H Ιστορικιστική Στροφή στη Φιλοσοφία της Επιστήμης

του Αντώνη Κύρου, καθηγητή Φυσικής του 4ου ΓΕΛ Ιωαννίνων “ΑΚΑΔΗΜΙΑ”


Λήψη αρχείου

“Πάνω σ’ έναν ξένο στίχο” (απόσπασμα), του Γιώργου Σεφέρη

Σκηνή στο λιμάνι με την αναχώρηση του Οδυσσέα από τη γη των Φαιάκων Gellée Claude,1646

[…]

Και παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι και πάλι, το
φάντασμα του Οδυσσέα, με μάτια κοκκινισμένα
από του κυμάτου την αρμύρα
κι από το μεστωμένο πόθο να ξαναδεί τον καπνό
που βγαίνει από τη ζεστασιά του σπιτιού του
και το σκυλί του που γέρασε προσμένοντας στη θύρα.

Στέκεται μεγάλος, ψιθυρίζοντας, ανάμεσα στ’
ασπρισμένα του γένια, λόγια της γλώσσας
μας, όπως τη μιλούσαν πριν τρεις χιλιάδες χρόνια.
Απλώνει μια παλάμη ροζιασμένη από τα σκοινιά
και το δοιάκι, με δέρμα δουλεμένο από το
ξεροβόρι, από την κάψα κι από τα χιόνια.

[…]

Το εμβληματικό αυτό ποίημα του Σεφέρη με την αδιόρατη ομοιοκαταληξία είναι παραλλαγή στον πρώτο στίχο του σονέτου «Το ωραίο ταξίδι» του Γάλλου ποιητή Ιωακείμ ντι Μπελαί (1525-1560) “Heureux qui, comme Ulysse, a fait un beau voyage”.

Πηγή

“Μικρός Τύμβος (17 Νοεμβρίου 1973)”, του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Κέντρο Λεξικολογίας (17/11/2025)

“Σώπα, μη μιλάς”, του Αζίζ Νεσίν

Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή
κοψ’ τη φωνή σου, σώπασε
κι επιτέλους
αν ο λόγος είναι άργυρος
η σιωπή είναι χρυσός.

Τα πρώτα λόγια, οι πρώτες λέξεις
που άκουσα από παιδί
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα
μου έλεγαν: «Σώπα».

Στο σχολείο μου έκρυψαν την αλήθεια τη μισή
και μου έλεγαν: «Εσένα τι σε νοιάζει; Σώπα!»
Με φιλούσε το πρώτο αγόρι
που ερωτεύτηκα και μου έλεγε:
«Κοίτα, μην πεις τίποτα, και σώπα!».

Κοψ’ τη φωνή σου, μη μιλάς, σώπαινε.
Κι αυτό βάστηξε μέχρι τα είκοσί μου χρόνια.
Ο λόγος του μεγάλου, η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στα πεζοδρόμια
«Τι σε νοιάζει, μου έλεγαν,
θα βρεις το μπελά σου, τσιμουδιά, σώπα».
Αργότερα φώναζαν οι προϊστάμενοι:
«Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις και σώπα».

Παντρεύτηκα κι έκανα παιδιά και τα έμαθα να σωπαίνουν.
Ο άντρας μου ήταν τίμιος κι εργατικός
κι ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή που του έλεγε «σώπα».
Στα χρόνια τα δίσεχτα οι γείτονες με συμβούλευαν:
«Μην ανακατεύεσαι, πες πως δεν είδες τίποτα και σώπα».
Μπορεί να μην είχαμε με δαύτους γνωριμία ζηλευτή
μας ένωνε όμως το «σώπα».

Σώπα ο ένας, σώπα ο άλλος, σώπα οι επάνω, σώπα οι κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι κι οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσα μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του «σώπα»,
και μαζευτήκαμε πολλοί,
μια πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη
αλλά μουγκή!
Πετύχαμε πολλά και φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε και παράσημα
κι όλα πολύ εύκολα, μόνο με το «σώπα».
Μεγάλη τέχνη αυτό το «σώπα».
Μάθε το στα παιδιά σου, στη γυναίκα σου και στην πεθερά σου
κι αν νιώθεις την ανάγκη να μιλήσεις, ξερίζωσε τη γλώσσα σου
και καν’ την να σωπάσει.
Κοψ’ τη σύρριζα.
Πέταξε την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο απ’ τη στιγμή
που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.
Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες, τύψεις κι αμφιβολίες.
Δεν θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου
και θα γλιτώσεις απ’ το βραχνά
να μιλάς χωρίς να μιλάς
να λες «έχετε δίκιο, είμαι με σας».

Αχ, πόσο θα ήθελα να μιλήσω ο κερατάς
και δεν θα μιλάς,
θα γίνεις φαφλατάς,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς.
Κόψε τη γλώσσα σου, κοψ’ την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια. Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις
κόψε τη γλώσσα σου.

Για να είσαι τουλάχιστον σωστός
στα σχέδια και τα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και παροξυσμούς
κρατώ τη γλώσσα μου
γιατί νομίζω πως θα έρθει η στιγμή
που δε θ’ αντέξω
και θα ξεσπάσω
και δε θα φοβηθώ
και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω
μ’ έναν φθόγγο
μ’ ένα τραύλισμα
με μια κραυγή
που θα μου λέει:
ΜΙΛΑ !

