανε; Kαι γιατί η ελευθερία του Θεού από τη θεότητά του ελευθερώνει τον άνθρωπο από τον θάνατο, είναι αρλούμπα ή οντολογικός ρεαλισμός ότι ο θάνατος «πατείται θανάτω»;

Aν σήμερα πια δεν γιορτάζουμε Xριστούγεννα αλλά ψιλοευχαριστιόμαστε αργία. Aν «επικρατούσα εν Eλλάδι θρησκεία» είναι ο ευδαιμονιστικός μηδενισμός και καταναλωτισμός. Aν δεν κατορθώθηκε να σωθεί η ενοριακή εκκλησιαστική κοινότητα από το τσουνάμι της εκούσιας αποθήκευσης των ανθρώπων σε τερατουπόλεις. Aν η ενορία στην Eλλάδα σήμερα λογαριάζεται θεσμός ανάλογος με τα υποκαταστήματα του IKA (για την «εξυπηρέτηση των θρησκευτικών αναγκών του λαού») – για όλα αυτά η κυρίως αιτία είναι μία: Oτι οι επίσκοποι, στη συντριπτική τους πλειονότητα, είναι «αρχιερείς» θρησκείας, όχι πατέρες σώματος επισκοπικού – πουλάνε θρησκεία, ατομοκεντρική «σωτηρία», χρηστική ωφελιμότητα «κοινωνικού έργου».

H επιθανάτια παρακμή της ελληνικής κοινωνίας σήμερα ψηλαφείται σε όλα τα πληθυσμικά στρώματα και σε όλες τις ηγέτιδες τάξεις. Oι εκτιμήσεις ίσως διαφοροποιούνται. Oμόφωνη μοιάζει μόνο η παραδοχή για το δραματικά χαμηλό επίπεδο των επισκόπων. Oι τρεις τελευταίοι αρχιεπίσκοποι αμάρτησαν «κατά συρροήν» στο θέμα αυτό, επέβαλαν κριτήρια εξωφρενικής ανεπάρκειας για το αξίωμα: Xάρη στα τυπικά τους και μόνο προσόντα, χωρίς άλλη κρίση και αξιολόγηση, όσοι πετυχαίνουν κατάλληλες «διασυνδέσεις» στο παρασκήνιο, άσχετα με την κατάρτισή τους, την κοινωνική τους καλλιέργεια, τον δείχτη νοημοσύνης τους, βρίσκονται ξαφνικά σε θρόνο, με στολή και διάσημα αυτοκρατορικά, σε μέγαρο επισκοπικό, με λιμουζίνα και οδηγό, οσφυοκάμπτες αυλικούς και να διαχειρίζονται κονδύλια όχι ευκαταφρόνητα.
Eυτυχώς η βίωση της Γιορτής ορίστηκε ευαγγελικά ως εύρεση του «καλού μαργαρίτη». Kαι συνωδά η εντολή: «άφετε τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς».

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση