Όμορφη λέξη της ημέρας: Νοσταλγία

Νοσταλγία. Μια από τις ωραιότερες – νοηματικά αλλά και ηχητικά – ελληνικές λέξεις. Ωστόσο, παρά τα αρχαιοελληνικά της συνθετικά, δεν πλάστηκε αρχικά στην ελληνική γλώσσα. Μαρτυρείται πρώτη φορά στα τέλη τού 17ου αιώνα σε ιατρική διατριβή γραμμένη στα Λατινικά ως “nostalgia” (πβ. γαλλ. nostalgie, γερμ. Nostalgie), λέξη σύνθετη από τις λέξεις
◆ “νόστος” «επιστροφή (στην πατρίδα)», και
◆ “άλγος” «πόνος».
Ως ιατρικός όρος αναφερόταν σε μια ψυχική νόσο που εκείνη την εποχή τη θεωρούσαν τόσο επικίνδυνη, ώστε μπορούσε να επιφέρει ακόμη και τον θάνατο: τη βαριά μελαγχολία που είχαν άνθρωποι, οι οποίοι ζούσαν για λόγους ανάγκης μακριά από την πατρίδα τους (μισθοφόροι, υπηρέτες κ.ά.), εξαιτίας τής ανησυχίας τους μήπως δεν καταφέρουν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους.
Η λέξη αποσυνδέθηκε αργότερα από την ιατρική σημασία και συνδέθηκε γενικότερα με καταστάσεις και δραστηριότητες που προκαλούν έντονη επιθυμία επιστροφής στην πατρίδα (π.χ. τραγούδια που ανακαλούν μνήμες κ.ά.) και αποτέλεσε βασικό στοιχείο τού ρομαντισμού. Από εκεί προέκυψε η σημασία με την οποία γνωρίζουμε τη λέξη σήμερα (π.χ. νοσταλγία για παλιές εποχές, για καταστάσεις τού παρελθόντος κ.λπ.).
Στη σημασία αυτή υπάρχουν τουλάχιστον 3 σημασιολογικά χαρακτηριστικά:
~ Το παρελθόν
~ Η οδύνη
~ Η επιστροφή
Σταδιακά όμως σημασία της λέξης άρχισε να γενικεύεται ώστε να σημαίνει γενικά έντονη επιθυμία, και άρχισε να αποβάλλει διάφορα σημασιολογικά χαρακτηριστικά.
☛ Έπαψε να συνδέεται με το παρελθόν (έτσι λέμε πχ. «Έχω νοσταλγήσει το σπίτι μου στο χωριό» – εδώ είναι η διαφορά τόπου και όχι χρόνου, που γίνεται πηγή νοσταλγίας)
☛ Έπαψε να εμπεριέχει οδύνη (λέμε π.χ. έχω νοσταλγήσει ένα παγωτό)
ΠΟΤΕ όμως δεν έπαψε να περιέχει την έννοια της “επιστροφής” σε κάτι που έχουμε ήδη βιώσει. Είτε νοσταλγείς μια εποχή, είτε ένα πρόσωπο, είτε ένα φαγητό, ο λόγος της νοσταλγίας είναι ότι επιθυμείς να ξαναζήσεις τα θετικά βιώματα που συνδέονται με αυτό, και τα οποία έχεις ζήσει με κάποιο τρόπο κάποια στιγμή στο παρελθόν.
Επίσης, ποτέ δεν αναφέρεται σε καινούργιες εμπειρίες. Ακριβώς σε αυτό διαφέρει από άλλα ρήματα που δηλώνουν έντονη επιθυμία, όπως π.χ το «λαχταρώ». Κάποιος π.χ. μπορεί να «λαχταράει να γίνει γιατρός» αλλά δεν «νοσταλγεί να γίνει γιατρός»…
Μπορεί λοιπόν να συνδέεται με το παρελθόν ή με το μέλλον, αλλά πάντα με μια συγκεκριμένη προοπτική
❧ την ε π ι σ τ ρ ο φ ή.
Θα λέγαμε ότι κατά εντελώς παράδοξο τρόπο, η ετυμολογική αφετηρία της λέξης (ο «νόστος»), αν και είναι εντελώς αδιαφανής πλέον ετυμολογικά, ωστόσο ως σημασία έχει επιζήσει ακέραια μέσα στον νοηματικό και εκφραστικό πυρήνα της λέξης.
