Αλεξάντρ Σολζενίτσιν (11 Δεκεμβρίου 1918 – 2008)

“Όλος ο ανθρωπισμός κλεισμένος σε έναν καρπό, διότι ο πυρήνας του είναι η αγάπη για τον άνθρωπο. Το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας αυτού του χρόνου έχει προσφερθεί στον κήρυκα ενός τέτοιου ουμανισμού” ήταν η προσφώνηση της Σουηδικής Ακαδημίας κατά την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Σολζενίτσιν.

Aleksandr Solzhenitsyn signature.svg
Η υπογραφή του Aleksandr Solzhenitsyn

Ο Αλεξάντρ Ισάγεβιτς Σολζενίτσιν (ρωσικά: Алекса́ндр Иса́евич Солжени́цын‎‎ · Κισλοβόντσκ, 11 Δεκεμβρίου 1918 – Μόσχα, 3 Αυγούστου 2008) ήταν Ρώσος μυθιστοριογράφος, ιστορικός και διηγηματογράφος.

Είναι γνωστός κυρίως για τα ημιαυτοβιογραφικά έργα του Μια μέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς και Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ. Τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1970.

Το πρώτο του μυθιστόρημα έχει τίτλοΠρώτος Κύκλος, γράφτηκε από το 1955 έως το 1964 και θεωρείται από ορισμένους ως το καλύτερό του. Δημοσιεύτηκε το 1968. Είναι μυθιστόρημα χωρίς ήρωα κι αυτός που πρωταγωνιστεί είναι η σκλαβιά, η αδυναμία μιας ομάδας ανθρώπων να μπορούν να βγουν από το δεσμωτήριό τους. Πρόκειται για το Ινστιτούτο Απόρρητων Μελετών που εδρεύει στο Μαβρίνο, προάστειο της Μόσχας. Είναι το Ερευνητικό Κέντρο της Μυστικής Αστυνομίας, στο οποίο εργάστηκε για λίγο κι ο Σολζενίτσιν. Βασικό θέμα του μυθιστορήματος είναι το ηθικό δίλλημα των έγκλειστων επιστημόνων, που πρέπει να αποφασίσουν αν θα συνεργαστούν με τις Αρχές για την κατασκευή οργάνων μυστικής παρακολούθησης πολιτών για τη χειραγώγηση του ρωσικού λαού, ώστε να εκτίσουν την ποινή τους σε ανθρώπινες συνθήκες εργασίας, ή, θα αρνηθούν, με αποτέλεσμα να επιστρέψουν στις βάναυσες συνθήκες εργασίας των Γκούλαγκ. Ο Βολόντιν (που είναι ένας από τους πιο συμπαθείς ήρωες του μυθιστορήματος) ειδοποιεί έναν συνεργάτη του ώστε να προλάβει και να μην συλληφθεί. Πράγμα που το καταφέρνει, με συνέπεια, όμως, να συλληφθεί ο ίδιος. Ο Νέρζιν, το alter ego του Σολζενίτσιν, όταν μαθαίνει το αντικείμενο της εργασίας για το οποίο τον μετέφεραν στο Ινστιτούτο (ως μαθηματικός επιστήμονας που είναι), ζητάει να επιστρέψει ξανά πίσω στο στρατόπεδο, στα Γκούλαγκ. Και οι δύο αυτές πράξεις θυσίας απηχούν την αντίληψη που έχει ο ίδιος ο Σολζενίτσιν, ο οποίος θεωρεί τη θυσία την ανώτερη των αρετών. Η υπόθεση διαρκεί μόλις τρεις ημέρες του 1949 και η δράση είναι στατική και πολυπρόσωπη.

Πηγή

“Αγάπες”, του Κωστή Παλαμά

Ἄλλοι ἀγαπᾶν τὰ ντροπαλὰ καὶ τὰ μικρούλια,
μέσ᾿ στὰ κλουβιὰ γλυκοταΐζουν τὰ πουλάκια,
μὲ τοῦ περιβολιοῦ στολίζονται τὰ γιούλια,
καὶ πίνουν τὸ νερὸ ποὺ κελαϊδεῖ στὰ ρυάκια.

Εὐφραίνουν ἄλλους γύρω στῆς γωνιᾶς τὰ θράκια
τὰ παραμύθια· ἄλλοι γρικᾶν τὰ νυχτοπούλια
καὶ σπαρταρᾶν· κι ἄλλοι, τρανοῦ καημοῦ σκλαβάκια,
λιβάνι καῖνε ἁγνὸ στῆς ὀμορφιᾶς τὴν πούλια.

