Ο Επιτάφιος του ζωγράφου Θεόδωρου Ράλλη

Πρόκειται για ελαιογραφία σε καμβά που χρονολογείται από την εποχή που οι ικανότητες του Ράλλη ως ζωγράφου της καθημερινής ζωής βρίσκονταν στο απόγειό τους. Απεικονίζει μια εκκλησία κατά τη διάρκεια των προετοιμασιών για το Πάσχα με τέσσερα κορίτσια να δουλεύουν μαζί για να στολίσουν έναν Επιτάφιο με λουλούδια, ενώ δύο ιερείς συζητούν.
Ο ίδιος ο καλλιτέχνης θεωρούσε το έργο τόσο σημαντικό ώστε να επιλέξει να το εκθέσει στο Σαλόνι του Παρισιού το 1893, τη χρονιά που το ολοκλήρωσε.
«Δός μοι τοῦτον τόν Ξένον»
Τροπάριον τοῦ Γεωργίου Ἀκροπολίτου (1217 – 1282), ψαλλόμενο κατά τήν Λιτανεία τοῦ Ἐπιταφίου τή Μεγάλη Παρασκευή

«Τὸν ἥλιον κρύψαντα τὰς ἰδίας ἀκτίνας, καὶ τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ διαρραγέν, τῷ τοῦ Σωτῆρος θανάτῳ,
ὁ Ἰωσὴφ θεασάμενος, προσῆλθε τῷ Πιλάτῳ καὶ καθικετεύει λέγων·
Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπειν τοῦ θανάτου τὸ ξένον·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὅστις οἶδεν ξενίζειν τοὺς πτωχούς τε καὶ ξένους·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν Ἑβραῖοι τῷ φθόνῳ ἀπεξένωσαν κόσμῳ·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλίνῃ·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ἡ Μήτηρ καθορῶσα νεκρωθέντα ἐβόα· Ὦ Υἱὲ καὶ Θεέ μου, εἰ καὶ τὰ σπλάγχνα τιτρώσκομαι, καὶ καρδίαν σπαράττομαι, νεκρόν σε καθορῶσα, ἀλλὰ τῇ σῇ ἀναστάσει θαρροῦσα μεγαλύνω.
Καὶ τούτοις τοίνυν τοῖς λόγοις δυσωπῶν τὸν Πιλᾶτον ὁ εὐσχήμων λαμβάνει τοῦ Σωτῆρος τὸ σῶμα, ὃ καὶ φόβῳ ἐν σινδόνι ἐνειλήσας καὶ σμύρνῃ, κατέθετο ἐν τάφῳ τὸν παρέχοντα πᾶσι ζωὴν αἰώνιον, καὶ τὸ μέγα ἔλεος».
Μετάφραση
«Ὅταν ὁ Ἰωσήφ εἶδε τόν ἥλιο νά κρύβει τίς ἀκτίνες του καί τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ νά σχίζεται μέ τό θάνατο τοῦ Σωτῆρος ἐπισκέφθηκε τόν Πιλᾶτο καί τόν παρακαλεῖ μέ τοῦτα τά λόγια:
Δός μου αὐτόν τόν ξένο, πού ἀπό βρέφος ἀκόμη ζοῦσε σ’ αὐτό τόν κόσμο, ὡς ἀποξενωμένος καί περιπλανώμενος.
Δός μου αὐτόν τόν ξένο, πού ἐκπλήττομαι, ὅταν βλέπω τόν παράξενο θάνατό Του.
Δός μου αὐτόν τόν ξένο, πού γνωρίζει νά ὑπηρετεῖ καί νά φιλοξενεῖ τούς φτωχούς καί τούς ξένους.
Δός μου αὐτόν τόν ξένο, πού οἱ Ἑβραῖοι ἀπό φθόνο Τόν ἀποξένωσαν ἀπό τόν κόσμο.
Δός μου αὐτόν τόν ξένο, γιά νά Τόν κρύψω στόν τάφο, ἀφοῦ ὡς ξένος δέν ἔχει ποῦ νά ἀκουμπήσει τήν Κεφαλή Του.
Δός μου αὐτόν τόν ξένο, πού, ὅταν ἡ Μητέρα Του Τόν ἔβλεπε νεκρό ἐφώναζε δυνατά : Ὦ! Υἱέ καί Θεέ μου, ἄν καί ὁ πόνος ξεσχίζει τά σπλάγχνα καί τήν καρδιά μου, ὅταν Σέ βλέπω νεκρό, ὅμως παίρνω θάρρος ἀπό τήν Ἀνάστασή Σου καί Σέ δοξάζω.
Καί μ’ αὐτά τά λόγια ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ παρακαλοῦσε ἐπίμονα τόν Πιλᾶτο καί λαβαίνει τό Σῶμα τοῦ Σωτῆρα. Ἀφοῦ τό τύλιξε μέ εὐλάβεια σέ σεντόνι καί ἄλειψε μέ ἀρώματα, κατέθεσε στόν τάφο Αὐτόν, πού παρέχει σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους τήν αἰώνια ζωή καί τό μέγα ἔλεος.»
Αὐτό εἶναι ἀπόκρυφο μυστήριο τῶν μυστηρίων. Δυό κρυφοί μαθητές, ἔρχονται νά κρύψουν τόν Ἰησοῦ στόν τάφο, διδάσκοντας μέ τή δική τους ἀπόκρυψη τό κρυφό μυστήριο τοῦ ἅδη τοῦ Θεοῦ πού κρύφτηκε κάτω ἀπ’ τή σάρκα, ξεπερνώντας ὁ ἕνας τόν ἄλλον στή θερμή διάθεση. Πρός τόν Χριστό. Ὁ μέν Νικόδημος μεγαλόψυχος προσφέροντας σμύρνη καί ἀλόη, ὁ δέ Ἰωσήφ ἀξιέπαινος στήν τόλμη καί τό θάρρος πρός τόν Πιλάτο. Διότι αὐτός διώχνοντας κάθε φόβο μέ τόλμη παρουσιάστηκε στόν Πιλᾶτο ζητώντας τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Καί ὅταν παρουσιάστηκε φέρθηκε μέ μεγάλη σοφία γιά νά ἐπιτύχει αὐτό πού ἤθελε. Γι’ αὐτό δέν χρησιμοποιεῖ μπροστά στόν Πιλᾶτο ὑπερήφανα καί ὑψηλά λόγια, γιά νά μή τοῦ ἀνάψει τήν ὀργή καί χάσει τό ζητούμενο. Οὔτε τοῦ λέει: Δός μου τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, πού σκοτεινίασε πρίν ἀπό λίγο τόν ἥλιο, πού ἔσχισε τίς πέτρες, πού ἔσεισε τή γῆ καί ἄνοιξε τούς τάφους καί ἔσχισε τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ. Τίποτε τέτοιο δέν λέει στόν Πιλᾶτο.
