
Καταδικασμένοι στο φόβο… Υπάρχει διέξοδος;
Ο φόβος είναι ο μεγαλύτερος αντίπαλος της ζωής. Όχι ο θάνατος. Ο φόβος. Ο σκοτεινός, συννεφιασμένος αυτός κύριος που βγάζει καπνούς από τα αυτιά και κάνει τα δικά σου να βουίζουν, σε ζαλίζει, σε θολώνει, σε στροβιλίζει στη δίνη του… Αυτός, είναι υπεύθυνος για δεκάδες μικρούς θανάτους που καθημερινά ίσως βιώνεις και σίγουρα δε σε εκτιμά, ούτε χαμπαριάζει από τις ανάγκες σου, ή τις όποιες επιθυμίες. Αρέσκεται στο να σε κυβερνά και να σε εξουσιάζει και ως επί το πλείστον… το καταφέρνει.
Δε φταίει το γεγονός ότι είμαστε «αδύναμοι», «μικροί», ή «δειλοί» να τον αντιμετωπίσουμε. Δεν ισχύει τίποτα από όλα αυτά, να το θυμάσαι. Δεν το γράφω για να σου χαϊδέψω τα αυτιά και να σε καλοπιάσω -ποιο το νόημα άλλωστε- απλά… δυστυχώς μυηθήκαμε στον κόσμο του πριν καν γεννηθούμε και τον φέρουμε μέσα μας σαν ένα άρρωστο DNA που ιδανικά θα θέλαμε ένα τζίνι μαγικό να το ξεριζώσει και να γεννηθούμε ξανά απ’ την αρχή… ολοκαίνουριοι! Είναι όμως αυτό εφικτό;
Πόσες φορές πιάσαμε τον εαυτό μας να μην ενεργεί σε ενστικτώδη πάθη εξαιτίας του; Πόσες φορές κάναμε πίσω, γιατί μας έκανε να πιστέψουμε σε μια μη αξία μας; Πόσες φορές γονατίσαμε μπροστά του με το κινητό ανά χείρας και δε στείλαμε ποτέ ένα πολυπόθητο μήνυμα σε μιαν αγάπη; Και άλλες πόσες φορές νιώσαμε το σώμα μας να το διαπερνούν κρίσεις σκεπτόμενοι πως το αύριο θα είναι ακόμα πιο σκληρό και ίσως δεν αντέξουμε;
Ο φόβος ξέρει καλά που χτυπά και ο στόχος του ονομάζεται «Αυταξία». Καθημερινά μας ψιθυρίζει: «Δεν είσαι αρκετός», «Δε μπορείς να το καταφέρεις», «Νομίζεις πως είσαι πράγματι τόσο ικανός;», «Πρόσεξε! Αν το κάνεις αυτό, τότε θα…» Εν ολίγοις, μας ευνουχίζει. Η ρίζα όμως του «προβλήματος», μαντέψτε… είναι και η λύση.
Αν αναρωτιέστε λοιπόν αν… υπάρχει διέξοδος, τότε απλά σκεφτείτε ένα- δύο βασικά πράγματα. Είστε υγιείς και μοναδικοί. Όλοι πάνω κάτω είμαστε φτιαγμένοι από τα ίδια υλικά, όμως προσέξτε… η διαφορετικότητά μας σα μονάδες είναι Μοναδική με κεφαλαίο μι και αυτή είναι ακριβώς που μας ενώνει και μας δημιουργεί το συναίσθημα της ανάγκης του μοιράσματος. Ο φόβος δεν έχει ανθρώπους… Εσύ όμως;
Ο φόβος είναι μια πλάνη. Ένα τριπάκι του μυαλού που χρόνια ολόκληρα μυηθήκαμε. Είμαστε πιο δυνατοί από αυτόν, γιατί αν μας είχε πατήσει κάτω αυτή τη στιγμή, εσείς δε θα διαβάζατε κι εγώ δε θα έγραφα. Μπορούμε. Μπορούμε να λέμε στον εαυτό μας πιο συχνά «Ευχαριστώ», να τον παινεύουμε, να το «ψηλώνουμε». Μπορούμε επίσης να χαμογελάμε πιο συχνά και να λέμε «Μπορώ», όχι από αντίδραση μα από ειλικρίνεια, γιατί αυτή είναι η αλήθεια.
Οι αντιστάσεις μέσα μας πάντα θα παραμονεύουν, ο «κύριος» συννεφιασμένος φόβος πάντα θα προσπαθεί να μας τραβήξει στο δωμάτιο του γκρίζου και οι συνθήκες δε θα είναι ποτέ κατάλληλες για έναν «νέο εαυτό». Φυσικά. Εμείς θα τις δημιουργήσουμε! Ένα από τα πιο βασικά πράγματα που ξεχάσαμε άλλωστε στα χρόνια εξαιτίας του είναι πως… είμαστε δημιουργοί. Εμείς διαλύουμε τον κόσμο μας, εμείς τον χτίζουμε ξανά απ’ την αρχή!
Ο φόβος και ο θησαυρός
18 ΜΑΪΟΥ 2018 KIRIAKIM
Σου πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι πίσω από κάθε φόβο σου κρύβεται ένας θησαυρός; Αναρωτήθηκες ποτέ γιατί φοβάσαι; Μήπως οι φόβοι σου έχουν κάτι να σου πουν; Μήπως κάθε φορά που φοβάσαι, χάνεις κάτι από τον εαυτό σου; Μήπως ο φόβος σε κάνει πιο μικρό; Τι είναι άραγε ο φόβος και ποιος είναι ο θησαυρός που έχει να μας δώσει;
Ο φόβος είναι οι οδύνες της γέννας. Είναι το τίμημα της δημιουργίας. Είναι το πέπλο της έμπνευσης. Μόνο μέσα από το φόβο γεννιέται το καινούριο. Κάθε φορά που θέλεις να ξεκινήσεις κάτι φοβάσαι το άγνωστο. Κάθε φορά που θέλεις να πετύχεις κάτι φοβάσαι την αποτυχία. Κάθε φορά που επιθυμείς να εκπληρώσεις ένα όνειρο φοβάσαι ότι δε θα τα καταφέρεις. Και όταν έχεις μια ξεχωριστή ιδέα φοβάσαι ότι θα σε πουν τρελό. Κι αν νιώσεις την ανάγκη να εκφράσεις τα συναισθήματα σου, φοβάσαι ότι θα σε παρεξηγήσουν. Φοβάσαι ακόμη και να χαρείς, να γελάσεις, μήπως και σου βγει σε κακό…
Και τελικά τι; Κάθε φορά που φοβάσαι, απομακρύνεσαι από όνειρα, από επιθυμίες , από χαρές, από την ίδια τη δημιουργική σου δύναμη, από την ίδια τη ζωή. Μένεις ακίνητος και μισός, στερημένος από όλα όσα θα ήθελες από όλα όσα θα μπορούσες να κάνεις. Ακρωτηριασμένος και δήθεν ανήμπορος. Έχοντας χάσει κομμάτια του εαυτού σου, όλο και πιο αποδυναμωμένος, όλο και πιο λίγος.
Και τώρα; Τώρα έτσι μικρός που έγινες μπορείς να φθονήσεις να μισήσεις, να κατακρίνεις όσους τα κατάφεραν.. Δεν αντέχεις να βλέπεις ανθρώπους να προχωρούν, να βουτάνε στα σκοτάδια και να ανάβουν το φως. Να αγαπούν τον εαυτό τους, να χαίρονται, να δημιουργούν. Δεν αντέχεις την παιδικότητα στα μάτια τους. Γιατί εσύ, κλεισμένος στο μικρόκοσμο σου, έχεις εγκαταλείψει όλα σου τα όνειρα και νομίζεις ότι ζεις. Μα όταν βλέπεις τη ζωή, την αληθινή ζωή στα μάτια των άλλων τότε, αδελφέ μου, ξεβολεύεσαι και δεν αντέχεις. Δεν αντέχεις την αλήθεια , γιατί σου αποκαλύπτει το ψέμα που ζεις. Και το ψέμα αυτό είναι οι φόβοι σου.. Φόβοι μεγάλοι και μικροί για καταστάσεις που ίσως συμβούν, δεκάδες πιθανά σενάρια ,κατασκευάσματα του μυαλού σου.
Φοβάσαι. Φοβάσαι κάτι που δεν υπάρχει, κάτι που δε θα μάθεις ποτέ αν θα μπορούσε να υπάρξει. Και ο μόνος τρόπος να το μάθεις είναι να βουτήξεις μέσα στο φόβο! Ναι, να τον ζήσεις σε όλη του την ένταση, σε κάθε κύτταρο του κορμιού σου. Σήκω όρθιος και στάσου μπροστά στο φόβο. Αγκάλιασε τον. Άφησε τον να σε κατακλύσει. Άφησε τον να σε ταρακουνήσει , να ξεριζώσει όλη τη σιγουριά , όλη την ασφάλεια που σε κρατά δεμένο ,που δε σε αφήνει να ανεβείς στο επόμενο σκαλί. Μη μένεις μια ζωή στριμωγμένος στο μικρό σου σκαλάκι , αρνούμενος να δεις ότι έχει και πιο πάνω. Μην κοιτάς μόνο δήθεν περίλυπα τους από κάτω. Έχεις πολύ δρόμο μπροστά σου.