Στο φως αυτών των παρατηρήσεων, διαπιστώνει κανείς πόση τρυφερότητα και ποιητικότητα μπορούν να αποκτήσουν εκφράσεις π.χ. μιας γιαγιάς που λέει στην κόρη ή στον γιο της «Έχω νοσταλγήσει τα παιδιά». Το “νοσταλγώ” παρουσιάζει την επιθυμία για κάποιον ως ανάγκη επιστροφής του…
Δεν είναι αλήθεια ότι πρόκειται για μια από τις ωραιότερες και πιο εκφραστικές ελληνικές λέξεις;
Πηγή: Κέντρο Λεξικολογίας (17/1/2026)
Ο Πολιούχος των Ιωαννίνων Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος
Με αφορμή τον εορτασμό της μνήμης του πολιούχου των Ιωαννίνων, Αγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου, στις 17 Ιανουαρίου, σας προσκαλούμε να παρακολουθήσετε την ταινία μικρού μήκους «Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος ο εν Ιωαννίνοις – Το “σημείον” της ελευθερίας», παραγωγής της Σχολικής Βιβλιοθήκης του 4ου ΓΕΛ Ιωαννίνων – «Ακαδημία», η οποία υλοποιήθηκε κατά το σχολικό έτος 2024–2025 στο πλαίσιο δράσης εξωστρέφειάς της.
“Η έρημος και ο καθρέφτης”, του Γιώργη Παυλόπουλου

Υπάρχει, λένε, στην έρημο ένας καθρέφτης.
Αν πας εκεί και κοιτάξεις
θα ιδείς σε μια στιγμή
το αληθινό σου πρόσωπο
τις μορφές που άλλαξες στα χρόνια που περάσαν
θα ιδείς τους άλλους που ήσουν εσύ
και τους λησμόνησες και χάθηκαν
μέσα στου εαυτού σου το σκοτάδι.
Μα εγώ που πήγα εκεί σας λέω
κανένας καθρέφτης δεν υπάρχει.
Η έρημος είναι ο καθρέφτης
και τίποτα δεν προφτάνεις να κοιτάξεις.
Φυσάει εκεί όλο φυσάει
το πρόσωπό σου τρίβεται γρήγορα όπως ο άμμος
χάνεις τα μάτια σου
και δεν θα ιδείς ποτέ ποιος ήσουν.
(από την ποιητική ανθολογία «Ποιήματα 1943-2008», εκδ. Κίχλη)
“Ανοιχτή επιστολή σε έναν νέο για την πορεία του στη ζωή”, του Αντρέ Μορουά

Ο άνθρωπος που ομφαλοσκοπεί
βρίσκει πάντα χίλιους λόγους
για να είναι δυστυχής.
Ποτέ δε θα έχει κάνει
όλα όσα θα ήθελε και όφειλε να κάνει,
ποτέ δε θα έχει αποκτήσει
όσα θεωρεί ότι έπρεπε να αποκτήσει,
και σπανίως θα τον έχουν αγαπήσει
όσο ο ίδιος ονειρεύτηκε να αγαπηθεί.
Αν αρχίσει να αναμοχλεύει το παρελθόν,
θα νιώσει ματαίως τύψεις κι ενοχές.
”Τα λάθη μας
είναι προορισμένα για τη λήθη
και αυτό είναι το μόνο που τους αρμόζει.”
Αντί λοιπόν να διαγράφετε ένα παρελθόν
που τίποτα δε μπορεί να το καταργήσει,
προσπαθήστε να οικοδομήσετε ένα παρόν
για το οποίο θα είστε, κάποια μέρα,
υπερήφανος.
Απόσπασμα, ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΕ ΕΝΑΝ ΝΕΟ Για την πορεία του στη ζωή, Μετάφραση: Ελένη Καρρά, 2017, Εκδόσεις Ροές
“Η τσουκνίδα και η τριανταφυλλιά”, του Νίκου Καζαντζάκη
Μιά μέρα, είπε, οι τσουκνίδες ρώτησαν την τριανταφυλλιά: «Κυρα-τριανταφυλλιά, δε μας μαθαίνεις κι εμάς το μυστικό; Πως φτιάχνεις το τριαντάφυλλο;» Κι η τριανταφυλλιά αποκρίθηκε: «Πολύ απλό ’ναι το μυστικό μου, αδερφές μου τσουκνίδες· αλάκερο το χειμώνα δουλεύω με υπομονή, μ’ εμπιστοσύνη, με αγάπη το χώμα, κι ένα μονάχα έχω στο νού μου, το τριαντάφυλλο. Με δέρνουν οι βροχές, με συρομαδούν οι ανέμοι, με πλακώνουν τα χιόνια, μα εγώ μονάχα ένα έχω στο νου μου, το τριαντάφυλλο. Αυτό ’ναι το μυστικό μου, αδερφές μου τσουκνίδες.»