Ἀλλά τί τοῦ λέει; Ἕνα τιποτένιο αἴτημα, καί γιά ὅλους μικρό, ἄρχοντά μου ἦλθα νά σοῦ ζητήσω. Ἕνα πολύ μικρό αἴτημα. Τό ἑξῆς: Δός μου νά θάψω τό νεκρό σῶμα ἐκείνου πού καταδικάστηκε ἀπό ἐσένα, τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, τοῦ Ἰησοῦ τοῦ φτωχοῦ, τοῦ Ἰησοῦ τοῦ ἄστεγου, τοῦ Ἰησοῦ πού κρέμεται –Σταυρό- γυμνός καί περιφρονημένος, τοῦ Ἰησοῦ τοῦ γιοῦ τοῦ ξυλουργοῦ, τοῦ Ἰησοῦ τοῦ δέσμιου, πού ἔμενε στό ὕπαιθρο, τοῦ ξένου, τοῦ ἀγνώριστου μεταξύ τῶν ξένων, τοῦ περιφρονημένου, καί κοντά σέ ὅλα καί κρεμασμένου στόν Σταυρό. Δός μου αὐτό τόν ξένο, γιατί τί σέ ὠφελεῖ τό σῶμα αὐτοῦ τοῦ ξένου; Δός μου αὐτόν τόν ξένο, γιατί ἦλθε ἐδῶ ἀπό μακρυνή χώρα γιά νά σώσει τόν ἄνθρωπο πού ἀποξενώθηκε ἀπό τόν Θεό. Γιατί κατέβηκε στή σκοτεινή γῆ γιά νά ἀνεβάσει τόν ξένο. Δός μου αὐτόν τόν ξένο, γιατί αὐτός εἶναι ὁ μόνος —πραγματικά— ξένος. Δός μου αὐτόν τόν ξένο τοῦ Ὁποίου τή χώρα ἀγνοοῦμε ἐμεῖς οἱ ξενητεμένοι. Δός μου αὐτόν τόν ξένο τοῦ Ὁποίου τόν Πατέρα ἀγνοοῦμε ἐμεῖς οἱ ξένοι. Δός μου αὐτόν τόν ξένο τοῦ Ὁποίου τόν τόπο καί τή γέννηση καί τόν τρόπο — τῆς ζωῆς Του— ἀγνοοῦμε ἐμεῖς οἱ ξένοι. Δός μου αὐτόν τόν ξένο πού ἔζησε ζωή καί βίο ξενητεμένου στά ξένα. Δός μου αὐτόν τόν ξένο Ναζωραῖο τοῦ Ὁποίου τή γέννηση καί τόν τρόπο ἀγνοοῦμε ἐμεῖς οἱ ξένοι. Δός μου αὐτόν πού μέ τή θέλησή Του εἶναι ξένος καί ἐδῶ δέν ἔχει ποῦ νά γείρει τό κεφάλι. Δός μου αὐτόν τόν ξένο, πού σάν ξένος σέ ξένη χώρα, ἄστεγος γεννήθηκε στή φάτνη. Δός μου αὐτόν τόν ξένο πού ἀπ’ αὐτήν ἀκόμη τή φάτνη ἔφυγε ὡς ξένος ἀπό τόν Ἡρώδη. Δός μου αὐτόν τόν ξένο, πού ἀπ’ τά σπάργανά Του ἀκόμη ξενητεύθηκε στήν Αἴγυπτο, καί δέν εἶχε πόλη, οὔτε χωρίο, οὔτε σπίτι οὔτε τόπο νά μείνει, οὔτε συγγενῆ, ἀλλά σέ ξένη χώρα Αὐτός εἶναι ξένος. Δός μου, ἄρχοντά μου αὐτόν τόν γυμνό πού κρέμεται στό ξύλο —τοῦ Σταυροῦ— νά Τόν σκεπάσω, γιατί Αὐτός σκέπασε τή γύμνωση τῆς φύσεώς μου. Δός μου αὐτόν τόν νεκρό πού εἶναι μαζί καί Θεός, νά σκεπάσω Αὐτόν πού κάλυψε τίς δικές μου ἀνομίες. Δός μου, ἄρχοντά μου τόν νεκρό πού ἔθαψε μέσα στόν Ἰορδάνη τή δίκη μου ἁμαρτία. Γιά ἕναν νεκρό σέ παρακαλῶ, πού ἀδικήθηκε ἀπό ὅλους, πού πουλήθηκε ἀπό φίλο, πού προδόθηκε ἀπό μαθητή, πού διώχθηκε ἀπό τους ἀδελφούς του, πού ραπίσθηκε ἀπό δοῦλο. Γιά ἕναν νεκρό σέ θερμοπαρακαλῶ, ὁ Ὁποῖος καταδικάστηκε ἀπό αὐτούς πού ὁ Ἴδιος ἐλευθέρωσε ἀπό τή δουλεία, ὁ Ὁποῖος ποτίσθηκε μέ ξύδι, τραυματίσθηκε ἀπ’ αὐτούς πού θεράπευσε, πού ἐγκαταλείφθηκε ἀπό τούς μαθητές Του καί στερήθηκε τήν ἴδια τή Μητέρα Του. Γιά τόν νεκρό, ἄρχοντά μου, σέ ἱκετεύω, Αὐτόν τόν ἄστεγο πού κρέμεται στό ξύλο —τοῦ Σταυροῦ—. Διότι πάνω στή γῆ δέν ἔχει νά Τοῦ συμπαρασταθεῖ οὔτε πατέρας, οὔτε φίλος, οὔτε μαθητής, οὔτε συγγενής, οὔτε κανένας νά Τόν θάψει, ἀλλά εἶναι μονογενής Υἱός τοῦ μόνου —Πατέρα—, Θεός στόν κόσμο καί κανένας ἄλλος.
Μ’ αὐτά τά λόγια καί μ’ αὐτόν τόν τρόπο ἀφοῦ παρακάλεσε ὁ Ἰωσήφ τόν Πιλᾶτο, διέταξε ὁ Πιλᾶτος νά τοῦ δοθεῖ ὁ πανάγιο σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Καί ἦλθε στόν Γολγοθᾶ καί ἀποκαθήλωσε τόν σαρκοφόρο Θεό ἀπό τό ξύλο —τοῦ Σταυροῦ— καί Τόν τοποθέτησε κάτω στή γῆ, σαρκοφόρο Θεό γυμνό, ἀλλά ὄχι ἁπλό ἄνθρωπο. Καί Τόν βλέπει κανείς νά βρίσκεται ξαπλωμένος κάτω, Αὐτός πού ὅλους τούς ἀνέσυρε πρός τόν οὐρανό. Καί μένει γιά λίγο χωρίς πνοή, Αὐτός πού εἶναι ἡ ζωή καί ἡ πνοή ὅλων. Καί φαίνεται νά μή βλέπει, Αὐτός πού δημιούργησε τά πολυόμματα Χερουβίμ. Καί κείτεται ξαπλωμένος, Αὐτός πού εἶναι ἡ ἀνάσταση ὅλων. Καί νεκρώνεται ὁ σαρκωμένος Θεός, Αὐτός πού ἀνασταίνει τούς νεκρούς. Καί σιωπᾶ γιά λίγο κατά τό σῶμα ἡ βροντή τοῦ Θεοῦ Λόγου. Καί Τόν σηκώνουν ἀνθρώπινες παλάμες, Αὐτόν πού κρατᾶ στήν παλάμη Του ὁλόκληρη τή γῆ.