Κάνε αυτό που φοβάσαι. Σκάψε βαθιά μέσα σου και βρες το χρυσάφι . Γιατί εκεί μέσα, κάτω από το φόβο σου υπάρχει χρυσάφι. Είναι πίσω από εκείνη τη φωνή που σου λέει όχι, εσύ δεν μπορείς εσύ δεν είσαι άξιος, ποιος νομίζεις ότι είσαι, μην τολμάς, σκέψου τι θα πουν οι άλλοι, κι αν αποτύχεις;
Είναι πίσω από τη φωνή που σε γεμίζει απωθημένα και ενοχές. Πίσω από τη φωνή που σου στερεί τη δύναμη σου. Που σου παίρνει την εμπιστοσύνη, την αυτοπεποίθηση, τη χαρά της δημιουργίας. Που σου κρύβει το μεγαλείο της ψυχής σου. Μα ναι, μπορείς, αληθινά μπορείς! Σώπασε αυτές τις φωνές που σου κόβουν τα φτερά. Αυτές οι φωνές κατασκευάζουν φόβους. Και ΔΕΣ ποιος είσαι, ποιος αληθινά είσαι. Πίστεψε ότι μπορείς, βάλε την ανασφάλεια στην άκρη και ύστερα αφέσου να δεις .Και δες ψάχνοντας μέσα σου.
Θα βρεις ταλέντα και δημιουργικές ικανότητες. Θα τα βρεις πίσω από αυτά που φοβόσουν να κάνεις, θα τα βρεις σε όλα όσα σου γεμίζουν την ψυχή, σε όλα όσα σου δίνουν χαρά. Θα τα βρεις στη χαρά. Η χαρά σου δείχνει το δρόμο . Είναι το σημάδι που πρέπει να ακολουθήσεις. Πρώτα από όλα μη φοβάσαι ό, τι γεμίζει την ψυχή σου με γνήσια χαρά και παιδικό ενθουσιασμό.
Δες με άλλο μάτι το φόβο. Ο φόβος είναι δημιουργία! Είναι η πυξίδα που σου δείχνει πού να ψάξεις. Είναι το εμπόδιο που πρέπει να ξεπεράσεις για να φτάσεις στην πηγή. Είναι το πέπλο που πρέπει να σηκώσεις για να βρεις τον εαυτό σου.
Κάθε μέρα ο Θεός μας δίνει, μαζί με τον ήλιο,
μια στιγμή κατά την οποία είναι δυνατό ν’ αλλάξει το καθετί
που μας κάνει δυστυχισμένους… ~Paulo Coelho
Dr Γρηγόρης Βασιλειάδης Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής
Η συγκίνηση έχει μέσα μας διαφορετικές πηγές, τοποθεσίες, και αντίστοιχα κίνητρα και προοπτικές.
Μας συγκινεί συνήθως ό,τι μας φέρνει σε επαφή με τον πληγωμένο μας εγωισμό και τα παράγωγα του συναισθήματα, ό,τι ελευθερώνει τον κρυμμένο κι ανέκφραστό μας φόβο, αλλά και ό,τι τεντώνει την ψυχή μας προς την υπέρβαση του γήινου εαυτού, ό,τι της δίνει ενέργεια να φτάσει τ’ όνειρό της, να κλείσει την πληγή του ανεκπλήρωτου έρωτά της, να πραγματώσει τον ιερό σκοπό της…
Dr Γρηγόρης Βασιλειάδης Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής
Συχνά προσπαθείς πολύ για το τίποτα…
Μάταια πασχίζεις να το πεις σωστά.
Άδικα εκπαιδεύεσαι σε τεχνικές αποτελεσματικής επικοινωνίας και ιδρώνεις σε σχολές ορθοφωνίας κι φιλοσοφικής επιχειρηματολογίας…
Αυτό που είσαι, μιλάει τόσο δυνατά, ώστε δεν μπορεί να ακουστεί αυτό που λες…
Αντίδοτο στον φόβο και τη ντροπή

Της Κατερίνας Μάτσα*

Στην κοινωνία της κρίσης που ζούμε, τα τραυματικά βιώματα που γεννούν οι καταστροφικές συνέπειες της στη ζωή των ανθρώπων τείνουν να γίνουν στοιχεία της καθημερινότητας.
Σ’ αυτά τα βιώματα της απώλειας του στοιχειώδους αισθήματος βεβαιότητας που δίνει η καθημερινή εξασφάλιση των αναγκαίων υλικών και πνευματικών όρων ύπαρξης, έχουν τη ρίζα τους πολύπλοκα και οδυνηρά συναισθήματα, με κυρίαρχα ανάμεσά τους τον φόβο και τη ντροπή. Ο φόβος ενσταλάζεται συστηματικά από τους μηχανισμούς της βιοεξουσίας στον ψυχισμό των ανθρώπων και τον διαβρώνει, τον δηλητηριάζει, πολλαπλασιάζοντας τα καταστροφικά αποτελέσματά του. Κυριαρχεί ο φόβος για το αύριο που είναι απρόβλεπτο, για το σήμερα που σφραγίζεται από μια απόλυση απ’ τη δουλειά, μια κατάσχεση του σπιτιού, τη φτώχεια και τη δυστυχία.
Μαζί με τον φόβο αναδύεται και η ντροπή. Η ντροπή είναι ένα μεταδοτικό συναίσθημα. Ντρέπεσαι για τη ντροπή του άλλου. Η ντροπή, έλεγε ο Φρόυντ, εγγράφεται στη σχέση με τον Άλλο. Την ίδια στιγμή, όμως, η ντροπή είναι και πολύ προσωπικό συναίσθημα. Το κρύβεις, το θάβεις μέσα σου, δεν το μοιράζεσαι, καταδικάζεις τον εαυτό σου στη σιωπή, γιατί στα μάτια σου η ντροπή σου είναι και η απόδειξη της ανικανότητάς σου, της αποτυχίας σου να τα καταφέρεις. Την κρατάς, λοιπόν, κρυμμένη βαθιά στον ψυχισμό σου μαζί με τα άλλα επώδυνα συναισθήματα, την ενοχή, τον θυμό, την οργή, την απελπισία, την επιθυμία να εκδικηθείς.
Παραμένοντας, όμως, σ’ αυτή την κατάσταση η ντροπή απειλεί και τα τρία θεμέλια της ταυτότητας, το αίσθημα της αυτοεκτίμησης, τους συναισθηματικούς δεσμούς με τους άλλους, το αίσθημα του ανήκειν στην ομάδα, την κοινότητα, την κοινωνία.
Απειλεί να σε καταδικάσει στην αδράνεια, την ανημπόρια, τη σιωπή και τη δυστυχία, στην παραίτηση, την εθελούσια δουλεία.
Όταν όμως συσσωρευθούν κάποιοι όροι που ξεπερνούν τα όρια της ανοχής των ανθρώπων, όταν οι ματαιωμένες προσδοκίες και τα διαψευσμένα όνειρα αρχίσουν να ζητούν εκδίκηση.
Όταν αυτοί που ταπεινώνονται και ντρέπονται για την ίδια την ταπείνωσή τους βιώνουν άμεσα τον κίνδυνο να χάσουν τον εαυτό τους, μαζί με ό, τι έχει απομείνει από την αυτοεκτίμησή τους.
Όταν αισθάνονται ότι απειλείται η αξιοπρέπειά τους.
Τότε μπορεί να οδηγηθούν σε εσωτερικές ανατροπές φτάνοντας και στην εξέγερση, σαν πράξη απελπισίας, αναζητώντας μάλιστα και συμμάχους, για να διεκδικήσουν μαζί την ουσία της ύπαρξής τους, το καθολικό δικαίωμα στην αξιοπρέπεια.
Βέβαια, βασική προϋπόθεση για μια τέτοια στάση είναι η λειτουργία μέσα σε όρους συλλογικότητας, σε μορφές αυτοοργάνωσης, σαν αυτές που ξεφυτρώνουν καθημερινά.
Σ’ αυτούς τους χώρους της συλλογικής δράσης και της κοινωνικής αλληλεγγύης όπου το εγώ ανοίγεται στο εμείς, μπορεί να πραγματωθεί με δημιουργικό τρόπο η σύγκρουση με την εξατομίκευση, που έχει πάρει δραματικές διαστάσεις. Εδώ η ντροπή μπορεί να γίνει λόγος και πράξη, που τη μοιράζονται και τους απελευθερώνει από την αιχμαλωσία της σιωπής και της παθητικότητας. Μπορεί να γίνει λόγος εξεγερτικός, επαναστατικός, πηγή ελπίδας και ανάτασης…
* Η Κατερίνα Μάτσα είναι ψυχίατρος και συγγραφέας

… . ..Ναι, μου αρέσει η γειτονιά μου, μου αρέσει γενικότερα η Αθήνα, παρότι έχει γίνει μια πόλη δύσκολη, θλιβερή και στενόχωρη με τόσους άστεγους και τόσα μαγαζιά κλειστά, με ένα σωρό ανθρώπινες τραγωδίες να σέρνονται είτε στα πεζοδρόμια είτε πίσω από τα κατεβασμένα ρολά. Καταφέρνει, βλέπεις, κόντρα σ’ αυτά να παραμένει ταυτόχρονα μια πόλη με αρκετές ομορφιές, ενδιαφέρουσα ζωή και ζωντανούς ανθρώπους, γι’ αυτό και αρνούμαι να δεχτώ ότι είναι χαμένη υπόθεση, όπως λένε κάποιοι. Άλλωστε, στο χέρι το δικό μας, των πολιτών, είναι να την ξανακερδίσουμε. Έχω ζήσει πολλά σε επτά δεκαετίες ζωής, θεωρώ όμως ότι τα πράγματα σήμερα είναι δυσκολότερα από ποτέ γιατί γιγαντώνονται η φτώχεια, η καταπίεση, η ανισότητα και η καταστολή, ενώ ταυτόχρονα απουσιάζουν η ελπίδα, το όραμα, η προοπτική που υπήρχε σε παλιότερες, ακόμα και σκληρότερες ιστορικές περιόδους. Ανησυχώ επίσης γι’ αυτό τον ισοπεδωτικό, χαοτικό, πρωτόγονο μηδενισμό που καλλιεργείται στη νεολαία, είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για την ίδια και την κοινωνία ολόκληρη – το βλέπω κι εδώ στα Εξάρχεια, όπου βρίσκονται δύο από τις δομές μας. • Βρίσκω αξιοθαύμαστη την εγκαρτέρηση και τη σοφία που αποκτούν όσοι μόχθησαν πολύ στη ζωή τους. Εκτιμώ πολύ αυτούς τους ανθρώπους, όπως κι εκείνους που επιμένουν, που δεν τα παρατάνε, δεν συμβιβάζονται, δεν σκύβουν το κεφάλι, γιατί μόνο έτσι προχωράει ο πολιτισμός. Απεναντίας, απεχθάνομαι όσους δεν έχουν αρχές ούτε ιδεώδη, τους συμβιβασμένους, τους παρατρεχάμενους της κάθε εξουσίας. Πηγή: www.lifo.gr
Ντροπή.. ένα συναίσθημα βαθιά υπαρξιακό και γνώριμο. Εκδηλώνεται μέσα από ένα ευρύ φάσμα, από την ελαφριά αμηχανία που όλοι μας πολλές φορές έχουμε βιώσει μέχρι την κατάσταση πανικού και την παράλυση.
