Ευχάριστα νέα για το περιβάλλον: To στρώμα του όζοντος μπορεί να αποκατασταθεί πλήρως τα επόμενα 40 χρόνια

ozone

Η τρύπα του όζοντος δημιουργήθηκε λόγω της ανθρωπογενούς ρύπανσης, ιδίως από τους χλωροφθοράνθρακες (CFC) που εκπέμπονταν παλαιότερα από πολλά ψυγεία. Τις τελευταίες δεκαετίες, χάρη στην παγκόσμια συνεργασία, δόθηκε στο στρώμα του όζοντος μια ευκαιρία να αναδημιουργηθεί

Το στρώμα του όζοντος, που προστατεύει τη Γη από την επικίνδυνη ηλιακή ακτινοβολία, βρίσκεται «σε καλό δρόμο» για να αποκατασταθεί πλήρως μέσα στα επόμενα 40 χρόνια. Ωστόσο, τα γεωμηχανικά έργα που έχουν στόχο τον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη θα μπορούσαν να απειλήσουν αυτήν την πρόοδο, σύμφωνα με τους επιστήμονες.

«Η σταδιακή εξάλειψη σχεδόν του 99% των απαγορευμένων ουσιών που καταστρέφουν το όζον επέτρεψε να διατηρηθεί το στρώμα του όζοντος και συνέβαλε, με αξιοσημείωτο τρόπο, στην αποκατάστασή του στην ανώτερη στρατόσφαιρα και στον περιορισμό της έκθεσης των ανθρώπων στην επιβλαβή υπεριώδη ακτινοβολία (UV) του ηλίου» σημειώνουν οι ειδικοί στην έκθεση που συντάσσουν κάθε τέσσερα χρόνια, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ.

Η τρύπα του όζοντος δημιουργήθηκε λόγω της ανθρωπογενούς ρύπανσης, ιδίως από τους χλωροφθοράνθρακες (CFC) που εκπέμπονταν παλαιότερα από πολλά ψυγεία. Τις τελευταίες δεκαετίες, χάρη στην παγκόσμια συνεργασία, δόθηκε στο στρώμα του όζοντος μια ευκαιρία να αναδημιουργηθεί. Το Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ, που υπογράφηκε το 1987 και επικυρώθηκε από 195 χώρες, μείωσε σημαντικά την ποσότητα των CFC στην ατμόσφαιρα και το στρώμα του όζοντος φαίνεται ότι θα μπορέσει να αποκατασταθεί πλήρως, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΟΗΕ.

«Εάν διατηρηθούν οι σημερινές πολιτικές, το στρώμα του όζοντος θα πρέπει να ανακτήσει τις τιμές που είχε το 1980 (πριν εμφανιστεί η τρύπα) γύρω στο 2066 πάνω από την Ανταρκτική, το 2045 πάνω από την Αρκτική και το 2040 στον υπόλοιπο κόσμο» ανέφερε η Υπηρεσία του ΟΗΕ για το Περιβάλλον.

Το 2016 η συμφωνία του Κιγκάλι προέβλεπε επίσης τη σταδιακή εξάλειψη των υδροφθορανθράκων (HFC), αερίων εξαιρετικά επιβλαβών για το κλίμα, που χρησιμοποιούνται σε ψυγεία και κλιματιστικά. Εάν τηρηθεί η συμφωνία, μπορεί να περιοριστεί κατά 0,5°C η υπερθέρμανση του πλανήτη μέχρι το 2100, εκτιμούν οι ειδικοί. Ταυτόχρονα όμως, εξέτασαν για πρώτη φορά τις πιθανές επιπτώσεις που θα είχαν για το όζον τα γεωμηχανικά σχέδια που έχουν ως στόχο να περιορίσουν την κλιματική αλλαγή και επισήμαναν τις ανεπιθύμητες παρενέργειές τους. Μια ιδέα είναι να προστεθούν σκοπίμως αερολύματα στη στρατόσφαιρα για να αντανακλούν ένα μέρος της ηλιακής ακτινοβολίας. Ένα από τα σχέδια αυτά προβλέπει την έγχυση δισεκατομμυρίων σωματιδίων θείου στο ανώτατο στρώμα της ατμόσφαιρας. Μια τέτοια έγχυση θα μπορούσε να πλήξει σοβαρά το επίπεδο του όζοντος, προειδοποίησε ο Τζον Πάιλ, ο συμπρόεδρος του πάνελ των επιστημόνων που εργάζονται για λογαριασμό του ΟΗΕ.

«Υπάρχουν πολλοί ενδοιασμοί»

Νέα μέθοδος πρόβλεψης φυσικών καταστροφών βασίζεται στην τεχνητή νοημοσύνη

AP23005088845715

Μία νέα «έξυπνη» μέθοδο, που αποτελεί έναν συνδυασμό εξελιγμένου συστήματος τεχνητής νοημοσύνης με ειδικές τεχνικές δειγματοληψίας, ανέπτυξε ομάδα Ελλήνων ερευνητών στις ΗΠΑ. Τα φυσικά καταστροφικά γεγονότα, μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές βλάβες σε ολόκληρη την κοινωνία, ενώ συγχρόνως είναι μία ύστατη «κραυγή» πως ο πλανήτης μας υποφέρει και χρειάζεται τη βοήθειά μας για να σωθεί. Μπορεί η «στροφή» μας προς έναν πιο πράσινο τρόπο ζωής και κατ’ επέκταση η μείωση του περιβαλλοντικού μας αποτυπώματος να είναι ένα πρώτο και βασικό «βήμα», έτσι ώστε να προστατεύσουμε το περιβάλλον, όμως καταλυτικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια παίζει και η επιστήμη.

H αλήθεια είναι πως η πρόληψη είναι το «όπλο» έναντι οποιασδήποτε καταστροφής, φυσικής ή μη. Με βάση αυτή τη λογική, λοιπόν, Έλληνες επιστήμονες της διασποράς στις ΗΠΑ ανέπτυξαν μια νέα τεχνική που επιτρέπει να γίνεται πρόβλεψη ακραίων και σπάνιων γεγονότων στην κοινωνία και στη φύση, όπως μια πανδημία, ένα απρόσμενο γιγάντιο κύμα στη θάλασσα ή η ξαφνική κατάρρευση μιας μεγάλης γέφυρας, ακόμη κι αν δεν υπάρχουν επαρκή ιστορικά δεδομένα. Η «έξυπνη» μέθοδος, που παρακάμπτει την ανάγκη για μεγάλο όγκο προηγούμενων δεδομένων, αποτελεί έναν συνδυασμό εξελιγμένου συστήματος τεχνητής νοημοσύνης (μηχανικής μάθησης) με ειδικές τεχνικές δειγματοληψίας.

Όπως αναφέρει το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, οι καθηγητές μηχανολογίας και επιστήμης των ωκεανών Θεμιστοκλής Σαψής του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ) και εφαρμοσμένων μαθηματικών & μηχανικής Γιώργος Καρνιαδάκης του Πανεπιστημίου Μπράουν του Ρόουντ Άιλαντ, μαζί με δύο Αμερικανούς συναδέλφους τους, έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό υπολογιστικής επιστήμης «Nature Computational Science».

Πώς θα πραγματοποιείται η πρόβλεψη μελλοντικών καταστροφών από ακραία συμβάντα

Οι επιστήμονες συνδύασαν στατιστικούς αλγόριθμους (που χρειάζονται λιγότερα δεδομένα για να κάνουν ακριβείς και αποτελεσματικές προβλέψεις) με μια ισχυρή τεχνική μηχανικής μάθησης με την ονομασία DeepOnet που αναπτύχθηκε το 2019 στο Μπράουν από τον Καρνιαδάκη και πλέον «εκπαιδεύτηκε» για να προβλέπει σενάρια, πιθανότητες και μερικές φορές τον χρόνο σπάνιων συμβάντων, παρά την έλλειψη σχετικών ιστορικών αρχείων.

Η πρόβλεψη μελλοντικών καταστροφών από ακραία συμβάντα (σεισμοί, πανδημίες, κύματα-γίγαντες κ.α.) είναι τρομερά δύσκολη, συχνά επειδή ορισμένα τέτοια γεγονότα είναι τόσο σπάνια που δεν υπάρχουν αρκετά δεδομένα για να χρησιμοποιηθούν μοντέλα πρόβλεψης, έτσι ώστε να προβλεφθεί τι και πότε μπορεί να συμβεί στο μέλλον κάτι ανάλογο. Η νέα μελέτη επιχειρεί να δώσει μια λύση σε αυτό το πρόβλημα, δίνοντας έμφαση στην ποιότητα αντί για την ποσότητα των ήδη διαθέσιμων δεδομένων.

«Πρέπει να γίνει συνειδητό ότι πρόκειται για στοχαστικά συμβάντα. Το ξέσπασμα μιας πανδημίας όπως η Covid-19, μια περιβαλλοντική καταστροφή όπως εκείνη στον Κόλπο του Μεξικού, ένας σεισμός, οι τεράστιες πυρκαγιές στην Καλιφόρνια, ένα κύμα 30 μέτρων που αναποδογυρίζει ένα πλοίο – όλα αυτά είναι σπάνια γεγονότα και επειδή είναι σπάνια, δεν έχουν πολλά ιστορικά δεδομένα. Το ερώτημα που αντιμετωπίζουμε στη μελέτη μας είναι: Ποια είναι τα καλύτερα δυνατά δεδομένα που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να ελαχιστοποιήσουμε τον αριθμό των δεδομένων που χρειαζόμαστε», δήλωσε ο Καρνιαδάκης. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν την τεχνική δειγματοληψίας που λέγεται ενεργή μάθηση και αφορά στατιστικούς αλγόριθμους. Αυτοί συνδυάζονται με το υπολογιστικό μοντέλο DeepOnet, ένα είδος τεχνητού νευρωνικού δικτύου που μιμείται τους νευρώνες του ανθρώπινου εγκεφάλου. Είναι ισχυρότερο από τα τυπικά τεχνητά νευρωνικά δίκτυα, επειδή στην πραγματικότητα απαρτίζεται από δύο ξεχωριστά δίκτυα που επεξεργάζονται δεδομένα εκ παραλλήλου. Αυτό επιτρέπει να αναλύονται γιγάντιες ομάδες δεδομένων και σεναρίων με αστραπιαία ταχύτητα και να προκύπτουν ανάλογες πιθανότητες. Όταν η δυνατότητα αυτή συνδυαστεί με τους έξυπνους στατιστικούς αλγόριθμους της ενεργού μάθησης, τότε το DeepOnet μπορεί να κάνει προβλέψεις καταστροφικών συμβάντων, ακόμη και όταν δεν έχει πολλά δεδομένα για να επεξεργαστεί.

«Το κλειδί είναι να μην πάρει κανείς όλα τα δυνατά δεδομένα και να τα τροφοδοτήσει στο σύστημα, αλλά να αναζητήσει εκ των προτέρων γεγονότα που θα σηματοδοτήσουν σπάνια συμβάντα. Μπορεί να μην έχουμε πολλά παραδείγματα του πραγματικού συμβάντος, αλλά μπορεί να έχουν τα πρόδρομα γεγονότα τους. Μέσω των μαθηματικών τα εντοπίζουμε και αυτά, μαζί με τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία θα μας βοηθήσουν να εκπαιδεύσουμε αυτό το πεινασμένο για δεδομένα σύστημα DeepOnet», ανέφερε ο Καρνιαδάκης.

Με αυτό τον τρόπο, οι ερευνητές υπολόγισαν διάφορες πιθανότητες για μελλοντικές εξάρσεις μιας πανδημίας ή για την εμφάνιση από το πουθενά ενός τεράστιου κύματος διπλάσιου έως τριπλάσιου από τα γειτονικά κύματα. Οι ερευνητές ανέφεραν ότι η νέα μέθοδός τους έχει ανώτερη απόδοση από τα περισσότερα υπάρχοντα μοντέλα πρόβλεψης και θεωρούν ότι είναι δυνατό να αξιοποιηθεί για να προβλεφθούν κάθε είδους σπάνια γεγονότα. Ο Καρνιαδάκης ήδη, συνεργάζεται με περιβαλλοντικούς επιστήμονες για να χρησιμοποιηθεί η νέα τεχνική στην πρόγνωση κλιματικών συμβάντων, όπως οι τυφώνες.

Τόσο ο Θ.Σαψής όσο και ο Γ.Καρνιαδάκης είναι απόφοιτοι της Σχολής Μηχανολόγων Μηχανικών του ΕΜΠ, με διδακτορικό στη συνέχεια από το ΜΙΤ. Ο Σαψής είναι, μεταξύ άλλων, κάτοχος του επιστημονικού βραβείου Μποδοσάκη έτους 2021.

Είναι διεθνώς αποδεκτό ότι στις μέρες μας, το περιβάλλον έχει αλλάξει και υποφέρει από την εκτενή χρήση της ενέργειας που, εμείς οι άνθρωποι χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητά μας. Αυτό το γεγονός, έχει προκαλέσει μία απίστευτη καταστροφή στον πλανήτη μας, με ποικίλες αρνητικές συνέπειες. Στο ερώτημα λοιπόν, πώς θα σώσουμε το περιβάλλον και θα μπορέσουμε να αναβαθμίσουμε την ποιότητα της ζωής μας, η επιστήμη δίνει τη δική της απάντηση.

Δείτε εδώ την επιστημονική δημοσίευση

Σουηδία: Ανακαλύφθηκε το “μεγαλύτερο γνωστό κοίτασμα” σπάνιων γαιών στην Ευρώπη

66d865506ed14f64b75cfc5d8a2710c9

Ο σουηδικός μεταλλευτικός όμιλος LKAB ανακοίνωσε σήμερα ότι εντόπισε στην περιοχή Κίρουνα, στον Μεγάλο Βορρά της Σουηδίας, “το μεγαλύτερο γνωστό κοίτασμα” σπάνιων γαιών στην Ευρώπη, το οποίο περιλαμβάνει περισσότερο από ένα εκατομμύριο τόνους μεταλλευμάτων.

Η ανακάλυψη αυτή είναι σημαντική την ώρα που η Ευρώπη ανησυχεί για την εξάρτησή της, ιδιαίτερα από την Κίνα, του μεγαλύτερου παραγωγού παγκοσμίως, για την προμήθεια των μεταλλευμάτων αυτών που χρησιμεύουν κυρίως για την κατασκευή μπαταριών ηλεκτρικών οχημάτων και αιολικών στροβίλων. “Πρόκειται για το μεγαλύτερο γνωστό κοίτασμα στοιχείων σπάνιων γαιών στο δικό μας μέρος του κόσμου και θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για την παραγωγή αποφασιστικής σημασίας πρώτων υλών απολύτως κρίσιμων για την πράσινη μετάβαση”, ανέφερε ο διευθύνων σύμβουλος του δημόσιου ομίλου LKAB, ο Γιαν Μόστρεμ, σε ανακοίνωση.

“Αντιμετωπίζουμε ένα πρόβλημα εφοδιασμού. Χωρίς ορυχεία, δεν μπορούν να υπάρξουν ηλεκτρικά οχήματα”, είπε.

Σύντομα με προκαταρκτικές εκτιμήσεις, το κοίτασμα της Κίρουνα, μιας μεγάλης μεταλλευτικής περιφέρειας της σκανδιναβικής χώρας, περιλαμβάνει τουλάχιστον “ένα εκατομμύριο τόνους οξειδίων σπάνιων γαιών”, όμως η επιχείρηση υπογραμμίζει ότι δεν έχει ακόμη υπολογίσει την ακριβή κλίμακά τους.

“Ένας μακρύς δρόμος” μένει να διανυθεί προτού δρομολογηθεί η εκμετάλλευσή τους, προειδοποίησε η LKAB.

“Προβλέπουμε πως θα χρειαστούν πολλά χρόνια προκειμένου να μελετήσουμε το κοίτασμα και τις συνθήκες μιας επικερδούς και βιώσιμης εκμετάλλευσης”, δήλωσε ο Μόστρεμ. Ερωτηθείς σε συνέντευξη Τύπου για το πότε αναμένεται να ξεκινήσουν οι πρώτες εργασίες εξόρυξης, απάντησε πως αυτό θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ταχύτητα απόκτησης άδειας εκμετάλλευσης, διευκρινίζοντας πως η εμπειρία δείχνει πως κάτι τέτοιο θα απαιτούσε πιθανόν “από 10 μέχρι 15 χρόνια”.

“Η ηλεκτροδότηση, η αυτάρκεια και η ανεξαρτησία της ΕΕ απέναντι στη Ρωσία και την Κίνα ξεκινάνε από το ορυχείο”, είπε από την πλευρά της η αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Οικονομίας και Ενέργειας της Σουηδίας Έμπα Μπους.

Η ανακοίνωση έγινε με την ευκαιρία της επίσκεψης μιας αντιπροσωπείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στη Σουηδία που ασκεί την εναλλασσόμενη προεδρία της ΕΕ από τις αρχές του έτους.

Στο πλαίσιο των προσπαθειών τους να αναχαιτίσουν την κλιματική αλλαγή, οι Βρυξέλλες νομοθέτησαν πέρυσι το τέλος των πωλήσεων νέων βενζινοκίνητων και πετρελαιοκίνητων οχημάτων από το 2035.

ΠΗΓΗ: ΑΜΠΕ

Το ενεργειακό κόλπο ξεφουσκώνει καθώς ο ζεστός χειμώνας σώζει την Ευρώπη

8255b9e624aa405d8d2bc08481e99d77

Ο ήπιος καιρός, μια ευρύτερη γκάμα προμηθευτών και οι προσπάθειες για τη μείωση της ζήτησης βοηθούν, με τα αποθέματα φυσικού αερίου να παραμένουν σχεδόν πλήρη και τις τιμές να πέφτουν σε προπολεμικά επίπεδα. Μετά την απότομη μεταστροφή του τελευταίου μήνα, η Ευρώπη πιθανότατα έχει ήδη ξεπεράσει τα χειρότερα της κρίσης. Ο συνδυασμός των συνθηκών -συμπεριλαμβανομένων των προβλημάτων του Covid της Κίνας που αμβλύνουν τον ανταγωνισμό για τα φορτία υγροποιημένου φυσικού αερίου- θα έπαιρνε την άκρη από τον πληθωρισμό, θα σταθεροποιούσε τις οικονομικές προοπτικές της Ευρώπης και θα άφηνε το Κρεμλίνο με λιγότερη επιρροή στους συμμάχους της Ουκρανίας, εάν επιμένουν. Ενώ ένα κρύο ή διαταραχές στις παραδόσεις θα μπορούσαν ακόμη να προκαλέσουν αναστάτωση στις αγορές ενέργειας, η αισιοδοξία αυξάνεται ότι η Ευρώπη μπορεί πλέον να τα καταφέρει και αυτόν και τον επόμενο χειμώνα.

“Ο κίνδυνος μιας πλήρους οικονομικής κατάρρευσης, μιας πυρηνικής κατάρρευσης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, έχει -από όσο μπορούμε να δούμε- αποτραπεί”, δήλωσε ο Γερμανός υπουργός Οικονομίας Ρόμπερτ Χάμπεκ, βασικός αρχιτέκτονας της αντίδρασης της χώρας στην ενεργειακή κρίση, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στη Νορβηγία, η οποία έχει πάρει τη θέση της Ρωσίας ως ο μεγαλύτερος προμηθευτής φυσικού αερίου της χώρας. Η κρίση, που προκλήθηκε από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία τον περασμένο Φεβρουάριο, έχει ήδη κοστίσει στην Ευρώπη σχεδόν 1 τρισεκατομμύριο δολάρια από την εκτίναξη των τιμών της ενέργειας. Οι κυβερνήσεις ανταποκρίθηκαν με περισσότερα από 700 δισεκατομμύρια δολάρια σε βοήθεια για να βοηθήσουν τις εταιρείες και τους καταναλωτές να απορροφήσουν το πλήγμα. Επίσης, προσπάθησαν να απεξαρτηθούν από την εξάρτησή τους από τη ρωσική ενέργεια, ιδίως από το φυσικό αέριο.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν εισάγει πλέον άνθρακα και αργό πετρέλαιο από τη Ρωσία και οι παραδόσεις φυσικού αερίου έχουν περιοριστεί σημαντικά. Το μπλοκ κάλυψε μέρος του κενού αυξάνοντας τις προμήθειες από τη Νορβηγία και τις μεταφορές υγροποιημένου φυσικού αερίου από το Κατάρ, τις ΗΠΑ και άλλους παραγωγούς. 

Στη Γερμανία, οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης είναι γεμάτες κατά 91% περίπου, σε σύγκριση με το 54% πριν από ένα χρόνο, όταν η Ρωσία είχε ήδη αδειάσει τις εγκαταστάσεις που ήλεγχε. Η κυβέρνηση του καγκελάριου Όλαφ Σολτς έχει έκτοτε εθνικοποιήσει τις τοπικές μονάδες της Gazprom και έχει δαπανήσει δισεκατομμύρια ευρώ για την πλήρωση αποθεμάτων. 

Τα μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας από τη βιομηχανία και τα νοικοκυριά, καθώς και οι θερμότερες θερμοκρασίες του Ιανουαρίου εδώ και δεκαετίες, βοήθησαν στη διατήρηση αυτού του μαξιλαριού.

“Είμαστε πολύ αισιόδοξοι, κάτι που δεν ήμασταν πραγματικά το φθινόπωρο”, δήλωσε ο Κλάους Μιούλερ, επικεφαλής της ρυθμιστικής αρχής δικτύων της Γερμανίας, σε συνέντευξή του στο δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο ARD την Παρασκευή. “Όσο περισσότερο φυσικό αέριο έχουμε στις εγκαταστάσεις αποθήκευσης στην αρχή του έτους, τόσο λιγότερο άγχος και κόστος θα αντιμετωπίσουμε κατά την εκ νέου πλήρωσή τους για τον επόμενο χειμώνα”.

Οι τιμές αναφοράς του φυσικού αερίου έχουν πέσει στο ένα πέμπτο των ρεκόρ που είχαν σημειωθεί τον Αύγουστο και παρά τις ανησυχίες ότι οι φθηνότερες τιμές θα μπορούσαν να τονώσουν τη ζήτηση, η χρήση εξακολουθεί να μειώνεται – μια ασημένια επένδυση της αδύναμης οικονομίας. Η ευρωπαϊκή κατανάλωση αναμένεται να είναι περίπου 16% κάτω από τα μέσα επίπεδα πενταετίας καθ’ όλη τη διάρκεια του 2023, αναφέρει η Morgan Stanley σε έκθεσή της. Οι ευνοϊκές συνθήκες και η επέκταση του δυναμικού ανανεώσιμων πηγών ενέργειας βοηθούν επίσης. Η υψηλότερη παραγωγή αιολικής και ηλιακής ενέργειας θα συμβάλει στη μείωση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με καύσιμο φυσικό αέριο σε 10 από τις μεγαλύτερες αγορές ενέργειας της Ευρώπης κατά 39% φέτος, σύμφωνα με την S&P Global.

Η δυναμική έχει μετατοπιστεί σε τέτοιο βαθμό που πλέον φθάνει πάρα πολύ LNG, σύμφωνα με τη Morgan Stanley. Οι παραδόσεις σημείωσαν νέο ρεκόρ τον Δεκέμβριο και η τάση είναι πιθανό να συνεχιστεί. Η Γερμανία, κάποτε ο μεγαλύτερος αγοραστής ρωσικού φυσικού αερίου, ανοίγει τρεις τερματικούς σταθμούς αυτό το χειμώνα και η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης αναμένει ότι οι νέες εγκαταστάσεις υγροποιημένου φυσικού αερίου θα καλύψουν περίπου το ένα τρίτο των προηγούμενων αναγκών της. Οι σταθερές προμήθειες από μη ρωσικές πηγές είναι πιθανό να συγκρατήσουν τις τιμές της αγοράς από το να εκτοξευθούν στις περσινές κορυφές. “Το γεγονός ότι η Ευρώπη κατάφερε να γεμίσει τους αποθηκευτικούς της χώρους δημιούργησε πραγματικά ένα μαξιλάρι για τις τιμές για τον επερχόμενο χειμώνα”, δήλωσε ο Tζιάκομο Μασάτο, επικεφαλής αναλυτής και ανώτερος μετεωρολόγος στην ενεργειακή εταιρεία Illumia SpA με έδρα την Ιταλία. “Οι προσδοκίες μετατοπίστηκαν καθώς η περιοχή άρχισε να έχει άφθονες προμήθειες”.