Νίκος Καζαντζάκης, ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ, Εκδόσεις Καζαντζάκη, σελ. 469
«Ελπίδα», του Friedrich von Schiller
Μιλούνε κι ονειρεύονται οι άνθρωποι πολύ
Για ημέρες πιο καλές που μέλλουνε να ‘ρθουνε.
Προς τέρμα αίσιο, που ολόχρυστο ακτινοβολεί,
Να τρέχουνε τους βλέπεις να το κυνηγούνε.
Ο κόσμος θα γίνει παλιός και πάλι νέος θα γίνει
Μα ελπίδα πάντα ο άνθρωπος στο πιο καλό θα δίνει!
(απόσπασμα)

FRIEDRICH SCHILLER (Μάρμπαχ 1759 – Βαϊμάρη 1805). Γερμανός ρομαντικός ποιητής και δραματουργός. Φοίτησε στη Στρατιωτική Ακαδημία της Βυρτεμβέργης, όπου σπούδασε αρχικά νομικά και αργότερα ιατρική. Εργάστηκε για ένα διάστημα ως βοηθός στρατιωτικού χειρουργού στη Στουτγάρδη και περίπου δύο χρόνια ως δραματουργός στο θέατρο του Μάνχαϊμ. Αργότερα δίδαξε ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Ιένας. Πέθανε από φυματίωση.
Έγραψε λυρικά ποιήματα (μπαλάντες, σονέτα κ.λπ.), πολλά από τα οποία μελοποιήθηκαν. Από τα θεατρικά του έργα ξεχωρίζουν τα δράματα: Οι ληστές (1782), Ραδιουργία και έρωτας (1783), η ιστορική τριλογία με γενικό τίτλο Βαλλενστάιν (1793-99), Μαρία Στιούαρτ (1800) και Γουλιέλμος Τέλλος (1804).
«Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Σιωπηλή Αθανασία», του π. Θωμά Ανδρέου

Ήταν ξημερώματα της 3ης Ιανουαρίου του 1911, όταν στο ομορφονήσι της Σκιάθου, την πατρίδα που τον γέννησε, έσπευδε να αναπαυθεί από τον μόχθο της ζωής ο ανεπανάληπτος και αξεπέραστος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ο αγαπημένος διδάσκαλος της τέχνης του λόγου, που κατάφερε να μετατρέψει την πένα του σε χρωστήρα, με τον οποίο ζωγράφισε ήθη, έθιμα και παραδόσεις αυτού του τόπου. Πέθανε ήσυχα στο φτωχικό σπίτι που πρωτόδε το φως του ήλιου το 1851, φτωχός και σχεδόν ξεχασμένος, αυτός για τον οποίο έμελλε αργότερα ο Κωνσταντίνος Καβάφης να πει πως αποτελεί «την κορυφή των κορυφών». Όσο ζούσε, λίγοι κατάφεραν να τον σπουδάσουν. Αφότου πέθανε —αυτή είναι η μοίρα των αληθινά μεγάλων— κατέκτησε τη θέση του μεγαλύτερου των λογοτεχνών της νεότερης ελληνικής Ιστορίας. Τα έργα του, αποσωσμένα από την καταστροφική άγνοια της αξίας τους —αφού κάποια εξ αυτών χρησιμοποιήθηκαν ως προσάναμμα από τις αδελφές του στο παγωμένο φτωχικό τους— έγιναν γνωστά στην οικουμένη, μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και ενέπνευσαν γενιές νεότερων, χωρίς ποτέ να συγκριθούν μαζί του.
Ο Παπαδιαμάντης υπήρξε γνήσιος εκφραστής μιας παράδοσης που χάθηκε στον χρόνο και από την οποία απομένει η νοσταλγική θύμηση στα έργα του. Θρησκεύει αληθινά, όχι ως ηθικολόγος, αλλά ως άνθρωπος της Εκκλησίας, χωρίς όμως να εμποδίζεται στο να αποδομεί ό,τι αλλοιώνει την παράδοση αυτή, την οποία γνώρισε από τη νηπιακή του ηλικία, σε ένα νησί που η φιλοκαλική ευωδία που ανέδιδε το καθιστούσε αγιασμένο και ξεχωριστό.
