Μιλώντας με τα παιδιά για τον πόλεμο και την τρομοκρατία

Όταν τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε ένα περιβάλλον κρίσεων, κοινωνικών ανακατατάξεων, πολέμων και βίας, αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην προσπάθειά τους να κατανοήσουν τον κόσμο, μέσα στον οποίο ζουν. Οι ενήλικοι της ζωής τους, είναι υπεύθυνοι ως προς το να βοηθήσουν τα μικρά παιδιά να προσεγγίσουν έννοιες και καταστάσεις που συνδέονται με την πραγματική ζωή και είναι αρκετά δύσκολες να τις αντιληφθεί ένα παιδί τεσσάρων ή πέντε ετών. Ένα σημαντικό βάρος αυτής της ευθύνης αναλογεί στους εκπαιδευτικούς της τάξης, οι οποίοι καλούνται να δώσουν στα παιδιά εξηγήσεις για τις συνέπειες του πολέμου, της βίας και της τρομοκρατίας.
Καθώς, σε καθημερινή βάση, προβάλλονται συχνά σχετικές εικόνες, είναι πιθανό τα παιδιά να έχουν δει ή να έχουν ακούσει κάτι, γεγονός που τις περισσότερες φορές προκαλεί σύγχυση, φόβο και ανασφάλεια. Τα παιδιά στην προσχολική ηλικία έχουν την τάση να συνδυάζουν τα γεγονότα που βλέπουν στην τηλεόραση με τις λιγοστές προσωπικές τους εμπειρίες, δημιουργώντας γενικεύσεις με αυθαίρετους τρόπους. Για παράδειγμα: «Το αεροπλάνο που είδα στην τηλεόραση έπεσε γιατί είχε βόμβα, άρα και το αεροπλάνο που θα μας πάει στη γιαγιά τα Χριστούγεννα θα έχει κι αυτό βόμβα».

Η ελλιπής πληροφόρηση των παιδιών, δημιουργεί μεγάλες απορίες αλλά ταυτόχρονα και μεγάλους φόβους. Τα παιδιά δυσκολεύονται να μοιραστούν με τους ενήλικες, όσο κι αν τους εμπιστεύονται, τις απορίες τους, μαζί με τους φόβους που τους γεννούν αυτές. Τι κάνουμε, λοιπόν;

ΓΕΝΙΚΑ
Ακούμε τα παιδιά.
Όλοι οι ειδικοί συμφωνούν ότι είναι καλύτερο να μην προκαλέσουμε εμείς τη συζήτηση για το θέμα που «παίζει» στην τηλεόραση, φορτώνοντας τα παιδιά με πληροφορίες τις οποίες ίσως δεν είναι έτοιμα να επεξεργαστούν. Απλώς, δημιουργούμε τις προϋποθέσεις (χώρο και χρόνο) ώστε τα παιδιά να εκφράσουν αυθόρμητα τις απορίες και τα σχόλιά τους και μετά τους απαντάμε με κατάλληλο και υποστηρικτικό τρόπο. Μην τα πιέζετε να μιλήσουν, αν δεν είναι έτοιμα να το κάνουν. Οι ανάγκες των παιδιών είναι αυτές που θα καθοδηγήσουν τη συζήτηση και θα οριοθετήσουν το πόσο θα επεκταθούμε. Αν διαισθανόμαστε ότι δυσκολεύονται να μιλήσουν, μπορούμε να τους απευθύνουμε μια ερώτηση όπως: «Ξέρετε τι είναι οι πρόσφυγες;».

Γνωρίζουμε ότι τα παιδιά δεν θα τρομάξουν περισσότερο εξ αιτίας της συζήτησης.
Όσο φόβο κι αν προκαλούν μερικά συναισθήματα, όταν μιλάμε για δύσκολα θέματα, θα πρέπει να γνωρίζουμε πως τα παιδιά πληγώνονται περισσότερο όταν αισθάνονται ότι δεν υπάρχει κανείς πρόθυμος για να συζητήσουν κάτι που τα απασχολεί. Όταν δυσκολευόμαστε να απαντήσουμε στις απορίες τους ή διαλέγουμε τη σιωπή, προκαλούμε στα παιδιά μεγαλύτερη ανασφάλεια και πρόσθετο φόβο, γιατί αισθάνονται ότι δεν μπορούμε να τα φροντίσουμε. Ειδικά, τα μικρά παιδιά έχουν ανάγκη να αισθάνονται ότι οι ενήλικοι της ζωής τους μπορούν να χειρίζονται με ευχέρεια δύσκολα θέματα που προκαλούν δυσάρεστα συναισθήματα και ότι είναι διαθέσιμοι να τα βοηθήσουν να κάνουν κι εκείνα το ίδιο. Τα παιδιά, γενικά, μαθαίνουν από τις δικές μας αντιδράσεις απέναντι στα γεγονότα και τις καταστάσεις.