Ἄραγε, Ἰωσήφ, ζητώντας καί παίρνοντας, ξέρεις καλά ποιόν πῆρες; Ἄραγε πλησιάζοντας στόν Σταυρό καί ἀποκαθηλώνοντας τόν Ἰησοῦ, ξέρεις καλά ποιόν κράτησες στά χέρια σου; Ἐάν πραγματικά γνωρίζεις καλά ποιόν κρατᾶς, τώρα ἔγινες πλούσιος. Γιατί πώς ἀλλιῶς κάνεις αὐτή τή θεόσωμη καί φρικωδέστατη κηδεία τοῦ Ἰησοῦ; Εἶναι ἀξιέπαινος ὁ πόθος σου, ἀλλά πιό ἀξιέπαινος εἶναι ὁ τρόπος τῆς ψυχῆς σου. Ἄραγε δέν φρίττεις, κρατώντας στά χεριά σου Αὐτόν πού φρίττουν τά Χερουβίμ; Μέ ποιό φόβο θά ἀφαιροῦσες ἀπό τό Θεῖο αὐτό σῶμα τό μικρό ροῦχο πού τό σκέπαζε; Πῶς δέν θά ἔκλεινες τά μάτια ἀπό εὐλάβεια; Δέν θά τρόμαζες ἀτενίζοντας καί ἀποκαλύπτοντας τή σωματική φύση τοῦ ὑπερφύσιν Θεοῦ; Πές μου, Ἰωσήφ, ἄραγε ἔθαψες στραμμένο πρός τήν ἀνατολή τόν νεκρό πού εἶναι ἡ Ἀνατολή τῶν ἀνατολῶν; Ἄραγε ἔκλεισες μέ τά δάχτυλά σου, ὅπως γίνεται στούς νεκρούς τά μάτια τοῦ Ἰησοῦ, ὁ Ὁποῖος μέ τό ἀμόλυντο δάχτυλό Του ἄνοιξε τά μάτια τοῦ τυφλοῦ; Ἄραγε ἔκλεισες τό στόμα Ἐκείνου πού ἄνοιξε τό στόμα τοῦ κωφαλάλου; Ἄραγε ἔδεσες τά χέρια Ἐκείνου πού ἅπλωσε τά παράλυτα χέρια; Ἤ ἔδεσες τά πόδια Ἐκείνου, ὅπως γίνεται στούς νεκρούς, ὁ Ὁποῖος θεράπευσε, γιά νά βαδίζει, τά πόδια τοῦ παραλύτου; Ἄραγε σήκωσες ἐπάνω σέ κρεββάτι Αὐτόν πού διέταξε τόν παράλυτο λέγοντάς του: «Σήκωσε τό κρεββάτι σου καί περπάτα» (Ματθαίου θ΄ 6). Ἄραγε ἄδειασες μύρα ἐπάνω στό σῶμα Ἐκείνου πού εἶναι τό οὐράνιο μύρο καί «ἐκένωσε» τόν ἑαυτό Του ἁγιάζοντας τόν κόσμο; Ἄραγε τόλμησες νά σφογγίσεις τή θεόσωμη ἐκείνη πλευρά τοῦ Ἰησοῦ πού ἀκόμη αἱμορροοῦσε, τοῦ Θεοῦ πού θεράπευσε τήν αἱμορροοῦσα; (Ματθαίου θ΄ 20 κ.ἔξ.). Ἄραγε ἔπλυνες μέ νερό τό σῶμα τοῦ Θεοῦ, πού ἔπλυνε τίς ἁμαρτίες— ὅλων καί ἔδωσε τήν κάθαρση; Ἄραγε τί εἴδους λαμπάδες ἄναψες μπροστά στό ἀληθινό φῶς πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο; Καί ποιούς ἐπιταφίους ὕμνους ἔψαλες σ’ Αὐτόν πού ἀνυμνεῖται χωρίς διακοπή ἀπό ὅλες τίς οὐράνιες ἀγγελικές στρατιές. Ἄραγε καί ἔχυσες δάκρυα γιά τόν νεκρό Ἰησοῦ, πού δάκρυσε γιά τόν νεκρό Λάζαρο καί τόν ἀνέστησε μετά ἀπό τέσσερις ἡμέρες; (Ἰωάννου ια΄ 35-45) Ἄραγε θρήνησες Αὐτόν πού ἔδωσε σ’ ὅλους χαρά καί διέλυσε τη λύπη τῆς Εὔας;
Ὅμως μακαρίζω τά χέρια σου, Ἰωσήφ πού ὑπηρέτησαν καί ψηλάφισαν τά θεόσωμα χέρια καί πόδια τοῦ Ἰησοῦ, πού ἔσταζαν ἀκόμη αἷμα. Μακαρίζω τά χεριά σου πού ἄγγιξαν τήν αἱμορροοῦσα πλευρά τοῦ Θεοῦ πρίν ἀπό τόν πιστό – ἄπιστο Θωμᾶ πού εἶχε ἀξιέπαινη περιέργεια. Μακαρίζω τό στόμα σου πού γέμισε ἀχόρταγα καί ἀσπάσθηκε τό στόμα τοῦ Ἰησοῦ κι’ ἀπό κεῖ γέμισε μέ Ἅγιο ΙΙνεῦμα. Μακαρίζω τά μάτια σου πού ἑνώθηκαν μέ τά μάτια τοῦ Ἰησοῦ, καί ἀπό ἐκεῖ πῆραν τό ἀληθινό φῶς. Μακαρίζω τό πρόσωπό σου πού πλησίασε τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Μακαρίζω τούς ὤμους σου πού σήκωσαν Αὐτόν πού βαστάζει ὅλους. Μακαρίζω τό κεφάλι σου πού τό ἄγγιξε ὁ Ἰησοῦς, ἡ κεφαλή τῶν πάντων. Μακαρίζω τά χέρια σου στά ὁποῖα βάσταξες Αὐτόν πού βαστάζει τά πάντα. Μακαρίζω τόν Ἰωσήφ καί τόν Νικόδημο, γιατί ἔγιναν Χερουβίμ μπροστά στά Χερουβίμ σηκώνοντας καί μεταφέροντας ἐπάνω τους τόν Θεό. Γιατί ἔγιναν ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ μπροστά στά ἑξαπτέρυγα Σεραφίμ, ὄχι, μέ τά φτερά, ἀλλά μέ τά σεντόνια καλύπτοντας καί τιμώντας τόν Κύριο. Αὐτόν πού τρέμουν τά Χερουβίμ, Τόν μεταφέρουν ἐπάνω στούς ὤμους τους ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος καί γεμίζουν ἀπό ἔκσταση ὅλες οἱ τάξεις τῶν ἀσώματων Ἀγγέλων.