Η αναπλήρωση των αποθεμάτων θα μπορούσε να είναι λιγότερο δραματική μετά τον φετινό χειμώνα. Η Morgan Stanley και η εταιρεία συμβούλων Wood Mackenzie αναμένουν ότι οι χώροι αποθήκευσης θα είναι περίπου κατά το ήμισυ γεμάτοι αυτή την άνοιξη, εάν ο καιρός παραμείνει ήπιος. Αυτό θα ήταν διπλάσιο από τα περσινά επίπεδα. Παρά τις θετικές εξελίξεις, οι τιμές εξακολουθούν να είναι υψηλότερες από τους ιστορικούς μέσους όρους και οι κίνδυνοι παραμένουν. Οι ρωσικές εισαγωγές αερίου από αγωγούς φέτος θα είναι μόλις το ένα πέμπτο των συνήθων επιπέδων – περίπου 27 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα – και το Κρεμλίνο θα μπορούσε να τις μειώσει εντελώς. Αυτή είναι “μια τεράστια μείωση για μια αγορά που κατανάλωνε 400 δισ. κυβικά μέτρα το 2021”, δήλωσε η Ανν-Σόφι Κορμπό, ερευνήτρια στο Κέντρο Παγκόσμιας Ενεργειακής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Κολούμπια. Επομένως, το LNG θα είναι ζωτικής σημασίας για την εξασφάλιση αρκετών προμηθειών για τον επόμενο χειμώνα και η Ευρώπη θα πρέπει να παραμείνει σε εγρήγορση. Μια ανάκαμψη της οικονομίας της Κίνας θα μπορούσε να υποδαυλίσει τον ανταγωνισμό, με τις προμήθειες να είναι περιορισμένες έως ότου καταστεί διαθέσιμη περισσότερη χωρητικότητα το 2025. Η Ρωσία έχει επίσης τη δυνατότητα να προκαλέσει αναστάτωση στην αγορά, καθώς είναι ένας από τους τρεις κορυφαίους προμηθευτές της Ευρώπης του υπερψυχρού καυσίμου.

Η κλιματική κρίση έχει συμβάλει στην έλλειψη ζήτησης για θέρμανση μέχρι στιγμής φέτος το χειμώνα και τα όλο και πιο ασταθή καιρικά φαινόμενα μπορεί ακόμη να προκαλέσουν εκρήξεις ψύχους, όπως ο πρόσφατος αρκτικός καιρός που σάρωσε τις ΗΠΑ. Οι παρατεταμένες θερμοκρασίες παγετού μπορούν να εξαντλήσουν τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης στο 20% της χωρητικότητάς τους, σύμφωνα με την Wood Mackenzie.

Για να εξασφαλιστεί η ομαλή αποθήκευση το καλοκαίρι, πρέπει να ευθυγραμμιστούν πολλοί παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της σταθερής παροχής ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικές, πυρηνικές και υδροηλεκτρικές γεννήτριες, των σταθερών ροών υγροποιημένου φυσικού αερίου και της συνεχιζόμενης εξοικονόμησης ενέργειας, δήλωσε ο Κορμπό. “Η Ευρώπη μπορεί να βρίσκεται σε καλύτερη θέση σε σχέση με ό,τι φοβόταν προηγουμένως, αλλά δεν έχει ξεφύγει ακόμη από το δάσος”, ανέφερε η Wood Mackenzie μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Δεν μπορείς να σβήσεις τον ήλιο: Πώς μπορείς να αποκτήσεις ενεργειακή ανεξαρτησία με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας

7e1f92b8b4b5482e88c70527f6dfece2

Ο πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας έχει αναδείξει το πόσο ευάλωτη σε εκβιασμό είναι μια οικονομία ορυκτών καυσίμων, η οποία εξαρτάται από τις εισαγωγές ενέργειας. Ο ενεργειακός εφοδιασμός δεν είναι μόνο ζήτημα κόστους θέρμανσης και τιμών ηλεκτρικής ενέργειας, είναι επίσης ζήτημα εθνικής και διεθνούς ασφάλειας. Η ενεργειακή πολιτική είναι πολιτική ασφάλειας και η πολιτική ασφάλειας είναι ενεργειακή πολιτική. Είναι σημαντικό να αντληθούν διδάγματα από αυτόν τον πόλεμο. Αυτή η αναδιάρθρωση συμβαίνει σε μια μεταστραφείσα γεωπολιτική και γεωοικονομική πραγματικότητα. Η κλιματική κρίση διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτό – σύμφωνα με το ΝΑΤΟ είναι ο παράγοντας που επηρεάζει την ενδεχόμενη αύξηση κινδύνων σε μεγαλύτερο βαθμό παγκοσμίως – και απαιτεί μια θεμελιώδη αλλαγή στα οικονομικά και ενεργειακά συστήματα. Επιπλέον, ο πολιτικός και οικονομικός απογαλακτισμός της Δύσης από τη Μόσχα έχει ωθήσει τη Ρωσία και άλλες χώρες, ειδικά στη Μέση Ανατολή, προς την Κίνα. Αυτό έφερε στο προσκήνιο τη μάχη για σφαίρες επιρροής μεταξύ Κίνας και Δύσης, η οποία μεταφράζεται σε έναν ανταγωνισμό μεταξύ δημοκρατικών μορφών διακυβέρνησης και αυταρχικών συστημάτων. Σε αυτήν την κατάσταση, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι ο δρόμος προς τα εμπρός. Χρειαζόμαστε την επέκτασή τους το συντομότερο δυνατό και για λόγους ασφαλείας. Οι κίνδυνοι για την ασφάλεια μπορούν να αντιμετωπιστούν πιο εύκολα με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, από ότι αν χρησιμοποιείται πετρέλαιο και φυσικό αέριο, καθώς ένας αυταρχικός ηγέτης δεν μπορεί απλώς να απενεργοποιήσει τον άνεμο και τον ήλιο. Το αστέρι που θα πρέπει να ακολουθήσουμε στην πορεία της ενεργειακής πολιτικής του μέλλοντος θα πρέπει να είναι ο στρατηγικός στόχος για την επίτευξη του μεγαλύτερου δυνατού βαθμού ενεργειακής κυριαρχίας. Αυτό απαιτεί διαρκή λήψη συνολικής άποψης για τα συμφέροντα της οικονομίας, της ενεργειακής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας. Είναι ήδη σαφές ότι τα οικονομικά και η ασφάλεια δεν έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους όσο αφορά τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, καθώς μεγαλύτερη ασφάλεια στον εφοδιασμό μεταφράζεται σε επίσης χαμηλότερο κόστος μεσοπρόθεσμα. Μια ενεργειακή πολιτική προσανατολισμένη στην ενεργειακή κυριαρχία καθιστά επίσης δυνατή την αντιμετώπιση των κινδύνων ασφαλείας που προκύπτουν από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η Κίνα είναι η υπερδύναμη όχι μόνο του παλιού αλλά και του νέου ενεργειακού κόσμου. Κυριαρχεί ως χώρα προέλευσης πολλών κρίσιμων υλικών και τεχνολογιών που απαιτούνται κατά μήκος της αλυσίδας αξίας των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η Ε.Ε. μπορεί προληπτικώς να ενισχύσει την ανθεκτικότητά της, επιδιώκοντας τη μεγαλύτερη δυνατή διαφοροποίηση, στοχευμένη βιομηχανική πολιτική και έξυπνες στρατηγικές συνεργασίες με χώρες της ΕΕ και της G7, αλλά και με αναδυόμενες οικονομίες και μη μέλη. Εκτός από το διεθνές πλαίσιο δράσης, η Ε.Ε. μπορεί επίσης να αυξήσει την ενεργειακή της κυριαρχία σε εθνικό επίπεδο πολιτικής ασφάλειας. Οι εικόνες των ακινητοποιημένων ρωσικών στρατιωτικών κονβόι στην Ουκρανία φέτος κατέστησαν σαφές ότι τα τρωτά σημεία στον ενεργειακό εφοδιασμό είναι επίσης στρατιωτικά τρωτά σημεία. Οι ένοπλες δυνάμεις βασίζονται σε μη στρατιωτικές δομές ενεργειακού εφοδιασμού που επί του παρόντος υφίστανται μη αναστρέψιμες αλλαγές, ως μέρος των προσπαθειών για την επίτευξη των κλιματικών στόχων. Λόγω των μακρών περιόδων που απαιτούνται για προμήθεια και χρήση των στρατιωτικών συστημάτων, θα πρέπει να εξετάσουν τα εναλλακτικά συστήματα σε πρώιμο στάδιο, προκειμένου να αποφευχθούν μελλοντικά επιχειρησιακά μειονεκτήματα. Η ενεργειακή κυριαρχία απαιτεί τώρα έναν σχεδιασμό πολιτικής ασφάλειας για την αποφυγή παλαιών λαθών και την εκμετάλλευση νέων ευκαιριών.