Ξεχωρίζει, πάνω απ’ όλα, για την αγάπη του προς τον άνθρωπο, μια αγάπη που απορρέει από την αληθινή και βιωμένη αγάπη του προς τον Θεό. Οι ήρωές του δεν είναι ιδεατοί· είναι άνθρωποι με πάθη, αδυναμίες, πτώσεις και πληγές, τις οποίες ο Παπαδιαμάντης δεν εξωραΐζει ούτε δικαιολογεί. Τους προσεγγίζει με συμπόνια, βλέποντας σε αυτούς όχι το σφάλμα, αλλά το πρόσωπο, την εικόνα του Θεού που υποφέρει.
Στα διηγήματά του συναντά κανείς ανθρώπους ταπεινούς, σημαδεμένους από τη φτώχεια, την κοινωνική αδικία και την εγκατάλειψη, όχι όμως αποκομμένους από την ελπίδα. Στο «Όνειρο στο κύμα», η αθωότητα της νεότητας και ο ανεκπλήρωτος έρωτας φωτίζονται από το αιγαιοπελαγίτικο φως, αφήνοντας μια μνήμη πονεμένη αλλά καθαρτική. Στη «Φόνισσα», χωρίς να δικαιώνει το έγκλημα, ο συγγραφέας στέκεται με οίκτο μπροστά στη Φραγκογιαννού, φωτίζοντας τις κοινωνικές και υπαρξιακές συνθήκες που συνέθλιψαν την ανθρώπινη ψυχή, την οποία στο τέλος αφήνει να σταθεί μετέωρη ανάμεσα στη Θεία και την ανθρώπινη δικαιοσύνη…
Χαρακτηριστική είναι η μορφή του γέρο-Φραγκούλα στο διήγημα «Ο ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου», ο οποίος θρηνεί την άτυχη Κούμπο, που φεύγει από τη ζωή με το παράπονο του χωρισμού των γονιών της. Μέσα στον πόνο του βρίσκει παρηγοριά στον ταπεινό ναΐσκο της Παναγίας της Πρέκλας, όπου, ψάλλοντας με δάκρυα τον παρακλητικό Της Κανόνα, εναποθέτει όσα έζησε και όσα έχασε. Εκεί, ο ανθρώπινος καημός συναντά τη μητρική στοργή της Θεοτόκου.
Η ίδια φιλάνθρωπη ματιά διατρέχει το «Στο Χριστό στο Κάστρο», όπου οι φτωχοί χωρικοί, μέσα στο κρύο και τον φόβο, ανηφορίζουν για να λειτουργηθούν τα Χριστούγεννα, αποκαλύπτοντας τη βαθιά ανάγκη του ανθρώπου για παρηγοριά και Θεία κοινωνία. Στα «Χριστούγεννα του τεμπέλη», ο περιθωριοποιημένος ήρωας δεν απορρίπτεται, αλλά περιβάλλεται από κατανόηση και λεπτή στοργή, ενώ σε πλήθος άλλων διηγημάτων ο Παπαδιαμάντης στέκεται με σεβασμό απέναντι στη μοναξιά, την αποτυχία και τον ανεκπλήρωτο πόθο.
Η γλώσσα του, ιδιότυπο κράμα καθαρεύουσας και δημοτικής, λειτουργεί ως μυσταγωγία. Μέσα από αυτήν αντηχούν οι ήχοι των κυμάτων, οι καμπάνες και τα τροπάρια, κάνοντας τον λόγο του να μοιάζει περισσότερο με προσευχή παρά με αφήγηση.
Τα τελευταία του χρόνια τα πέρασε όπως έζησε: λιτά, σιωπηλά, σχεδόν αθέατα. Επιστρέφοντας οριστικά στη Σκιάθο, εξαντλημένος από τη φτώχεια και την ασθένεια, εγκαταστάθηκε στο πατρικό του σπίτι, με το σώμα καταπονημένο, αλλά το πνεύμα ειρηνευμένο.