(Ἐπιφανίου Κύπρου, Λόγος Β΄, Ἀποσπάσματα (ΙΑ΄-ΙΕ΄), Εἰς τήν θεόσωμον ταφήν τοῦ Κυρίου καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ, καί εἰς τόν Ἰωσήφ τό ἀπό Ἀριμαθαίας, καί εἰς τήν ἐν τῷ Ἅδῃ τοῦ Κυρίου κατάβασιν, μετά τό σωτήριον πάθος παραδόξως γεγενημένην, Τῷ Ἁγίῳ καί μεγάλῳ Σαββάτῳ, PG 43, 445-449)
«Η εύλαλη σιωπή», του Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου
Σε μία εποχή πλούσια σε λόγο, πληροφόρηση, ενημέρωση, συζήτηση, διάλογο, επικοινωνία να μιλά κανείς περί σιωπής ακούγεται μάλλον αρκετά παράξενα. Σε καιρούς εκτροπής του λόγου σε ψεύδος, ύβρη, κολακεία, ειρωνεία, απάτη κι εμπαιγμό αξίζει νομίζουμε ν΄αναφερθεί κανείς και στην εγνωσμένη, επιλεγμένη, διακριτική, κερδοφόρα σιωπή. Η σιωπή είναι μία μορφή συμπεριφοράς.
Το να σιωπά κανείς δεν σημαίνει οπωσδήποτε ότι είναι αδιάφορος, αδρανής, νωχελής κι απρόσεκτος. Η εσκεμμένη σιωπή, η προσεγμένη ολιγορία και η απόρριψη της φλυαρίας και του κουτσομπολιού αποτελεί προτίμηση της σιγής κι αποφυγή της κουραστικής πολυλογίας, από την οποία συνήθως προέρχονται διάφορα προβλήματα, όπως φιλονικίες, ψυχρότητες και θόρυβοι. Οι σιωπηλοί άνθρωποι μιλούν με τη σοβαρή σιωπή τους. Δεν μιλούν, όχι γιατί δεν γνωρίζουν να μιλήσουν, όχι από ακαταδεκτικότητα και κρυφή οίηση ότι δεν συμμετέχουν σε υψηλού επιπέδου συζητήσεις, αλλά από την ταπεινή αίσθηση ότι δεν έχουν κάτι σημαντικό να πουν. Έτσι απλά σιωπούν. Όταν μάλιστα μιλούν, καταθέτουν λόγο μεστό περιεχομένου.
Οι σιωπηλοί άνθρωποι δεν είναι συνηθισμένοι, αρεστοί, και προτιμητέοι. Η κοινωνία σήμερα αναζητά τολμηρούς συζητητές. Μερικοί μάλιστα θεωρούν τους σιωπώντες νοσηρούς, μειονεκτικούς, δειλούς, φοβισμένους και προβληματικούς. Θα μπορούσε βέβαια ορισμένοι να είναι έτσι, όπως και αρκετοί φλύαροι. Οι γνήσια πάντως σιωπηλοί άνθρωποι «ζουν το άρωμα μιας άλλης ζωής, που δεν μπορούν να εννοήσουν οι άλλοι που αγάπησαν τις έκδηλες μορφές συμπεριφοράς. Η σιωπή γεμίζει την ψυχή τους χαρά και τους ανοίγει ορίζοντες μιας έντονης πνευματικής δράσης, την οποία δύσκολα μπορεί να κατανοήσει και να αξιολογήσει το ανθρώπινο περιβάλλον τους» (Γεώργιος Κρασανάκης).
Από τα παραπάνω διαφαίνεται μια σιωπή με δύο μορφές. Η μία ως αδυναμία και η άλλη ως αρετή. Ας τις δούμε και τις δύο παρακαλώ προσεκτικά.
Είπαμε πως μπορούμε νάχουμε σιωπή από φόβο ή δειλία, που προέρχεται από νοσηρές ψυχικές καταστάσεις. Μια νοσηρή σιωπή είναι σκοτεινή, άχαρη, δόλια, κουραστική και φθοροποιός. Ταλαιπωρεί τον ίδιο τον άνθρωπο, που δεν είναι ισορροπημένος, ξεκάθαρος, τίμιος, ειλικρινής, εκφραστικός και ντόμπρος. Μερικές φορές μπορεί να προσποιείται κανείς τον σιωπηλό και ταπεινό, ενώ μέσα του επικρατεί μεγάλη σύγχυση, ταραχή, θόρυβος, στενοχώρια και οίηση. Η προσποίηση αυτή είναι φοβερή κι αξιοκατάκριτη υποκρισία. Ένας φαινομενικά σιωπηλός απατά. Διατηρεί σιωπή από κακή διάθεση για τον πλησίον. Ή υπάρχει από έλλειψη θάρρους ή βαθύ εσωτερικό κενό. Ο ταπεινά σιωπηλός δεν είναι ακοινώνητος, φυγόκοσμος κι αφιλάδελφος. Ούτε κλείνεται στο καβούκι του ναρκισσευόμενος, μονολογώντας με τον σοφό εαυτό του κι απαξιώνοντας τον αδελφό του.
Υπάρχει λοιπόν κακή και καλή σιωπή, όπως καλός και κακός λόγος. Η εσωτερική ποιότητα του ανθρώπου χρωματίζει κι αρωματίζει και τη σιωπή και τον λόγο του. Το ευαγγέλιο δεν μας θέλει πάντοτε σιωπώντες. Μας καλεί συχνά σε κήρυγμα, ιεραποστολή, ομολογία, νουθεσία και συμβουλή. Ο Χριστός είπε στον απόστολο Παύλο: «Μη φοβού, αλλά λάλει και μη σιωπήσης διότι εγώ ειμί μετά σου». Άφοβα, του λέγει να κηρύττεις το ευαγγέλιο και να μη σιωπάς, γιατί είμαι μαζί σου. Τον λόγο του ενδυναμώνει η συνεχής παρουσία του Κυρίου.
Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος λέγει πως ο Λόγος του Θεού προήλθε από τη σιγή. Μετά από μακρά σιγή στην έρημο μίλησε ο Χριστός. Τα μεγάλα μυστήρια τελεσιουργούνται στην ησυχία και τα καλύπτει η ιερή σιγή. Το μυστήριο της Ενσαρκώσεως του Υιού και του Λόγου του Θεού κατανοείται καλύτερα σιωπηλά. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει: «ράον σιωπή». Είναι προτιμότερη εδώ η σιωπή. Ας επικρατήσει σιγή. Η σιωπή τώρα είναι πιο εύκολη και ακίνδυνη. Γιατί «ου φέρει το μυστήριον έρευναν». Η σιωπή δηλώνει την ταπείνωση του νου, την όραση της καρδιάς, την ευχαριστία της ψυχής, που μένει άφωνη κι ακούει τις δοξολογίες των αγγέλων και των θεοΰφαντων ύμνων της ιεράς υμνολογίας μας.
Η ομολογία της πίστεως δεν είναι ένας στείρος τυπικός λόγος, αλλά προέρχεται από τη σιωπή της καθαρής καρδιάς. Έτσι η σιωπή γεννά τον καθαρό, ωραίο και μεστό λόγο. Ο νους συγκινείται στα υψηλά και δεν κινεί τη γλώσσα να εκφέρει λέξεις, όπου συγκρατημένη ακινητεί να εκφράσει νοήματα δύσκολα μυστηρίων Θεού.