Εκφράζουμε ελεύθερα τα συναισθήματά μας.
Όταν ένας ενήλικος πει στους μαθητές ότι έμαθε τα δυσάρεστα νέα από την τηλεόραση και ότι επειδή λυπήθηκε και ανησύχησε λίγο, συζήτησε για αυτά που συνέβησαν με κάποιον που εμπιστεύεται, αυτόματα αποτελεί πρότυπο θετικής διαχείρισης συναισθημάτων για τα παιδιά. Θυμόμαστε ότι προσπαθούμε να μην υπερβάλλουμε στις εκφράσεις μας. Στόχος μας είναι να ακούσουμε τι έχουν να μας πουν τα παιδιά και όχι να μεταδώσουμε το μήνυμα ότι τα δικά μας συναισθήματα είναι πιο σημαντικά από τα δικά τους.

Θυμόμαστε ότι τα παιδιά τείνουν να προσωποποιούν τις καταστάσεις.
Για παράδειγμα, μπορεί να ανησυχήσουν υπερβολικά για φίλους ή συγγενείς που ζουν σε μια πόλη που συνδέεται με κάποια περιστατικά. Προσπαθούμε να εκλογικεύσουμε αυτούς τους φόβους με κάθε πρόσφορο τρόπο.

Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν παιδιά που δεν μπορούν να κοινοποιήσουν τις σκέψεις, τα συναισθήματα ή τους φόβους τους.
Βοηθάμε αυτά τα παιδιά να βρουν τρόπους να εκφραστούν. Για παράδειγμα, μπορούν να ζωγραφίσουν, να υποδυθούν ρόλους, να εκφραστούν με το σώμα, διαλέγοντας τα ίδια τη μουσική.

Προσέχουμε τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε.
Όταν απαντάμε στις απορίες των παιδιών, χρησιμοποιούμε λέξεις και έννοιες που μπορούν να κατανοήσουν. Οι πληροφορίες που δίνουμε στα παιδιά πρέπει να είναι κατάλληλες για την ηλικία και το αναπτυξιακό τους επίπεδο. Δεν υπερφορτώνουμε τα παιδιά με υπερβολικές πληροφορίες. Οι πληροφορίες μας είναι έντιμες, και ειλικρινείς [τα παιδιά γνωρίζουν πάντα πότε λέμε την αλήθεια]. Θυμόμαστε πως πρέπει να αποφεύγουμε αρνητικές αναφορές σε φυλές, εθνότητες, ή θρησκείες και εκμεταλλευόμαστε την ευκαιρία να μιλήσουμε για ανοχή στη διαφορετικότητα και αποφυγή της προκατάληψης.

Δίνουμε αξία στις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις των παιδιών.
Δείχνουμε στα παιδιά ότι κατανοούμε τις ανησυχίες τους και επαναλαμβάνουμε, αν χρειαστεί, πληροφορίες ή εξηγήσεις που τους έχουμε ήδη δώσει, γιατί τα παιδιά συχνά δυσκολεύονται να δεχτούν ή να κατανοήσουν κάποιες από αυτές. Όταν τα παιδιά ρωτούν ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα, ψάχνουν για επιβεβαίωση.

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ
Ο πόλεμος και τα συνακόλουθά του, ως έννοιες, είναι τραυματικές για τα παιδιά. Όπως έγραψε η Judith Myers-Walls (2004), εκτός από τα παιδιά που ζουν σε εμπόλεμες ζώνες, τα οποία βιώνουν τις καταστροφικές συνέπειες του πολέμου, ο πόλεμος έχει βαρύτατες επιπτώσεις σε όλα τα παιδιά ανά τον κόσμο, ακόμα κι αν αυτά δεν μάθουν ποτέ γι’ αυτόν. Η έρευνα υποστηρίζει ότι υπάρχουν ορισμένες προσεγγίσεις που είναι πιο αποτελεσματικές, όταν μιλάμε στα παιδιά για τον πόλεμο ή την τρομοκρατία. Βασική αρχή του να μιλήσουμε ως ενήλικες στα παιδιά για αυτά τα θέματα είναι ότι όσο καλύτερα διαχειριζόμαστε εμείς τα συναισθήματά μας, τόσο καλύτερα θα συνεργαστούν μαζί μας τα παιδιά (Norris et al. 2002). Απώτερος σκοπός είναι να αισθανθούν τα παιδιά ασφαλή. Ας δούμε πώς θα το καταφέρουμε:

Εμποδίζουμε τα παιδιά να παρακολουθήσουν στην τηλεόραση σκηνές με βίαιο περιεχόμενο.
Όταν η επικαιρότητα βρίθει βίαιων γεγονότων, ζητάμε από τους γονείς να προσέχουν ώστε τα παιδιά να μην παρακολουθούν εκπομπές που προβάλλουν σκηνές βίας από πολεμικές ζώνες ή τρομοκρατικές επιθέσεις. Τους ζητάμε, επίσης, να φροντίσουν ώστε να τα απομακρύνουν από το χώρο όπου συζητούν με άλλους ενήλικες σχετικά θέματα. Ακόμη κι αν δείχνουν πως δεν παρακολουθούν, τα παιδιά απορροφούν σαν σφουγγάρι κάθε σχόλιο που θα ακούσουν, πράγμα που οδηγεί στην ανάπτυξη δυσβάσταχτων φόβων και σε νυχτερινούς εφιάλτες.

Αν αντιληφθούμε ότι το παιδί, καθώς παίζει, δραματοποιεί μια σκηνή που είδε στην τηλεόραση, παίζουμε μαζί του, επιδιώκοντας ένα ειρηνικό τέλος.
Για παράδειγμα, αν δούμε το παιδί να χτίζει ένα σπίτι με οικοδομικό υλικό και μετά το γκρεμίζει φωνάζοντας: «Το γκρέμισαν τα βομβαρδιστικά!», λέμε: «Τότε ήρθε η ώρα να το κτίσουμε μαζί πιο γερό και πιο ασφαλές!» και καθόμαστε για να βοηθήσουμε στην ανακατασκευή του.

Αν το παιδί μιλήσει για τρομοκρατικές ενέργειες που είδε ή άκουσε, εστιάζουμε στα συναισθήματα που εκφράζει.
Αν μετά την περιγραφή αυτού που είδε ή άκουσε το παιδί μας πει πως αισθάνεται φόβο, του λέμε: «Πολλά παιδιά, ακόμα και μεγάλοι άνθρωποι, αισθάνονται φόβο όπως κι εσύ. Αυτό που περιέγραψες είναι πραγματικά τρομακτικό». Δεν χρησιμοποιούμε κοινότοπες εκφράσεις του τύπου: «Μην ανησυχείς καθόλου» ή «Δεν υπάρχει τίποτα να φοβάσαι». Κάτι τέτοιο θα τα έκανε να αισθανθούν ότι δεν είμαστε σε θέση να τα καταλάβουμε πραγματικά και δεν θα μας εμπιστευόντουσαν ξανά. Ένας άλλος τρόπος για να απαλύνουμε το φόβο του παιδιού είναι να εστιάσουμε στην απόσταση. Τα μικρά παιδιά δεν γνωρίζουν αν η Συρία βρίσκεται δίπλα στην πόλη που ζουν, πολύ περισσότερο όταν η τηλεόραση τη φέρνει μέσα στο καθιστικό του σπιτιού τους, γι’ αυτό δείχνουμε σε ένα χάρτη την απόσταση που μας χωρίζει τόσο από τη Συρία όσο κι από τη βία. Τους λέμε πως χρειάζεται να ταξιδέψεις αρκετές ώρες με το αεροπλάνο για να φτάσεις σε αυτή τη χώρα.

Θυμίζουμε στα παιδιά πως οι περισσότεροι άνθρωποι είναι καλοί.
Γαληνεύουμε τους φόβους του παιδιού, λέγοντας πως ακόμα κι αν οι τρομοκράτες χρησιμοποιούν βία, οι περισσότεροι άνθρωποι πάνω στη γη δεν συμφωνούν ότι η βία είναι ο καλύτερος τρόπος για να λύνουμε τα προβλήματά μας. Τους θυμίζουμε πως, από όλους τους ανθρώπους πάνω στη γη, ελάχιστοι είναι τρομοκράτες και ότι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ευγενικοί και πολιτισμένοι και βρίσκουν ειρηνικούς τρόπους για να λύνουν τις διαφορές τους.