Κι ἄλλοι βαθιοὺς διψᾶν τοὺς ἴσκιους μέσ᾿ στὰ δάση,
καὶ σεντεφένια τὴν αὐγή, καὶ ματωμένη
τὴ δύση, τὴ γυμνὴ ἐρημιὰ φωτοκαμένη·

ἐσένα ἀγάπη δὲ σὲ δένει μὲ τὴν πλάση·
ἐκεῖ ποὺ σμίγ᾿ ἡ θάλασσα μὲ τὸν αἰθέρα
δρόμο ζητᾶς γιὰ νὰ διαβῆς· νὰ φύγης πέρα!

1896

Ἀσάλευτη ζωή, 1904, Ἅπαντα, τόμ. Γ´, σελ. 29

Πηγή

”To ζεστό ρούχο της μοναξιάς μου”, του Κριστιάν Νίρκα

“Φορούσα το ζεστό ρούχο της μοναξιάς μου
όταν με κρύωναν οι άνθρωποι τριγύρω….
Δεν ένιωσα όμως ποτέ μου μόνος.
Παρέα μου, οι λέξεις, οι εικόνες, οι ήχοι.
Οι ήρωες που έχτιζα στο μυαλό μου,
τα σενάρια, τα ταξίδια στους λαβυρίνθους της φαντασίας και των συναισθημάτων.
Ήμουν τόσο ίδιος και κοινός, τόσο μικρός στον κόσμο,
μα ένιωθα μεγάλος με τους κόσμους που κουβαλούσα μέσα μου.”

(via ITravelPoetry)

Ήξερες ότι… από την παράδοση των χαϊκού

Οι μεταφράσεις προέρχονται από τις εκδόσεις: Γιώργος Μπρούνιας, 91 Ιαπωνικά ποιήματα συν 1,
Το Ροδακιό, Αθήνα 2004 και Ο κόσμος της πάχνης, 43 χαϊκού του Μ. Μπάσο και του Κ. Ίσσα,
μτφρ. Διονύσης Καψάλης, Άγρα, Αθήνα 2004

Το χαϊκού είναι ένα ποιητικό είδος της Άπω Ανατολής με κύρια χαρακτηριστικά τη συντομία, την αυστηρή φόρμα και τον έντονα φυσιολατρικό/φυσιοκρατικό χαρακτήρα. Η δομή των παραδοσιακών χαϊκού περιλαμβάνει 3 στίχους και 17 συλλαβές (5-7-5 συλλαβές ανά στίχο), και υποχρεωτικά την «εποχιακή λέξη» (kigo), που υποδεικνύει την αφορμή της έμπνευσης (συνήθως μια εποχή του χρόνου ή ένα «στιγμιότυπο» του φυσικού κόσμου). Πρόκειται για ποίηση εξαιρετικής πυκνότητας, εκλεπτυσμένης ευαισθησίας και φαντασίας, που στηρίζεται σε μια οργανική αντίληψη του Κόσμου (το όλον βρίσκεται στο ελάχιστο, στη λεπτομέρεια). Η ποίηση αυτή λειτουργεί με τους νόμους της «συναισθησίας» –την «ανάμειξη», δηλαδή, όλων των αισθήσεων–, συνταυτίζοντας παράλληλα τον φυσικό με τον ανθρώπινο ψυχικό κόσμο στο πλαίσιο της κοσμικής Αρμονίας. Στη Δύση το χαϊκού γνωρίζει μεγάλη διάδοση από τα μέσα του 20ού αιώνα. Η εκτός Ιαπωνίας παραγωγή συχνά παρεκκλίνει ως προς τη δομή (οι δυτικές μεταφράσεις των γιαπωνέζικων χαϊκού δεν τηρούν πάντα την 17σύλλαβη πειθαρχία), αλλά και τη θεματολογία, η οποία προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά του τόπου στον οποίο δημιουργεί ο κάθε ποιητής, όπως φαίνεται από τα παρακάτω αντιπροσωπευτικά δείγματα γιαπωνέζικων (από μετάφραση) και ελληνικών (πρωτότυπων) χαϊκού.

Πηγή: Ο λόγος ανάγκη της ψυχής, ΠΙΚ, σελ. 22-23

“Κοιμάται η λίμνη”, του Πέντσο Σλαβέικοφ

Κοιμάται η λίμνη˙ ασπρόκορμες οξιές
με τα στριφτά κλαδιά τους πάνω της λυγίζουν
και ένα δίχτυ από ήλιο και σκιές
τα σιωπηλά βαθιά νερά της καθρεφτίζουν.
Ριγούνε, ψιθυρίζουν οι ασπρόκορμες οξιές
μ’ αυτή, ασάλευτη, μήτε σκιρτάει…
Μονάχα τον καθρέφτη της στιγμές στιγμές
αίφνης το φύλλο πέφτοντας ξυπνάει.

Από τη συλλογή Όνειρο ευτυχίας (1907), μτφρ. Δημήτρης Άλλος. Αίμος. Ανθολογία Βαλκανικής Ποίησης,
Οι Φίλοι του περιοδικού «ΑΝΤΙ», Αθήνα 2007

«Τι είπε ο Κεραυνός» (απόσπασμα), του Τ.Σ. Έλιοτ

Ποιος είναι ο τρίτος που περπατεί πάντα
στο πλάι σου;
Όταν μετρώ, είμαι μονάχα εγώ και συ μαζί μου
Μα όταν κοιτάζω εμπρός τον άσπρο δρόμο
Υπάρχει πάντα κάποιος που περπατεί στο πλάι σου
Γλιστρώντας τυλιγμένος σε καστανό μανδύα,
Κουκουλωμένος
Αν είναι άντρας αν είναι γυναίκα δεν το ξέρω
– Μ’ αυτός εκεί ποιος είναι απ’ τ’ άλλο πλάι σου;

(Τ.Σ. Έλιοτ, Έρημη Χώρα, μετάφρ. Γ. Σεφέρης)

Πηγή: Κέντρο Λεξικολογίας (4/12/2025)

Επικίνδυνη αναπηρία (AD, CC)

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ατόμων με Αναπηρία στις 3 Δεκεμβρίου, παρακολουθήστε το ντοκιμαντέρ “Επικίνδυνη Αναπηρία”, παραγωγής της ΕΡΤ, πατώντας πάνω στην εικόνα.

© ΕΡΤ, 2022

“Ἔχω δεῖ τὸν οὐρανό…” του Γιώργου Σαραντάρη

Ἔχω δεῖ τὸν οὐρανὸ μὲ τὰ μάτια μου
Μὲ τὰ μάτια μου ἄνοιξα τὰ μάτια του
Μὲ τὴ γλῶσσα μου μίλησε
Γίναμε ἀδελφοὶ καὶ κουβεντιάσαμε
Στρώσαμε τραπέζι καὶ δειπνήσαμε
Σὰν νὰ ἦταν ὁ καιρὸς ὅλος μπροστά μας
Καὶ θυμᾶμαι τὸν ἥλιο ποὺ γελοῦσε
Πού γελοῦσε καὶ δάκρυζε θυμᾶμαι.

Πηγή

Λαϊκές ζωγραφιές στην Ήπειρο – Νοέμβριος 1977

Το Αρχείο της ΕΡΤ παρουσιάζει ένα μοναδικό οδοιπορικό-ντοκουμέντο και μας ταξιδεύει στην Ήπειρο του 1977 μέσα από το ντοκιμαντέρ ”Λαϊκές ζωγραφιές στην Ήπειρο” του Γιώργου Μπελεσιώτη, παραγωγής 1977. Το οδοιπορικό ξεκινά στο Νομό Ιωαννίνων. Παρακολουθούμε εικόνες από την πόλη των Ιωαννίνων, όπου παρουσιάζονται οι κάτοικοι, οι δρόμοι στο κέντρο, τα σπίτια, η ψαραγορά στην παραλία της λίμνης, το παζάρι με ποικίλα εμπορεύματα και τα αξιοθέατα της πόλης όπως το Κάστρο. Ακολουθεί η υπαίθρια αγορά των Ιωαννίνων, και οι τεχνίτες που εργάζονται σε εργαστήριο χαλκουργίας-ασημουργίας, παραδοσιακή τέχνη της πρωτεύουσας της Ηπείρου.

“Τα πάθη της βροχής”, της Κικής Δημουλά

Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ’ αυτόν τον νικημένο πάντα ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός κανονικής βροχής.
Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μου ‘μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.
Κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ’ άλλα να ‘ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.

Κ. Δημουλά, Το λίγο του κοσμου, Στιγμή

Το ποίημα ανήκει στη συλλογή Το λίγο του κόσμου (1971). Το συναίσθημα της μοναξιάς από την απουσία ενός αγαπημένου προσώπου αναδύεται μέσα από τη μελαγχολική ατμόσφαιρα του ποιήματος. Η ποιήτρια, δημιουργώντας μια υποβλητική ατμόσφαιρα, δίνει στο πραγματικό μια άλλη διάσταση: ο μονότονος ήχος της βροχής που ακούγεται μέσα στη νύχτα, καθρεφτίζοντας τη συναισθηματική της κατάσταση, μεταμορφώνεται στη λέξη που εκείνη επιθυμεί να προφέρει.

Πηγή