Ολόκληρες περιοχές δεν θα είναι πλεόν κατοικήσιμες τις επόμενες δεκαετίες λόγω της ακραίας ζέστης

klimatiki allagi 7

Ολόκληρες περιοχές της Γης δεν θα είναι πλέον κατοικήσιμες τις επόμενες δεκαετίες λόγω των κυμάτων καύσωνα που θα είναι πιο συχνά και πιο έντονα εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, προειδοποίησε σήμερα ο ΟΗΕ και ο Ερυθρός Σταυρός.

Λιγότερο από ένα μήνα πριν την έναρξη της COP27, που θα διεξαχθεί τον Νοέμβριο στην Αίγυπτο, ο ΟΗΕ και η Διεθνής Ομοσπονδία Συλλόγων Ερυθρού Σταυρού και Ερυθράς Ημισελήνου (IFRC) υπενθύμισαν σε κοινή έκθεσή τους ότι ο κόσμος θα πρέπει να προετοιμαστεί για τα επερχόμενα κύματα καύσωνα, προκειμένου να αποφευχθεί ο μεγάλος αριθμός νεκρών.

Οι οργανώσεις υπογράμμισαν ότι υπάρχουν όρια πέρα από τα οποία όσοι εκτίθενται σε ακραία ζέστη και υγρασία δεν μπορούν να επιβιώσουν και ότι υπάρχουν όρια πέρα από τα οποία οι κοινωνίες δεν μπορούν πλέον να προσαρμοστούν.

«Με βάση την τρέχουσα πορεία, τα κύματα καύσωνα ενδέχεται να φτάσουν και να ξεπεράσουν τα σωματικά και κοινωνικά όρια στη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών, κυρίως σε περιοχές όπως το Σάχελ, η νότια Ασία και η νοτιοδυτική Ασία», επεσήμαναν.

Αυτή η κατάσταση θα σημάνει «δεινά και απώλειες ανθρώπινων ζωών σε μεγάλη κλίμακα, μετακινήσεις πληθυσμών και επιδείνωση των ανισοτήτων», προειδοποίησαν οι οργανισμοί.

Σύμφωνα με την κοινή τους έκθεση, σχεδόν παντού όπου είναι διαθέσιμα αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία, οι καύσωνες αποτελούν τον πιο θανατηφόρο μετεωρολογικό κίνδυνο.

Σκοτώνουν ήδη χιλιάδες ανθρώπους κάθε χρόνο και θα γίνουν ακόμη πιο θανατηφόροι καθώς επιτείνεται η κλιματική αλλαγή, σημειώνει στην έκθεση ο Μάρτιν Γκρίφιθς επικεφαλής του γραφείου συντονισμού ανθρωπιστικών υποθέσεων του ΟΗΕ (Ocha) και ο Τζέιγκαν Τσαπαγκέιν γενικός γραμματέας της IFRC.

Τα κύματα καύσωνα ευθύνονται για κάποιες από τις πιο φονικές καταστροφές που έχουν καταγραφεί ποτέ. Η έκθεση υπενθυμίζει τον βαρύ απολογισμό του καύσωνα του 2003 στην Ευρώπη, από τον οποίο έχασαν τη ζωή τους περισσότεροι από 70.000 άνθρωποι, και το κύμα καύσωνα στη Ρωσία το 2010 που κόστισε τη ζωή σε περισσότερους από 55.000 ανθρώπους.

Οι ειδικοί προβλέπουν ιδιαίτερα αυξημένα ποσοστά θνησιμότητας λόγω της ακραίας ζέστης «που ως το τέλος του αιώνα θα μπορούν να συγκριθούν με το σύνολο των καρκίνων».

«Σιωπηλός δολοφόνος»

Φέτος ολόκληρες περιοχές ή χώρες στη Βόρεια Αφρική, την Αυστραλία, την Ευρώπη, τη νότια Ασία και τη Μέση Ανατολή πνίγονταν από τις υψηλές θερμοκρασίες ρεκόρ, όπως και η Κίνα και οι δυτικές ΗΠΑ.

Η έκθεση υπενθυμίζει ότι η ακραία ζέστη αποτελεί έναν «σιωπηλό δολοφόνο», οι επιπτώσεις του οποίου θα επεκταθούν, εγείροντας τεράστιες προκλήσεις στη βιώσιμη ανάπτυξη, ενώ παράλληλα δημιουργώντας νέες ανθρωπιστικές ανάγκες.

Οι δύο οργανώσεις ζητούν να γίνουν άμεσα επενδύσεις προκειμένου να αμβλυνθούν οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και να υποστηριχθεί η μακροπρόθεσμη προσαρμογή των πιο ευάλωτων πληθυσμών.

Σύμφωνα με έρευνα την οποία επικαλείται η έκθεση, ο αριθμός των φτωχών που θα ζουν σε συνθήκες ακραίας ζέστης σε αστικές περιοχές θα αυξηθεί κατά 700% ως το 2050. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις θα παρατηρηθούν στη δυτική Αφρική και τη νοτιοανατολική Ασία.

Ωστόσο ο ΟΗΕ και ο Ερυθρός Σταυρός τονίζουν ότι είναι επίσης σημαντικό να αναγνωρίσει η διεθνής κοινότητα ότι η προσαρμογή στην ακραία ζέστη έχει όρια.

Αν οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που ευθύνονται για την κλιματική αλλαγή δεν μειωθούν «με επιθετικό τρόπο», ο κόσμος θα αντιμετωπίσει «επίπεδα ακραίας ζέστης που δεν είχε φανταστεί μέχρι στιγμής», προειδοποιούν.

COP27: Ο πλανήτης αντιμέτωπος με αύξηση της θερμοκρασίας κατά 2,8 °C

climate change 2

Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, ο πλανήτης είναι αντιμέτωπος με αύξηση της θερμοκρασίας μεταξύ 2.4 και 2,8 °C, εξαιτίας των θλιβερά ανεπαρκών δεσμεύσεων των κρατών – Ήδη εμφανείς οι μοιραίες συνέπειες της υπερθέρμανσης του πλανήτη

Οι δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει τα κράτη παγκοσμίως για μείωση των εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου είναι θλιβερά ανεπαρκείς και θέτουν τον πλανήτη σε μια πορεία αύξησης της θερμοκρασίας κατά 2,4 έως 2,6 βαθμούς Κελσίου μέχρι το 2100, προβλέπει ο κορυφαίος περιβαλλοντικός φορέας του ΟΗΕ, με τις μοιραίες συνέπειες της υπερθέρμανσης του πλανήτη να είναι ήδη εμφανείς.

Η τελευταία ανάλυση του Προγράμματος Περιβάλλοντος του ΟΗΕ για τους στόχους που ανακοινώθηκαν από 194 χώρες, οι οποίες ευθύνονται για πάνω από το 90% του συνόλου των αερίων του θερμοκηπίου, αναφέρει ότι δεν υπάρχει «καμία αξιόπιστη πορεία προς το 1,5C», αναφερόμενη στη συμφωνία του Παρισιού για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Οι θερμοκρασίες έχουν ήδη αυξηθεί κατά τουλάχιστον 1,1 C στη βιομηχανική εποχή.

«Οι διεθνείς και εθνικές δεσμεύσεις για το κλίμα υπολείπονται οικτρά», δήλωσε ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες. «Οδεύουμε προς μια παγκόσμια καταστροφή. Το χάσμα των εκπομπών είναι υποπροϊόν του χάσματος των δεσμεύσεων. Ένα κενό υποσχέσεων. Ένα κενό δράσης».

