Η δημιουργική γραφή δίνει την ευκαιρία στους μαθητές/-τριες να εκφράσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους με απόλυτη ελευθερία ανακαλύπτοντας παράλληλα τον μαγικό κόσμο της γραφής.
Στα πλαίσια του μαθήματος της Ν. Λογοτεχνίας και μετά την ανάλυση και τον σχολιασμό του λαϊκού παραμυθιού “Το πιο γλυκό ψωμί” (Α΄ Γυμνασίου) οι μαθητές/-τριες κλήθηκαν να γράψουν τις δικές τους ιστορίες. Κάποιοι/-ες μαθητές/-τριες εμπνεύστηκαν τα παρακάτω ποιήματα:
1.
Μια φορά στον κόσμο αυτό
βασιλιάς κυριαρχούσε με πολύ θυμό
τον φοβόταν κοινωνία
μα είχε μια αδυναμία
στο ψωμί το γλυκό
νόστιμο και τραγανό
Του ‘ρθε έτσι μια λιγούρα
για να φάει και γλυκό
έτσι σηκώθηκε από τον θρόνο
και ξεκίνησε για το χωριό
Εκεί βρήκε πολλούς φούρνους
μα κανένας εκλεκτός
δεν είχαν νόστιμο γλυκό
μπισκοτάκια, τσουρεκάκια τα ‘χε φάει όλ’ αυτά
ήθελε κάτι διαφορετικό
Στον τελευταίο όμως φούρνο
και στον πιο μακρινό
βρήκε παγωτό
έτσι λεγόταν το γλυκό
γεύση φράουλα, μπανάνα και φιστίκι μαγικό
Ξετρελάθηκε αυτός
πάει και το παγωτό
και έτσι τώρα ο βασιλιάς τρώει πάντα παγωτό
Κ. Λ., Α3
2.
Μια φορά κι έναν καιρό
σ’ ένα μακρινό χωριό
δύο μάγισσες κατοικούσαν
ήταν ύπουλες, κακές, ψυχρές
και παιδάκια καρτερούσαν
Έτσι μια μέρα με χιονιά, κρύο
και παγωνιά δυο κορίτσια
γλυκά, όμορφα κι ευγενικά
περνούσαν ανυποψίαστα και χαρωπά
να παν στον φούρνο με τα γλυκά
Των μαγισσών ήταν ο φούρνος
τελικά, που να ‘ξέραν τα καημένα
τα παιδιά τι τα περίμενε μέσα
από του μαγαζιού τη ζεστασιά
έτσι μπήκαν μέσα στων μαγισσών τη φωλιά
Έλα όμως που τελικά τα πράγματα
δεν πηγαίνανε καλά
τα τσουβάλιασαν τα καημένα τα παιδιά
και τα ονειρευόντουσαν ψητά
Τα μετέφεραν στο σπίτι τους κρυφά
για να τα κάνουν μια μπουκιά
τα κορίτσια τα έξυπνα αυτά δεν έμειναν άπραγα
για να γίνουνε ψητά. Ξεδέθηκαν
κι έφυγαν γοργά
Μα τις μάγισσες τιμωρήσαν σκληρά
Τις έδωσαν στον βασιλιά και κανείς δεν άκουσε ποτέ γι’ αυτές ξανά
Τί να τις έκανε άραγε ο βασιλιάς;
Λ. Δ., Α3
3.
Μια φορά κι έναν καιρό
υπήρχε ένας βασιλιάς που δεν του άρεσε το φαγητό
δοκίμασε όλα τα ψωμιά
και χρησιμοποίησε όλα τα γιατρικά
μέχρι που ήρθε ένας γέρος φτωχός
και του είπε ότι θα τον γιατρέψει για τα καλά
έτσι αυτοί οι δυο δουλεύαν μέρα νύχτα
μέχρι που του βασιλιά του ήρθε πείνα
από τότε δούλευε σκληρά
και έτρωγε πάντα γευστικά φαγητά
όσο για τον γέροντα μετά
το χαμόγελό του έφτανε μέχρι τ’ αυτιά !
Ν. Κ., Α3