«Ο δε Ιησούς εσιώπα». Δεν είναι μόνο ενώπιον του αρχιερέως Πιλάτου στο Πραιτώριο που σιωπά ο Χριστός. «Και ουδέν απεκρίνατο» προσθέτει ο ευαγγελιστής Μάρκος. Δεν δίνει καμιά απάντηση. Θεωρεί ότι δεν βγαίνει τίποτε με τα λόγια. Ότι θα μιλούσε και δεν θα τον άκουγαν. Ότι θα έπεφταν οι λόγοι του στο κενό. Δεν είναι ότι δεν είχε όρεξη για κουβέντες, αλλά έβλεπε την ηθελημένη κώφευση των ανθρώπων, είχαν αυτιά και δεν τα χρησιμοποιούσαν. Ο Χριστός δεν χάιδευε ακοές. Δεν έλεγε αυτά που ήθελαν ν΄ακούσουν. Έτσι με νόημα σιωπά. Ο ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρει «επηρώτα δε αυτόν εν λόγοις ικανοίς». Δεν απαντούσε τίποτε στις πολλές ερωτήσεις. Σαν να έλεγε από τότε τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Έβλεπε ότι δεν έβγαινε τίποτε με τη συζήτηση. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης τονίζει την άφοβη σιωπή του Ιησού παρά τις απειλές της εξουσίας. Στο πρόσωπο του Χριστού επιβεβαιώνεται ο αρχαίος προφητικός λόγος. Ο μεγαλοφωνότατος προφήτης Ησαΐας λέγει: Δεν άνοιξε το στόμα του καθόλου κι έμεινε άφωνος μπροστά στους διώκτες του.
Όταν στην πρόκληση απαντά κανείς με τη σιωπή χαμηλώνει την ένταση, διακόπτει τη συνέχεια, ταπεινώνει την οργή, σβήνει τον θυμό και σιγάζει δύσκολες καταστάσεις. Σημασία όμως έχει και το ήθος και το ύφος και ο τρόπος αυτής της σιωπής. Αν είναι εγωιστικός φαίνεται. Αν είναι περιφρονητικός δεν μπορεί να κρυφτεί. Αν κανείς όμως ταπεινά σιωπά, για να μη γίνουν τα πράγματα χειρότερα, υποχωρεί, ανέχεται, αποσύρεται, ελαχιστοποιεί τα τρομερά δικαιώματά του, χάρη της ειρήνης, της ενότητος και της αγάπης, τότε κερδίζει ενώ φαίνεται ότι χάνει. ‘Οποιος είναι έξυπνος κάνει τον χαζό, λένε στο Άγιον Όρος. Η σεμνή στάση του σιωπώντος μπορεί να φιλοτιμήσει τον άλλο, να τον κάνει να ξανασκεφθεί τα πράγματα καλύτερα. Αν έχει κανείς τη δύναμη, που κύρια προέρχεται από τη ταπείνωση, να μη δώσει συνέχεια στην προκλητική προσβολή, την ειρωνεία και τον χλευασμό, και σιωπά, δεν σημαίνει ότι είναι δειλός κι ανόητος, αλλά έχει έναν ηρωισμό μεγαλύτερο από την τόλμη της αυθάδειας, του θράσους και της συνέχειας του καυγά και της γκρίνιας των πολλών αντιδράσεων. Ο άνθρωπος προκαλούμενος αισθάνεται την ανάγκη να υπερασπίσει τον εαυτό του, να μιλήσει, να δικαιολογηθεί και να δημιουργήσει αμυντική ασφάλεια. Μεγαλύτερη δύναμη χρειάζεται κανείς να σιωπήσει παρά να μιλήσει. Η σιωπή όμως θέλει σοφή γνώση, αυτοκυριαρχία και κυρίως ταπείνωση.
Η σιωπή όπως ήδη είπαμε δεν είναι για όλους, για παντού και για πάντοτε. Οι άγιοι πατέρες καλλιέργησαν επισταμένα την εύλογη σιωπή και είχαν ένθεο λόγο. Είναι πολύ σπουδαίο και σημαντικό πράγμα οι άνθρωποι να γνωρίζουν καλά πότε να μιλήσουν, τι να πουν, σε ποιον θα το πουν, γιατί θα το πουν, πόσο θα πουν και πότε θα πρέπει να σιωπήσουν, ν΄αποσυρθούν, να κρυφτούν. Όπως ωραία ειπώθηκε «ο προφορικός λόγος περιορίζει τον ενδιάθετο λόγο που περιέχεται στη σιωπή. Ποτέ δεν μπορεί να τον περιλάβει και να τον εκφράσει απόλυτα. Γι ‘ αυτό η σιωπή είναι συχνά σε θέση να εκφράσει περισσότερα από όσα ο λόγος» (Γεώργιος Μαντζαρίδης). Αυτό συμβαίνει στη θεολογία, στην ιερά ησυχία.
Η πολυλογία, η φλυαρία, η κενολογία, η περιττολογία, η αργολογία, η φαιδρολογία δηλώνει κενοδοξία, αδιακρισία κι εσωτερική ανησυχία. Η ησυχία γεννά την ωραία σιωπή κι αυτή εξυφαίνει τον λόγο. Δεν πρόκειται για ανενεργό στάση, για παθητική πράξη, για οκνηρό έργο, για φυγόπονη απραξία, αλλά για επιλεγμένη εργασία αυτογνωσίας, αυτοπαρατήρησης, ενδοσκαφής και εντρυφήσεως στα θεία. Λέγει ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ: «Απόκτησε την εσωτερική σου γαλήνη και χιλιάδες άνθρωποι θα σωθούν γύρω σου, χωρίς εσύ να το ξέρεις». Δεν χρειάζεται συνέχεια να μιλάμε. Ο κόσμος κουράστηκε από τα πολλά, τα παχειά, τ’ αδιαφανή, τα υποκριτικά, τα ξύλινα λόγια. Οι άλλοι δεν βρίσκονται πάντοτε πλάι μας για να μας ακούνε, αλλά και για να τους ακούμε. Λέγει ένας σοφός «ο Θεός μας έδωσε δύο αυτιά και ένα στόμα- περισσότερο ν΄ακούμε και λιγότερο να μιλάμε». Εμείς κυκλοφορούμε σαν να έχουμε δέκα στόματα και κανένα αυτί. Μιλά ο άλλος και δεν τον ακούμε και σκεφτόμαστε τι θα πούμε εμείς. Έτσι, όπως λέγει ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης, έχουμε παράλληλους μονολόγους. Δεν διαλεγόμαστε και δεν επικοινωνούμε.
Ο άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος δεν κήρυττε ποτέ. Ήταν ειρηνικός, φωτεινός, χαρούμενος πάντοτε. Τον ρωτούσαν: «Πώς είσαι έτσι Γεώργιε;». «Είμαι χριστιανός» απαντούσε. Και γίνονταν κι εκείνοι χριστιανοί για να ομορφύνει η ζωή τους. Ο άγιος Αρσένιος ο Μέγας έλεγε : «Μετάνιωσα που μίλησα, όχι γιατί σιώπησα». Η πολυλογία θα φέρει αμαρτία. Ο λόγος δεν είναι πάντοτε ουσιαστικός κρίκος των ανθρώπων. Η έλλειψη πνευματικότητος κάνει τον λόγο να διαχωρίζει κι όχι να ενώνει τους ανθρώπους. Δύο άνθρωποι που ταξιδεύουν μαζί δεν χρειάζεται συνέχεια να συνομιλούν. Επαναλαμβάνω: ο κόσμος σήμερα κουράστηκε πολύ από τα πολλά λόγια, κενού περιεχομένου, φθαρμένα, κακομεταχειρισμένα, παραποιημένα, δίχως ανταπόκριση βιώματος.
