Πώς διαμορφώνει η σειρά γέννησης και το φύλο των παιδιών τις σχέσεις των αδελφιών στην ενήλικη ζωή;

Στους μύθους και τα παραμύθια οι πρωτότοκοι είναι θαρραλέοι κι
αποφασιστικοί, ξέρουν να καθοδηγούν, ικανοί πάντα να πάρουν επάξια τη
θέση των γονιών τους, οι μεσαίοι ήπιοι κι ευπροσάρμοστοι, έτοιμοι να
ακολουθήσουν τους μεγαλύτερους και οι μικροί έχουν το «κοκκαλάκι της
νυχτερίδας», είναι προικισμένοι με ιδιαίτερα χαρίσματα και ιδιαίτερη τύχη. Οι
μεγάλες αδελφές είναι οι πιο υπομονετικές και συνετές, οι μικρές γλυκιές,
τρυφερές και αφοσιωμένες. Από που προέρχονται αυτά τα στερεότυπα;
Yπάρχει καθόλου αλήθεια σ’ όλα αυτά ή εκφράζουν μόνο
υπεραπλουστευμένες γενικεύσεις ορισμένων χαρακτηριστικών που στην
πραγματικότητα είναι μεμονωμένα, παροδικά και όχι ιδιαίτερης σημασίας για
την προσωπική ιστορία του καθένα μας;
Την οικογένεια μας, τους γονείς μας δεν μπορούμε να τους επιλέξουμε, ούτε
βέβαια και τ’ αδέρφια μας. Όταν είμαστε παιδιά έχουμε αυτή την ψευδαίσθηση:
«θέλω μια αδερφή για να παίζουμε μαζί κούκλες», «θέλω αδελφό για να
παλεύουμε» ή ακόμα «θέλω μια αδερφούλα ή έναν αδερφό αλλά θέλω να είμαι
εγώ η μικρότερη πάντα». Τις πιο πολλές φορές διαπιστώνουμε με
απογοήτευση ότι άλλο φανταστήκαμε κι άλλο ήρθε, καμιά φορά ακόμα κι αν
«αποκτήσαμε» το φύλο που επιθυμούσαμε. Μόνο που αυτός ο αδελφός ή η
αδελφή ούτε κούκλες παίζει ούτε παλεύει, είναι κλαψιάρης και βαρετός και το
χειρότερο απ’ όλα, μονοπωλεί την προσοχή και ο ενδιαφέρον της μαμάς και
του μπαμπά. Κάπως έτσι είναι τα πράγματα, ειδωμένα με τη ματιά του παιδιού
που υποδέχεται στον κόσμο του ένα καινούργιο αδερφάκι. Και φυσικά υπάρχει
κι η ματιά του παιδιού που έρχεται στον κόσμο και βρίσκει άλλα αδέρφια, κι
εκείνου που βρέθηκε «ανάμεσα» σ’ ένα προηγούμενο κι ένα επόμενο ή του
τελευταίου στη σειρά που έμεινε για πάντα το «μικρό».
Οι αδερφικές σχέσεις, είτε το νιώθουμε και το θυμόμαστε έτσι, είτε μας αρέσει
είτε όχι, με τον τρόπο τους μας σημαδεύουν. Μας προσφέρουν πολλά και
πολλές φορές μας κάνουν να πονάμε, να θυμώνουμε, να ζηλεύουμε, να
μισούμε. Όμως αυτή ακριβώς είναι η μεγάλη προσφορά των αδερφικών
σχέσεων. Ίσως ποτέ άλλοτε στη ζωή μας δεν έχουμε την ευκαιρία να νιώσουμε
(αν μας επιτραπεί) τόσο πολλά και αντιφατικά συναισθήματα επικεντρωμένα
όλα προς ένα πρόσωπο: αγάπη και μίσος, θαυμασμό και ζήλεια, εγγύτητα και
αποξένωση, αφοσίωση κι αδιαφορία, συντροφικότητα και ανταγωνισμό,
αλληλεγγύη κι αδιαφορία, τρυφερότητα και αποστροφή και πολλά ακόμη.
Η ύπαρξη αυτών των συναισθημάτων απέναντι στ΄αδέρφια μας μας δίνει τη
δυνατότητα να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και μας προετοιμάζει για τις
κατοπινές μας σχέσεις.
Μέσα στην οικογένεια μας και ανάμεσα στ’ αδέρφια μας έχουμε μια
συγκεκριμένη θέση που την καθορίζει –μεταξύ άλλων- η ηλικία και το φύλο
μας σε σχέση με την ηλικία και το φύλο των άλλων. Η θέση αυτή μπορεί να
έχει ορισμένες ιδιομορφίες που να επηρεάσουν την ζωή μας ως παιδιά αλλά
ενδεχομένως και ως ενήλικες.
Το πρωτότοκο
Όλα τα παιδιά έχουν μια ιδιαίτερη θέση μέσα στην οικογένεια. Το πρώτο παιδί
έχει όμως μια «πιο» ιδιαίτερη. Κι αυτό γιατί είναι αυτό που μπαίνει «ανάμεσα»
στον άντρα και τη γυναίκα, που κάνει το ζευγάρι οικογένεια. Για την γυναίκα, η
πρώτη γέννα, το πρώτο παιδί συμβολίζει την επιβεβαίωση της μητρότητας
της. Είναι αυτό που την κάνει μητέρα, της δίνει μια υπόσταση που κανείς και
τίποτα δεν μπορεί πια ν’ αλλάξει. Για τον άντρα, συμβολίζει κυρίως την
επιβεβαίωση της αγάπης της γυναίκας του. Η γέννηση του πρώτου παιδιού
επισφραγίζει το ότι η γυναίκα αυτή τον επέλεξε για να είναι ο πατέρας των
παιδιών της. Ο ερχομός των επόμενων παιδιών, όσο επιθυμητά ή ποθητά κι
αν είναι αυτά δεν θα έχει ποτέ την ίδια συγκινησιακή φόρτιση της πρώτης
αυτής γέννας. Αυτό και μόνο μπορεί να είναι μία αιτία που κάνει πολλά
πρωτότοκα να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα και ίσως λίγο πιο ευάλωτα.
Στη συνέχεια ακολουθεί ένα διάστημα, μήνες ή χρόνια, που το πρώτο παιδί
έχει τους γονείς του κατ’ αποκλειστικότητα. Δεν τους μοιράζεται με κανέναν και
δεν χρειάζεται ν’ ανταγωνίζεται κανένα για την αγάπη τους. Κι αυτή ακριβώς η
σιγουριά, η ασφάλεια του μικρού πυρήνα των τριών ανθρώπων,
διαταράσσεται τόσο βίαια από τον ερχομό ενός νέου μέλους, ενός δεύτερου
παιδιού. Είναι τότε που, λιγότερο ή περισσότερο ξαφνικά, το μικρό χαιδεμένο
πρέπει να γίνει μεγάλο, λογικό, ώριμο. Αυτή η μετάβαση από τη μία
κατάσταση στην άλλη είναι το κύριο χαρακτηριστικό της θέσης του πρώτου
παιδιού και μπορεί να είναι (αν είναι σκληρή) μία πηγή δυσκολιών για τα
πρωτότοκα παιδιά κατά την παιδική αλλά και την ενήλικη ζωή.
Παρόλα αυτά, τα περισσότερα παιδιά –καλώς ή κακώς- προσαρμόζονται στην
αλλαγή της θέσης τους κι αναλαμβάνουν τον ρόλο του μεγάλου. Τι απαιτεί
αυτός;
«Θυμάμαι ότι οι γονείς μου τόνιζαν συνέχεια ότι εγώ ήμουν ο μεγάλος, κάτι που
μ’ άρεσε και το μισούσα κιόλας. Έπρεπε να προσέχω τον αδερφό μου, να
κάθομαι μέσα μαζί του όταν λείπανε οι γονείς μας, να τον περιμένω να
γυρίσουμε μαζί απ’ το σχολείο, να τον παίρνω μαζί όταν πήγαινα να παίξω και
να έχω την ευθύνη του. Πολλές φορές τον απεχθανόμουν γι’ αυτό αλλά
ταυτόχρονα ένιωθα πολύ βαθιά μέσα μου το βάρος της ευθύνης κι έπρεπε να
απέχω από κάθε τρέλα, κάθε σκανταλιά με τους συνομηλίκους μου, κάτι απ’ το
οποίο ακόμα δεν μπορώ ν’ απαλλαγώ…»
Απ’ τα μεγάλα αδέρφια απαιτείται, έστω κι αν αυτό δεν λέγεται ανοιχτά, να
είναι το «φωτεινό παράδειγμα» για τα μικρότερα αδέρφια. Πρέπει να βρίσκουν
μόνα τους το δρόμο και να υπερνικούν εμπόδια (π.χ. τις αντιρρήσεις των
γονιών που φοβούνται επειδή όλα είναι καινούργια και γι’ αυτούς) και
ταυτόχρονα να έχουν ευθύνη για τ’ αδέρφια τους, να είναι προστατευτικά και
λογικά. Πολλές φορές ο ρόλος τους βρίσκεται ανάμεσα στον γονεικό και τον
παιδικό κι έχει κάτι κι από τα δύο.
Ένα χαρακτηριστικό αυτού του ρόλου είναι ότι τα μεγάλα αδέλφια
προσπαθούν συχνά – παραδόξως χωρίς να τους το ζητάει κανείς- ιδιαίτερα
όταν στην οικογένεια υπάρχουν προβλήματα, να υποκαταστήσουν τους
γονείς, όπου διαισθάνονται ότι αυτοί έχουν ελλείμματα και να προφυλάξουν τ’
αδέρφια τους, προσφέροντας τους αυτό που δεν μπορούν να τους
προσφέρουν οι γονείς: τρυφερότητα, σιγουριά, υποστήριξη, ενθάρρυνση. Αυτό
είναι όμως ένα ακατόρθωτο εγχείρημα για ένα παιδί και συνοδεύεται από
αισθηματα ανεπάρκειας και ενοχές. Πέρα από το ότι σαν ενήλικας μπορεί
κανείς να συνεχίζει την ατελέσφορη αυτή προσπάθεια στις σχέσεις με τ’
αδέρφια του και όχι μόνο, έχει να παλέψει και με τα δικά του συναισθήματα
που απορρέουν από το ότι δεν μπορεί να ανταπεξέλθει επαρκώς σ’ αυτό.
Ο ρόλος του μεγάλου είναι ευχή και κατάρα. Από τη μια μεριά ένα παιδί που
υπήρξε το πρώτο στη σειρά έχει την ευκαιρία να γνωρίσει και ν’ αναπτύξει την
γονεική, προστατευτική του πλευρά, αυτή που φέρει ευθύνη και νοιάζεται για