Συχνά συνοδεύεται με την ενοχή, ωστόσο είναι σημαντικό να τη διαχωρίσουμε από την ντροπή καθώς η δεύτερη είναι το συναίσθημα που συνδέεται με το “being”, δηλαδή ότι δεν είμαι επαρκής , δεν είμαι αρκετός, ενώ η ενοχή με το“ doing”, κάνω κάποιο κακό ή πληγώνω κάποιον κ.α.
Σε ποια ηλικιακή φάση και πως γεννιέται η ντροπή?
Τι είναι αυτό που διαχωρίζει την υγιή από την παθολογική ντροπή?
Η πρώτη επαφή μαζί της συμβαίνει μέσα από τα πρώιμα ερεθίσματα και βιώματα της βρεφικής & νηπιακής ηλικίας, όπου το βρέφος/ νήπιο δεν έχει αποκτήσει ακόμη επίγνωση λεκτική. Η αίσθηση του εαυτού αναπτύσσεται στην επαφή του, μέσω λεκτικών και μη λεκτικών αλληλεπιδράσεων με τα μέλη του οικογενειακού του συστήματος. Όταν το παιδί από την στιγμή που γεννιέται, δρα, παρατηρεί, αισθάνεται, σκέφτεται, και αυτό γίνεται γνωστό τους άλλους, η διαπροσωπική επαφή είτε είναι στην επίγνωση είτε όχι , βοηθά στην διαμόρφωση τόσο της αίσθησης του εαυτού όσο και του ρεπερτορίου των αντιδράσεων του παιδιού.
Μέσω της οικογένειας το παιδί μαθαίνει τις πολιτισμικές, θρησκευτικές, οικογενειακές αξίες και προσδοκίες για το πώς να σκέφτεται, να αισθάνεται και να επικοινωνεί με το περιβάλλον του. Αυτή η κοινωνική διαδικασία της ανατροφής μπορεί να πραγματοποιείται βασιζόμενη στην αγάπη, το σεβασμό και την αποδοχή της προσωπικότητας του παιδιού, ως ολότητα. Στην περίπτωση όμως, που το πλαίσιο της οικογενείας έχει σαν στόχο μέσω των παραπάνω προσδοκιών, την διαχείριση της ντροπής, χειραγωγώντας και ελέγχοντας το παιδί τότε αυτό διακατέχεται έντονα από ένα αίσθημα ελλείμματος ή κατωτερότητας, αδυνατεί να αυτό-υποστηριχτεί και νιώθει ανάξιο για αγάπη ή σεβασμό.
Μηχανισμοί εδραίωσης ντροπής
Η ενδοβολή και η συμβολή είναι σημαντικοί μηχανισμοί στην διαδικασία εδραίωσης της ντροπής. Μέσα από διάφορες συμπεριφορές όπως τα «πρέπει» και «η απαγόρευση του λάθους» που εκδηλώνονται από το περιβάλλον του παιδιού διαφαίνεται ότι οι ανάγκες, τα συναισθήματα και οι σκέψεις του τελευταίου δεν βρίσκουν χώρο ύπαρξης. Η αναστροφή των συναισθημάτων αποτελεί δημιουργική προσαρμογή (creative – adjustment) η οποία λειτουργεί προστατευτικά για λόγους επιβίωσης και αποδοχής απέναντι στο κακοποιητικό περιβάλλον.
Έτσι λοιπόν η γαλούχηση και η διαμόρφωση της προσωπικότητας, μέσα από τις συμβιωτικές σχέσεις συμβολής και τους μη αφομοιωμένους κανόνες, αντανακλά τη χρόνια παρουσία μοτίβων συμπεριφορών άμεσα συνδεδεμένων με την ντροπή στη ζωή του ατόμου που όμως στην ενήλικη φάση δεν τον βοηθούν καθώς παρουσιάζουν δυσπροσαρμοστικό χαρακτήρα στην επαφή του με το περιβάλλον.
Πως όμως η ντροπή ενός ενήλικα έρχεται στην σχέση του με τον θεραπευτή στο δωμάτιο της Ψυχοθεραπείας?
Η ίδια η θεραπευτική διαδικασία καθώς επίσης και ρόλος του ψυχοθεραπευτή, όπως νοηματοδοτούνται από τον άνθρωπο που ζητά βοήθεια, γεννούν τα συναισθήματα της αμηχανίας, της ντροπής και της μη ισοτιμίας στο άτομο. Η αφήγηση της προσωπικής ιστορίας και η έκθεση επώδυνων και τραυματικών γεγονότων από την ζωή του εγείρουν έντονα τα παραπάνω συναισθήματα.
Η παρουσία του συναισθήματος της ντροπής ενός θεραπευόμενου δεν αναφέρεται από τον ίδιο αλλά γίνεται πρώτα αντιληπτό από τον θεραπευτή είτε μέσω σωματικών αντιδράσεων όπως η κοκκινωπή, ξαναμμένη όψη, η άκαμπτη, ήσυχη ή ελάχιστη κίνηση ώστε να αποφύγει να τραβήξει την προσοχή, αποφυγή βλεμματικής επαφής, χαμηλωμένο κεφάλι ή ακόμα έντονη λογοδιάρροια, είτε μέσω λεκτικών εκφράσεων όπως « μπορεί να σας φανεί ανόητο αυτό που σας λέω αλλά…» υποδηλώνοντας με αυτό τον τρόπο τις επικρίσεις που έχει δεχτεί το άτομο από το περιβάλλον του και τις οποίες έχει «καταπιεί» άκριτα και ασύνειδα.
O θεραπευτής μέσα από την παρουσία, την αυθεντική επαφή, το σεβασμό και την αποδοχή μπορεί να συμβάλει ώστε:
- Να βοηθήσει το άτομο να αναγνωρίσει και να ονοματίσει την ντροπή που βιώνει.
- Να στηρίξει το ότι είναι εντάξει ένας άνθρωπος να βιώνει ντροπή (οι αυτό-αποκαλύψεις από μέρους του θεραπευτή για προσωπικά βιώματα ντροπής, ανάλογα πάντοτε με την φάση της θεραπείας, βοηθούν ώστε να απελευθερωθεί & να ανακουφιστεί ο θεραπευόμενος).
- Να διερευνήσουν μαζί τα παγιωμένα μοτίβα συμπεριφοράς που εγκαθίδρυσαν την ντροπή, κατά την παιδική ηλικία.
- Να αντιστρέψει τις αναστροφές εκφράζοντας ανοιχτά τα συναισθήματα που για χρόνια ήταν καταπιεσμένα & να αναγνωρίσει τις γονικές ενδοβολές τις οποίες επιλέγει ο ίδιος εάν θέλει να αφομοιώσει ή να απορρίψει, και τέλος
- Να αποκτήσει νέους τρόπους αυτο-υποστήριξης(self- parenting) & νέες συμπεριφορές επαφής με το περιβάλλον του.
Ολοκληρώνοντας, το συναίσθημα της ντροπής και οι συμπεριφορές που το συνοδεύον θεωρούνται ένα πολύ ευαίσθητο και δύσκολο ζήτημα για το άτομο που θα έρθει για θεραπείαπαράλληλα κάποιες φορές και για τον ίδιο τον θεραπευτή.
Θεωρώ όμως, πως μέσα από την διαλογική θεραπευτική σχέση και την συν-δημιουργία του χώρου και του χρόνου από τον θεραπευτή και τον θεραπευόμενο οι καταχωνιασμένες ανάγκες και τα συναισθήματα μπορούν πια να βρουν την θέση τους στο εδώ και τώρα.