Αν και οι χώρες δεσμεύτηκαν στη σύνοδο κορυφής του ΟΗΕ για το κλίμα πριν από ένα χρόνο να επανεξετάσουν και να ενισχύσουν τους στόχους τους για τις εκπομπές του 2030 μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους, λίγες το έχουν κάνει. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και κάποιες καθυστερημένες του παρελθόντος, όπως η Αυστραλία και η Ινδονησία.

Οι εκθέσεις του ΟΗΕ έρχονται λιγότερο από δύο εβδομάδες πριν από τη σύνοδο κορυφής COP27 του ΟΗΕ για το κλίμα στην Αίγυπτο, όπου οι παγκόσμιοι διαπραγματευτές θα βρεθούν υπό πίεση προκειμένου να σημειώσουν πρόοδο όσον αφορά τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και την παροχή μεγαλύτερης χρηματοδότησης για το κλίμα σε μια περίοδο γεωπολιτικών εντάσεων και μακροοικονομικών δυσκολιών.

Αυτά έρχονται στο τέλος μιας χρονιάς ακραίων καιρικών φαινομένων, η οποία περιελάμβανε καταστροφικές πλημμύρες στο Πακιστάν και τη Νιγηρία, καθώς και πρωτοφανείς καλοκαιρινές θερμοκρασίες και ξηρασίες σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, των ΗΠΑ και της Ασίας.

Τα τελευταία ευρήματα κατέδειξαν «με ψυχρούς επιστημονικούς όρους αυτό που η φύση μας έλεγε όλο το χρόνο, μέσα από θανατηφόρες πλημμύρες, καταιγίδες και μανιασμένες πυρκαγιές: πρέπει να σταματήσουμε να γεμίζουμε την ατμόσφαιρά μας με αέρια του θερμοκηπίου, και πρέπει να σταματήσουμε να το κάνουμε γρήγορα», δήλωσε η Inger Andersen, εκτελεστική διευθύντρια του UNEP.

Οι παγκόσμιες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα που σχετίζονται με την ενέργεια ανέκαμψαν μετά την πανδημία στο υψηλότερο επίπεδο στην ιστορία το 2021, στους 36,6 δισ. τόνους, και η ετήσια αύξηση των συγκεντρώσεων μεθανίου στην ατμόσφαιρα ήταν η μεγαλύτερη από την έναρξη των καταγραφών, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Μετεωρολογικό Οργανισμό.

Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προέβλεψε μικρότερη αύξηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά 1% στους 33,8 δισ. τόνους το 2022. Αυτό ακολουθεί την αύξηση της ηλιακής και αιολικής ενέργειας, καθώς και την υιοθέτηση των ηλεκτρικών οχημάτων.

Η COP27 στην Αίγυπτο

Εκπρόσωποι από όλο τον κόσμο θα συναντηθούν από τις 6 έως τις 18 Νοεμβρίου στις συνομιλίες για το κλίμα COP27 στην Αίγυπτο, σε μια προσπάθεια να περιορίσουν την αύξηση της θερμοκρασίας σε λιγότερο από 2 βαθμούς πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα και ιδανικά στον 1,5 βαθμό Κελσίου.

Έως τώρα, οι επιπρόσθετες δεσμεύσεις από την προηγούμενη σύνοδο του ΟΗΕ για το Κλίμα, που έγινε πέρυσι στη Σκωτία, αφαιρούν 0,5 γιγατόνους ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα (GtCO2e), λιγότερο από το 1% των εκτιμώμενων παγκόσμιων εκπομπών το 2030, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Περιβαλλοντικού Προγράμματος του ΟΗΕ (UNEP) που δημοσιεύθηκε σήμερα.

Οι υφιστάμενες πολιτικές, αν δεν ενισχυθούν, θα οδηγήσουν πιθανόν σε αύξηση κατά 2,8 βαθμούς Κελσίου στη θερμοκρασία έως τα τέλη του αιώνα, κατά 0,1 βαθμό υψηλοτέρα από τις εκτιμήσεις της περασμένης χρονιάς.

«Είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε σταδιακά αυξανόμενες αλλαγές, αλλά αυτή η περίοδος τελείωσε. Μόνο ένας εις βάθος μετασχηματισμός των οικονομιών και των κοινωνιών μας μπορεί να μας σώσει από μια επιταχυνόμενη κλιματική αλλαγή», δήλωσε η εκτελεστική διευθύντρια του UNEP Ίνγκερ Άντερσεν.

Οι παγκόσμιες εκπομπές το 2030 υπολογίζονται στα 58 GtCO2e με βάση τις σημερινές πολιτικές. Η διαφορά μεταξύ δεσμεύσεων και περιορισμού της αύξησης της θερμοκρασίας στους 2 βαθμούς Κελσίου είναι 15 GtCO2e κατ’ έτος και για τον 1,5 βαθμό είναι 23 GtCO2e κατ’ έτος.

Για να περιοριστεί η αύξηση της θερμοκρασίας στο 1,5 βαθμό Κελσίου, οι ετήσιες εκπομπές πρέπει να μειωθούν κατά 45% συγκριτικά με τις προβλέψεις για τις εκπομπές με βάση τις σημερινές πολιτικές σε μόλις οκτώ χρόνια και ο μετασχηματισμός της παγκόσμιας οικονομίας σε οικονομία χαμηλού άνθρακα θα απαιτήσει επενδύσεις τουλάχιστον 4-6 τρισ. δολαρίων, σύμφωνα με την έκθεση.

Με στοιχεία από ΑΠΕ-ΜΠΕ και Financial Times

Κλιματική αλλαγή, πολεμικές συρράξεις και οικονομικές κρίσεις, οι κύριοι λόγοι για ευρεία επισιτιστική κρίση

klimatiki allagi 0 1024x613

Η αντιμετώπιση της επισιτιστικής ανασφάλειας αποτελεί αδιαμφισβήτητα μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της σύγχρονης εποχής, ενώ τους τελευταίους μήνες βρίσκεται στο επίκεντρο της παγκόσμιας συζήτησης εξαιτίας της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία, δύο χωρών που βρίσκονται ανάμεσα στους μεγαλύτερους εξαγωγείς δημητριακών παγκοσμίως.

«Αρχικά πρέπει να κατανοήσουμε τις καταβολές του προβλήματος. Τη δεδομένη στιγμή η ερευνητική κοινότητα αναγνωρίζει τρεις κινητήριες δυνάμεις που μπορούν να οδηγήσουν σε μια ευρεία επισιτιστική κρίση: κλιματική αλλαγή, συρράξεις και οικονομικές κρίσεις»,

Το δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα, «άλμα» στον διαρκή αγώνα εξάλειψης της «παγκόσμιας πείνας» αποτέλεσε η «Πράσινη Επανάσταση». Παράλληλα, η υιοθέτηση νέων καλλιεργητικών πρακτικών και ποικιλιών, η χρήση καινοτόμων φυτοπροστατευτικών σκευασμάτων, η ανακάλυψη των συνθετικών λιπασμάτων και η σχεδίαση προηγμένων γεωργικών μηχανημάτων εκτόξευσαν την παραγωγή και άλλαξαν για πάντα τον τρόπο αντίληψης της γεωργίας.

«Οι διαδοχικές επιστημονικές ανακαλύψεις που ακολούθησαν την “Πράσινη Επανάσταση” πολλαπλασίασαν τις μέσες στρεμματικές αποδόσεις και μείωσαν σημαντικά τον υποσιτισμό». «Παρόλα ταύτα», σύμφωνα με τη ίδια «οι σύγχρονοι λιμοί απειλούν σχεδόν 50 εκατομμύρια ανθρώπους σε περισσότερα από 40 διαφορετικά κράτη. Μάλιστα, όλο και περισσότεροι ερευνητές ανά τον κόσμο, κάνουν πλέον λόγο για μια πιθανή παγκόσμια επισιτιστική κρίση».

Η κλιματική αλλαγή

«Η κλιματική αλλαγή αποδεδειγμένα εδώ και δεκαετίες αποτελεί ίσως το σοβαρότερο εχθρό της γεωργίας», επικαλούμενοι την επίσημη αναφορά του Παγκοσμίου Δικτύου ενάντια στις Επισιτιστικές Κρίσεις (GNAFC), υπογράμμισαν πως «το 2020 τα ακραία καιρικά φαινόμενα λόγω της κλιματικής μεταβολής ώθησαν παγκοσμίως σχεδόν 15 εκατομμύρια ανθρώπους σε οξεία επισιτιστική ανασφάλεια».