τους άλλους. Αυτό είναι καταρχήν ένα πολύτιμο απόκτημα, πολύ σημαντικό όχι
μόνο για τις αδελφικές αλλά και για όλες τις σχέσεις που θ’ ακολουθήσουν. Το
να έχει κανείς μια ανεπτυγμένη μητρική ή πατρική πλευρά δίνει στους άλλους
αίσθημα ασφάλειας και την βεβαιότητα ότι έχουν κάπου να βασιστούν. Η
«κακή κληρονομιά» του ρόλου αυτού έγκειται στην υπερβολική ωριμότητα κι
αίσθηση ευθύνης που μπορεί να στερήσει ένα παιδί κι αργότερα τον ίδιο
ενήλικα από τον αυθορμητισμό, την ανεμελιά αλλά και την ικανότητα να
φροντίζει –εκτός από τους άλλους- και τον εαυτό του.
Το δεύτερο παιδί
Αν και η γέννηση του πρώτου παιδιού είναι κάτι μοναδικό κι ανεπανάληπτο για
τους γονείς, ο ερχομός του δεύτερου έχει τα δικά του προνόμια. Επειδή είναι
κάτι πιο γνώριμο, βιώνεται και πιο συνειδητά, μπορεί να πει κανείς ότι είναι
ένα γεγονός πιο «αληθινό». Με το πρώτο παιδί οι γονείς έκαναν την βουτιά
στα βαθιά, πέρασαν τα δύσκολα, μπορεί να κατάλαβαν και ότι δεν είναι
αποκλειστικά δική τους ευθύνη να «πάνε όλα καλά» αλλά ότι το παιδί φέρνει κι
αυτό την προσωπικότητα του με την οποία καλούνται να αλληλεπιδράσουν. Η
«εκπαίδευση» που πήραν οι γονείς συνήθως τους μαλακώνει και τους κάνει
λιγότερο απαιτητικούς με τα επόμενα παιδιά (και με τον εαυτό τους σαν
γονείς).
Έτσι, το δεύτερο παιδί συνήθως βρίσκεται μέσα σε μια πιο ήπια κατάσταση, με
γονείς πιο σίγουρους στο ρόλο τους και πιο ήρεμους κι επιπλέον με τη
παρουσία ενός πρώτου παιδιού που αποτελεί γι’ αυτά σημείο αναφοράς,
σύμμαχο αλλά κυρίως πρότυπο και ανταγωνιστή. Αν εκθρονιστεί από ένα
ακόμη παιδί, τότε το δεύτερο μπορεί να αποκτήσει αρκετή αυτονομία, με όλα
τα καλά και τα κακά που φέρνει αυτή. Συνήθως όταν γεννιέται ένα τρίτο παιδί,
τότε οι γονείς και το μεγαλύτερο παιδί μπορεί να στρέψουν την προσοχή και
την αγάπη τους επάνω του κι έτσι το μεσαίο παιδί μπορεί να μείνει μετέωρο.
Σε μια τέτοια θέση αναγκάζεται να στηριχτεί πολύ περισσότερο στον εαυτό του
ή να ψάξει για συμμάχους εκτός οικογένειας: άλλους συγγενείς ή φίλους. Το
φύλο των παιδιών παίζει σ’ αυτή την κατάσταση ιδιαίτερο ρόλο γιατί αυξάνει ή
μειώνει την ένταση του ανταγωνισμού και την ισχύ των συμμαχιών. Η γέννηση
π.χ. ενός ακόμη κοριτσιού όταν το δεύτερο παιδί είναι κορίτσι είναι μια διπλή
εκθρόνιση, και από τη θέση του μικροότερου αλλά και απ’ αυτή του μοναδικού
κοριτσιού και μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στη δημιουργία καλής σχέσης της
μεσαίας με την μικρή αδερφή αλλά και στις κατοπινές σχέσεις με το φύλο της.
Το χαρακτηριστικό του δεύτερου παιδιού, τουλάχιστον όπως αναφέρει ο
μεγάλος ψυχαναλυτής Άλφρεντ Άντλερ που ασχολήθηκε εκτενώς με την σειρά
των παιδιών στην οικογένεια σε σχέση με την δημιουργία νευρώσεων, είναι ότι
βλέπει τη ζωή σαν μια πίστα ανταγωνισμού και προσπαθεί πάντα είτε με
ανοιχτή αναμέτρηση σε επίπεδο ικανοτήτων είτε (αν το πρώτο παιδί είναι πολύ
«δυνατό») με πονηριά, χειριστικότητα ή συναισθηματικό εκβιασμό να
υπερκεράσει όποιον αισθάνεται «ανώτερο».
Το μικρότερο παιδί
Είτε έχει προηγηθεί ένα είτε περισσότερα παιδιά, το μικρότερο παιδί της
οικογένειας έχει από μια άποψη μια ζηλευτή θέση. Είναι και παραμένει το
«μωρό», το χαιδεμένο, χωρίς την εμπειρία κάποιος να του στερήσει αυτό το
προνόμιο. Οι γονείς πολλές φορές με εγωιστικό τρόπο (επειδή δεν θέλουν
αυτοί να χάσουν την απόλαυση ενός μωρού) του φέρονται υπερπροστατευτικά
και με υπερβολική επιείκεια.
Έτσι το τελευταίο παιδί της οικογένειας, ενώ έχει από τη μια την ασφάλεια που
του παρέχει όλη αυτή η προσοχή, από την άλλη μπορεί να μην έχει γνωρίσει
επαρκώς όρια και υποχρεώσεις στις σχέσεις με τους δικούς του. Πολλές φορές
ένα τελευταίο παιδί μπορεί να προσπαθεί απεγνωσμένα να είναι και στις
υπόλοιπες σχέσεις του αυτό που είναι σπίτι του, μόνο που συνήθως οι άλλοι,
παιδιά κι ενήλικες, δεν είναι διατεθειμένοι να του προσφέρουν τόσο ιδιάιτερη
μεταχείριση.
Το «μεγάλωμα» (σε κάθε φάση της ζωής) μπορεί για έναν «βενιαμίν» να είναι
ιδιάιτερα δύσκολο, ακριβώς γιατί είναι δύσκολο να μεγαλώσεις, να γίνεις
ενήλικος σαν τους άλλους, όταν για τους άλλους ήσουν πάντα ο μικρός.
Υπερβολικός εγωισμός, έλλειψη υποχωρητικότητας και κοινωνικών δεξιοτήτων
μπορεί να αποτελέσουν ένα συνεχές εμποδιο στις κοινωνικές σχέσεις ενός
τέτοιου ανθρώπου.
Η θέση δεν είναι ρόλος
Με τον ερχομό μας στην οικογένεια μας καταλαμβάνουμε μια θέση στη σειρά
των μελών. Από τη σειρά αυτή και μόνο προκύπτουν ορισμένες ιδιαιτερότητες
που σίγουρα έχουν την σημασία τους για την ανάπτυξη μας. Από την άλλη
μεριά η θέση στην οικογένεια δεν αποτελεί από μόνη της ένα ρόλο. Ο ρόλος
δίνεται, συνήθως από τους γονείς. Σε ένα πρωτότοκο παιδί, οι γονείς είναι
αυτοί που με τη στάαη και την ευαισθησία τους θα μετριάσουν ή θα εντείνουν
τις συνέπειες της εκθρόνισης από το επόμενο παιδί, που θα βοηθήσουν το
παιδί να νιώσει ότι δεν απειλείται από την γέννηση του αδερφιού του. Είναι οι
γονείς που θα απαιτήσουν ή όχι να ανταποκρίνονται τα παιδιά σε κάποιους
ρόλους «εσύ είσαι μεγάλος τώρα και πρέπει…» ή «ε, καλά μικρός είναι, να μην
του κάνουμε το χατήρι;» και που θα φροντίσουν να μην εξάψουν αλλά να
απαλύνουν τον ανταγωνισμό και τη ζήλια μεταξύ των παιδιών τους έτσι ώστε
να διευκολύνουν τις σχέσεις τους, στο παρόν αλλά και στο μέλλον.
Πέρα απ’ αυτά όμως, όπως λέει ο Γάλλος παιδοψυχίατρος Marcel Rufo στο
βιβλίο του για τις αδελφικές σχέσεις, δεν είναι η σειρά που έχει σημασία για
την ανάπτυξη του παιδιού αλλά η προσωπικότητα του, και η ικανότητα του να
προσαρμόζεται σε καινούργιες καταστάσεις.
⛛ Τα κορίτσια έχουν την φήμη, ίσως και τήν ικανότητα να είναι
καλύτερες μεγάλες αδερφές από τ’ αγόρια. Αυτό, στο μέτρο που ισχύει,
μπορεί να οφείλεται στο ότι έχουν μεγαλύτερη ευκολία με τον μητρικό
ρόλο αλλά και με το ότι μάλλον μπορούν να δεχτούν καλύτερα την –νέα-
μητρότητα της μητέρας τους. Αυτό μπορεί να τους δίνει το ιδιαίτερο
χάρισμα, σαν μεγάλες αδερφές να διατηρούν και να φροντίζουν τον
δεσμό και την μνήμη της οικογένειας. Και για τα αγόρια αντίστοιχα όμως,
μπορεί να γίνει μια εξαρετικής σημασίας εμπειρία, να ανακαλύψουν και
να καλλιεργήσουν σαν μεγάλοι αδερφοί την προστατευτικότητα τους και
τον πατρικό τους ρόλο.
⛛ Ο Γάλλος παιδοψυχίατρος Marcel Rufo, στο βιβλίο του για τις
αδελφικές σχέσεις, τονίζει ότι η βασική υποχρέωση των γονιών είναι να
αφήσουν τα παιδιά τους να βρούνε τη θέση τους, πρώτα μέσα στην
οικογένεια και μετά στην κοινωνία. Εμείς μπορούμε να προσθέσουμε ότι
οι γονείς δεν μπορούν δυστυχώς να είναι πάντα εντάξει στις
υποχρεώσεις τους. Έτσι έρχεται κάποτε η στιγμή να προσπαθήσουμε
εμείς, σαν ενήλικες πια, να απαλλάξουμε τον εαυτό μας και τα αδέλφια
μας από τους ρόλους που αναλάβαμε σαν παιδιά. Είναι μεγάλη
απελεύθερωση το ότι έρχεται μια μέρα που τα 2,3 ή 5 χρόνια που μας
χωρίζουν απ’ τ’ αδέρφια μας δεν έχουν καμιά απολύτως σημασία κι ότι
μπορούμε αν θέλουμε, να αποκτήσουμε μαζί τους πολύ πιο ισότιμες
σχέσεις.