Η ΘΛΙΨΗ ΝΑ ΕΞΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ
Η θλίψη είναι το αποτέλεσμα μιας συμπιέσεως, μιας συγκρούσεως. Θλίβω σημαίνει πιέζω. Τι πιέζεται; το εγώ με κάτι άλλο. Συγκρούονται δύο πράγματα και το αποτέλεσμα αυτής της συγκρούσεως είναι η θλίψη μου, το ώχ! που θα πεί η ψυχή μου… Είναι ο κατώτερος άνθρωπος μέσα μου, τα ορμέμφυτά μου, το είναι μου, που θέλει να επιβιώσει, και το οποίο κάποιος ή κάτι άλλο το βασανίζει. Επιβάλλεται, λόγου χάρη, να κοιμηθώ, αλλά εγώ θέλω να συζητήσω. Αμέσως νοιώθω θλίψη μέσα μου. Τα δύο αντίθετα με τρικυμίζουν.
…Άν έχεις μία θλίψη, πρέπει να την πεις στον Γέροντά σου. Γιατί; Διότι, πρώτα απ’ όλα, την θλίψη την συναντάμε διαρκώς στην ζωή μας. Όπου και αν πάει κανείς, βρίσκει θλιβομένους ανθρώπους, καταπιεσμένους, πονεμένους, ανθρώπους που υποφέρουν. Η θλίψη είναι αμαρτία, διότι, ως απουσία ειρήνης και χαράς, μαρτυρεί την παρουσία του πονηρού δαίμονος. Οι πνευματικοί εξετάζουν πάντοτε τις θλίψεις, τους πόνους, τις αποτυχίες ενός ανθρώπου, διότι αυτές ἐχουν μεγαλύτερη σημασία και από τις αμαρτίες. Ενεργούν πιο πολύ από όσο θα μπορούσε να ενεργήσει μία αμαρτία στην ζωή μας. Η θλίψη έχει μεγάλη σημασία επειδή είναι η μεγαλύτερη παρουσία του εγώ και ένα από τα σπουδαιότερα διαβρωτικά στοιχεία της επικοινωνίας μας με τους ανθρώπους. Όταν προχωρήσει, μας χωρίζει από κάθε άνθρωπο και τελικώς και από τον Θεό.
Μπορείς να φέρεις στον νου σου μια κατάσταση όπου στάθηκες ανήμπορος να εκτεθείς μπροστά σε άλλους; Πόσες φορές έχεις ευχηθεί να «ανοίξει η γη να σε καταπιεί»; Έχεις βρεθεί ποτέ στην θέση όπου απέφυγες ένα άτομο μόνο και μόνο επειδή ένιωσες ότι το βλέμμα του σε διαπερνά; Αν κατάφερες να τοποθετήσεις τον εαυτό σου σε κάποιες από αυτές τις καταστάσεις τότε σίγουρα θα ένιωσες ένα συναίσθημα αρκετά γνώριμο : Αυτό της ντροπής.
Η περιπλοκότητα του συναισθήματος της ντροπής
Το συναίσθημα της ντροπής αποτελεί ένα αρκετά περίπλοκο και διαβρωτικό συναίσθημα. Το υποκείμενο που ντρέπεται, καταστέλλει την επιθυμία του να εκφράσει τα συναισθήματα του φοβούμενο ότι θα ρεζιλευτεί περιορίζοντας την ικανότητα του να αισθανθεί ελεύθερο και χαρούμενο για αυτό που πραγματικά είναι. Το αίσθημα της ντροπής συμπιέζει και τα αρνητικά συναισθήματα που τυχόν βιώνει το άτομο, όπως είναι ο φόβος, η λύπη, η ανησυχία, στερώντας του έτσι την δυνατότητα να αποφορτιστεί συναισθηματικά. Ζει λοιπόν, σε ένα καθεστώς όπου επικρατεί έντονο άγχος το οποίο πηγάζει από τον έντονο φόβο της απόρριψης από τους άλλους.
Το άτομο που ντρέπεται…
Το άτομο που ντρέπεται χαμηλώνει το βλέμμα και κοκκινίζει πολύ εύκολα. Πολύ συχνά υποτιμάει τον εαυτό και δεν χάνει ευκαιρία να απομονώνεται. Κατά την διάρκεια της θεραπευτικής διαδικασίας αποφεύγει το βλέμμα του θεραπευτή και ομολογεί την επιθυμία του να είναι «αόρατο» και «να εξαφανιστεί από προσώπου γης». Είναι εμφανές δηλαδή ότι το υποκείμενο της ντροπής σταδιακά υποτιμάει τον εαυτό του τόσο που η υποτίμηση γίνεται συνώνυμο της ύπαρξης του.
Πώς όμως δημιουργήθηκε αυτή η απαξιωτική αίσθηση εαυτού;
Η πηγή λοιπόν της ντροπής για ένα άτομο μπορεί να είναι σωματική, ψυχική, ηθική, κοινωνική και οικογενειακή ή ένα σύμπλεγμα όλων αυτών.
Η σωματική, αφορά την κατάσταση του σώματός του, την πιθανή σωματική αναπηρία του, την έλλειψη καθαριότητας , την κακοσμία, την εξωτερική εμφάνιση και την πιθανή έκθεση της γύμνιας του σώματος του με βίαιο και ταπεινωτικό τρόπο αλλά και περιλαμβάνει και την γελιοποίηση και τον εξευτελισμό που προκύπτουν από τα παραπάνω.
Η ψυχική αφορά την απώλεια της αυτοεκτίμησης κ ότι μπορεί να την προκαλέσει οδηγώντας στην εσωτερική κατάρρευση του ατόμου. Η απαρχή της απώλειας συνήθως τοποθετείται όταν το παιδί προσπαθεί να δείξει τις ικανότητες του στους γονείς, αλλά εκείνοι έχοντας μια απορριπτική στάση δεν απαντούν με κατανόηση και προσοχή σε αυτή την προσπάθεια. Το παιδί από εκείνο το σημείο και έπειτα νιώθει ανίκανο να ικανοποιήσει τους γονείς του για αυτό που είναι αποκτώντας έτσι μειωμένη αξία εαυτού.
Η ηθική αφορά την παραβίαση κοινά αποδεκτών κοινωνικών κανόνων και αξιών. Η ντροπή που βιώνεται πρώτα ως απειλή απόρριψης από το κοινωνικό σύνολο, σχετίζεται πάντα με τις κυρίαρχες κοινωνικές αξίες, ηθικές επιταγές και κοινωνικές νόρμες που έχουν μέσω της εκπαίδευσης εσωτερικευτεί από το άτομο διαμορφώνοντας τον ιδανικό εαυτό ο οποίος διαμορφώνεται από τις τρέχουσες αξίες και πεποιθήσεις κάθε κοινωνίας. Όταν το άτομο παραβιάσει αυτούς τους κανόνες ντρέπεται, αφού ο εαυτός του όπως καθρεπτίζεται στο βλέμμα του άλλου απέχει κατά πολύ από τον ιδανικό εαυτό του που έχει φαντασιωθεί.
Η κοινωνική αφορά τον στιγματισμό του ατόμου λόγω της διαφορετικότητας του (θρησκεία, σεξουαλική ταυτότητα, κουλτούρα). Το άτομο όντας διαφορετικό βιώνει την απόρριψή του από το κοινωνικό σύνολο και κατ’επέκταση και την αποξένωση του από αυτό, τροφοδοτώντας ολοένα και περισσότερο το αίσθημα της ντροπής του.
Η οικογενειακή αφορά το αίσθημα της αποτυχίας που ανατροφοδοτείται από την οικογένειατου ατόμου που ντρέπεται. Οι αιτίες της ντροπής μπορεί να είναι οι «κακές» πράξεις του παιδιού, με βάση πάντα την κρίση των γονιών του όπως η νυκτερινή ενούρηση, ο αυνανισμός, αλλά και διάφοροι άλλοι λόγοι που μπορεί να τους φέρουν σε κατάσταση γελιοποίησης μπροστά στους μεγάλους.
Βασική αιτία ντροπής μπορεί να είναι ότι το άτομο δεν αποτελούσε καρπός της επιθυμίας των γονιών του. Ακόμη, ντροπή μπορεί να νιώσει ένα παιδί όταν δέχεται ταπεινώσεις είτε λόγω των γονέων είτε ενώπιων τους χωρίς εκείνοι να κάνουν τίποτα για να το προστατεύσουν.
Η ενδοοικογενειακή βία επίσης μπορεί να βρίσκεται στην ρίζα της ντροπής. Επίσης, μια βασική πηγή ντροπής για ένα παιδί είναι η ντροπή για τους γονείς όταν εκείνοι δεν συμπεριφέρονται σύμφωνα με τα κανονιστικά σχήματα που επικρατούν , τα οποία αφορούν το ντύσιμο, την εμφάνιση τη συμπεριφορά τους , τον τρόπο που μιλούν ή μια χρόνια ασθένεια. Το αίσθημα της ντροπής αφορά επίσης την οικονομική δυσμένεια που μπορεί να βιώνει ένα παιδί. Αυτή δεν είναι πηγή ντροπής από μόνη της, αλλά μπορεί να γίνει όταν οι συνθήκες ζωής γίνονται εξαιρετικά υποβαθμισμένες με αρνητικές επιπτώσεις στην υγιεινή του παιδιού και στην δυνατότητα του να ζει αξιοπρεπώς. Το παιδί σε αυτή την περίπτωση ντρέπεται για τον εαυτό του που σκέφτεται αρνητικά για την οικογενειακή του κατάσταση.