Ένα πρόσωπο σιωπηλό, σημαντικό, ιερό, ωραίο είναι της Παναγίας. ‘Ολος ο βίος της είναι μια απέραντη σιωπή. Ελάχιστοι λόγοι της Θεοτόκου διεσώθηκαν. Πρόκειται για τη σεμνή, καθαρή, ταπεινή και σιωπηλή κόρη της Ναζαρέτ. Η Παναγία μας είναι βίωση της σιγής, η προσωποποίηση της σιωπής, η ερωτευμένη της ησυχίας. «Όσον εμβαθύνομεν εις το Μυστήριον της Παναγίας, τόσον καθαρώτερον και θεωρούμεν και ακούμεν τον λόγον της σιγής. Και όχι μόνον τούτο, αλλά και ανακαλύπτομεν το θείον εις την σιγήν, την σχέσιν Της προς την δημιουργίαν, προς ότι βαθύ και μεγάλο υπάρχει εις την ζωήν μας» (Μητροπ. Χαλκηδόνος Μελίτων). Δεν ήξερε να μιλήσει η Παναγία; Δεν μπορούσε κάτι να πει; Δεν είχε λόγο; Ηθελημένα σιωπούσε από ταπείνωση. Άφηνε να μιλά ο Υιός Της. Ήταν συνεχώς στη σκιά του. Το βροντερό κήρυγμα της Θεοτόκου είναι η συνεχόμενη σιωπή της. Αυτή η σιωπή της ελέγχει αυστηρά κάθε γυναικεία φλυαρία.
Καλείται να μαθητεύσει ο πιστός στον διδακτικό και σοφό λόγο της σιωπής. Η εγνωσμένη παραίτηση από τον λόγο δηλώνει εμπειρία. Σωπαίνει κανείς στη μεγάλη χαρά. Δεν βρίσκει ικανά λόγια να την εκφράσει. Σωπαίνει και στον βαθύ πόνο. Χάνει τα λόγια του. Τα κάνει καυτό δάκρυ. Τι να πει κανείς στη μητέρα που θάβει το μικρό της παιδί. Ειλικρινά θυμώνω όταν ακούω κοινότοπα λόγια, υψηλά, υπερβατικά, απάνθρωπα ενίοτε, σκληρά για την πονεμένη μάνα. Καλύτερα να μην πούμε τίποτε. Καλύτερα να προσευχηθούμε. Είπαμε δεν χρειάζεται πάντοτε να μιλάμε, να θέλουμε να παρηγορήσουμε τους άλλους μ’ έναν τόσο απόμακρο τρόπο.
Η σιωπή συντροφεύει τις μεγάλες ώρες των αγίων, τις ιερές ώρες της περισυλλογής, της αυτοσυγκέντρωσης, της αυτομεμψίας, της μελέτης, της προσευχής. Η σιωπή καλύπτει την έρευνα, την αγρυπνία, την ανακάλυψη του σοφού επιστήμονα. Η σιωπή σκεπάζει το μαρτύριο του πονεμένου, του αναγκεμένου, του δυστυχισμένου. Τις ώρες της σιωπής τελεσιουργούνται τα μεγάλα θαύματα, οι αδιαφήμιστες ηρωικές πράξεις, οι μυστικές προσωπικές επαναστάσεις, η γνωριμία με τον άγνωστο εαυτό μας. Έτσι έχουμε τη σημαντική σιωπή του αγίου, την κορυφαία σιωπή του σοφού, την υπομονετική σιωπή του ήρωα, την ακριβή σιωπή του υπομονετικού κι επίμονου, την ευαγγελική σιωπή του αυτοθυσιαζόμενου.
Κουρασθήκαμε από την ακατάσχετη πολυλογία, προχειρολογία και φθηνολογία. Το κόστος τους είναι βαρύ, αλλοιώνουν την ουσία, τα πρώτα, τα σημαντικά, τα καίρια και ιερά. Έχουμε ανάγκη από την ανάπαυση στη χρυσή σιωπή, την πολύτιμη ακοή, τη βιωματικότητα των απαραίτητων λόγων. Χρειάζεται μια αντίσταση στους πρόχειρους κι εύκολους λόγους. Αξίζει να καταλαγιάσουμε, να ησυχάσουμε, να ξαποστάσουμε για ν’ ακούσουμε μέσα στην ησυχία τη χαμηλή φωνή του Θεού, την εναγώνια φωνή της συνειδήσεώς μας, τη διδακτική φωνή του ιερού παρελθόντος, για να μετανοήσουμε ειλικρινά.
Η σιωπή φαίνεται από τα παραπάνω λεχθέντα νάχει μια άγνωστη, μυστική, ισχυρή δύναμη, που δεν αγαπά τη φθορά της επιπόλαιης συζητήσεως, της πρόχειρης κουβέντας, του άστατου ρευστού λόγου. Είναι ελεύθερη, άνετη, ασυμβίβαστη, μακάρια η σιωπή. Ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος παραγγέλει, όχι μόνο στους μοναχούς, ν’ αγαπήσουμε πάνω από όλα τη σιωπή, γιατί αυτή είναι η γλώσσα του μέλλοντος αιώνος, της ατελεύτητης, πανευφρόσυνης, ουράνιας βασιλείας. Αν δεν μπορούν να εκφρασθούν πάντοτε τα συναισθήματα με τα ανθρώπινα λόγια πως να περιγραφούν και κατατεθούν οι πνευματικές εμπειρίες; Ο απόστολος Παύλος γράφει σε ωραιότατη επιστολή του προς τους χριστιανούς της Κορίνθου «ότι ηρπάγη εις τον παράδεισον και ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι». Αδυνατεί, λέγει, να εκφράσει την εμπειρία του με λόγια. Συχνά στα συναξάρια παρατηρούμε οι αγίοι να κρύβουν τις εμπειρίες τους, να σιωπούν, φοβούμενοι μη χάσουν τη χάρη και τη χαρά, την παράκληση και την παραμυθία από τη δημοσίευση και διαφήμιση των υψηλών εμπειριών τους.
Ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ λέγει : Μην ανοίγεις το στόμα σου και την καρδιά σου στον καθένα· στους χίλιους κι αν ένας σε καταλάβει. Δεν θέλει ο Άγιος να μας κάνει επιφυλακτικούς, καχύποπτους και κλειστούς, αλλά διακριτικούς. Είναι χαρά ν’ ακούει κανείς τους λόγους των αγίων. Είναι μεγαλύτερη όμως χαρά «να συλλαμβάνεις τα κύματα και την διάσταση, την πρόταση, την έκταση και την έκσταση της σιωπής και της θεολογίας της σιωπής των αγίων» (ιερομ. Ιωαννίκιος Κοτσώνης).