Πηγή

“Το Άξιον εστί” (απόσπασμα), του Οδυσσέα Ελύτη

Τόσο δεν αγγίζουν η φωτιά με το άχτι
που πένεται ο λαός μου
Του Θεού το στάρι στα ψηλά καμιόνια
το φόρτωσαν και πάει
Μες την έρμη κι άδεια πολιτεία μένει
το χέρι που μονάχα
Με μπογιά θα γράψει στους μεγάλους τοίχους
ΨΩΜΙ ΚΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Πηγή, Πηγή φωτογραφίας

Γράμματα στο μέλλον

Παρακολουθήστε το δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ “Γράμματα στο μέλλον”, από την Εκπαιδευτική Τηλεόραση, το οποίο, με ένα σύγχρονο τρόπο, αναφέρεται στα γεγονότα του Πολυτεχνείου του 1973.

Ένας νέος βρίσκει τυχαία ξεχασμένα γράμματα της μητέρας του από τις μέρες της εξέγερσης και μέσα από αυτά βιώνει μια πρωτόγνωρη συγκίνηση.

“CHE FECE… IL GRAN RIFIUTO”, του Κ. Π. Καβάφη

062 diadilotes ekso apo to polytehneio

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος το ’χει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα
πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησή του.
Ο αρνηθείς δεν μετανιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι —το σωστό— εις όλην την ζωή του.

Πηγή, Πηγή φωτογραφίας

“Το πιο παράδοξο απ’ όλα τα πλάσματα”, του Ναζίμ Χικμέτ

21 Φεβρουαρίου 1973. Aνεβασμένοι στην ταράτσα του κτιρίου, οι φοιτητές που κατέλαβαν για δυο μέρες τη Nομική Σχολή της Aθήνας απευθύνονται και καλούν σε συμπαράσταση τον αθηναϊκό λαό. Eίναι η πρώτη μαζική, δημόσια και ανοιχτή εκδήλωση των αντιδικτατορικών αισθημάτων των νέων και του λαού, η αρχή της πλημμυρίδας που κορυφώθηκε στα γεγονότα του Πολυτεχνείου και σάρωσε τη σκιά του τρόμου από τις καρδιές των Eλλήνων (φωτ.: N. Λ. Φλώρος), εφ. Καθημερινή, 1998

Σαν το σκορπιό είσαι, αδερφέ μου,
σαν το σκορπιό
μέσα σε μια μεγάλη νύχτα τρόμου.
Σαν το σπουργίτι είσαι, αδερφέ μου,
σαν το σπουργίτι
μέσα στις μικροσκοπικές σκοτούρες σου.
Εχ, σαν το στρείδι είσαι, αδερφέ μου,
σαν το στρείδι
το σφαλιγμένο και ήσυχο.
Tι τρομερός πούσαι, αδερφέ μου,
σα στόμιο σβησμένου ηφαίστειου.
K’ ένας δεν είσαι, αλλοίμονο,
δεν είσαι πέντε
δεν είσαι μήτε και μιλιούνια.
Σαν πρόβατο είσαι, ω αδερφέ μου.
Όταν ο μπόγιας, το τομάρι σου ντυμένος,
όταν ο μπόγιας σηκώνει το ραβδί του ο μπόγιας,
βιάζεσαι να χωθείς μες στο κοπάδι
και τρέχοντας τραβάς για το σφαγείο,
τρέχοντας, κι από πάνου με καμάρι.
Eίσαι το πιο παράδοξο πλάσμα του κόσμου,
πιότερο ακόμα κι απ’ το ψάρι
που ζει μέσα στη θάλασσα χωρίς να το γνωρίζει.
Kι αν είναι δω στη γης τόση μιζέρια
είναι από σένανε, αδερφέ μου,
Aν είμαστε έτσι πεινασμένοι κ’ έτσι τσακισμένοι
Aν είμαστε γδαρμένοι ως το μεδούλι
και πατημένοι σαν τσαμπιά να δώσουμε όλο το κρασί μας,
Tάχα θα πω πως είναι από δικό σου φταίξιμο; – όχι,
Όμως και συ, αδερφέ μου, φταις καμπόσο.

[1948] 

Απόδοση Γιάννη Ρίτσου, NAZIM XIKMET ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ, Χρίστος Αλεξίου 

Αφιέρωμα: Η Εξέγερση του Πολυτεχνείου 1973


Λήψη αρχείου

Από το αφιέρωμα του περιοδικού Επτά Ημέρες της εφ. Η Καθημερινή (15/11/1998) για την επέτειο του Πολυτεχνείου: “Πολυτεχνείο: 25 χρόνια μετά”

Πηγή: Φωτόδεντρο

“Αγαμέμνων”(απόσπασμα), του Γιάννη Ρίτσου

Paylos Mathiopoylos 1876 1956 Meta th brochh sthn odo Basilisshs Sofias p. 1900 Ladi se moysama 50 x 85 ek. Syllogh Idrymatos E. Koytlidh Ethnikh Pinakothhkh
Παύλος Μαθιόπουλος (1876 – 1956), Μετά τη βροχή στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας, π. 1900, Λάδι σε μουσαμά, 50 x 85 εκ., Συλλογή Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη, Εθνική Πινακοθήκη

Πώς αφήσαμε τις ώρες μας και χάθηκαν, πασχίζοντας ανόητα
να εξασφαλίσουμε μια θέση στην αντίληψη των άλλων. Ούτε ένα
δικό μας δευτερόλεπτο, μέσα σε τόσα μεγάλα καλοκαίρια, να δούμε
τον ίσκιο ενός πουλιού πάνω στα στάχυα — μια μικρή τριήρης
σε μια πάγχρυση θάλασσα· — μπορεί μ’ αυτήν ν’ αρμενίζαμε
για έπαθλα σιωπηλά, για κατακτήσεις πιο ένδοξες.

Γιάννης Ρίτσος. [1972] 2009. Ποιήματα ΣΤ΄: Τέταρτη διάσταση (1956–1972). 25η έκδ. Αθήνα: Κέδρος

Πηγή