Το βλέμμα των άλλων στις παραπάνω περιπτώσεις γίνεται «γνώμονας» της ίδιας της ύπαρξης του ατόμου. Αυτό το βλέμμα κρίνει και κατακρίνει και φαίνεται να διαπερνά το άτομο εισχωρώντας βαθιά μέσα του και αποκαλύπτοντας τις αδυναμίες του και τις ανεπάρκειες του. Το άτομο που ντρέπεται ταυτίζεται με αυτό το βλέμμα, και ενστερνίζεται την απαξίωση του. Θεωρεί λοιπόν ότι δεν έχει αξία και ντρέπεται για αυτό. Η ντροπή τοποθετεί μέσα του έναν κριτή που του υπενθυμίζει ότι δεν αξίζει τίποτα και ότι είναι ένα μηδενικό χωρίς ελπίδα να γίνει κάτι καλύτερο. Ένα παιδί λοιπόν, που δεν έχει εισπράξει την αποδοχή για αυτό που είναι από τους γονείς του και έχει τύχει ειρωνικών σχολίων για το πως είναι από τους άλλους, θα αισθανθεί μια προσωπική αίσθηση ανεπάρκειας η οποία θα το ακολουθεί σαν συστατικό της ύπαρξής του και στις μετέπειτα διαπροσωπικές το σχέσεις.
Υπάρχει όμως κάποια θετική διάσταση στο συναίσθημα της ντροπής;
Στην σύγχρονη κοινωνία των «επιμελώς καμουφλαρισμένων συναισθημάτων» σπάνια παρατηρείται έστω και η χρήση της λέξης ντροπή. Η ντροπή δηλαδή ως συναίσθημα που από μόνο του ανήκει στα «μη λεκτά» τείνει να «αποσιωπάται» σαν να είναι «ταμπού».
Ντρεπόμαστε λοιπόν για την ίδια μας την ντροπή αφού η σκληρή πραγματικότητα έχει καταδικάσει το συγκεκριμένο συναίσθημα που παλαιότερα θεωρείτο ένδειξη αρετής και σοφίας.
Συνώνυμο της επιτυχίας στην έντονα ανταγωνιστική εποχή του σήμερα αποτελεί η σχεδόν επιβεβλημένη προβολή των επιτευγμάτων και των ικανοτήτων μας αποκλείοντας έτσι την οποιαδήποτε ένδειξη συστολής. Καταδικάζουμε λοιπόν την ντροπή μας αλλά παράλληλα όλα τα θετικά στοιχεία που δύναται να προσφέρει το συγκεκριμένο συναίσθημα, φορώντας ένα «προσωπείο» που ολοένα και μας απομακρύνει από τους συνανθρώπους μας.
Η ντροπή λοιπόν προκύπτει όταν εκθέτουμε στους άλλους τον εαυτόν μας. Τα συναίσθημα της ντροπής επομένως ανακύπτει είτε όταν βρισκόμαστε πολύ κοντά είτε πολύ μακριά από τους άλλους. Όταν είμαστε πολύ κοντά, ντρεπόμαστε γιατί νιώθουμε εκτεθειμένοι, δίνοντας την ευκαιρία στους άλλους να μας «παραβιάσουν» ώστε να επιβεβαιώσουν όλες τις πτυχές τις ύπαρξής μας. Όταν είμαστε απομακρυσμένο όμως ,πάλι ντρεπόμαστε, καθώς αδιαφορούμε για την γνώμη των άλλων, βιώνοντας έτσι προκαταβολικά την απόρριψη τους. Το άτομο απομονώνεται ολοένα και περισσότερο φοβούμενο για το πώς θα εμφανιστεί στον άλλον. Δεν θρηνεί κρύβοντας την θλίψη του και δεν τρέμει κρύβοντας των φόβο και το άγχος του ζώντας έτσι σε μια «τρομοκρατία» της σύγχρονης εποχής όπου η αποφόρτιση των αρνητικών συναισθημάτων αποτελεί ένδειξη αδυναμίας.
Η ντροπή λοιπόν μπορεί να αποτελέσει εφόδιο για το άτομο όταν προκύπτει από κάτι υγιές μέσα του που θέλει να μείνει θετικά συνδεδεμένο με τους συνανθρώπους του , αποκτώντας έτσι , όπως είπαμε και παραπάνω την σωστή απόσταση από αυτούς.
Πώς μπορούμε όμως να γνωρίσουμε την θετική διάσταση της ντροπής μας;
Αρχικά, το άτομο που ντρέπεται τις περισσότερες φορές δεν παραδέχεται την ντροπή του. Το πρώτο βήμα επομένως σε μια ψυχοθεραπευτική διαδικασία που έχει ως στόχο την αντιμετώπιση της ντροπής είναι το άτομο να μπορέσει να παραδεχτεί την ύπαρξη τους συγκεκριμένου συναισθήματος. Αυτό θα επιτευχθεί με το να μπορέσει να κατονομάσει την ντροπή του και να μιλήσει για αυτή, αποβάλλοντας έτσι το μεγαλύτερο εμπόδιο το οποίο είναι «η ντροπή της ντροπής». Το άτομο μέσω της ψυχοθεραπείας διαπιστώνει ποιοι είναι οι λόγοι που τον κάνουν να ντρέπεται και αν αυτοί είναι όντως υπαρκτοί και δικαιολογούν τον πρωταγωνιστικό ρόλο του συγκεκριμένου συναισθήματος στη ζωή του.
Ακόμη σημαντικό βήμα της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας είναι να επεξεργαστεί τις τραυματικές εμπειρίες που έχει βιώσει οι οποίες συντέλεσαν στην απορριπτική στάση που οικειοποιήθηκε για τον εαυτό του. ‘Όταν συμβούν τα παραπάνω και συστηθούμε με την ντροπή μας και κατ’επέκταση με τον εαυτό μας θα μπορέσουμε να γίνουμε οι πρωταγωνιστές της ζωής μας και παράλληλα να αποκτήσουμε ουσιαστικές σχέσεις με του συνανθρώπους μας.
Γνωρίζοντας την ντροπή μας … οικοδομούμε την υπερηφάνεια μας!
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
«Η λύπη».
Η λύπη προέρχεται από το θίξιμο του εγώ μας. Δεν έχει σχέση στην ουσία με αυτό που μας κάνει ο άλλος, αλλά με αυτό που εγώ έχω μέσα μου, που νομίζω ή που το νοιώθω, που το πιστεύω και το θέλω, και συ δεν μου το κάνεις, μου το αρνείσαι ή το αναιρείς.
Η λύπη είναι ένα κλείσιμο στον εαυτό μου, μία πλήρης, εγωπαθής, πεισματάρικη παραμονή στο είναι μου, μία πλήρης απομόνωση του εαυτού μου από τον άλλον.
Η λύπη είναι εκ των θανασίμων αμαρτημάτων, διότι είναι απομόνωση στο εγώ μου και άρα απομόνωση από τον Θεό και από τον πλησίον.
Γέρων Αιμιλιανός
Ο θυμός είναι το πιο παρεξηγημένο συναίσθημα.
Συνήθως είναι δευτερογενής αντίδραση, ως αποτέλεσμα φόβου ή θλίψης, που δεν αποδέχεσαι.
Τον φοβάσαι, γι’ αυτόν τον καταπιέζεις.
Δεν είναι κοινωνικά και διαπροσωπικά αποδεκτός. Γι’ αυτό, έχεις μάθει να τον αποκλείεις από το ρεπερτόριο των στάσεων και συμπεριφορών σου.
Αν δεν γίνουν όμως από σένα αποδεκτά τα δυσάρεστα συναισθήματα σου, τότε και τα ευχάριστα, στον βαθμό που τα βιώνεις, δεν θα είναι ποτέ αξιόπιστα.
Όσο αποκλείεις τον θυμό σου από το φως του ήλιου μπορεί να γίνει πηγή εσωτερικής έντασης και ψυχοσωματικής αποδιοργάνωσης.

Σε ένα μεγάλο βαθμό μεγαλώνουμε μαθαίνοντας ότι ο θυμός είναι ένα αρνητικό συναίσθημα, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα συναίσθημα όπως όλα τα υπόλοιπα.
Δεν υπάρχουν θετικά ή αρνητικά συναισθήματα, αλλά η χροιά που τους προσάπτεται καθώς μεγαλώνουμε, με αποτέλεσμα να τα αντιλαμβανόμαστε με έναν συγκεκριμένο τρόπο.
Τις περισσότερες φορές δεν εκφράζουμε το θυμό μας ή το λεγόμενο αρνητικό συναίσθημα που αισθανόμαστε στο άτομο το οποίο μας έχει προκαλέσει το συναίσθημα λόγω της συμπεριφοράς του. Καταλήγουμε έτσι να πλημμυρίζουμε από αρνητικά συναισθήματα. Για κάποιους ίσως αυτό να δημιουργεί ενοχές και να φαντάζει αντιφατικό. Το να συνυπάρχουν δηλαδή έντονα αρνητικά συναισθήματα για κάποιο άτομο και παράλληλα τρυφερά-θετικά συναισθήματα, πόσο μάλλον να μπούν στη διαδικασία να τα εκφράσουν.
Η αλήθεια όμως είναι ότι ο καλύτερος τρόπος για να διαχειριστεί κανείς αυτό το αρνητικό συναίσθημα είναι να το εκφράσει. Όπως ακριβώς κάνει ή θα ήταν λειτουργικό να κάνει, με τα λεγόμενα θετικά συναισθήματα. Η συσσώρευση ή η εκτόνωσή τους, με διαφορετικό τρόπο είναι πιθανότερο να προκαλέσει πιο άσχημα συναισθήματα.
Η τάση της απομόνωσης ή της απομάκρυνσης του ατόμου που αισθάνεται θυμό, δημιουργεί μια μεγαλύτερη αίσθηση αποστασιοποίησης και απομάκρυνσης για το άλλο άτομο. Ακόμη και αυτό της τιμωρίας ή της απουσίας αγάπης.