Αναφέρεται πως είχαν πάει τρεις επισκέπτες στον Μέγα Αντώνιο. Οι δύο τον ρωτούσαν για πολλά και διάφορα πράγματα. Ο τρίτος δεν ρωτούσε τίποτε. Όχι γιατί δεν είχε ανάγκη από νουθεσία ή γιατί αισθανόταν πνευματικά επαρκής και δεν εκτιμούσε τον χαρίεντα λόγο του οσίου, αλλά γιατί διδασκόταν περισσότερο από τη στάση του, τη σιωπή του, την ηρεμία της μορφής του. Όταν τον ρώτησε ο Άγιος «εσύ γιατί δεν με ρωτάς κάτι;», του λέει αυθόρμητα: «Μου φτάνει μόνο που σε βλέπω άγιε του Θεού». Του ήταν αρκετό, διδακτικό, ωφέλιμο αυτό. Συναισθανόταν τη θεολογία της σιωπής του, που καταφάσκει στο άλγος του κόσμου κι αρνείται τη γοητεία της υπερφίαλης γνώσης.
Η σιωπή μόνη δεν σημαίνει τίποτε. Αξίζει κανείς να σιωπά έχοντας μόνιμη κουβέντα με τον Θεό, έχοντας ταπεινή αίσθηση περί του εαυτού του, έχοντας κι εσωτερική νηνεμία, νηφαλιότητα κι ημερότητα. O όσιος Αρσένιος προσευχόταν στον Θεό να του φανερώσει πως να σωθεί, κι άκουσε: «Φεύγε, σιώπα, ησύχαζε». Ένας άλλος όσιος λέγει πως η σιωπή και η κρυφή πνευματική εργασία φέρνουν αγιότητα. Ο αββάς Μωυσής έλεγε χαρακτηριστικά πως ο άνθρωπος που αγαπά τη σιωπή και αποφεύγει τις πολλές κουβέντες μοιάζει με ώριμο σταφύλι γεμάτο γλυκό χυμό, ενώ ο πολυλογάς μοιάζει με αγουρίδα. Ο μέγας της διακρίσεως πάτηρ, ο αββάς Ποιμήν, λίαν εύστοχα παρατηρεί: Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που με τα χείλη σωπαίνουν και με τον νου τους φλυαρούν, ενώ άλλοι μιλάνε από το πρωί ως το βράδυ κι όμως κρατάνε σιωπή, γιατί τίποτε από αυτά που λένε δεν είναι περιττό και ανώφελο. Στο εξαίσιο, θαυμάσιο και καταπληκτικό Γεροντικό επίσης αναφέρεται: «Αν αποκτήσεις την αρετή της σιωπής, μην καυχηθείς πως κατόρθωσες κάτι σπουδαίο. Πείσε καλύτερα τον εαυτό σου πως δεν είσαι άξιος ούτε να μιλάς!».
Η ήσυχη, ασκητική και σοφή έρημος διδάσκει, αδελφοί μου αγαπητοί, πολλά τον ανήσυχο κόσμο από αγάπη και με πόνο. Ο κόσμος κατασκευάζει καθημερινά ένα λόγο αυθάδη, εγωπαθή, άσοφο και αντίθεο. ‘Εχει στοιχεία δαιμονιώδη, αφού δημιουργεί αυτονόμηση, ισχυρή αυτοπεποίθηση, εξουσιαστική κυριαρχία και φιλόδοξη αυτάρκεια, τα οποία θεωρεί ευφυή τεχνάσματα του νου, ενώ πρόκειται για παραδοξολογήματα. Θεωρεί τη γλώσσα του όπλο κατατροπώσεως των άλλων, των εχθρών και όχι αδελφών. Κι ενώ δι’ αυτού του τρόπου οδηγείται σε φοβερά αδιέξοδα, δεν ταπεινώνεται και δεν μετανοεί παραδεχόμενος την ήττα του κι αποφασίζοντας μια πιο ανεκτική και επιεική στάση προς τον πλησίον του.
Είναι μεγάλη ασοφία να νομίζεις πως είσαι σοφός με το να κάνεις και να λες ότι θέλεις παντού και πάντοτε. Η υπεροψία της λογομανίας αποτελεί αταπείνωτη επιβολή επί πάντων και τελικά μωρία.
Τα λόγια δίχως έργα είναι μάταια, φτωχά κι ελέγχουν τον ομιλητή τους. Κατά τον όσιο Εφραίμ τον Σύρο, τα λόγια είναι τα φύλλα και τα έργα οι καρποί. Τα έργα εικονίζουν την αρετή και τα λόγια θα πρέπει να είναι η σκιά της εικόνας των έργων. Οι Γέροντες παρακαλούσαν τους άλλους να εύχονται υπέρ αυτών, μην κατακριθούν λέγοντας κάτι που πριν δεν ποιούσαν. Κατά τον αββά Ποιμένα, αυτός που διδάσκει και δεν ποιεί αυτά που λέγει, μοιάζει με κρήνη, που τους άλλους ποτίζει και πλένει και τον εαυτό του δεν μπορεί να καθαρίσει. Κι αλλού σοφά και ταπεινά συνεχίζει: «Ζητάμε από τους άλλους την τελειότητα και μεις δεν κάνουμε το παραμικρό, αν η ζωή μας δεν έχει σχέση με τα λόγια μας, και τα λόγια μας δεν ανταποκρίνονται στη ζωή μας, μοιάζουμε με ψωμί δίχως αλάτι».
Οι ασκητικοί πατέρες επιμένουν στον ωφέλιμο φραγμό της γλώσσας. Ο αββάς Αμμωνάς αναφέρει πως η καύση της καρδιάς, η πνευματική θερμότητα σβήνει με τον περισπασμό των μάταιων λόγων. Δεν μπορεί κανείς να έχει κατανυκτική και καθαρή προσευχή το βράδυ αν όλη μέρα έχει κουτσομπολέψει όλη την πόλη. Η ματαιολογία διασπά την προσοχή, χαλαρώνει την εγρήγορση, μειώνει την ανάταση, χωλαίνει την ανάπαυση. Δίδασκε τους άλλους με τη ζωή σου έλεγε ένας Γέροντας κι όχι με τα λόγια σου. Ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος επαναλαμβάνει συχνά πως όποιος θέλει να λέει πολλά, ανοίγει μέτωπα και θα δεχθεί πόλεμο μίσους, όποιος μετρά τα λόγια του θ΄αγαπηθεί σύντομα. Ο άγιος Νείλος ο Ασκητής γνωρίζει καλά τι λέει: «Η άμετρη πολυλογία θα σε λυπήσει και θα οργίσει τους δαίμονες. Η γλώσσα πολλούς κενόδοξους κατέστρεψε».