Αδέλφια : ένας ισχυρός δεσμός που κρατάει μια ζωή

Η αξία της σχέσης που αναπτύσσεται ανάμεσα στα αδέλφια συχνά
επισκιάζεται από την σημασία που δίνουμε στη σχέση μεταξύ γονέων και
παιδιών, στη φιλία και στις καλές συζυγικές σχέσεις. Είναι όμως γεγονός
ότι, συνήθως, δεν υπάρχει άλλος δεσμός δυνατότερος, μακροβιότερος και
πιο στοργικός και παρήγορος, από το δεσμό που έχουν τα αδέλφια.

Ο αδελφικός δεσμός θεωρείται πλέον από τους ερευνητές ως ένας από τους
σημαντικότερους της ζωής μας. Τα αδέλφια μοιράζονται κοινά γονίδια, κοινό
οικογενειακό περιβάλλον και παρόμοιο τρόπο ανατροφής, κοινά μυστικά,
αναμνήσεις και εμπειρίες. Οι έρευνες καταδεικνύουν ότι όσο μεγαλώνουμε, οι
κοντινές, θετικές σχέσεις με τα αδέλφια μας αποτελούν σημαντική πηγή
συντροφιάς, επικοινωνίας, αλλά και συναισθηματικής και πρακτικής υποστήριξης.
Μελέτη του πανεπιστημίου Χάρβαρντ (the Harvard Study of Adult Development)
που παρακολούθησε τη ζωή σχεδόν 300 φοιτητών (ανδρών) από τα τέλη της
δεκαετίας του 1930 μέχρι σήμερα, έχει φέρει στο φως νέα δεδομένα για τη
σημασία του αδελφικού δεσμού. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της, το 93% των
ανδρών που ευημερούσαν σε ηλικία 65 ετών, είχαν καλή σχέση με τα αδέλφια τους
στα πρώτα χρόνια της ζωής τους.
Η μελέτη αναφέρει επίσης ότι η κακή ποιότητα της σχέσης μεταξύ αδελφών πριν
από την ηλικία των 20 ετών αποτελεί προβλεπτικό παράγοντα κατάθλιψης
αργότερα στη ζωή, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι καλές αδελφικές σχέσεις
μπορεί να μας ωφελήσουν και να μας προστατεύσουν συναισθηματικά.
Ως γονείς, είναι εύκολο να επικεντρωθούμε στα καθημερινά πειράγματα, στις
συγκρούσεις και στους καβγάδες και να παραβλέψουμε την τεράστια και μακράς
διάρκειας επιρροή που έχουν στα παιδιά μας οι μεταξύ τους σχέσεις. Υπάρχουν
όμως πολλοί λόγοι για τους οποίους πρέπει να θυμόμαστε να ενθαρρύνουμε και να
ενισχύουμε το δέσιμο και την αγάπη ανάμεσα στα αδέλφια.
Ο ρόλος των αδελφικών σχέσεων στην ανάπτυξη
Επειδή τα αδέλφια συνήθως περνάνε πολύ χρόνο μαζί, είναι οι πρώτοι φίλοι και
σύντροφοι στο παιχνίδι ο ένας του άλλου. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, οι σχέσεις
μεταξύ των αδελφών να επηρεάζουν τόσο την κοινωνική όσο και την γνωστική
τους ανάπτυξη.
Τα μεγαλύτερα παιδιά λειτουργούν ως πρότυπα και δάσκαλοι: Τα μεγαλύτερα
παιδιά, ανεξάρτητα από την διαφορά ηλικίας, λειτουργούν πάντα ως πρότυπα και
δάσκαλοι για μία ευρεία γκάμα κοινωνικών δεξιοτήτων, όπως είναι η βοήθεια, η
συνεργασία, ή το να μοιράζεσαι. Τα παιδιά που έχουν μεγαλύτερα αδέλφια
συνήθως μιλάνε και αναπτύσσουν τις κοινωνικές και επικοινωνιακές τους
δεξιότητες γρηγορότερα.
Η επιρροή της σχέσης μεταξύ αδελφών επεκτείνεται και εκτός σπιτιού: Οι
κοινωνικές δεξιότητες που μαθαίνουν τα παιδιά από τα μεγαλύτερα αδέλφια τους,
επηρεάζουν τις σχέσεις τους με τα άλλα παιδιά που συναναστρέφονται, στον
παιδικό σταθμό ή στην παιδική χαρά. Έρευνες έχουν συνδέσει τις αρνητικές και
εχθρικές σχέσεις μεταξύ αδελφών με επιθετική συμπεριφορά προς συνομηλίκους
κατά την εφηβεία.
Μία μέση συχνότητα συγκρούσεων μεταξύ των αδελφών κάνει, τελικά, καλό
(;):
Αν σας απασχολεί που τα παιδιά σας τσακώνονται, μην …ανησυχείτε ιδιαίτερα!
Προκαλεί έκπληξη, αλλά οι έρευνες δείχνουν ότι μία μέτρια συχνότητα
συγκρούσεων ανάμεσα στα αδέλφια, ενισχύει τις κοινωνικές συναναστροφές με
άλλα παιδιά παρόμοιας ηλικίας. Οι ήπιες συγκρούσεις ανάμεσα στα αδέλφια, σε
μία, κατά τα άλλα, ισορροπημένη σχέση αγάπης και υποστήριξης μεταξύ τους,
συνδέονται με υψηλότερα επίπεδα κοινωνικών δεξιοτήτων, συναισθηματικό
έλεγχο και καλύτερη προσαρμογή στο σχολείο.
Παράγοντες που επηρεάζουν την ποιότητα της σχέσης μεταξύ
αδελφών