Είναι σημαντικό να αναρωτηθεί λοιπόν, εάν μέσω της συμπεριφοράς του επιδιώκει να πληγώσει τα συναισθήματα του ατόμου για το οποίο νοιάζεται και μοιράζεται τη ζωή του και ποιο θα είναι το αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής.
Όσο αντιφατικό και αν ακούγεται το μοίρασμα του συναισθήματος του θυμού και η έκφρασή του μπορεί να οδηγήσει σε μια εμπειρία ανάπτυξης θετικών συναισθημάτων και δεσμών αγάπης. Κορμός της πεποίθησης αυτής είναι να βρεθεί το άτομο που φέρει και αισθάνεται όλα τα συναισθήματα θυμού, σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο ηρεμίας, προκειμένου να καταλάβει με μια πιο ξεκάθαρη σκέψη το τι συμβαίνει για τον ίδιο και τη σημασία που έχει το συναίσθημα αυτό. Οποιοσδήποτε και αν είναι ο λόγος που δημιουργήθηκε το αρνητικό συναίσθημα, σε ένα γενικότερο επίπεδο, η μη έκφραση και εκδήλωση των συναισθημάτων οδηγεί στην ύπαρξη και συσσώρευση και άλλων παρόμοιων.
Είναι σημαντικό να αναγνωρίζεται το συναίσθημα του θυμού, να μην αγνοείται και να μην καταπιέζεται, να γίνεται συζήτηση και όχι εκτόνωση της δυσαρέσκειας στο άτομο στο οποίο απευθύνεται ο θυμός. Είναι και αυτό ένα συναίσθημα όπως όλα τα υπόλοιπα. Ο θυμός πηγάζει από κάτι που μας πλήγωσε ή που μας προκάλεσε φόβο, ως μια φυσική αντίδραση. Υπάρχει μια τάση παλινδρόμησης όταν προκαλείται πόνος και κατ’επέκταση θυμός, μια ώθηση να συμπεριφερθεί κανείς ως παιδί. Να ανταποδώσει αυτό που δέχτηκε και να πληγώσει πίσω με τη σειρά του.
Το άσχημο στην περίπτωση αυτή είναι ότι έχει ως αποτέλεσμα οι δυο πλευρές να καταλήγουν να αισθάνονται χειρότερα, αφιερώνοντας πάρα πολύ χρόνο στις αντίθετες άκρες του ‘‘παιδότοπου’’. Όπως ‘Κάθε αρχή και δύσκολή’ αναμφισβήτητα και η αρχή της έκφρασης του θυμού, καθώς κρύβει και άλλα συναισθήματα όπως ενοχές, αλλά και η διαδικασία της συζήτησης είναι το δυσκολότερο κομμάτι. Το δεύτερο επίπεδο δυσκολίας βρίσκεται στο να μην κλιμακωθεί η συζήτηση και να γίνει μια προσπάθεια να βγει ένα νόημα.
Για αρκετούς ανθρώπους βέβαια είναι δύσκολο να χρησιμοποιήσουν την ενήλικη φωνή τους. Να μείνουν στο πλαίσιο της συζήτησης και να μην προσφύγουν σε κάποια παιδική συμπεριφορά όπως το να απομακρυνθούν σε κάποιο άλλο δωμάτιο ή να απαντήσουν με έναν αντίστοιχο θυμό. Η σημασία όμως του να γίνει η έκφραση είναι μεγάλη.
Κάθε φορά που βυθιζόμαστε στο θυμό, ή και σε άλλα αρνητικά συναισθήματα, χάνουμε ένα από τα πολυτιμότερα πράγματα που είναι ο χρόνος μας. Αρκετές φορές, το ρίσκο της έκφρασης των συναισθημάτων, που είναι η απώλεια, ακόμη και εάν δεν υπάρχουν όλες οι κατάλληλες λέξεις με τη σωστή σειρά, συρρικνώνει το πρόβλημα και παρακωλύει τα εμπόδια που ίσως κρατούν πίσω.
Αναμφισβήτητα, η έκφραση των αρνητικών συναισθημάτων αποτελεί μια πρόκληση καθώς πρέπει κανείς να περάσει μέσα από τον πόνο και τη δυσκολία που φέρει το συναίσθημα. Μετά από αυτό όμως υπάρχει ο χώρος του αμοιβαίου σεβασμού και της αμοιβαίας στήριξης και κατανόησης. Δημιουργείται ευκολότερα ο χώρος για να πάρουν θέση τα λεγόμενα θετικά συναισθήματα όπως αυτό της αγάπης και να αντικαταστήσουν τα αρνητικά που έχουν δημιουργηθεί.

Η Κ. Μάτσα μιλάει για την επανάσταση, την αλληλεγγύη και τα παιδιά που δεν παίρνουν ναρκωτικά για να πεθάνουν αλλά για να καταφέρουν να ζήσουν
Δημοσιεύτηκε: Τρίτη, 13 Φεβρουάριος, 2018 – 18:41 | Στην Κατηγορία:
Συνέντευξη
H ψυχίατρος Κατερίνα Μάτσα, πρώην διευθύντρια της Μονάδας Απεξάρτησης 18 ΑΝΩ του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής (Ψ.Ν.Α.), συγγραφέας, εκδότρια του περιοδικού “Τετράδια Ψυχιατρικής” και από τους πρώτους γιατρούς που συμμετείχαν στην πρωτοβουλία των Κοινωνικών Ιατρείων, έχει περάσει μια ολόκληρη ζωή να αγωνίζεται στο πλευρό εκείνων που μοιάζει να μην ανήκουν πουθενά.
Αφοσιωμένη στον αγώνα κατά της εξάρτησης, συνεχίζει να μάχεται απέναντι στους φόβους και τις προκαταλήψεις που καλλιεργούνται συστηματικά μέσα στην κοινωνία, υποστηρίζοντας με πάθος ότι η τοξικομανία δεν είναι νόσος, αλλά κοινωνικό φαινόμενο.
Μιλάει στο vice.com για το προφίλ του τοξικομανή σήμερα, για τoν τρόπο που η τοξικομανία χρησιμοποιείται ως μέσο κοινωνικού ελέγχου και για τη σημασία του να παραμένει κανείς δημιουργικός, μαχητικός και αισιόδοξος.
Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του τοξικομανή σήμερα; Το προφίλ του εξαρτημένου ατόμου αλλάζει από δεκαετία σε δεκαετία;
Κατερίνα Μάτσα: Σίγουρα αλλάζει, άλλωστε η τοξικομανία είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο και από αυτήν την άποψη οι αλλαγές που έχουν γίνει στην κοινωνία επηρεάζουν και το φαινόμενο της τοξικομανίας.
Τα παιδιά σήμερα δεν παίρνουν ναρκωτικά για να πεθάνουν, αλλά για να καταφέρουν να ζήσουν, να καταφέρουν να επιβιώσουν σε έναν αβίωτο κόσμο, σε μια αβίωτη πραγματικότητα
Τα παιδιά που βρίσκονται στις πιάτσες σήμερα και παίρνουν ό,τι βρουν μπροστά τους, ανακατεύουν όλες τις ουσίες και επιπλέον χρησιμοποιούν τα λεγόμενα «ναρκωτικά της κρίσης», δηλαδή ουσίες πολύ τοξικές, αλλά πολύ φθηνές, δεν είναι αντίστοιχα με τα παιδιά της δεκαετίας του ’80, για παράδειγμα. Τότε, είχαμε ένα μεγάλο κύμα τοξικομανίας στην Ελλάδα, αλλά ήταν πολύ διαφορετικό.
Εκείνα τα παιδιά -σε εκείνη τη γενιά ανήκει και ο Σιδηρόπουλος- είχαν βασικά απογοητευθεί από το τέλος της μεταπολίτευσης, το τέλος των προσδοκιών για μια πραγματική κοινωνική αλλαγή και αυτή η ματαίωση, κάποιους, τους πιο ευαίσθητους, τους έστρεψε προς τον κόσμο των ουσιών, σε μια φυγή από μια πραγματικότητα που δεν τους έκανε. Τα σημερινά παιδιά παίρνουν τις ουσίες μέσα στην απελπισία και την απόγνωση. Δεν οραματίζονται, δηλαδή, έναν άλλον κόσμο, δεν πιστεύουν σε μιαν άλλη πραγματικότητα, αλλά θέλουν απλά να ξεφύγουν από αυτή που ζουν. Αυτά τα παιδιά δεν παίρνουν ναρκωτικά για να πεθάνουν, αλλά για να καταφέρουν να ζήσουν, να καταφέρουν να επιβιώσουν σε έναν αβίωτο κόσμο, σε μια αβίωτη πραγματικότητα. Μέσα στην κίνησή τους αυτή εκφράζεται μια απελπισία που χαρακτηρίζει και την κοινωνία της μεγάλης στέρησης, της φτώχειας, της ματαίωσης, των φόβων που κυριαρχούν.
Ο διωγμός των αποκλεισμένων, από μια περιοχή, παρουσιάζεται ως επιχείρησή σωτήριας του πληθυσμού, όπως, χαρακτηριστικά, είχε συμβεί το 2012, από τους Μιχάλη Χρυσοχοΐδη και Ανδρέα Λοβέρδο.
Πώς γίνεται να υπάρχουν πιάτσες σε τόσο κεντρικά σημεία; Είναι συνειδητή επιλογή των Αρχών να το επιτρέπουν; Καθώς είναι αδύνατο να μην το βλέπουν.