Οι « “ένοπλες συγκρούσεις” αποτελούν τον καθοριστικότερο εκ των τριών παραγόντων, με την “κακή κατάσταση της οικονομίας” να ακολουθεί. Ιδιαίτερα, η ρωσοουκρανική διαμάχη προκάλεσε σοβαρό πλήγμα στον αγροδιατροφικό τομέα εκτοξεύοντας τις τιμές βασικών τροφίμων».

Ο κίνδυνος μιας παγκόσμιας επισιτιστικής κρίσης είναι ένα πολυδιάστατο ζήτημα με περιβαλλοντικές, οικονομικές, και πολιτικές προεκτάσεις. «Δεν πρέπει να παραμελούμε τον δριμύ αντίκτυπο της πανδημίας της Covid-19 στις εφοδιαστικές αλυσίδες, από την οποία δεν έχουμε ακόμα ανακάμψει πλήρως, αλλά ούτε και τις φιλοπεριβαλλοντικές δεσμεύσεις μας απέναντι σε διεθνείς φορείς όπως τα Ηνωμένα Έθνη».

«Η ερευνητική μας ομάδα μελετά τις δυνατότητες των καινοτόμων καλλιεργειών έναντι μιας πιθανής επισιτιστικής κρίσης. Αν και δεν υπάρχει κάποιος αυστηρός ορισμός, σε γενικές γραμμές καινοτόμο μπορούμε να θεωρήσουμε οποιαδήποτε νέα καλλιέργεια που διαθέτει επιθυμητά χαρακτηριστικά και μπορεί να προσαρμοστεί στις επικρατούσες εδαφοκλιματικές συνθήκες μιας ευρύτερης περιοχής».

«Καλλιέργειες υψηλών αποδόσεων και θρεπτικής αξίας, με ικανοποιητική προσαρμοστικότητα σε ξηροθερμικές συνθήκες, και μειωμένες ανάγκες σε λίπανση και άρδευση, ικανοποιούν τους στόχους αειφορίας και παράλληλα, θα μπορούσαν να ενισχύσουν σημαντικά τη διαθεσιμότητα τροφίμων».

Σημειώνεται τέλος ότι στη χώρα μας επτά νέες καλλιέργειες μειωμένων εισροών (κινόα, τσία, τεφ, νιγκέλα, καµελίνα, σιταροκρίθαρο και γλυκοπατάτα) αναμένονται να αποκτήσουν ειδική ενίσχυση στο πλαίσιο του ελληνικού στρατηγικού σχεδίου της ΚΑΠ.

Πηγή: ΑΠΕ. ΜΠΕ.

Σχεδόν το 70% της άγριας πανίδας εξαφανίστηκε από το 1970

screenshot 2022 10 13 at 10.00.09 am

Ο πλανήτης έχει απολέσει κατά μέσον όρο σχεδόν το 70% των πληθυσμών των άγριων ζώων μέσα σε κάτι παραπάνω από πενήντα χρόνια, αποκαλύπτει η εκτίμηση αναφοράς του Παγκόσμιου Ταμείου για τη Φύση (WWF)

Η έκθεση της WWF δίνεται στη δημοσιότητα σήμερα κι επισημαίνει τη στενή σύνδεση της απώλειας βιοποικιλότητας και της κλιματικής αλλαγής.

Μεταξύ του 1970 και του 2018, κατά μέσον όρο το 69% των άγριων ειδών —ψαριών, πτηνών, θηλαστικών, αμφίβιων και ερπετών— χάθηκε, σύμφωνα με την έκθεση για τον Δείκτη Living Planet, εργαλείο αναφοράς που ενημερώνεται κάθε δυο χρόνια από τη WWF.

Η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, ειδικά για την ανάπτυξη της γεωργίας, παραμένει η κυριότερη αιτία, αναφέρεται στο κείμενο. Ακολουθούν η υπερεκμετάλλευση και η λαθροθηρία.

Η κλιματική αλλαγή είναι ο τρίτος κυριότερος παράγοντας, όμως ο ρόλος της «μεγεθύνεται πάρα πολύ γρήγορα», προειδοποιεί ο Μάρκο Λαμπερτίνι, ο γενικός διευθυντής της WWF. Ακολουθούν η μόλυνση του αέρα, του νερού και της γης, καθώς και η διασπορά από τον άνθρωπο ειδών-εισβολέων.

Η έκθεση που δημοσιοποιείται σήμερα αποτελεί «κόκκινο συναγερμό για τον πλανήτη και άρα για την ανθρωπότητα», τόνισε ο κ. Λαμπερτίνι κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου που παραχωρήθηκε ψηφιακά, «τη στιγμή που αρχίζουμε να κατανοούμε στ’ αλήθεια ότι τα βιώσιμα οικοσυστήματα, η πλούσια βιοποικιλότητα και η σταθερότητα του κλίματος είναι στοιχεία απαραίτητα για να έχουμε μέλλον με ευημερία, ισότητα και μεγαλύτερη ασφάλεια, ιδιαίτερα για τα παιδιά μας και τα δικά τους παιδιά με τη σειρά τους».

Καθώς πλησιάζει η διεθνής σύνοδος COP15 για τη Βιοποικιλότητα (τον Δεκέμβριο στο Μόντρεαλ), «η WWF καλεί τις κυβερνήσεις να αδράξουν αυτή την ύστατη ευκαιρία να υιοθετήσουν φιλόδοξο παγκόσμιο στόχο για να σωθούν τα άγρια είδη», ανάλογη με τη συμφωνία του Παρισιού το 2015 για την κλιματική αλλαγή.

Για να «αντιστραφεί η καμπύλη της απώλειας της βιοποικιλότητας» και για να «αμβλυνθεί» η κλιματική αλλαγή, η έκθεση καλεί να εντατικοποιηθούν οι προσπάθειες προστασίας και αποκατάστασης, η παραγωγή και η κατανάλωση πιο βιώσιμων τροφίμων και η μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα σε όλους τους τομείς της οικονομίας.

Γορίλας των πεδιάδων

Οι αριθμοί είναι «αληθινά τρομακτικοί» στη Λατινική Αμερική, δήλωσε ο Μαρκ Ράιτ, επιστημονικός διευθυντής της WWF, καθώς κατά μέσο όρο καταγράφεται εξαφάνιση του 94% των άγριων ειδών σε αυτή την περιοχή, «πασίγνωστη για τη βιοποικιλότητά της» και «αποφασιστικής σημασίας για τη ρύθμιση του κλίματος».

Η Ευρώπη είδε τον πληθυσμό των άγριων ζώων της να μειώνεται κατά 18% κατά μέσο όρο, όμως «αυτό κρύβει τις πολύ μεγάλες απώλειες βιοποικιλότητας ιστορικά», πριν από την περίοδο που καλύπτεται στην ανάλυση, επισήμανε ο Άντριου Τέρι, διευθυντής προστασίας στη Ζωολογική Εταιρεία του Λονδίνου, εταίρου της WWF στην κατάρτιση της έκθεσης.

Στην Αφρική, το κείμενο υπολογίζει πως η απώλεια έφθασε το 66%. «Φρικιαστικό παράδειγμα είναι αυτό του εθνικού πάρκου Καχούζι Μπιέγκα., στη ΛΔ Κονγκό, όπου οι γορίλες των ανατολικών πεδιάδων υπέστησαν μείωση πληθυσμού κατά το 80%», κυρίως εξαιτίας του κυνηγιού, σημείωσε η Άλις Ρουχουέζα, διευθύντρια του τμήματος της WWF για την Αφρική.

Δερματοχελώνες, λύγκες, δελφίνια, κοράλια και βάτραχοι είναι ανάμεσα στα «σύμβολα της βιοποικιλότητας» που απειλούνται περισσότερο, σύμφωνα με την έκθεση.

Ο Living Planet Index (LPI, «Δείκτης του Ζώντος Πλανήτη»), καταπιάνεται με 5.230 είδη και ασπόνδυλα, μοιρασμένα σε 32.000 πληθυσμούς ζώων σε όλο τον κόσμο.