Υπάρχει πληθώρα παραγόντων που επηρεάζουν την ποιότητα της σχέσης που
αναπτύσσουν τα αδέλφια μεταξύ τους. Αν έχετε παραπάνω από δύο παιδιά,
σίγουρα έχετε παρατηρήσει το ρόλο που παίζουν το φύλο, η προσωπικότητα, η
διαφορά ηλικίας και η σειρά με την οποία γεννήθηκαν. Υπάρχουν όμως και άλλοι
σημαντικοί παράγοντες που επηρεάζουν τον δεσμό μεταξύ των παιδιών σας.
Η συμπεριφορά των γονιών απέναντι στα παιδιά: Αρνητικές πρακτικές
διαπαιδαγώγησης από την πλευρά των γονιών (όπως η δωροδοκία, η λεκτική ή
σωματική βία, οι ασυνεπείς ή παράλογες τιμωρίες), καθώς και η ελλιπής προσοχή
και παρακολούθηση, συνδέονται με δυσλειτουργικές σχέσεις ανάμεσα στα
αδέλφια.
Η καλή σχέση μεταξύ συζύγων και το συναισθηματικό κλίμα μέσα στην
οικογένεια:
Όταν οι γονείς δεν είναι ευτυχισμένοι, ή αντιμετωπίζουν
συναισθηματικά προβλήματα και συγκρούσεις, οι σχέσεις ανάμεσα στα παιδιά
επηρεάζονται. Τα αδέλφια που μεγαλώνουν σε περιβάλλον με συγκρούσεις,
τείνουν να επιδεικνύουν περισσότερο ανταγωνισμό, επιθετικότητα ή αποφυγή και
απομόνωση.
Συναισθηματικά ανεπαρκής ή μη διαθέσιμη φροντίδα από τους γονείς: Τα
αδέλφια που μεγαλώνουν με γονείς των οποίων η φροντίδα είναι ελλιπής και δεν
τα γεμίζει συναισθηματικά, είτε δένονται υπερβολικά μεταξύ τους, είτε
αποξενώνονται και γίνονται επιθετικά μεταξύ τους.
Η επίδειξη προτίμησης σε ένα παιδί έναντι του άλλου (ή των άλλων): Η
πραγματική, ή ακόμα και η εκλαμβανόμενη από τα παιδιά, επίδειξη προτίμησης στη
συμπεριφορά του γονιού απέναντι σε ένα παιδί (με την μορφή μεγαλύτερης
φροντίδας, τρυφερότητας, επιείκειας, κλπ.) επηρεάζει άμεσα τη σχέση που
αναπτύσσουν μεταξύ τους τα αδέλφια. Τα παιδιά που νιώθουν «παραμελημένα» ή
λιγότερο «προνομιούχα» αισθάνονται δυσαρέσκεια, θυμό και παράπονο απέναντι
στους γονείς τους και συνήθως μεταβιβάζουν αυτό τον θυμό και προς το παιδί που
θεωρούν ως πιο «προνομιούχο».
Πώς να ενισχύσετε τη δημιουργία ισχυρών δεσμών ανάμεσα στα
παιδιά σας

Πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για μια στενή, στοργική
σχέση αγάπης και σεβασμού μεταξύ των παιδιών μας;

Λειτουργείστε ως πρότυπα στοργής: Όπως και σε όλα τα άλλα, εμείς είμαστε τα
σημαντικότερα πρότυπα για την συμπεριφορά των παιδιών μας. Δείξτε στοργή στη
σχέση σας με τον/την σύζυγό σας, τα παιδιά σας και τα δικά σας αδέλφια. Αγκαλιές,
φιλιά και λόγια αγάπης είναι άριστες εκδηλώσεις στοργής και φροντίδας, τις οποίες
τα παιδιά μπορούν εύκολα να μιμηθούν για να εκφράσουν τα θετικά τους
συναισθήματα απέναντι στα αδέλφια τους.
Ενθαρρύνετε την ευγενική συμπεριφορά μεταξύ των παιδιών σας: Δείξτε τους
ότι η ευγένεια και η εκτίμηση της καλής συμπεριφοράς είναι αξίες που είναι
σημαντικές στην οικογένεια σας. Το να λέτε «σε παρακαλώ», «ευχαριστώ» κλπ. και
να επικοινωνείτε με καλοσύνη και ευγένεια, μαθαίνει στα παιδιά τον σεβασμό που
πρέπει να δείχνουν μεταξύ τους τα μέλη μιας οικογένειας.
Εμφυσήστε –με μέτρο- μία αίσθηση ευθύνης ανάμεσα στα αδέλφια: Στο σπίτι,
προσπαθήστε να ευαισθητοποιήσετε τα παιδιά στις ανάγκες των αδελφών τους,
και ενθαρρύνετέ τα να προσέχουν και να βοηθούν το ένα το άλλο. Θα δείτε ότι τα
μεγαλύτερα παιδιά θα ευαισθητοποιηθούν πολύ γρήγορα στις ανάγκες των
μικρότερων και μπορεί να τα παρατηρήσετε να τα φροντίζουν, ακόμα και να τους
μιλούν, με τον ίδιο τρόπο που μιλάει η μαμά ή ο μπαμπάς. Αυτή η φροντίδα μπορεί
να θέσει τις βάσεις για άρρηκτες σχέσεις ανάμεσα στα αδέλφια.
Εκπαιδεύστε και θυμίζετε τακτικά στα μεγαλύτερα παιδιά σας τα όρια των
μικρότερων παιδιών:
Ανεξάρτητα από τη διαφορά ηλικίας, οι διαφορές στην
ανάπτυξη είναι δεδομένο ότι θα δημιουργήσουν τριβές και συγκρούσεις ανάμεσα
στα αδέλφια. Είναι σημαντικό να προσπαθήσετε να εξηγήσετε στα μεγαλύτερα
παιδιά γιατί τα μικρότερα αδέλφια τους δεν είναι σε θέση να ελέγξουν τις
αντιδράσεις τους ή να εξηγήσουν τι θέλουν σωστά. Υπενθυμίστε στα παιδιά σας
την ηλικία των μικρότερων αδελφών τους και τι αυτό συνεπάγεται ως προς τις
ικανότητες στους.
Δώστε στα παιδιά σας όσο το δυνατόν περισσότερες ευκαιρίες να περνούν μαζί
διασκεδαστικές, αξέχαστες στιγμές:
Οι πιο αγαπημένες αναμνήσεις των παιδιών
σας θα είναι οι ώρες που πέρασαν μαζί στις οικογενειακές διακοπές, παίζοντας μαζί
στον κήπο, στην παιδική χαρά, στη θάλασσα, οι οικογενειακές σας γιορτές και
παραδόσεις. Προσπαθήστε να δημιουργήσετε ευκαιρίες για τα παιδιά σας για να
παίζουν και να διασκεδάζουν μαζί, άλλοτε ανά δύο και άλλοτε όλα μαζί σαν ομάδα
– υπάρχει ποιοτική διαφορά μεταξύ της μίας και της άλλης εμπειρίας, ανάλογα και
με τις ηλικίες τους.
Θυμηθείτε ότι η τριβές και οι διαμάχες σύντομα θα σταματήσουν: Όπως και οι
αλλαγές στη διάθεση, ο ανταγωνισμός και οι συγκρούσεις είναι φυσιολογικό
κομμάτι της ανάπτυξης (στο βαθμό που δεν φτάνει στα όρια της εχθρικότητας).
Είναι τα διάφορα στάδια στη ζωή των παιδιών μας. Σύντομα θα δείτε τις σχέσεις
τους να εξελίσσονται και να αλλάζουν προς το καλύτερο. Στο μεταξύ, η υπομονή, η
κατανόηση και η ικανότητα να τους αφήνετε να «τα βρίσκουν» και να
συμφιλιώνονται μόνα τους, είναι η καλύτερη πρακτική.
πηγή:
https://www.psychologynow.gr/arthra-psyxologias/oikogeneia-kai-paidi/oikogenei
a/8068-adelfia-enas-isxyros-desmos-agapis-pou-krataei-mia-zoi.html

Μιλώντας με τα παιδιά για τον πόλεμο και την τρομοκρατία

Όταν τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε ένα περιβάλλον κρίσεων, κοινωνικών ανακατατάξεων, πολέμων και βίας, αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην προσπάθειά τους να κατανοήσουν τον κόσμο, μέσα στον οποίο ζουν. Οι ενήλικοι της ζωής τους, είναι υπεύθυνοι ως προς το να βοηθήσουν τα μικρά παιδιά να προσεγγίσουν έννοιες και καταστάσεις που συνδέονται με την πραγματική ζωή και είναι αρκετά δύσκολες να τις αντιληφθεί ένα παιδί τεσσάρων ή πέντε ετών. Ένα σημαντικό βάρος αυτής της ευθύνης αναλογεί στους εκπαιδευτικούς της τάξης, οι οποίοι καλούνται να δώσουν στα παιδιά εξηγήσεις για τις συνέπειες του πολέμου, της βίας και της τρομοκρατίας.
Καθώς, σε καθημερινή βάση, προβάλλονται συχνά σχετικές εικόνες, είναι πιθανό τα παιδιά να έχουν δει ή να έχουν ακούσει κάτι, γεγονός που τις περισσότερες φορές προκαλεί σύγχυση, φόβο και ανασφάλεια. Τα παιδιά στην προσχολική ηλικία έχουν την τάση να συνδυάζουν τα γεγονότα που βλέπουν στην τηλεόραση με τις λιγοστές προσωπικές τους εμπειρίες, δημιουργώντας γενικεύσεις με αυθαίρετους τρόπους. Για παράδειγμα: «Το αεροπλάνο που είδα στην τηλεόραση έπεσε γιατί είχε βόμβα, άρα και το αεροπλάνο που θα μας πάει στη γιαγιά τα Χριστούγεννα θα έχει κι αυτό βόμβα».