Η Αστυνομία γνωρίζει πολύ καλά τις πιάτσες των τοξικομανών. Παρεμβαίνει, μόνο όταν θέλει να τις μετακινήσει -π.χ. από την Τοσίτσα στη Νομική- οργανώνοντας τις γνωστές «επιχειρήσεις-σκούπα», για πολιτικούς πάντα λόγους.
Ποιους πολιτικούς σκοπούς μπορεί να εξυπηρετεί η μετακίνηση των τοξικομανών μέσα στην πόλη;
Η πολιτική εξουσία εκμεταλλεύεται τους διάχυτους φόβους ,τη δυσφορία του πληθυσμού σε συνθήκες κρίσης, για να διαμορφώσει με τη βοήθεια των ΜΜΕ ένα κλίμα που στοχοποιεί κοινωνικές ομάδες (τοξικομανείς, παράνομους μετανάστες κ.α.) ως αιτία του κακού. Ο διωγμός, λοιπόν, αυτών των αποκλεισμένων, από μια περιοχή οπού είναι μαζεμένοι, παρουσιάζεται ως επιχείρησή σωτήριας του πληθυσμού από τους κίνδυνους μετάδοσης μολυσματικών ασθενειών, από την παραβατικότητά κτλ, σκοπεύοντας σε πολίτικα οφέλη. Όπως, χαρακτηριστικά, είχε συμβεί το 2012, από τον πρώην υπουργό Προστασίας του Πολίτη Μιχάλη Χρυσοχοΐδη και τον πρώην υπουργό Υγείας Ανδρέα Λοβέρδο.
Τι μαθαίνει κανείς προσφέροντας;
Μαθαίνεις ότι ακόμη και εκείνοι που έχουν ισοπεδωθεί από τη ζωή μπορούν να σηκωθούν ξανά όρθιοι, όταν τους αντιμετωπίσεις ισότιμα, με σεβασμό στην ανθρώπινη αξία τους και τους δώσεις την ευκαιρία να ξεπεράσουν τα δικά τους προβλήματα προσφέροντας και οι ίδιοι σε αυτούς που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα -ένα από τα πολλά- είναι οι πολύμορφες παρεμβάσεις σε πρόσφυγες και μετανάστες από τα μέλη της συλλογικότητας Συλλογικές Δράσεις Κοινωνικής Αλληλεγγύης του 18 ΑΝΩ.
Είναι εξαιρετικά σημαντικό για αυτά τα παιδιά να υπάρχουν άνθρωποι που τα κοιτάζουν όχι με ένα βλέμμα που ντροπιάζει, αλλά με ένα βλέμμα που δίνει κουράγιο.
Ποια είναι η διαφορά προσφοράς και φιλανθρωπίας;
Η λογική της φιλανθρωπίας δεν θέτει σε αμφισβήτηση το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα, όπως κάνει η έννοια της αλληλεγγύης. Στη φιλανθρωπία, ο φιλάνθρωπος βοηθά αυτόν που έχει ανάγκη, από μια θέση ισχύος, μια θέση ανωτερότητας. Στην κοινωνική προσφορά και την αλληλεγγύη, η βοήθεια προσφέρεται σε μια βάση ισοτιμίας, με στόχο τη σύναψη κοινωνικού δεσμού, μέσα από την υπέρβαση των διακρίσεων στις κοινωνικές σχέσεις.
Υπάρχει κάποια ιστορία που σας έχει επηρεάσει;
Θυμάμαι μια περίπτωση που μου περιέγραφε μια θεραπεύτρια του 18 ΑΝΩ και νομίζω ότι είναι ενδεικτική του καταλυτικού ρόλου που παίζει η θεραπευτική σχέση στο να προχωρήσει το άτομο στη ζωή του. Πριν δύο εβδομάδες, λοιπόν, έγινε η δίκη ενός παιδιού που είχαμε στο πρόγραμμά έως το 2009, όταν και ολοκλήρωσε. Το 2008, όσο ήταν ακόμη στο πρόγραμμα, συνέβη η δολοφονία του Γρηγορόπουλου και ακολούθησε ο Δεκέμβρης και η εξέγερση. Το παιδί αυτό βρέθηκε στον χώρο του Πολυτεχνείου, στον χώρο των γεγονότων, όπως χιλιάδες παιδιά.
Η Αστυνομία έπιασε κάποιους, όποιους βρήκε μπροστά της τέλος πάντων, ανάμεσα στους οποίους ήταν και αυτός και του φόρτωσαν φοβερές κατηγορίες. Βρέθηκε να κατηγορείται για εγκληματικές ενέργειες και να κινδυνεύει να πάει ισόβια. Ο άνθρωπος αυτός τότε είχε ήδη δύο παιδιά, ενώ η γυναίκα του, που ήταν και εκείνη εξαρτημένη, απεξαρτήθηκε επίσης, μέσα στο πρόγραμμα για τις μητέρες. Από τότε, έχουν περάσει δέκα χρόνια.
Στο δικαστήριο που έγινε, λοιπόν, η στάση των δικαστών ήταν πάρα πολύ σκληρή, δεν αναγνώριζαν τίποτα, πάρα μόνο τον λόγο των αστυνομικών. Στη δίκη ήταν παρούσα και η ατομική του θεραπεύτρια η οποία τον υπερασπίστηκε πολύ θαρραλέα και εξήγησε πώς εκείνη την περίοδο ο άνθρωπος αυτός έμενε σε έναν ξενώνα του 18 ΑΝΩ στη Μιχαήλ Βόδα, που ήταν ουσιαστικά μέσα στα γεγονότα.
Μετά το δικαστήριο, εκείνος της έγραψε ένα γράμμα στο οποίο κατέληγε ότι όταν την κοιτάζει στα μάτια, ακόμη και όταν λυγίζει και αισθάνεται ότι η θέση του είναι στη φυλακή, αυτό που διαβάζει στο βλέμμα της είναι εκείνο το «Πρέπει να ζήσεις, βρε», που του έλεγε. Αυτή η πίστη στο ότι πρέπει να ζήσει και να συνεχίσει να δίνει τη μάχη του είναι που τον κρατάει όρθιο. Όλη η θεραπεία βασίζεται σε αυτήν τη σχέση. Η θεραπευτική σχέση είναι μια σχέση πολύ βαθιάς κατανόησης, είναι μια σχέση αγάπης και σεβασμού στο πρόσωπο του άλλου και γι’ αυτό έχει ρόλο καταλυτικό. Είναι εξαιρετικά σημαντικό για αυτά τα παιδιά να υπάρχουν άνθρωποι που τα πιστεύουν, άνθρωποι που τα κοιτάζουν όχι με ένα βλέμμα που ντροπιάζει, αλλά με ένα βλέμμα που δίνει κουράγιο.
Έχετε περάσει όλη σας τη ζωή να αγωνίζεστε για κάτι, αυτήν την περίοδο δράτε κυρίως μέσω των Κοινωνικών Ιατρείων και άλλων αυτοοργανωμένων δομών. Σκεφτήκατε ποτέ να καθίσετε σπίτι σας και να τα αφήσατε όλα αυτά;
Δεν σκέφτηκα ποτέ να ιδιωτεύσω, να καθίσω στο σπίτι. Ο αγώνας για τα κοινά, με επαναστατικούς πάντα ορίζοντες και όραμα, δίνει το αληθινό νόημα στη ζωή, στις μεγάλες και τις μικρές στιγμές της. Άλλωστε, τα Κοινωνικά Ιατρεία και Φαρμακεία δεν προσφέρουν μόνο φροντίδα υγείας και δωρεάν φάρμακα σε όλους όσοι έχουν ανάγκη, είτε είναι ασφαλισμένοι είτε ανασφάλιστοι, αλλά λειτουργούν και ως χώροι συλλογικότητας και κοινής δράσης, στη βάση της αλληλεγγύης, σε σύγκρουση με την εξατομίκευση και την αποξένωση που έχουν σήμερα αποκτήσει δραματικές διαστάσεις. Λειτουργούν, δηλαδή, ως εστίες αντίστασης στην κοινωνική καταστροφή. Αποτελούν, θα λέγαμε, έναν φάρο ελπίδας μέσα σ’ ένα κλίμα γενικευμένης κοινωνικής απόγνωσης.
Έχετε αμφισβητήσει ποτέ τον εαυτό σας; Τις ιδέες σας; Υπάρχει κάτι στο οποίο πιστεύατε νεότερη και πλέον το έχετε ξεπεράσει;
Κάνω συχνά αυτοκριτική για τα λάθη μου, προσπαθώ να μαθαίνω απ’ αυτά.
Η λογική της φιλανθρωπίας δεν θέτει σε αμφισβήτηση το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Στη φιλανθρωπία, ο φιλάνθρωπος βοηθά αυτόν που έχει ανάγκη, από μια θέση ισχύος, μια θέση ανωτερότητας.
Ποια είναι η μεγαλύτερη μάχη που έχετε δώσει;
Μια από τις μεγαλύτερες μάχες δόθηκε για να γίνει δυνατή η ανθρωπιστική αποστολή της Κοινωνικής Επανένταξης του 18 ΑΝΩ τον Μάη του 1999 στο Βελιγράδι, που βομβαρδιζόταν από το ΝΑΤΟ: Ένα πούλμαν γεμάτο με θεραπευτές και θεραπευόμενους που βρίσκονταν στη φάση της κοινωνικής επανένταξης διέσχισε τη βαλκανική, υπερπηδώντας πολλά εμπόδια και έφτασε στο Βελιγράδι, όπου όλοι μαζί συναντήσαμε Γιουγκοσλάβους συναδέλφους στο Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας Βελιγραδίου, συμμετείχαμε σε καλλιτεχνικές δημιουργίες μαζί με θεραπευόμενους του Ινστιτούτου, διαδηλώσαμε ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον πόλεμο στους δρόμους του Βελιγραδίου, ζήσαμε τους βομβαρδισμούς δύο μεγάλων νοσοκομείων -το ένα μαιευτήριο- κατά τη διανυκτέρευση μας εκεί και στο τέλος του τριημέρου επιστρέψαμε στην Αθήνα συγκλονισμένοι, με τους θεραπευόμενους ακόμη πιο αποφασισμένους να ολοκληρώσουν την απεξάρτησή τους και όλους μας με την κοινή απόφαση να συνεχίσουμε τη μάχη ενάντια στην κοινωνική αδικία, τον παραλογισμό και τις θηριωδίες του πολέμου.
Πότε βρεθήκατε τελευταία φορά στον δρόμο; Γιατί κατεβαίνετε ακόμη σε διαδηλώσεις; Ποια η σημασία τους σήμερα;
Συμμετέχω πάντα σε διαδηλώσεις. Η τελευταία διαδήλωση που πήρα μέρος ήταν στις 15 Γενάρη, ενάντια στο απεργοκτόνο πολυνομοσχέδιο. Οι διαδηλώσεις δεν είναι ξεπερασμένες μορφές πάλης, έστω και αν δεν είναι πια τόσο μαζικές. Έχουν σημασία, επειδή εκφράζουν ένα πνεύμα συλλογικής αντίστασης, συνενώνοντας ανθρώπους από διάφορους χώρους που αρνούνται να σκύψουν το κεφάλι και να αποδεχτούν τα τετελεσμένα.
Πώς σχετίζεται ο αγώνας κατά της εξάρτησης με τον αγώνα για την κοινωνική αλλαγή;
Η εξάρτηση ως κοινωνικό φαινόμενο έχει τις ρίζες της βαθιά στην κρίση της κοινωνίας και του πολιτισμού. Δεν σχετίζεται μόνο με το ευάλωτο ψυχολογικό υπόστρωμα κάποιου συγκεκριμένου ατόμου, αλλά και με την κοινωνική ευαλωτότητα, τη ρήξη των κοινωνικών δεσμών. Εκφράζει τη δυσφορία του ατόμου μέσα σ’ έναν πολιτισμό παρακμής, για να παραφράσω την έκφραση του Freud, για τον πολιτισμό ως πηγή δυστυχίας. Μια δυσφορία που ωθεί τα πιο ευάλωτα άτομα στην αναζήτηση δρόμων φυγής από αυτήν την αβίωτη πραγματικότητα. Έτσι, εγκαθιδρύεται η σχέση αυτού του ατόμου με την ουσία, το αντικείμενο της εξάρτησής του. Πρόκειται για μια σχέση αποκλειστικότητας που το αποξενώνει από την κοινωνική πραγματικότητα, τους άλλους, αλλά και τον ίδιο τον εαυτό του, την ανθρώπινη ουσία του, δηλαδή από το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων, όπως ορίζει ο Marx την ουσία του ανθρώπου. Αποτελεί, λοιπόν, μια πρόκληση η εμβάθυνση σ’ αυτό το φαινόμενο της ακραίας κοινωνικής αλλοτρίωσης και η αντιμετώπισή του στο επίπεδο της θεραπείας απεξάρτησης του εξαρτημένου ατόμου.
Γιατί τότε κάποιοι μιλούν για νόσο και ασθενείς;
Το 18 ΑΝΩ έχει μια πολύ μεγάλη ιστορία μάχης με αυτήν την αντίληψη. Από τότε που πρωτοδιατυπώθηκε, ακόμη προτού έρθει ο ΟΚΑΝΑ και εφαρμοστεί αυτή η πολιτική της χορήγησης υποκαταστάτων. H τοξικομανία δεν είναι νόσος. Η αντίληψη της τοξικομανίας ως νόσου καταρχάς απενοχοποιεί την κοινωνία, στη συνέχεια απενοχοποιεί την οικογένεια και βέβαια απενοχοποιεί και τον χώρο της φροντίδας, γενικά.
Η μάχη για την αντιμετώπιση του φαινομένου της εξάρτησης ως κοινωνικό φαινόμενο απαιτεί μια σοβαρή σύγκρουση με το ακαδημαϊκό, το ψυχιατρικό κατεστημένο και τον ρόλο του στην ψυχιατρικοποίηση της εξάρτησης και την κατάταξή της στις ψυχικές διαταραχές, όπως αναλύεται ιδιαίτερα στο τελευταίο μου βιβλίο Παρίες Ανάμεσα στους Παρίες. Τοξικομανείς και ψυχοπαθολογία. Η ιατρική και η ψυχιατρική κοινότητα, όπως και οι φαρμακευτικές εταιρείες, έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τον ορισμό της τοξικομανίας ως χρόνια, υποτροπιάζουσα νόσο του εγκεφάλου και μάλιστα ανίατη, υπηρετώντας και με αυτόν τον τρόπο τη βιοεξουσία, που χρησιμοποιεί την τοξικομανία ως μέσον κοινωνικού ελέγχου.
Ας μιλήσουμε και για την επανάσταση, όταν οι μάζες έρχονται στο προσκήνιο της Ιστορίας ως πρωταγωνιστές της. Στο βιβλίο σας αναφέρεστε στο διπλό στίγμα που αντιμετωπίζουν οι τοξικομανείς που έχουν κάποια ψυχοπαθολογία. Είναι εκείνοι οι άνθρωποι που όλοι τους γυρίζουν την πλάτη;
Σε αυτές τις περιπτώσεις οι άνθρωποι έχουν διπλό στίγμα. Στην εποχή μας, που ο ρατσισμός έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις και ο κοινωνικός ρατσισμός έχει φωλιάσει μέσα στην κοινωνία συνολικά, ακόμη και στον χώρο της υγείας, οι άνθρωποι αυτοί αντιμετωπίζονται με ρατσισμό. Για παράδειγμα, ένας τοξικομανής που έχει κατάθλιψη και κάνει απόπειρα αυτοκτονίας δεν θα αντιμετωπιστεί με τον ίδιο τρόπο που θα αντιμετωπιστεί ένας άνθρωπος που δεν έχει πρόβλημα ναρκωτικών. Υπήρξαν περιπτώσεις που δεν κρατήθηκαν καν στα εφημερεύοντα ψυχιατρικά νοσοκομεία. Αυτοί οι άνθρωποι βιώνουν μια αντιμετώπιση αποκλεισμού, περιφρόνησης και ταπείνωσης. Με λίγα λόγια, αφήνονται στη μοίρα τους, αφήνονται να πεθάνουν.
Ποια θεωρείτε αποτελεσματική μορφή αντίστασης;
Είναι αποτελεσματική οποιαδήποτε μορφή αντίστασης αποφασίζεται μέσα από συλλογικές, δημοκρατικές διαδικασίες αυτοοργάνωσης. Θεωρώ, όμως, ότι δεν πρέπει να περιορίζουμε τον αγώνα μας στην αντίσταση, παρόλο που είναι αναγκαία. Ας μιλήσουμε και για την επανάσταση, όταν οι μάζες έρχονται στο προσκήνιο της Ιστορίας ως πρωταγωνιστές της.
Πιστεύετε ότι η κοινωνική επανάσταση είναι ένα ρεαλιστικό ζητούμενο;
Το καπιταλιστικό σύστημα, έχοντας εξαντλήσει όλο το δυναμικό του, βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στην κρίση και την παρακμή. Η άρχουσα τάξη δεν έχει πια καμιά στρατηγική διεξόδου από την κρίση. Ζούμε μια τεράστια κοινωνική καταστροφή σε όλα τα επίπεδα, ένα ζοφερό παρόν χωρίς ορίζοντα στο μέλλον. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, η κοινωνική επανάσταση και η ανατροπή αυτού του συστήματος που γεννά διαρκώς πόνο και δυστυχία, συσσωρεύοντας ερείπια επί ερειπίων, δεν είναι μόνο αναγκαία, αλλά είναι και η μόνη ρεαλιστική δυνατότητα να βγούμε από την κρίση και να οικοδομήσουμε ένα φωτεινό μέλλον για όλη την ανθρωπότητα. Ο άνεμος της Ιστορίας μας σπρώχνει προς τα εμπρός, όπως ερμηνεύει ο Walter Benjamin τον καταπληκτικό πίνακα του Paul Klee «Angelus Novus».
Είστε αισιόδοξη για το μέλλον; Σε τι ελπίζετε;
Θεωρώ ότι ένα από τα πιο ωραία συνθήματα που ακούγονται στις διαδηλώσεις είναι το «Σ’ αυτούς τους δρόμους, σ’ αυτήν την κοινωνία, η επανάσταση δεν είναι ουτοπία». Η επανάσταση, λοιπόν, θα γίνει και θα είναι διαρκής, όπως το ανέλυσε ο Leon Trotsky, μέχρι την οριστική απελευθέρωση του ανθρώπου. Η επανάσταση, έλεγε ο Saint-Just, δεν πρέπει να σταματήσει, παρά μόνο με την κατάκτηση της ευτυχίας για όλους.
Διαβάστε περισσότερα: http://www.alfavita.gr/arthron/koinonia/i-k-matsa-milaei-gia-tin-epanastasi-tin-allileggyi-kai-ta-paidia-poy-den-pairnoyn#ixzz570fuDZwa
Follow us: @alfavita on Twitter | alfavita.gr on Facebook