Διευκρινίζουμε λανθασμένες αντιλήψεις/ γενικεύσεις των παιδιών.
Αν αντιληφθούμε ότι τα παιδιά ταυτίζουν τους τρομοκράτες με μια μεγαλύτερη ομάδα ανθρώπων όπως, για παράδειγμα, οι Μουσουλμάνοι, τότε αξιοποιούμε αυτή την ευκαιρία για να μιλήσουμε με παιδιά για τις προκαταλήψεις και την ξενοφοβία.

Απαντάμε αποτελεσματικά τις ερωτήσεις των παιδιών που κρύβουν φόβο.
Μπορούμε εύκολα να ανιχνεύσουμε το φόβο στις ερωτήσεις που μας κάνουν τα παιδιά. Μπορεί να ρωτήσουν: «Μπορεί να συμβεί κι εδώ το ίδιο;». Δεν απαντάμε με ένα ξερό «Όχι». Δίνουμε λογικές απαντήσεις για να κάνουμε τα παιδιά να αισθανθούν ασφαλή. Θα μπορούσαμε, δηλαδή, να πούμε: «Χιλιάδες άνθρωποι εργάζονται σκληρά για να μας προστατεύουν όπως ο στρατός, η αστυνομία και πολλοί άλλοι. Δεν κινδυνεύουμε, με τόσους γύρω μας να μας προσέχουν». Αυτό που έχει σημασία, είναι τα παιδιά να φύγουν από αυτή τη συζήτηση με ένα αίσθημα ασφάλειας.

Η προσφορά βοήθειας σε αυτούς που το έχουν ανάγκη, αυξάνει το αίσθημα ασφάλειας των παιδιών.
Έχει αποδειχτεί ότι το να κάνουμε πράγματα για να βοηθήσουμε εκείνους που έχουν ανάγκη, επηρεάζει θετικά την ψυχολογία μας. Αξιοποιούμε, λοιπόν, αυτή την ευκαιρία για να βρούμε τρόπους να βοηθήσουμε αυτούς που το χρειάζονται. Ενθαρρύνουμε τα παιδιά να σκεφτούν πώς να συνεισφέρουν προς αυτή την κατεύθυνση, μετατρέποντας σε υγιή δράση και εκτονώνοντας τους φόβους και τα έντονα συναισθήματα.

Έχουμε πάντα υπόψη μας πως όταν υπάρχουν παιδιά με συμπτώματα που εμμένουν και καθιστούν δύσκολη την καθημερινότητά τους, τότε συζητάμε στους γονείς την ανάγκη να επισκεφθούν ειδικούς.

Τότα Αρβανίτη-Παπαδοπούλου
Σχολική Σύμβουλος 23ης Περιφέρειας Π.Α.
Διδάκτωρ Παιδαγωγικής Πανεπιστημίου Αθηνών
M.A. in Education Πανεπιστημίου Lancaster

Αδέλφια σε ξεχωριστό ή σε κοινό δωμάτιο; Οι παιδοψυχολόγοι απαντούν

Το ερώτημα είναι ένα νόμισμα με δύο όψεις…
Πρώτον τι κερδίζουν όταν κοιμούνται χώρια:
Τα παιδιά θα ήταν καλό να έχουν το δικό τους δωμάτιο (εφόσον υπάρχει
ο απαιτούμενος χώρος), που δεν θα το χρησιμοποιούν μόνο για να
κοιμούνται αλλά και για την ευχαρίστηση τους με τα παιχνίδια τους, την
ησυχία τους για να διαβάσουν ή την ασφάλεια τους όταν θέλουν να
απομονωθούν.
Ας δούμε αναλυτικά γιατί είναι σημαντικό το κάθε παιδί να έχει το
δικό του προσωπικό χώρο:

1). Καταρχήν, τα αδέρφια διαφορετικού φύλου το πιο πιθανό είναι να
διαφέρουν τα ενδιαφέροντα τους και τα παιχνίδια τους. Το ένα θα θέλει
να γεμίσει το δωμάτιο με αυτοκινητάκια και αφίσες ποδοσφαιριστών και
το άλλο με κούκλες και αφίσες με την αγαπημένη ηρωίδα. Το πιο
δύσκολο κομμάτι έγκειται όταν τα αδέλφια είναι σε μεγαλύτερη ηλικία και
δημιουργείται μία σεμνοτυφία που μπορεί να τα κάνει να νιώθουν άβολα.
2). Όταν τα αδέρφια είναι διαφορετικής ηλικίας, το ένα στο παιδικό
στάδιο και το άλλο στο εφηβικό στάδιο είναι σημαντικό να έχουν το δικό
τους δωμάτιο γιατί τα ενδιαφέροντα μπορεί να είναι διαφορετικά. Μία
τέτοια συγκατοίκηση, απαιτεί από το μεγαλύτερο παιδί να δείχνει
υπομονή και από το μικρότερο να σέβεται. Κάτι που δεν είναι κακό αλλά
δεν είναι πάντα εφικτό, και μπορεί να δημιουργήσει κάποιες
συγκρούσεις.
3). Μιας και αναφερθήκαμε στις συγκρούσεις μεταξύ των αδελφών, κάτι
που είναι φυσικό να γίνεται, προτιμότερο είναι να υπάρχει η δυνατότητα
του προσωπικού χώρου για να απομονωθούν τα αδέλφια, ώστε να
κλιμακωθεί η ένταση.
4).Τέλος, δεν αποκλείεται το ίδιο το παιδί να έχει επιθυμία να έχει το δικό
του δωμάτιο. Ωφέλιμο είναι, εφόσον υπάρχει ο χώρος οι γονείς να
σεβαστούν και να υλοποιήσουν την επιθυμία τους.
Δεύτερον τι κερδίζουν όταν κοιμούνται στο ίδιο δωμάτιο:
Παρόλα αυτά, όταν δεν υπάρχει διαθέσιμος χώρος και τα αδέλφια πρέπει
να μοιραστούν το ίδιο δωμάτιο, παρουσιάζει και αυτή η περίπτωση
κάποια θετικά οφέλη. Ειδικά αν μιλάμε για παιδιά ίδιας ηλικίας και φύλου.
1). Τα μικρά παιδιά ηλικίας μεταξύ δύο με δέκα ετών, πολλές φορές,
αντιμετωπίζουν κάποιες φοβίες με το σκοτάδι ή με τα «τέρατα» της
νύχτας! Το να είναι δύο μαζί, τους κάνει να νιώθουν πιο ασφαλή από το
να είναι μόνα τους. Νιώθουν δύο φορές πιο δυνατά για να
«πολεμήσουν» τα «τέρατα» που κρύβονται ανάμεσα στα παιχνίδια τους
ή κάτω από το κρεβάτι ή μέσα στην ντουλάπα .
2). Τα αδέλφια που μοιράζονται το ίδιο δωμάτιο, μαθαίνουν να αφήνουν
χώρο και στον άλλον. Διαπραγματεύονται τα όρια τους, και τους καθιστά
υπεύθυνους μέσα στον ίδιο τους το χώρο.
3). Έχοντας κοινό δωμάτιο, διπλασιάζεται η ποσότητα των διαθέσιμων
παιχνιδιών. Έτσι αφού έχει συζητηθεί (τα όρια που λέγαμε), τα παιδιά
έχουν πρόσβαση στη διπλάσια ποσότητα παιχνιδιών.
4). Τέλος, με το κοινό δωμάτιο τα παιδιά μαθαίνουν να σέβονται.
Σέβονται τα πράγματα τους, τους ρυθμούς τους, τις συνήθειες τους. Στο
μικρό προσωπικό χώρο του καθενός μπορεί να έχει τις προσωπικές
στιγμές του για να ξεκουραστεί, να χαλαρώσει και να σκεφτεί. Κάτι που
επιβάλλεται στο άλλο παιδί να σεβαστεί.
Σημαντικό είναι το κάθε παιδί να νιώθει άνετα, όμορφα και καλά στο
χώρο του. Είτε αυτό σημαίνει πως έχουν ξεχωριστά δωμάτια ή το ίδιο.
Θα βοηθούσε το καθένα να έχει την δικιά του ντουλάπα, το δικό του
συρτάρι, το δικό του κρεβάτι, το δικό του γραφείο, τα δικά του παιχνίδια.
Μια καλή ιδέα για να πραγματοποιηθεί, θα μπορούσε να βαφτεί σε
ξεχωριστά χρώματα η κάθε πλευρά…
Απόσπασμα από το βιβλίο «Οι γονείς ρωτούν Οι ψυχολόγοι απαντούν»,
της Anne Bacus.