Ξημερώματα της 3ης Ιανουαρίου 1911, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης παρέδωσε ήσυχα την ψυχή του, έχοντας κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων, χωρίς θόρυβο, χωρίς ανθρώπινη δόξα, όπως ακριβώς έζησε. Έφυγε σιγοψάλλοντας το Δοξαστικό της Θ΄ Ώρας των Μεγάλων Ωρών των Θεοφανείων: «Τὴν χεῖρά σου τὴν ἁψαμένην, τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου…».
Έφυγε φτωχός στα υλικά, αλλά πλούσιος σε λόγο και αλήθεια, αφήνοντας πίσω του όχι μόνο κείμενα, αλλά έναν τρόπο να βλέπει κανείς τον άνθρωπο με συμπόνια και τον κόσμο με ταπεινή αγάπη. Ο θάνατός του δεν υπήρξε τέλος, αλλά σιωπηλή αρχή μιας αθανασίας που ο ίδιος ποτέ δεν επεδίωξε…
Πηγή: Ιερατικοί Στοχασμοί
“Η μαγεία του Παπαδιαμάντη”, του Οδυσσέα Ελύτη

Ο Παπαδιαμάντης εστάθηκε απατηλός. Και απέχει τόσο από την εικόνα που δίνει ο ίδιος για τον εαυτό του όσο απέχει, θα λέγαμε, η ολιγάρκειά του από τον ασκητισμό.
Η ποιητική νοημοσύνη του Παπαδιαμάντη διατρέχει τις σελίδες του, συνεγείρει και μαγνητίζει τις λέξεις, τις υποχρεώνει να συναντηθούν σε μια φράση όπως ο αέρας τα λουλούδια σ’ έναν αγρό. Στον μισό και πλέον αιώνα που μας χωρίζει από το θάνατο του Παπαδιαμάντη τ’ αντιστύλια του οικοδομήματός του έπεσαν ένα προς ένα. Η αγρατική φάση πέρασε στη βιομηχανική, το χωριό στην πολιτεία, ο χριστιανός στον άπιστο.
Μια μέρα το παρελθόν θα μας αιφνιδιάσει με τη δύναμη της επικαιρότητάς του. Δε θα ‘χει αλλάξει εκείνο αλλά το μυαλό μας. Ένα ψήλωμα νοητό, που θα χρειαστεί να το ξανανεβούμε για να εκτιμήσουμε σωστά τις διαστάσεις των πραγμάτων γύρω μας. Από ένα τέτοιο ψήλωμα είναι που πρέπει να θεωρήσουμε και τη χώρα του Παπαδιαμάντη.
Nα πού βρίσκεται η αληθινή μαγεία του Παπαδιαμάντη. Δε ζητά να τεντώσει τα νεύρα μας, να σείσει πύργους και να επικαλεστεί τέρατα. Οι νύχτες του, ελαφρές σαν το γιασεμί, ακόμη κι όταν περιέχουν τρικυμίες, πέφτουν επάνω στην ψυχή μας σαν μεγάλες πεταλούδες που αλλάζουν ολοένα θέση, αφήνοντας μια στιγμή να δούμε στα διάκενα τη χρυσή παραλία όπου θα μπορούσαμε να ‘χαμε περπατήσει χωρίς βάρος, χωρίς αμαρτία. Είναι εκεί που βρίσκεται το μεγάλο μυστικό, αυτό το “θα μπορούσαμε” είναι ο οίακας που δε γίνεται να γυρίσει, μόνο μας αφήνει με το χέρι μετέωρο ανάμεσα πίκρα και γοητεία, προσδοκώμενο και άφταστο. Σα να ‘χανε ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί του κόσμου…
Δε θα καταδεχθεί τα διπλώματα. Δε θα επιζητήσει να γίνει υπάλληλος. Δε θα καταφύγει στην προστασία κανενός. Δε θα εκμεταλλευθεί καμιάν ευκαιρία για να βγάλει χρήματα. Δε θα κυνηγήσει δόξες. Ένα καμαράκι γυμνό, ένα μπαλωμένο επανωφόρι, το κρασί, ο χαλβάς, οι ελιές και αυτό είναι όλο.
Λησμονούμε ότι, χωρίς αγαθά υλικά, ο χώρος ο ανθρώπινος ήτανε τόσο αδειανός, που το θαύμα χωρούσε πιο εύκολα.
Ο Ελύτης γράφει το 1976, το δοκίμιο “Η μαγεία του Παπαδιαμάντη”, Ερμής (αποσπάσματα)