Η ελλιπής πληροφόρηση των παιδιών, δημιουργεί μεγάλες απορίες αλλά ταυτόχρονα και μεγάλους φόβους. Τα παιδιά δυσκολεύονται να μοιραστούν με τους ενήλικες, όσο κι αν τους εμπιστεύονται, τις απορίες τους, μαζί με τους φόβους που τους γεννούν αυτές. Τι κάνουμε, λοιπόν;

ΓΕΝΙΚΑ
Ακούμε τα παιδιά.
Όλοι οι ειδικοί συμφωνούν ότι είναι καλύτερο να μην προκαλέσουμε εμείς τη συζήτηση για το θέμα που «παίζει» στην τηλεόραση, φορτώνοντας τα παιδιά με πληροφορίες τις οποίες ίσως δεν είναι έτοιμα να επεξεργαστούν. Απλώς, δημιουργούμε τις προϋποθέσεις (χώρο και χρόνο) ώστε τα παιδιά να εκφράσουν αυθόρμητα τις απορίες και τα σχόλιά τους και μετά τους απαντάμε με κατάλληλο και υποστηρικτικό τρόπο. Μην τα πιέζετε να μιλήσουν, αν δεν είναι έτοιμα να το κάνουν. Οι ανάγκες των παιδιών είναι αυτές που θα καθοδηγήσουν τη συζήτηση και θα οριοθετήσουν το πόσο θα επεκταθούμε. Αν διαισθανόμαστε ότι δυσκολεύονται να μιλήσουν, μπορούμε να τους απευθύνουμε μια ερώτηση όπως: «Ξέρετε τι είναι οι πρόσφυγες;».

Γνωρίζουμε ότι τα παιδιά δεν θα τρομάξουν περισσότερο εξ αιτίας της συζήτησης.
Όσο φόβο κι αν προκαλούν μερικά συναισθήματα, όταν μιλάμε για δύσκολα θέματα, θα πρέπει να γνωρίζουμε πως τα παιδιά πληγώνονται περισσότερο όταν αισθάνονται ότι δεν υπάρχει κανείς πρόθυμος για να συζητήσουν κάτι που τα απασχολεί. Όταν δυσκολευόμαστε να απαντήσουμε στις απορίες τους ή διαλέγουμε τη σιωπή, προκαλούμε στα παιδιά μεγαλύτερη ανασφάλεια και πρόσθετο φόβο, γιατί αισθάνονται ότι δεν μπορούμε να τα φροντίσουμε. Ειδικά, τα μικρά παιδιά έχουν ανάγκη να αισθάνονται ότι οι ενήλικοι της ζωής τους μπορούν να χειρίζονται με ευχέρεια δύσκολα θέματα που προκαλούν δυσάρεστα συναισθήματα και ότι είναι διαθέσιμοι να τα βοηθήσουν να κάνουν κι εκείνα το ίδιο. Τα παιδιά, γενικά, μαθαίνουν από τις δικές μας αντιδράσεις απέναντι στα γεγονότα και τις καταστάσεις.

Εκφράζουμε ελεύθερα τα συναισθήματά μας.
Όταν ένας ενήλικος πει στους μαθητές ότι έμαθε τα δυσάρεστα νέα από την τηλεόραση και ότι επειδή λυπήθηκε και ανησύχησε λίγο, συζήτησε για αυτά που συνέβησαν με κάποιον που εμπιστεύεται, αυτόματα αποτελεί πρότυπο θετικής διαχείρισης συναισθημάτων για τα παιδιά. Θυμόμαστε ότι προσπαθούμε να μην υπερβάλλουμε στις εκφράσεις μας. Στόχος μας είναι να ακούσουμε τι έχουν να μας πουν τα παιδιά και όχι να μεταδώσουμε το μήνυμα ότι τα δικά μας συναισθήματα είναι πιο σημαντικά από τα δικά τους.

Θυμόμαστε ότι τα παιδιά τείνουν να προσωποποιούν τις καταστάσεις.
Για παράδειγμα, μπορεί να ανησυχήσουν υπερβολικά για φίλους ή συγγενείς που ζουν σε μια πόλη που συνδέεται με κάποια περιστατικά. Προσπαθούμε να εκλογικεύσουμε αυτούς τους φόβους με κάθε πρόσφορο τρόπο.

Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν παιδιά που δεν μπορούν να κοινοποιήσουν τις σκέψεις, τα συναισθήματα ή τους φόβους τους.
Βοηθάμε αυτά τα παιδιά να βρουν τρόπους να εκφραστούν. Για παράδειγμα, μπορούν να ζωγραφίσουν, να υποδυθούν ρόλους, να εκφραστούν με το σώμα, διαλέγοντας τα ίδια τη μουσική.

Προσέχουμε τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε.
Όταν απαντάμε στις απορίες των παιδιών, χρησιμοποιούμε λέξεις και έννοιες που μπορούν να κατανοήσουν. Οι πληροφορίες που δίνουμε στα παιδιά πρέπει να είναι κατάλληλες για την ηλικία και το αναπτυξιακό τους επίπεδο. Δεν υπερφορτώνουμε τα παιδιά με υπερβολικές πληροφορίες. Οι πληροφορίες μας είναι έντιμες, και ειλικρινείς [τα παιδιά γνωρίζουν πάντα πότε λέμε την αλήθεια]. Θυμόμαστε πως πρέπει να αποφεύγουμε αρνητικές αναφορές σε φυλές, εθνότητες, ή θρησκείες και εκμεταλλευόμαστε την ευκαιρία να μιλήσουμε για ανοχή στη διαφορετικότητα και αποφυγή της προκατάληψης.

Δίνουμε αξία στις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις των παιδιών.
Δείχνουμε στα παιδιά ότι κατανοούμε τις ανησυχίες τους και επαναλαμβάνουμε, αν χρειαστεί, πληροφορίες ή εξηγήσεις που τους έχουμε ήδη δώσει, γιατί τα παιδιά συχνά δυσκολεύονται να δεχτούν ή να κατανοήσουν κάποιες από αυτές. Όταν τα παιδιά ρωτούν ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα, ψάχνουν για επιβεβαίωση.

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ
Ο πόλεμος και τα συνακόλουθά του, ως έννοιες, είναι τραυματικές για τα παιδιά. Όπως έγραψε η Judith Myers-Walls (2004), εκτός από τα παιδιά που ζουν σε εμπόλεμες ζώνες, τα οποία βιώνουν τις καταστροφικές συνέπειες του πολέμου, ο πόλεμος έχει βαρύτατες επιπτώσεις σε όλα τα παιδιά ανά τον κόσμο, ακόμα κι αν αυτά δεν μάθουν ποτέ γι’ αυτόν. Η έρευνα υποστηρίζει ότι υπάρχουν ορισμένες προσεγγίσεις που είναι πιο αποτελεσματικές, όταν μιλάμε στα παιδιά για τον πόλεμο ή την τρομοκρατία. Βασική αρχή του να μιλήσουμε ως ενήλικες στα παιδιά για αυτά τα θέματα είναι ότι όσο καλύτερα διαχειριζόμαστε εμείς τα συναισθήματά μας, τόσο καλύτερα θα συνεργαστούν μαζί μας τα παιδιά (Norris et al. 2002). Απώτερος σκοπός είναι να αισθανθούν τα παιδιά ασφαλή. Ας δούμε πώς θα το καταφέρουμε:

Εμποδίζουμε τα παιδιά να παρακολουθήσουν στην τηλεόραση σκηνές με βίαιο περιεχόμενο.
Όταν η επικαιρότητα βρίθει βίαιων γεγονότων, ζητάμε από τους γονείς να προσέχουν ώστε τα παιδιά να μην παρακολουθούν εκπομπές που προβάλλουν σκηνές βίας από πολεμικές ζώνες ή τρομοκρατικές επιθέσεις. Τους ζητάμε, επίσης, να φροντίσουν ώστε να τα απομακρύνουν από το χώρο όπου συζητούν με άλλους ενήλικες σχετικά θέματα. Ακόμη κι αν δείχνουν πως δεν παρακολουθούν, τα παιδιά απορροφούν σαν σφουγγάρι κάθε σχόλιο που θα ακούσουν, πράγμα που οδηγεί στην ανάπτυξη δυσβάσταχτων φόβων και σε νυχτερινούς εφιάλτες.

Αν αντιληφθούμε ότι το παιδί, καθώς παίζει, δραματοποιεί μια σκηνή που είδε στην τηλεόραση, παίζουμε μαζί του, επιδιώκοντας ένα ειρηνικό τέλος.
Για παράδειγμα, αν δούμε το παιδί να χτίζει ένα σπίτι με οικοδομικό υλικό και μετά το γκρεμίζει φωνάζοντας: «Το γκρέμισαν τα βομβαρδιστικά!», λέμε: «Τότε ήρθε η ώρα να το κτίσουμε μαζί πιο γερό και πιο ασφαλές!» και καθόμαστε για να βοηθήσουμε στην ανακατασκευή του.

Αν το παιδί μιλήσει για τρομοκρατικές ενέργειες που είδε ή άκουσε, εστιάζουμε στα συναισθήματα που εκφράζει.
Αν μετά την περιγραφή αυτού που είδε ή άκουσε το παιδί μας πει πως αισθάνεται φόβο, του λέμε: «Πολλά παιδιά, ακόμα και μεγάλοι άνθρωποι, αισθάνονται φόβο όπως κι εσύ. Αυτό που περιέγραψες είναι πραγματικά τρομακτικό». Δεν χρησιμοποιούμε κοινότοπες εκφράσεις του τύπου: «Μην ανησυχείς καθόλου» ή «Δεν υπάρχει τίποτα να φοβάσαι». Κάτι τέτοιο θα τα έκανε να αισθανθούν ότι δεν είμαστε σε θέση να τα καταλάβουμε πραγματικά και δεν θα μας εμπιστευόντουσαν ξανά. Ένας άλλος τρόπος για να απαλύνουμε το φόβο του παιδιού είναι να εστιάσουμε στην απόσταση. Τα μικρά παιδιά δεν γνωρίζουν αν η Συρία βρίσκεται δίπλα στην πόλη που ζουν, πολύ περισσότερο όταν η τηλεόραση τη φέρνει μέσα στο καθιστικό του σπιτιού τους, γι’ αυτό δείχνουμε σε ένα χάρτη την απόσταση που μας χωρίζει τόσο από τη Συρία όσο κι από τη βία. Τους λέμε πως χρειάζεται να ταξιδέψεις αρκετές ώρες με το αεροπλάνο για να φτάσεις σε αυτή τη χώρα.

Θυμίζουμε στα παιδιά πως οι περισσότεροι άνθρωποι είναι καλοί.
Γαληνεύουμε τους φόβους του παιδιού, λέγοντας πως ακόμα κι αν οι τρομοκράτες χρησιμοποιούν βία, οι περισσότεροι άνθρωποι πάνω στη γη δεν συμφωνούν ότι η βία είναι ο καλύτερος τρόπος για να λύνουμε τα προβλήματά μας. Τους θυμίζουμε πως, από όλους τους ανθρώπους πάνω στη γη, ελάχιστοι είναι τρομοκράτες και ότι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ευγενικοί και πολιτισμένοι και βρίσκουν ειρηνικούς τρόπους για να λύνουν τις διαφορές τους.

Διευκρινίζουμε λανθασμένες αντιλήψεις/ γενικεύσεις των παιδιών.
Αν αντιληφθούμε ότι τα παιδιά ταυτίζουν τους τρομοκράτες με μια μεγαλύτερη ομάδα ανθρώπων όπως, για παράδειγμα, οι Μουσουλμάνοι, τότε αξιοποιούμε αυτή την ευκαιρία για να μιλήσουμε με παιδιά για τις προκαταλήψεις και την ξενοφοβία.

Απαντάμε αποτελεσματικά τις ερωτήσεις των παιδιών που κρύβουν φόβο.
Μπορούμε εύκολα να ανιχνεύσουμε το φόβο στις ερωτήσεις που μας κάνουν τα παιδιά. Μπορεί να ρωτήσουν: «Μπορεί να συμβεί κι εδώ το ίδιο;». Δεν απαντάμε με ένα ξερό «Όχι». Δίνουμε λογικές απαντήσεις για να κάνουμε τα παιδιά να αισθανθούν ασφαλή. Θα μπορούσαμε, δηλαδή, να πούμε: «Χιλιάδες άνθρωποι εργάζονται σκληρά για να μας προστατεύουν όπως ο στρατός, η αστυνομία και πολλοί άλλοι. Δεν κινδυνεύουμε, με τόσους γύρω μας να μας προσέχουν». Αυτό που έχει σημασία, είναι τα παιδιά να φύγουν από αυτή τη συζήτηση με ένα αίσθημα ασφάλειας.

Η προσφορά βοήθειας σε αυτούς που το έχουν ανάγκη, αυξάνει το αίσθημα ασφάλειας των παιδιών.
Έχει αποδειχτεί ότι το να κάνουμε πράγματα για να βοηθήσουμε εκείνους που έχουν ανάγκη, επηρεάζει θετικά την ψυχολογία μας. Αξιοποιούμε, λοιπόν, αυτή την ευκαιρία για να βρούμε τρόπους να βοηθήσουμε αυτούς που το χρειάζονται. Ενθαρρύνουμε τα παιδιά να σκεφτούν πώς να συνεισφέρουν προς αυτή την κατεύθυνση, μετατρέποντας σε υγιή δράση και εκτονώνοντας τους φόβους και τα έντονα συναισθήματα.

Έχουμε πάντα υπόψη μας πως όταν υπάρχουν παιδιά με συμπτώματα που εμμένουν και καθιστούν δύσκολη την καθημερινότητά τους, τότε συζητάμε στους γονείς την ανάγκη να επισκεφθούν ειδικούς.

Τότα Αρβανίτη-Παπαδοπούλου
Σχολική Σύμβουλος 23ης Περιφέρειας Π.Α.
Διδάκτωρ Παιδαγωγικής Πανεπιστημίου Αθηνών
M.A. in Education Πανεπιστημίου Lancaster

Αδέλφια σε ξεχωριστό ή σε κοινό δωμάτιο; Οι παιδοψυχολόγοι απαντούν

Το ερώτημα είναι ένα νόμισμα με δύο όψεις…
Πρώτον τι κερδίζουν όταν κοιμούνται χώρια:
Τα παιδιά θα ήταν καλό να έχουν το δικό τους δωμάτιο (εφόσον υπάρχει
ο απαιτούμενος χώρος), που δεν θα το χρησιμοποιούν μόνο για να
κοιμούνται αλλά και για την ευχαρίστηση τους με τα παιχνίδια τους, την
ησυχία τους για να διαβάσουν ή την ασφάλεια τους όταν θέλουν να
απομονωθούν.
Ας δούμε αναλυτικά γιατί είναι σημαντικό το κάθε παιδί να έχει το
δικό του προσωπικό χώρο:

1). Καταρχήν, τα αδέρφια διαφορετικού φύλου το πιο πιθανό είναι να
διαφέρουν τα ενδιαφέροντα τους και τα παιχνίδια τους. Το ένα θα θέλει
να γεμίσει το δωμάτιο με αυτοκινητάκια και αφίσες ποδοσφαιριστών και
το άλλο με κούκλες και αφίσες με την αγαπημένη ηρωίδα. Το πιο
δύσκολο κομμάτι έγκειται όταν τα αδέλφια είναι σε μεγαλύτερη ηλικία και
δημιουργείται μία σεμνοτυφία που μπορεί να τα κάνει να νιώθουν άβολα.
2). Όταν τα αδέρφια είναι διαφορετικής ηλικίας, το ένα στο παιδικό
στάδιο και το άλλο στο εφηβικό στάδιο είναι σημαντικό να έχουν το δικό
τους δωμάτιο γιατί τα ενδιαφέροντα μπορεί να είναι διαφορετικά. Μία
τέτοια συγκατοίκηση, απαιτεί από το μεγαλύτερο παιδί να δείχνει
υπομονή και από το μικρότερο να σέβεται. Κάτι που δεν είναι κακό αλλά
δεν είναι πάντα εφικτό, και μπορεί να δημιουργήσει κάποιες
συγκρούσεις.
3). Μιας και αναφερθήκαμε στις συγκρούσεις μεταξύ των αδελφών, κάτι
που είναι φυσικό να γίνεται, προτιμότερο είναι να υπάρχει η δυνατότητα
του προσωπικού χώρου για να απομονωθούν τα αδέλφια, ώστε να
κλιμακωθεί η ένταση.
4).Τέλος, δεν αποκλείεται το ίδιο το παιδί να έχει επιθυμία να έχει το δικό
του δωμάτιο. Ωφέλιμο είναι, εφόσον υπάρχει ο χώρος οι γονείς να
σεβαστούν και να υλοποιήσουν την επιθυμία τους.
Δεύτερον τι κερδίζουν όταν κοιμούνται στο ίδιο δωμάτιο:
Παρόλα αυτά, όταν δεν υπάρχει διαθέσιμος χώρος και τα αδέλφια πρέπει
να μοιραστούν το ίδιο δωμάτιο, παρουσιάζει και αυτή η περίπτωση
κάποια θετικά οφέλη. Ειδικά αν μιλάμε για παιδιά ίδιας ηλικίας και φύλου.
1). Τα μικρά παιδιά ηλικίας μεταξύ δύο με δέκα ετών, πολλές φορές,
αντιμετωπίζουν κάποιες φοβίες με το σκοτάδι ή με τα «τέρατα» της
νύχτας! Το να είναι δύο μαζί, τους κάνει να νιώθουν πιο ασφαλή από το
να είναι μόνα τους. Νιώθουν δύο φορές πιο δυνατά για να
«πολεμήσουν» τα «τέρατα» που κρύβονται ανάμεσα στα παιχνίδια τους
ή κάτω από το κρεβάτι ή μέσα στην ντουλάπα .
2). Τα αδέλφια που μοιράζονται το ίδιο δωμάτιο, μαθαίνουν να αφήνουν
χώρο και στον άλλον. Διαπραγματεύονται τα όρια τους, και τους καθιστά
υπεύθυνους μέσα στον ίδιο τους το χώρο.
3). Έχοντας κοινό δωμάτιο, διπλασιάζεται η ποσότητα των διαθέσιμων
παιχνιδιών. Έτσι αφού έχει συζητηθεί (τα όρια που λέγαμε), τα παιδιά
έχουν πρόσβαση στη διπλάσια ποσότητα παιχνιδιών.
4). Τέλος, με το κοινό δωμάτιο τα παιδιά μαθαίνουν να σέβονται.
Σέβονται τα πράγματα τους, τους ρυθμούς τους, τις συνήθειες τους. Στο
μικρό προσωπικό χώρο του καθενός μπορεί να έχει τις προσωπικές
στιγμές του για να ξεκουραστεί, να χαλαρώσει και να σκεφτεί. Κάτι που
επιβάλλεται στο άλλο παιδί να σεβαστεί.
Σημαντικό είναι το κάθε παιδί να νιώθει άνετα, όμορφα και καλά στο
χώρο του. Είτε αυτό σημαίνει πως έχουν ξεχωριστά δωμάτια ή το ίδιο.
Θα βοηθούσε το καθένα να έχει την δικιά του ντουλάπα, το δικό του
συρτάρι, το δικό του κρεβάτι, το δικό του γραφείο, τα δικά του παιχνίδια.
Μια καλή ιδέα για να πραγματοποιηθεί, θα μπορούσε να βαφτεί σε
ξεχωριστά χρώματα η κάθε πλευρά…
Απόσπασμα από το βιβλίο «Οι γονείς ρωτούν Οι ψυχολόγοι απαντούν»,
της Anne Bacus.

Μην τιμωρείτε τα παιδιά, διδάξτε τα

Αγαπητοί γονείς,
Μια από τις πιο δύσκολες προκλήσεις του να είσαι γονιός είναι το να διδάξετε αποδεκτές συμπεριφορές στα παιδιά σας.
Το πρώτο πράγμα που οφείλουν να μάθουν τα παιδιά είναι ότι για κάθε δράση, υπάρχει μια αντίδραση. Για κάθε λάθος, υπάρχει μια συνέπεια. Μετά από κάθε συνέπεια, υπάρχει μια ευκαιρία για να βελτιωνόμαστε. Το ερώτημα που τίθεται είναι: «Πώς πιστεύετε ότι μπορείτε εσείς, ως γονείς, να αξιοποιήσετε αυτές τις ευκαιρίες για βελτίωση, που προσφέρουν τα λάθη των παιδιών σας; Διδάσκοντας ή τιμωρώντας τα παιδιά σας;»

Αγαπητοί γονείς,
Το σίγουρο μάθημα που παίρνουν τα παιδιά σας, όταν τα τιμωρείτε για μια λάθος συμπεριφορά, είναι το «πώς θα αποφύγουν την τιμωρία στο μέλλον». Μαθαίνουν ότι πρέπει να είναι πιο προσεκτικά, ώστε να μην τα «πιάσετε» την επόμενη φορά. Δυστυχώς, όταν τα τιμωρείτε, δεν μαθαίνουν αυτό που είναι το σημαντικότερο, δηλαδή, «γιατί η πράξη τους ήταν ακατάλληλη, προκαλώντας τη δική σας αντίδραση». Με άλλα λόγια, δεν μαθαίνουν «τι πρέπει να κάνουν ή να μην κάνουν και γιατί», ώστε να μην ξανακάνουν το ίδιο λάθος που θα επιφέρει τις γνωστές συνέπειες.

Όταν αντιδρούμε φωνάζοντας στα παιδιά, τα παιδιά μαθαίνουν ότι προκειμένου να λύσουμε ένα πρόβλημα, πρέπει να χάσουμε την ψυχραιμία μας και να θυμώσουμε. Μαθαίνουν ότι είναι αποδεκτό να φωνάζουμε σε μικρότερους από εμάς. Όταν απομονώνετε στο δωμάτιό τους τα παιδιά σας, για να τα τιμωρήσετε, μαθαίνουν ότι τα δικά τους αισθήματά σχετικά με αυτό που προηγήθηκε, πρόκειται να αγνοηθούν και ότι εσείς, οι γονείς τους, έχετε τη δύναμη να τα κάνετε να νιώσουν απομονωμένα.

Όταν αντιδρούμε χτυπώντας τα παιδιά, τα παιδιά μαθαίνουν ότι είναι αποδεκτό να χτυπάμε άλλους. Εκτεταμένες έρευνες, σε ολόκληρο τον κόσμο, δείχνουν πως τα παιδιά που βίωσαν σωματική τιμωρία [«έφαγαν ξύλο»] έχουν περισσότερες πιθανότητες να εξελιχθούν σε ενήλικους που θα ασκούν με ευκολία τη βία σε άλλους. Η τιμωρητική συμπεριφορά εκ μέρους των γονέων, δεν προβάλλει θετικά πρότυπα στα παιδιά.
Εδώ, θα μπορούσατε να ρωτήσετε: «Και ποια είναι τα θετικά πρότυπα;». Ας δούμε μαζί ποια μαθήματα οφείλετε να διδάξετε στα παιδιά σας.

Πρώτο μάθημα: «Για κάθε πράξη –καλή ή κακή- υπάρχει μια φυσική συνέπεια»
Αυτό είναι το πιο σημαντικό μάθημα για το παιδί σας. Αν κάνεις κάτι «καλό», να περιμένεις ότι θα συμβούν καλά πράγματα. Αν κάνεις κάτι «κακό», να περιμένεις ότι θα συμβούν ανεπιθύμητες καταστάσεις. Αυτό σημαίνει ότι, κάθε φορά που το παιδί σας κάνει κάτι μη αποδεκτό, εσείς θα πρέπει να σκεφθείτε τις φυσικές συνέπειες αυτής της πράξης. Για παράδειγμα, αν το παιδί σας πετάξει ένα παιχνίδι, δεν θα μπορεί να παίξει με αυτό για το παράδειγμα, αν το παιδί σας πετάξει στα νεύρα του κάποιο παιχνίδι, δεν θα μπορεί να παίξει με αυτό για το υπόλοιπο της ημέρας ή αν το παιδί σας φερθεί με αγένεια σε ένα φίλο του, δεν θα του επιτρέψετε να παίξει μαζί του για το επόμενο διήμερο.

Το πιο σημαντικό κομμάτι αυτής της διαδικασίας είναι να εξηγήσετε ήρεμα στο παιδί σας γιατί η πράξη του θα έχει αυτές τις συνέπειες. Πείτε του: «Το να πετάς παιχνίδια είναι επικίνδυνο, γιατί μπορεί να χτυπήσεις κάποιον. Για αυτό το λόγο, δεν μπορείς να παίξεις άλλο με αυτό το παιχνίδι». Όσο και να διαμαρτύρεται το παιδί, επαναλάβετε την ίδια φράση (συνεχώς την ίδια, σε ήρεμο τόνο). Όταν το παιδί σας ηρεμήσει, δώστε του επιλογές για άλλες δραστηριότητες: «Δεν μπορείς να παίξεις με αυτό το παιχνίδι τώρα αλλά μπορείς να φτιάξεις ένα παζλ ή να έρθεις μαζί μου στην κουζίνα για να με βοηθήσεις να…». Περιορίστε τις επιλογές του παιδιού σε δύο. Αν το παιδί σας διαμαρτυρηθεί, επαναλάβετε ήρεμα, όσες φορές χρειαστεί (θυμάστε τους δίσκους, όταν κόλλαγαν στο πικ-απ;), τις δύο εναλλακτικές επιλογές που έχει. Σύντομα, το παιδί θα παραιτηθεί και θα επιλέξει μία από τις δύο εναλλακτικές δραστηριότητες που του προτείνετε.

Όταν φτάσει η κατάλληλη στιγμή για να επιστρέψετε το παιχνίδι που προκάλεσε τις συνέπειες, δίνοντάς το στο παιδί, πρέπει να επαναλάβετε το «μάθημα»: «Θυμήσου πως δεν πετάμε παιχνίδια, γιατί υπάρχει η πιθανότητα να χτυπήσουμε κάποιον κατά λάθος». Είναι βασικό να μην ξεχνάμε ότι, σε περίπτωση που ξανασυμβεί το ίδιο επεισόδιο, θα αντιμετωπιστεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Μπορεί να πάρει πάνω από μία φορά για να συνειδητοποιήσει ένα παιδί ότι κάθε φορά που συμπεριφέρεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο, θα ακολουθήσει η ίδια ανεπιθύμητη αντίδραση (συνέπεια).
Αγαπητοί γονείς, αν έχετε υπομονή και είστε συνεπείς στις αντιδράσεις σας, σύντομα θα βιώσετε τις αλλαγές στη συμπεριφορά του παιδιού σας.

Δεύτερο μάθημα: «Τιμωρία δεν σημαίνει απομόνωση»
Όταν στέλνετε το παιδί στο δωμάτιό του για «να μείνει μόνο του και να ξανασκεφτεί αυτό που έκανε», το παιδί παραμένει θυμωμένο, αναστατωμένο αλλά και μόνο του. Το να απομονώνεις ένα παιδί μέχρι να ζητήσει «συγγνώμη», δεν έχει κανένα απολύτως νόημα. Το παιδί είναι ανάγκη να συνειδητοποιήσει γιατί μετάνιωσε για αυτό που έκανε και γιατί ζητάει «συγγνώμη» και όχι να λέει τη λέξη αυτή σαν λέξη/κλειδί που θα του ανοίξει την πόρτα προς την ελευθερία. Για να κατανοήσει το παιδί γιατί μια συμπεριφορά δεν είναι αποδεκτή, πρέπει πρώτα να ηρεμήσει και να υποστηριχτεί από κάποιον ενήλικο για να καταλάβει τι έκανε λάθος. Για να συμβεί αυτό, δεν βοηθάει η απομόνωση. Για αυτό, ζητάμε από το παιδί να καθίσει κοντά μας.

Όσο ανάστατο κι αν είναι το παιδί, είναι ανάγκη να έχει την αίσθηση της ασφάλειας που του παρέχει αυτή η φυσική εγγύτητα μαζί μας. Τα παιδιά που αισθάνονται ασφαλή, ηρεμούν πιο σύντομα. Μείνετε κοντά στο παιδί σας κι όταν αυτό ηρεμήσει, αρχίστε μια συζήτηση για την λάθος συμπεριφορά. Είναι περιττό να σας θυμίσω πόσο σημαντικό είναι να διατηρήσετε την ψυχραιμία σας, καθ’ όλο το διάστημα που θα διαρκέσει αυτή η διαδικασία.

Αγαπητοί γονείς,
Μην ξεχνάτε ποτέ. Είσαστε για το παιδί σας το πρότυπο του αυτοελέγχου, της συνεργασίας, της θετικής προσπάθειας για επίλυση προβλημάτων και γενικά το πρότυπο της αποδεκτής συμπεριφοράς. Καλώς ή κακώς, τα παιδιά μαθαίνουν από εμάς και τα καλά και τα άσχημα μαθήματα, με την ίδια ευκολία. Το τι θα επιλέξουμε να τους διδάξουμε, είναι εξαιρετικά καθοριστικό για το μέλλον των παιδιών μας και ολόκληρης της ανθρωπότητας.

Τότα Αρβανίτη-Παπαδοπούλου
Σχολική Σύμβουλος 23ης Περιφέρειας Π.Α.
Διδάκτωρ Παιδαγωγικής Πανεπιστημίου Αθηνών
M.A. in Education Πανεπιστημίου Lancaster

Ο Θυμός στα παιδιά: Ένα παρεξηγημένο συναίσθημα

Ο θυμός είναι ένα από τα πιο δύσκολα και παρεξηγημένα συναισθήματα που ίσως
ανεχόμαστε λιγότερο από όλα. Πολλές φορές έχει την εικόνα ενός ανεξέλικτου
τέρατος που αν το αφήσουμε ελεύθερο θα καταστρέψει τα πάντα. Στα πρώτα
παιδικά χρόνια αυτό που θεωρούμε θυμό στην πραγματικότητα είναι η προσπάθεια
του παιδιού να φροντίσει τον εαυτό του, και να διεκδικήσει την παρουσία του στον
κόσμο. Συχνά το παιδί προσπαθεί να εκφράσει μέσα από τον θυμό την δύναμή του
και το γεγονός ότι είναι πληγωμένο ή ότι οι ανάγκες του/της δεν εισακούονται.
Εμφανίζεται συνήθως κατά τον 5ο-6ο μήνα, ενώ προς το τέλος του 1ου έτους
μετατρέπεται σε επιθετική συμπεριφορά, αρχικά προς τον εαυτό και μετέπειτα προς
τους άλλους (γονείς, συνομηλίκους). Είναι μια απολύτως φυσιολογική αντίδραση σε
πολλές καταστάσεις και μια εξελικτική κατάκτηση του ίδιου του παιδιού.
Η καταπίεση του θυμού
Το παιδί από μικρή ηλικία χρησιμοποιεί την γλώσσα ως μέσο επικοινωνίας, δεν έχει
όμως έχει αναπτύξει (έως και την ηλικία των 5 ετών)–νευρολογικά & ψυχολογικά την
ικανότητα να αναγνωρίζει και να εκφράζει επιτυχώς τα συναισθήματά του. Έτσι πχ.
ένα παιδί 2 ετών θα μπορούσε να πει σε «σε μισώ» στην μαμά του, αντί να πει «με
εκνευρίζεις που μιλάς στον τηλέφωνο και δεν παίζεις μαζί μου». Σε μια τέτοια
περίπτωση η μητέρα είναι πολύ πιθανό να αντιδράσει με σοκ, αποδοκιμασία και να
φωνάξει: «Μη το ξαναπείς ποτέ αυτό!!» Σε αυτή την περίπτωση το παιδί αισθάνεται
ακύρωση του συναισθήματος και τότε αρχίζουν διάφορες περίπλοκες διεργασίες:
Κάθε φορά που θυμώνει νιώθει ότι είναι κακό παιδί, νιώθει ενοχές, και μαθαίνει ότι η
έκφραση θυμού προκαλεί μεγάλους κινδύνους, μιας και «η μαμά δεν θα με αγαπάει
αν θυμώνω». Επίσης, κάτι που αυξάνει ακόμα περισσότερο την σύγχυση είναι ότι το
παιδί λαμβάνει διπλά μηνύματα. Από την μια μαθαίνει ότι δεν είναι αποδεχτό να
θυμώνει και από την άλλη μεριά βιώνει τον οργή από τους ενηλίκους, είτε άμεσα είτε
με την έμμεση μορφή της παγερής αποδοκιμασίας.
Αυτό το ανέκφραστο συναίσθημα μένει μέσα στο παιδί σα μία «πέτρα»,
παρεμβαίνοντας στην υγιή ανάπτυξη. Για να επιβιώσει λοιπόν συναισθηματικά και να
χειριστεί την ενέργεια του θυμού θα πρέπει ο οργανισμός να ανακαλύψει νέες
διεξόδους έκφρασης του συναισθήματος με ή χωρίς συνεργασία της επίγνωσης του
παιδιού.
Ορισμένοι έμμεση τρόποι που εμφανίζεται ο καταπιεσμένος θυμός στα παιδιά:
1. Ένα παιδί μπορεί να κάνει στον εαυτό του αυτό που θέλει να κάνει στους άλλους.
Δηλαδή μπορεί να επιτεθεί στον εαυτό του, να αυτοτραυματιστεί, πχ. να χτυπάει το
κεφάλι του, να ξεριζώνει τούφες από τα μαλλιά του ή να προκαλεί κάποια άλλη
βλάβη στο σώμα του.

2. Σωματοποίηση: νυχτερινή ενούρηση, συγκράτηση των κενώσεων,
υπερκινητικότητα.

3. Άλλα παιδιά φοβούνται τόσο πολύ τη δύναμη του εσωτερικού θυμού τους που
γίνονται απόμακρα, βλοσυρά, ψυχρά.

4. Μερικά παιδιά χτυπούν άλλα παιδιά ή έχουν βίαιες εκρήξεις θυμού, όχι μόνο για
να εκτονώσουν το θυμό ή τον εκνευρισμό τους, επειδή δεν τα ακούνε ποτέ, αλλά
γιατί μέσα από αυτή τη συμπεριφορά αισθάνονται δυνατοί και ότι υπάρχουν.
Διαχείριση του Θυμού

Πώς μπορούμε λοιπόν να βοηθηθούμε τα παιδιά μας να διαχειριστούν τον θυμό τους
χωρίς αυτός να γίνεται καταστροφικός;
1. Να βοηθήσω το παιδί μου να αναγνωρίσει και να αποδεχτεί τον θυμό του.
Λέγοντας απλώς το προφανές, «Ξέρω ότι τώρα είσαι θυμωμένος/η!», μπορώ να του
δείξω ότι καταλαβαίνω τι αισθάνεται, αλλά και ότι αυτό είναι ένα συναίσθημα που
μπορεί να διαχειριστεί. Με αυτό το πρώτο βήμα το παιδί μπορεί να αισθανθεί δυνατό
και ακέραιο, αντί να φοβάται και να προσπαθεί να εκτονώσει με έμμεσους τρόπους
που μπορεί να το βλάψουν.

2. Για την διερεύνηση του θυμού θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν διάφορα
«εργαλεία», όπως ζωγραφική, χρήση μουσικής, κίνησης, διάφορα παραμύθια ή και
παιχνίδια ή και η δημιουργία καταλόγων για το «τι με θυμώνει».

3. Να εκπαιδεύσω το παιδί μου ως γονιός, γίνοντας εγώ το παράδειγμα, ότι ο θυμός
είναι ένα φυσιολογικό συναίσθημα που νιώθουμε όλοι. Δεν είναι ούτε καλό, ούτε
κακό. Αν εκφραστεί με σωστό τρόπο, και τον κατάλληλο χώρο και χρόνο ο θυμός
μπορεί να μας βοηθήσει να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας και την ελευθερία μας.

4. Να θέσω όρια και να διαχωρίσω την επιθετική συμπεριφορά από το συναίσθημα.
Πχ. «Είναι οκ να είσαι θυμωμένος, αλλά δεν είναι Οκ να χτυπάς τον αδερφό σου».

5. Να ενθαρρύνω το παιδί μου να πειραματιστεί και να ανακαλύψει εναλλακτικές,
«ασφαλείς» διεξόδους έκφρασης: πχ. να δώσει μπουνιές στο μαξιλάρι, να σκίσει μια
εφημερίδα, να τσαλακώσει ένα χαρτί, να κλοτσήσει ένα μαξιλάρι, να τρέξει, να παίξει
έντονα, να ζωγραφίσει τον θυμό κτλ.

6. Να φροντίσω ως γονιός τα δικά μου αποθέματα ενέργειας και να διερευνήσω την
δική μου σχέση με τον θυμό, έτσι ώστε να μπορώ να στηρίξω αποτελεσματικά και
ουσιαστικά το παιδί μου.
Πηγή: Oklander, V (2000). «Θεραπεία Gestalt με Παιδιά.: Η Επεξεργασία του Θυμού
και των Ενδοβολών». Θεωρία Gestalt. Αθήνα: Εκδ. Διόπτρα.