Το 2020, μελέτη που δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Nature είχε θέσει ωστόσο υπό αμφισβήτηση την αξία αυτού του δείκτη, επισημαίνοντας έπειτα από τη μελέτη 14.000 πληθυσμών σπονδυλωτών μόλις το 1% παρουσίασε ακραία μείωση και ότι εάν αφαιρείτο από την εξίσωση οι υπόλοιποι πληθυσμοί δεν παρουσίαζαν ούτε ανοδική ούτε καθοδική τάση.

Η συνεχής προβολή του μηνύματος της επαπειλούμενης «καταστροφής», επιχειρηματολογούσαν οι συγγραφείς του κειμένου αυτού, μπορεί να οδηγήσει «στην απελπισία, στην άρνηση και στην απραξία», καλώντας να γίνονται πιο εντοπισμένες εκτιμήσεις που θα συμβάλλουν να «προτεραιοποιούνται οι προσπάθειες προστασίας».

Από την πλευρά της, η WWF καλεί «τα πλούσια κράτη να προσφέρουν οικονομική υποστήριξη για την προστασία του περιβάλλοντος».
__________________

από ΑΠΕ-ΜΠΕ/AFP-Reuters

Η κλιματική κρίση μας σκοτώνει

klimatiki allagi 0

“Η κλιματική κρίση μας σκοτώνει”, σύμφωνα με διεθνείς ιατρικούς εμπειρογνώμονες, οι οποίοι καταγγέλλουν σήμερα την υπερβολικά μεγάλη εξάρτηση σε όλον τον κόσμο από τα ορυκτά καύσιμα, αιτία της κλιματικής αλλαγής η οποία έχει επιζήμιες επιπτώσεις στην υγεία

“Ο κόσμος βρίσκεται σε ένα σημείο καμπής. (…) Οφείλουμε να αλλάξουμε. Διαφορετικά τα παιδιά μας θα αντιμετωπίσουν επιτάχυνση της κλιματικής αλλαγής που θα απειλεί την επιβίωσή τους”, προειδοποιεί ο Άντονι Κοστέλο, καθηγητής και συμπροεδρεύων της Lancet Countdown, ετήσιας μελέτης που διεξάγουν 99 ειδικοί από 51 θεσμούς, κυρίως από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), τον Παγκόσμιο Μετεωρολογικό Οργανισμό (WMO), υπό την επίβλεψη του Πανεπιστημιακού Κολλεγίου του Λονδίνου (UCL).

Καθώς οι χώρες και τα συστήματα υγείας προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις από την πανδημία της COVID-19, η ανάλυση αυτή, η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα μερικές ημέρες πριν από την έναρξη της συνόδου του ΟΗΕ για το κλίμα COP27 στο Σαρμ ελ Σέιχ της Αιγύπτου, υπογραμμίζει ότι η μεγάλη πλειονότητα των χωρών εξακολουθεί να διαθέτει εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε επιδοτήσεις για τα ορυκτά καύσιμα, ποσά που είναι συγκρίσιμα ή ακόμη και μεγαλύτερα από τους προϋπολογισμούς τους για την υγεία.

Θάνατοι που οφείλονται στην ζέστη: +68% σε δύο δεκαετίες

“Η υπερβολική και επίμονη εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα επιδεινώνει ταχέως την κλιματική αλλαγή” και “έχει επικίνδυνες επιπτώσεις στην υγεία”, υπογραμμίζει η μελέτη αυτή.

Η αύξηση των θερμοκρασιών και των ακραίων καιρικών φαινομένων — που καθίστανται πιο πιθανά με την κλιματική αλλαγή– οδηγούν σήμερα επιπλέον σχεδόν 100 εκατομμύρια ανθρώπους σε κατάσταση σοβαρής επισιτιστικής ανασφάλειας σε σχέση με την περίοδο 1981-2010, επισημαίνει η Ελίζαμπεθ Ρόμπινσον, διευθύντρια του Ερευνητικού Ινστιτούτου Γκράνθαμ της Σχολής Οικονομικών του Λονδίνου (LSE), ένα από τα κύρια συμβαλλόμενα μέρη στην μελέτη.

Εξάλλου, οι θάνατοι που συνδέονται με την ζέστη αυξήθηκαν κατά 68% μεταξύ του 2017 και του 2021 σε σχέση με την περίοδο 2000-2004, και η ανθρώπινη έκθεση σε ημέρες με υψηλό κίνδυνο πρόκλησης πυρκαγιάς αυξήθηκε κατά 61% σε παρόμοιες περιόδους.

Η κλιματική κρίση επηρεάζει επίσης την εξάπλωση των μολυσματικών ασθενειών, σύμφωνα με την έκθεση που συντάχθηκε βάσει της μελέτης των διεθνών ιατρικών εμπειρογνωμόνων. Η περίοδος που ευνοεί την μετάδοση της ελονοσίας αυξήθηκε κατά σχεδόν ένα τρίτο (32,1%) σε ορισμένες περιοχές της αμερικανικής ηπείρου και κατά 14% στην Αφρική στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας σε σχέση με την περίοδο 1951-1960. Σε παγκόσμιο επίπεδο ο κίνδυνος μετάδοσης δάγκειου πυρετού αυξήθηκε κατά 12% την ίδια περίοδο.

“Η κλιματική κρίση μας σκοτώνει. Βλάπτει όχι μόνο την υγεία του πλανήτη μας, αλλά και αυτήν όλων των κατοίκων του (…) ενώ ο εθισμός στα ορυκτά καύσιμα γίνεται ανεξέλεγκτος”, αντέδρασε ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, ζητώντας επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στην ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική αλλαγή.

Πριν από έναν χρόνο, ο ΠΟΥ υπολόγιζε ότι μεταξύ του 2030 και του 2050 σχεδόν 250.000 επιπλέον θάνατοι ετησίως θα μπορούσαν να αποδοθούν στην κλιματική αλλαγή.

“150 χρόνια” για την απεξάρτηση της ενέργειας από τον άνθρακα

Σύμφωνα με την έρευνα, οι χώρες συμβάλλουν οι ίδιες στις υγειονομικές αυτές κρίσεις επιδοτώντας τα ορυκτά καύσιμα: 69 από τις 86 κυβερνήσεις που αναλύθηκαν επιδοτούν την παραγωγή και την κατανάλωση ορυκτών καυσίμων με το καθαρό σύνολο να ανέρχεται σε 400 δισεκατομμύρια δολάρια το 2019.

Αποτέλεσμα: “Η ένταση άνθρακα στο παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα (ο τομέας που συμβάλλει το μέγιστο στις εκπομπές αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου) μειώθηκε κατά λιγότερο από 1% σε σχέση με το 1992” και “με τον σημερινό ρυθμό, μια απόλυτη απεξάρτηση από τον άνθρακα του ενεργειακού μας συστήματος θα χρειαζόταν 150 χρόνια”, υπογραμμίζεται στην έκθεση.

“Οι σημερινές στρατηγικές πολλών κυβερνήσεων και επιχειρήσεων θα φυλακίσουν τον κόσμο σε ένα μοιραία πιο θερμό μέλλον, δεσμεύοντάς μας με την χρήση ορυκτών καυσίμων που μας αποκλείουν γρήγορα τις προοπτικές για έναν βιώσιμο κόσμο”, τόνισε ο Πολ Έκινς, καθηγητής για πόρους και πολιτικές στην Σχολή Μπάρτλετ του Πανεπιστημιακού Κολλεγίου του Λονδίνου.

Για να αντιμετωπιστεί αυτό, οι ερευνητές καλούν για μια “απάντηση που θα επικεντρώνεται στην υγεία”.

Ως εκ τούτου η βελτίωση της ποιότητας του αέρα θα επέτρεπε να αποφευχθούν οι θάνατοι από την έκθεση σε ορυκτά καύσιμα, ο αριθμός των οποίων ανερχόταν σε 1,3 εκατομμύριο μόνον για το 2020.

Επίσης η επιτάχυνση της μετάβασης σε διατροφικές συνήθειες με βάση τα τρόφιμα φυτικής προέλευσης θα επέτρεπε την μείωση κατά 55% των εκπομπών στον αγροτικό τομέα και την αποτροπή έως και 11,5 εκατομμυρίων θανάτων ετησίως που συνδέονται με τη διατροφή.

Άνοιγμα μενού
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση