ΤΖΙΧΑΝΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ 21Ο ΑΙΩΝΑ
Κλασσικό
Το τζιχαντιστικό κίνημα ως ένα ιδιαίτερα βίαιο παρακλάδι του ισλαμισμού, είναι ένα θέμα που απασχόλησε αρκετές φορές αυτό το μπλογκ. Λογικό, αφού είτε μας αρέσει είτε όχι, παίζει πλέον κρίσιμο ρόλο σ’ ένα σημαντικό τμήμα της Ανατολικής Μεσογείου.
‘Ενα άρθρο περιγράφει τις ρίζες και την εξέλιξη του ισλαμισμού, κατ’ επέκταση και του σαλαφισμού και του τζιχαντισμού, ως σύγχρονη ιδεολογία του αραβικού χώρου. Ένα άλλο επικεντρώνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση του Ισλαμικού Κράτους (= ISIS = Νταές) και τη σύνδεση του με την αμερικάνικη πολιτική. Υπάρχει και ένα άρθρο που με αφορμή τις επιθέσεις εναντίον του Charlie Hebdo αναφέρεται στις θεωρίες περί «πολέμου των πολιτισμών», με τις οποίες κάποιοι προσπαθούν να εξηγήσουν το φαινόμενο του τζιχαντισμού. Οι νέες εξελίξεις μας αναγκάζουν ίσως όλους να αντιμετωπίσουμε το θέμα και από μια πιο γενική άποψη.

Παρέλαση των στρατιωτών του Ισλαμικού Κράτους στην προσωρινή πρωτεύουσά τους, τη Ράκκα της Συρίας.
Η έννοια της τζιχάντ ως ιερού πολέμου/αγώνα υπάρχει φυσικά όσο υπάρχει και το Ισλάμ. Δεν συνδέεται πάντα με τη βία: μπορεί να γίνει και με ειρηνικά μέσα, ενώ εννοείται και ως προσωπικός εσωτερικός αγώνας για να γίνει κάποιος καλός Μουσουλμάνος. Από πολιτική άποψη όμως, η έννοια του ένοπλου ιερού πολέμου είναι όντως σημαντική. Από την εμφάνιση του Ισλάμ συχνά ο κάθε Μουσουλμάνος ηγέτης προσπαθεί να νομιμοποιήσει θρησκευτικά τους πολέμους που διεξάγει επικαλούμενος την τζιχάντ – ακόμα και αν οι αντίπαλοι είναι άλλοι Μουσουλμάνοι. Ακόμα και στη σύγχρονη εποχή ένας κοσμικός Άραβας ηγέτης όπως ο Σαντάμ Χουσέιν μπορεί να επικαλείται την τζιχάντ για να στηρίξει έναν πόλεμο εναντίον μιας συμμαχίας χωρών, στην οποία μετέχουν και πολλές μουσουλμανικές.
Κάποιοι βιάζονται να δουν μια συνέχεια ανάμεσα σ’ αυτήν την παράδοση και τη σημερινή ισλαμιστική τρομοκρατία. Αυτή η χρήση της τζιχάντ ήταν όμως στην ουσία απλά η δικαιολόγηση «φυσιολογικών» πολέμων, στρατού εναντίον στρατού. Μπορεί φυσικά να περιείχαν λεηλασίες, βιασμούς, σφαγές αμάχων, όπως όλοι οι πόλεμοι, δεν ήταν όμως ένα ιδιαίτερο φαινόμενο βίας χαρακτηριστικό για τις μουσουλμανικές κοινότητες. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάποια ένδειξη ενός βαθμού βιαιότητας μεγαλύτερου από το «συνηθισμένο». Η μόνη ιδιαιτερότητα ήταν ότι υπήρχε ένας έτοιμος όρος για να δώσει στη βία θρησκευτικό περιεχόμενο – κάτι που φυσικά έκαναν και άλλες θρησκείες, δημιουργώντας νέους όρους (π.χ. Σταυροφορία).
Αντίθετα, η σημερινή ισλαμιστική τρομοκρατία, ιδιαίτερα στις ακραίες μορφές της Αλ Κάιντα ή του Ισλαμικού Κράτους (που διαφέρει π.χ. απ’ αυτή της Χεζμπολάχ με τους πολύ πιο πολιτικά και προσεκτικά επιλεγμένους στόχους), παίρνει συχνά τη μορφή μεμονωμένων επιθέσεων απέναντι σε άμαχους. Έχει στόχο έναν ψηλό αριθμό θυμάτων και τη δημιουργία εντυπώσεων, χωρίς να υπάρχει κάποιο άμεσο στρατιωτικό κέρδος. Αυτό δεν θυμίζει και πολύ τους παραδοσιακούς θρησκευτικούς πολέμους στη Μέση Ανατολή, ούτε φυσικά τη δράση των Ασασίνων (όπως επίσης μάλλον άστοχα ισχυρίστηκαν κάποιοι), αλλά μοιάζει περισσότερο π.χ. στις επιθέσεις που γίνονται σε αμερικανικά σχολεία, ή αυτήν του Μπρέιβικ στη Νορβηγία. Στις τζιχαντιστικές υπάρχει βέβαια από πίσω μια μεγαλύτερη παγκόσμια δικτύωση, κατά τ’ άλλα όμως δεν διαφέρουν και τόσο. Πρέπει άρα να τις αντιμετωπίσουμε όχι ως συνέχεια μιας ιδιαίτερης παράδοσης, αλλά ως ένα φαινόμενο του σύγχρονου πολιτισμού, με ρίζες σε σύγχρονα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα.
Οι αραβικές και ευρωπαϊκές ρίζες
Αυτό που ονομάστηκε «τζιχαντιστικό» κίνημα γεννήθηκε κυρίως στην Αίγυπτο στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Σημαντικό είναι να έχουμε υπόψη το πολιτικό πλαίσιο της εποχής (απόηχος της συντριπτικής ήττας των κοσμικών αραβικών καθεστώτων το ’67, φιλοαμερικάνικη και νεοφιλελεύθερη στροφή του νέου καθεστώτος Σαντάτ στην Αίγυπτο), αλλά και το κοινωνικό υπόβαθρο των πρώτων τζιχαντιστικών τάσεων. Το τυπικό προφίλ των ατόμων που κινήθηκαν προς τα εκεί ήταν: νέοι άντρες από χαμηλότερα μεσαία στρώματα, με κάποια τεχνική εκπαίδευση, συχνά άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι.
Αυτό μας βοηθά ίσως να καταλάβουμε καλύτερα και τη σχέση με σύγχρονα προβλήματα, όπως την ψηλή ανεργία των νέων. Αυτή έχει γίνει συστημική όχι μόνο σε πολλές αραβικές κοινωνίες, αλλά και σε ευρωπαϊκές. Αυτό είναι μάλλον ένα καινούριο κοινωνικό φαινόμενο, που δεν υπήρχε μ’ αυτόν τον τρόπο σε παραδοσιακές αγροτικές κοινωνίες – όπως ήταν ακόμα πριν μερικές δεκαετίες οι αραβικές (αλλά και η ελληνική). Παλιότερα, οι νέοι είχαν ένα καθορισμένο μέλλον: θα καλλιεργούσαν τα χωράφια των προγόνων τους, θα παντρευόντουσαν και θα έκαναν κι αυτοί παιδιά για να καλλιεργούν τα χωράφια μετά απ’ αυτούς.
Άσχετα αν οι υλικές συνθήκες για τη ζωή του μέσου ανθρώπου βελτιώθηκαν σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, αυτή η σιγουριά στις σύγχρονες αστικοποιημένες κοινωνίες (και σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκουν και οι περισσότερες αραβικές) έχει χαθεί. Σ’ αυτό έχει συμβάλλει φυσικά και η παγκόσμια άνοδος του νεοφιλελευθερισμού, που δεν άφησε ανέγγιχτες τις αραβικές κοινωνίες, ακυρώνοντας πολλά από τα κοινωνικά επιτεύγματα των εθνικιστικών-σοσιαλιστικών καθεστώτων.
Ο κίνδυνος της προσωπικής αποτυχίας ποτέ δεν ήταν ίσως τόσο έντονα αισθητός για τόσο πολλούς νέους. Ταυτόχρονα η πολιτική κατάσταση μοιάζει να μένει στάσιμη, λόγω διαφθοράς και απουσίας προοδευτικών ιδεολογικών εναλλακτικών. Αυτό είναι ένα περιβάλλον το οποίο ευνοεί την εξάπλωση συμπεριφορών ή ιδεολογιών εχθρικών προς τους κοινωνικούς κανόνες, ακόμα και αν δεν έχουν να προτείνουν κάτι καλύτερο. Και φυσικά αυτό δεν αφορά μόνο τα άμεσα θύματα αυτής της κατάστασης – ακόμα και νέοι με καλές υλικές προοπτικές θα επηρεαστούν ιδεολογικά από τη γενική κοινωνική ατμόσφαιρα.
Στην Ελλάδα αυτό μπορεί να παίρνει τη μορφή π.χ. του χουλιγκανισμού, του χρυσαυγιτισμού, αλλά και μιας στείρας επαναστατικότητας με μηδενιστικές τάσεις. Σε κοινωνίες όπως η γαλλική και άλλες δυτικοευρωπαϊκές, όπου ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας που νιώθει έντονα τον κίνδυνο της κοινωνικής αποτυχίας τυχαίνει να είναι μουσουλμανικής καταγωγής (η αποτυχία ένταξης των νέων με μεταναστευτική καταγωγή είναι χρόνιο πρόβλημα αυτών των κοινωνιών), δεν είναι παράξενο που μια ιδεολογία βίας με ισλαμικές αναφορές ασκεί έλξη.
Η παρουσίαση του τζιχαντισμού από τα καθεστωτικά μέσα ως το απόλυτο κακό μάλλον ευνοεί την εξάπλωσή του, αφού οι αποκλεισμένες κοινωνικές ομάδες (Μουσουλμάνοι ή μη) ενστικτωδώς θα αντιδράσουν σε ότι τους πουν οι ελίτ. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα σημαντικό ποσοστό (υπολογίζεται στο 25%) των στρατολογηθέντων μαχητών του Ισλαμικού Κράτους από δυτικοευρωπαϊκές χώρες είναι πρόσφατα προσηλυτισμένοι στο Ισλάμ. Κι αυτοί φαίνεται να είναι νέοι που βιώνουν τον κοινωνικό αποκλεισμό και τον κίνδυνο αποτυχίας.
Σύγχρονη τζιχάντ εναντίον μουσουλμάνων
Η ιδιαιτερότητα των πρώτων «τζιχαντιστικών» πυρήνων σε σχέση με άλλα ισλαμιστικά κινήματα, ήταν μάλλον η κατηγορηματική απόρριψη του κοινωνικού πλαισίου στο οποίο ζούσαν ως μη γνήσιου ισλαμικού, και ο κεντρικός ρόλος που απέδιδαν στην ένοπλη τζιχάντ ως μέσου που θα έλυνε το πρόβλημα. Σημαντικό ιδεολογικό ρόλο έπαιξαν τα γραπτά του Αιγύπτιου Σαΐντ Κουτμπ, με βάση τα οποία περίπου όλες οι σύγχρονες κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένων των αραβικών, βρίσκονται στην κατάσταση τζαχιλίγια (άγνοιας), δηλαδή είναι στην ουσία μη μουσουλμανικές. Και ενάντια σ’ αυτήν την τζαχιλίγια ήταν ανάγκη να διεξαχθεί τζιχάντ. Αν και είναι αμφίβολο αν ο Κουτμπ θα ενέκρινε τις πράξεις των σημερινών τζιχαντιστών, αυτό μας βοηθά ίσως να καταλάβουμε, γιατί η ισλαμιστική τρομοκρατία έχει κατά κύριο λόγο άλλους Μουσουλμάνους ως θύματα (κάτι που είναι καθαρό σε οποιονδήποτε δεν δίνει σημασία μόνο στις δυσανάλογα προβεβλημένες επιθέσεις σε δυτικές χώρες).

Ο Σαΐντ Κουτμπ θεωρείται ένας από τους κύριους εμπνευστές του τζιχαντιστικού κινήματος, ασχέτως των πραγματικών του προθέσεων. Ως μέρος της καταστολής των ισλαμιστών από το νασερικό καθεστώς, συνελήφθη το 1954 και εκτελέστηκε το 1966.
Πηγή εικόνας
Για να καταλάβουμε όμως την έλξη που ασκούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, πρέπει να έχουμε υπόψη και έναν άλλο πολύ σημαντικό παράγοντα: τη νέα σύγκρουση Σιιτών-Σουνιτών. Ειδικά στην περίπτωση του Ισλαμικού Κράτους, αυτός ήταν ίσως ο κρισιμότερος παράγοντας. Παρά την εισροή ξένων μαχητών, η πλειοψηφία τους φαίνεται ότι είναι ντόπιοι, Σύριοι ή Ιρακινοί Σουνίτες.
Χαρακτηριστικό του Ισλαμικού Κράτους από την αρχή της δράσης του, μετά την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, ήταν ότι έβαζε στο στόχαστρο κυρίως τους Σιίτες. Σε εποχές που οι Σουνίτες τόσο του Ιράκ όσο και της Συρίας νιώθουν αποξενωμένοι από τα κράτη τους, τα οποία θεωρούν ελεγχόμενα από Σιίτες και αδιάφορα για την ασφάλειά τους, το Ισλαμικό Κράτος μπορεί να φαίνεται ως η μόνη δύναμη που τους υπερασπίζεται. Οι Σιίτες είναι γι’ αυτούς ο πιο ορατός και άμεσος εχθρός. Οι τζιχαντιστές εκμεταλλεύονται (και ενισχύουν οι ίδιοι) την άνοδο αυτού του σεχταρισμού και επενδύουν στη σουνιτική ταυτότητα. Αυτός ο «σουνιτικός εθνικισμός» μπορεί τελικά να έχει περισσότερο βάρος από τα καθαρά θρησκευτικά θέματα – εξάλλου στο πλευρό του Νταές πολεμούν και πρώην μπααθικοί, δηλ. κοσμικοί Άραβες εθνικιστές, με σουνιτική καταγωγή.
Αποικιοκρατία και τζιχαντισμός
Το θέμα της αποικιοκρατίας είναι ένα που επανέρχεται συχνά στο δημόσιο διάλογο περί τζιχαντισμού. Πολλοί αρνούνται ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στα δύο, παραπέμποντας στην απουσία ανάλογων πρακτικών από κατοίκους άλλων, μη-μουσουλμανικών, πρώην αποικιών.
Έχουν ίσως δίκαιο από την άποψη ότι το ένα δεν οδηγεί απαραίτητα στο άλλο. Δεν μπορούμε όμως να μη βλέπουμε το ρόλο που παίζει το αποικιοκρατικό παρελθόν ως εχθρικό σύμβολο για τους τζιχαντιστές – όπως και το ότι αυτοί δυνάμωσαν ακριβώς την εποχή που άλλες αντι-ιμπεριαλιστικές ιδεολογίες (παναραβισμός, σοσιαλισμός) φαίνονταν να αποτυγχάνουν.
Μένοντας στην περίπτωση του Ισλαμικού Κράτους, πολλοί απ’ έξω δεν πρόσεξαν ίσως τη σημασία που αυτό δίνει στην κατάργηση των συνόρων που προέρχονται από τη συμφωνία Σάικς-Πικό. Μ’ αυτήν τη συμφωνία ανάμεσα σε Άγγλους και Γάλλους είχαν οριοθετηθεί οι σφαίρες επιρροής τους στη Μέση Ανατολή. Σ’ αυτήν βασίζονται και τα σημερινά σύνορα, ειδικά αυτό ανάμεσα στη Συρία και το Ιράκ, που δεν έχει καμία άλλη φυσικο-γεωγραφική, ανθρωπογεωγραφική ή ιστορική βάση. Και οι δύο πλευρές αυτού του συνόρου κατοικούνται παρεμπιπτόντως κυρίως από Σουνίτες Άραβες.

Η γεωγραφική κατανομή των θρησκευτικών κοινοτήτων και τα συριο-ιρακινά σύνορα.
Αφού το Ισλαμικό Κράτος έθεσε τόσο το Δυτικό Ιράκ όσο και την Ανατολική Συρία υπό τον έλεγχό του, αυτό το σύνορο σήμερα πρακτικά δεν υπάρχει πλέον. Κάτι που το ΙΚ δεν παραλείπει να διαφημίζει, ως απόδειξη της περιφρόνησης προς το αποικιοκρατικό παρελθόν και της κληρονομιάς που αυτό άφησε. Και το ότι αυτό το πέτυχαν τελικά οι τζιχαντιστές, ενώ είχαν αποτύχει όλες οι άλλες ενωτικές δυνάμεις που στόχευαν στην κατάργησή του (παναραβιστές, σοσιαλιστές, Σύριοι εθνικιστές), έχει φυσικά μια βαρύτητα.
Τέλος, όσον αφορά και το σύγχρονο ιμπεριαλισμό, πολύ σημαντικός ήταν ο ρόλος που έπαιξαν στρατιωτικές επεμβάσεις, π.χ. της Ρωσίας στο Αφγανιστάν και στη Τσετσενία, των ΗΠΑ στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Αυτές ενίσχυσαν τη στρατολόγηση νέων τζιχαντιστών, την παγκόσμια δικτύωσή τους, αλλά και την απόκτηση πολεμικής πείρας, που αποδεικνύεται πολύτιμη σήμερα στη Συρία και αλλού.
Το πρόβλημα του τζιχαντισμού είναι δυστυχώς κάτι με το οποίο θα ζούμε μάλλον για τουλάχιστον μερικές δεκαετίες ακόμα. Ακόμα και αν όλοι οι παράγοντες που αναφέραμε ως αιτίες εξαφανίζονταν (και δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι θα γίνει κάτι τέτοιο), θα χρειαζόταν πολύς καιρός για να χάσει αυτό το κίνημα τη δυναμική που απέκτησε.
Το λάθος είναι να το δούμε ως «σύγκρουση δυτικού και ισλαμικού πολιτισμού» – και, ακόμα χειρότερα, να θεωρήσουμε τους εαυτούς μας ως σύμμαχους ή και μέρος του δυτικού. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι οργανώσεις όπως το Νταές δεν εχθρεύονται (μόνο) το δυτικό πολιτισμό – εχθρεύονται και το μεσανατολικό πολιτισμό, τον οποίο χαρακτηρίζει επί αιώνες η ανοχή και η σχετικά ειρηνική συνύπαρξη πολλών διαφορετικών θρησκειών. Σ’ αυτά τα πλαίσια, έχει μεγάλη σημασία το πως θα χειριστούμε το θέμα της συμβίωσης διαφορετικών εθνο-θρησκευτικών κοινοτήτων – που, μέσω του προσφυγικού κύματος, θα επανέλθει αναπόφευκτα και στις χώρες μας.
«Ζούμε μια σύγκρουση πολιτισμού και τρομοκρατίας κι όχι μια σύγκρουση πολιτισμών». Είναι κατηγορηματικός σε αυτό ο προκαθήμενος της Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας, Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος. Δεν πιστεύει πως οι οργανωτές του τρομοκρατικού χτυπήματος στη Νέα Υόρκη εκπροσωπούν το Ισλάμ. Τον Σεπτέμβριο βρέθηκε στο Σεράγεβο, σε μια συνάντηση χριστιανών και μουσουλμάνων με θέμα τη συνύπαρξη των δύο θρησκειών στην Ευρώπη (όπου και τιμήθηκε με το βραβείο «Pro Humanitate», από το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Πολιτισμού «Pro Europa»). Στις αρχές Οκτωβρίου ήταν στη Ρώμη, συμμετέχοντας σε μια συνάντηση κορυφής μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων διανοουμένων και θρησκευτικών ηγετών. «Οι μουσουλμάνοι που έλαβαν μέρος επέμειναν ότι το Ισλάμ καταδικάζει την τρομοκρατία. Αλλά δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι υπάρχουν και άλλοι μουσουλμάνοι που σχεδιάζουν και στηρίζουν τις τρομοκρατικές ενέργειές τους με τη δική τους ερμηνεία, ακόμη και με την έμπνευση του Κορανίου».
Υπάρχει «καλό» Ισλάμ που αποκηρύσσει την τρομοκρατία και «κακό» Ισλάμ που πυροδοτεί την ένταση;
Υπάρχει πρόβλημα. Το οποίο δεν λύνεται με το να αποφανθούν ορισμένοι διανοούμενοι μουσουλμάνοι ότι το αληθινό Ισλάμ αποκηρύσσει την τρομοκρατία. Γεγονός παραμένει ότι πλήθη μουσουλμάνων έχουν πεισθεί ότι αυτό που κάνουν είναι πόλεμος και μάλιστα ιερός πόλεμος, «τζιχάντ». Σ’ αυτό τους εξυπηρετεί και η πρόσφατη ορολογία των Δυτικών. Και τον «ιερό πόλεμο» όχι μόνο δεν τον καταδικάζει το «αληθινό Ισλάμ», αλλά τον απαιτεί από τους πιστούς μουσουλμάνους. Αυτή την εποχή, λοιπόν, υπάρχει ένα ήπιο Ισλάμ που αποκηρύσσει την τρομοκρατική δράση και ένα άλλο που ανεπιφύλακτα την κηρύσσει. Και το πιο επικίνδυνο είναι ότι οι οπαδοί της δεύτερης αυτής τάσης έχουν πεισθεί ότι δίνοντας τη ζωή τους για το Ισλάμ εξασφαλίζουν το ύψιστο ζητούμενο από έναν πιστό, μια βέβαιη είσοδο στον παράδεισο. Και οι δύο τάσεις είναι σε θέση να δικαιώσουν την άποψή τους με εδάφια και επιχειρήματα από το Κοράνιο. Ανεξάρτητα από το ποιό και από ποιούς θεωρείται αληθινό Ισλάμ, γεγονός είναι ότι και το άλλο Ισλάμ αποτελεί μια πραγματικότητα. Και στο σημείο αυτό επιβάλλεται ψύχραιμη και νηφάλια αντιμετώπιση. Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις έχουν τη δική τους λογική και δυναμική.
Τι είναι το πλέον ανησυχητικό στην εξέλιξη αυτή των πραγμάτων;
Οι οικονομικά ανεπτυγμένες κοινωνίες της Δύσης πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη τους μια σημαντική μετατόπιση που γίνεται στην εποχή μας στη συμπεριφορά των φτωχότερων κοινωνιών του πλανήτη μας. …. Οι πλούσιες κοινωνίες της Δύσης, που ξεκίνησαν από μια χριστιανική παράδοση χωρίς να μείνουν συνεπείς προς αυτή πρέπει να φροντίσουν να γίνουν ουσιαστικά δίκαιες στο παγκόσμιο χρέος τους. Πιστεύω ότι σήμερα τα δύο άλλα ονόματα της ειρήνης είναι δικαιοσύνη και ανάπτυξη. Αν συνεχίσουν τα πλούσια έθνη να αδιαφορούν γι’ αυτά τα δύο, μπορεί να δούμε πολλές εκπλήξεις και πολλές αναστατώσεις σε διάφορα σημεία του πλανήτη.
Στη μελέτη σας για το Ισλάμ γράφετε πως πέραν των θεολογικών διαφορών η θρησκεία αυτή είναι η μόνη από τις ζώσες θρησκείες που βρίσκεται τόσο κοντά, πνευματικά αλλά και γεωγραφικά, στον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Πού κυρίως εντοπίζεται η εγγύτητά τους;
Προφανώς το Ισλάμ είναι πιο κοντά στον Χριστιανισμό από ό,τι ο Ινδουισμός, ο Βουδισμός, τα παραδοσιακά Κινεζικά ή Ιαπωνικά θρησκεύματα, που στηρίζονται σε εντελώς διαφορετικές φιλοσοφικές προϋποθέσεις και συστήματα σκέψης. πρέπει να ενταθεί ο χριστιανο -ισλαμικός διάλογος με κέντρο τη μελέτη και την έξαρση των ουσιαστικών ανθρωπολογικών αρχών των δύο θρησκειών: π.χ. ένας στίχος του Κορανίου (κεφ.49. Τα δώματα, στ.13) τονίζει: «Ω άνθρωποι! Σας έχουμε πλάσει από έναν (μόνο) άνδρα και μία (μόνο) γυναίκα και από σας κάναμε λαούς, φυλές, για να αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλο. Ο πιο τιμημένος ανάμεσά σας ενώπιον του Αλλάχ είναι ο πιο ενάρετος». Όσο για τη φοβερή ραδιενέργεια μίσους που εξαπλώνεται στις διάφορες περιοχές, το ιδιαίτερο χρέος των ευσυνείδητων χριστιανών είναι να αντισταθούν με πρωτοβουλίες αγάπης. Στη σύγχρονη πλουραλιστική κοινωνία η μόνη δυνατότητα για ειρηνική συμβίωση είναι η αποδοχή της ιδιαιτερότητας του άλλου, ο σεβασμός της αξιοπρέπειας και της θρησκευτικής ελευθερίας του κάθε ανθρώπου.
Το Ισλάμ όσο και ο Χριστιανισμός έχουν τροφοδοτηθεί από το θρησκευτικό στρώμα που ξεκινά από την παράδοση του Αβραάμ. Κοινά στοιχεία είναι, σε γενικές γραμμές, η βεβαιότητα στην ύπαρξη του Θεού, η πεποίθηση για την κοινή καταγωγή της ανθρωπότητας, η πίστη στο μήνυμα των προφητών που μίλησαν εξ ονόματος του Θεού, η πίστη στην ανάσταση των νεκρών και στην έσχατη κρίση. Πολλές επίσης μορφές έκφρασης της θρησκευτικής εμπειρίας ακολουθούν παράλληλους δρόμους: προσευχή, ελεημοσύνη, νηστεία, αποδημίες, ομολογία πίστεως, διάφορες εορτές, σεβασμός της τιμής και περιουσίας. Όπως η αντίληψη περί Θεού, το δόγμα της Αγίας Τριάδος, η θεότητα του Ιησού Χριστού και όλα όσα αυτή συνεπάγεται, η πίστη ότι «ο Θεός αγάπη εστί ». Στις κοινωνικές αντιλήψεις οι διαφορές κορυφώνονται κυρίως στην αντίληψη σχετικά με την αξία και τη θέση της γυναίκας, καθώς και τη μορφή της θρησκευτικής ελευθερίας. ΄Αλλωστε, γι’ αυτό δεν είμαστε μία θρησκεία, αλλά διαφορετικές. Επί πολλούς αιώνες, πάντως, οι Ορθόδοξοι συμβιώσαμε με μουσουλμανικούς πληθυσμούς, παρά τις διαφορές και, σε πολλές περιοχές, όπως στη σημερινή Αλβανία, η συνύπαρξη αυτή διατηρεί ειρηνική μορφή.
Πώς μπορεί να προωθηθεί στον αιώνα μας η ειρηνική συνύπαρξη;
Υπήρξαν εποχές κατά τις οποίες καλλιεργήθηκε η αντίληψη ότι η ενότητα της ανθρωπότητας θα εδραιωθεί με την επιβολή διά της βίας της μίας ή της άλλης θρησκείας. Μια τέτοια άποψη δεν υποστηρίζεται πλέον σήμερα. Πιστεύω ότι με τη βία εν ονόματι της θρησκείας βιάζεται η ουσία της θρησκείας. Για να καλλιεργηθεί θετικότερο κλίμα στις σχέσεις χριστιανών και μουσουλμάνων
Ένα δώρο προς τον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο προσφέρει μια μουσουλμάνα πρόσφυγας από το Κόσοβο που σήμερα ζει στην Αλβανία.
Όχι βία στο όνομα της θρησκείας.
Στο μήνυμά του ο Αρχιεπίσκοπος τονίζει:
«Η πυρπόληση εκκλησιών και τζαμιών δεν προωθεί την δικαιοσύνη και την ειρήνη, ούτε ασφαλώς την πρόοδο. Αντίθετα, μας γυρίζει σε εποχές και πρακτικές που οδήγησαν την Βαλκανική σε καθυστέρηση, σε διχασμούς και τραγωδίες. Όσοι μάλιστα εμπλέκουν την θρησκεία στη βία, ουσιαστικά βιάζουν το πνεύμα της θρησκείας. Όσο δίκαιο και αν έχει κανείς, οφείλει να σεβασθεί την ιερότητα και τον ρόλο που έχουν οι ιεροί τόποι λατρείας. Αυτοί πρέπει να γίνονται κέντρα συμφιλιώσεως και ειρήνης και όχι εστίες συντηρήσεως εχθροτήτων.
»Μόνο με την ειρηνική συνύπαρξη των θρησκευτικών κοινοτήτων μπορεί να υπάρξει αληθινή κοινωνική πρόοδος. Κατά τον 21ο αιώνα, παντού, και κατ’ εξοχή στην περιοχή των Βαλκανίων, καλούμεθα -ανεξάρτητα από την κοινότητα, εθνική ή θρησκευτική, στην οποία γεννηθήκαμε- να αγωνιστούμε για να συνυπάρξουμε ειρηνικά, με αλληλοσεβασμό και αλληλεγγύη.»