Οι ασκητές δεν έκλειναν τη θύρα του κελλιού τους αλλά του στόματός τους – και για να φάνε και για να μιλήσουν. Ο τελώνης της παραβολής δικαιώθηκε για τη σιωπηλή προσευχή του, όπως και η αιμορροούσα. Λίγα κανείς να λέει και πολλά να κατανοεί, λέγει πάλι ο άγιος Νείλος ο Ασκητής. Μ’ ένα ποτήρι νερό, μ΄ένα δίλεπτο, μ’ ένα «Κύριε ελέησον» μπορεί να σωθεί ο άνθρωπος. Δεν χρειάζεται να λέει κανείς συνεχώς πολλά. Έχει να διδάξει πολλά η αγιασμένη σιωπή των μοναχών στον φλύαρο κόσμο. Ο κόσμος δεν κατανοεί τον μοναχισμό. Θεωρεί ότι δεν προσφέρει τίποτε. Δεν πειράζει. Οι μοναχοί μόνο να προσεύχονται. Αυτό φθάνει. Ο κόσμος θα σωθεί κατά το μέγα έλεος του Θεού.
Ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, ο συγγραφέας της περίφημης Κλίμακος, αποφθεγματικά αναφέρεται στην πολυλογία : «Πρέπει να δούμε την αιτία απ’ όπου μπαίνει και βγαίνει το αμάρτημα της πολυλογίας. Η πολυλογία είναι θρόνος της ματαιοδοξίας. Καθισμένη πάνω της η κενοδοξία προβάλλει και διαφημίζει τον εαυτό της. Η πολυλογία είναι σημάδι αγνωσίας, είσοδος στην κατάκριση, οδηγός στην ανοησία, πρόξενος του ψεύδους, διάλυση της πνευματικής ευφορίας της προσευχής. Είναι αυτή που προσκαλεί και δημιουργεί την αδιαφορία για τις αμαρτίες, που εξαφανίζει την προφύλαξη του νου κατά των παθών, ψυχραίνει την πνευματική θερμότητα και σκοτίζει την προσευχή».
Αντίθετα ο μεγάλος όσιος Πατήρ επαινεί την σιωπή λέγοντας: «Η σιωπή που ασκείται μ΄επίγνωση και διάκριση είναι μητέρα της προσευχής, ανάκληση από την αιχμαλωσία των παθών, επιστάτης των λογισμών, σκοπός που παρατηρεί τους εχθρούς, δέσμευση του πνευματικού πένθους για τις αμαρτίες μας, φίλη των καρδιακών δακρύων, που είναι καρποί της προσευχής, καλλιεργητής της μνήμης του θανάτου, εχθρός του αδιάκριτου θάρρους, σύζυγος της ησυχίας, αντίπαλος της τάσης να κάνεις τον δύσκολο, μυστική πνευματική πρόοδος, κρυφή πνευματική ανάβαση».
Η σιωπή λέγει ο Όσιος είναι σύζυγος της ησυχίας. Καλλιεργείται και ανθεί στην ησυχία. Στον 21 ο αιώνα του συνεχούς θορύβου, των πολλών μεριμνών, ταραχών και κινδύνων πολεμείται συστηματικά η ησυχία. Τα λεγόμενα μέσα ενημερώσεως περισσότερο ταράζουν παρά γαληνεύουν τον σύγχρονο άνθρωπο. Επέρχεται μια πνευματική σύγχυση, ένας συνεχής διασκορπισμός του νου, ώστε οι δυνάμεις της ψυχής να παραλύουν. Ο Χριστός, το αιώνιο πρότυπο όλων μας, συχνά αποσυρόταν στην ησυχία της ερήμου, δείχνοντας τον δρόμο της ασκήσεως, της περισκέψεως, της περισυλλογής, της σιωπής, της μόνωσης κι όχι της απομόνωσης. Αυτό τον δρόμο αγάπησαν ιδιαίτερα οι ασκητές, αμέριμνοι, απερίσπαστοι, σιωπηλοί, με ακόρεστο τον πόθο της συναντήσεως τους με τον Θεό.
Δικαιολογημένα θ’ απορήσετε και θα μου πείτε: «Μα πάτερ μου, πολύ ωραία όλα αυτά, αλλά εμείς μέσα στον κόσμο αυτό, είναι ποτέ δυνατόν να ησυχάσουμε και να σωπάσουμε;». Η απάντηση είναι καταφατική. Ναι μπορείτε, αν θέλετε, αν κατά βάθος το επιθυμείτε. Μπορεί κανείς να περιορίσει την κοινωνικότητα, τη δραστηριότητα, την ενημέρωση, την πληροφόρηση, τις μέριμνες, τις λεπτομέρειες, τους σχολαστικισμούς. Ν΄αυξήσει τη μελέτη, την προσευχή, τον εκκλησιασμό, την περισυλλογή και την αυτοεξέταση. Η ζωή των μοναχών δεν είναι ως εξωγήινων, και το ησυχαστικό πνεύμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας δεν είναι διόλου προς περιφρόνηση. Στη μακραίωνη παράδοση μας, Ορθοδοξία και ησυχασμός ταυτίζονται. Είναι άρνηση του εαυτού της όταν η Ορθοδοξία αστοχεί από την πλούσια ησυχαστική της παράδοση υιοθετώντας νέους τρόπους ζωής προφασιζόμενη σύγχρονες ανάγκες. Είναι λυπηρό ακόμη κι άνθρωποι της Εκκλησίας να λένε σήμερα πως ο ησυχασμός ήταν για κάποτε κι όχι για τώρα.
Η Εκκλησία αξίζει και πρέπει ν΄αξιοποιήσει περισσότερο τον λατρευτικό της πλούτο. Κυρίως η θεία Λειτουργία είναι αστείρευτη πηγή δυνάμεως, ειρήνης, χάριτος και ζωής. Στους κόλπους της Εκκλησίας υπάρχει η αληθινή ησυχία, σιγή και ανάπαυση. Όπως ωραία ειπώθηκε: «Όταν περνά η μέρα κι οι καμπάνες του ενοριακού ναού δεν καλέσανε τους πιστούς σε λατρευτική σύναξη, σημαίνει πως η Εκκλησία εκείνη τη μέρα δεν πραγμάτωσε τον προορισμό της, που δεν είναι άλλος από το ν΄αναπαύσει τα κουρασμένα και ταλαιπωρημένα από την αμαρτία παιδιά της» (πρεσβύτερος Σπυρίδων Σταυρής).
Στον ναό ανεφοδιάζεται ο πιστός πνευματικά, δίχως μερικές φορές να το εννοεί, και τρέφεται εν Αγίω Πνεύματι, ενισχυόμενος στον καθημερινό δύσκολο αγώνα του στον δρόμο, την εργασία και το σπίτι του. Πρέπει να φτιάξει ο χριστιανός ένα κελλάκι στο σπίτι του, για να ξαποστάζει, να ξελαχανιάζει, να ησυχάζει, να προσεύχεται. Είναι μεγάλη η ανάγκη να συνειδητοποιήσει ο άνθρωπος ότι πρέπει να βρίσκει καθημερινά έστω λίγη ώρα ησυχίας. Την οποία αυτή ώρα προσευχόμενος ο άνθρωπος εξευγενίζεται, ενδυναμώνεται, ωραιοποιείται, η καρδιά του θερμαίνεται για τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Δεν ανησυχεί, δεν θέλει να θυμώνει, να θορυβεί, ν’ αντιμάχεται, να μπλέκεται σε περιπέτειες πικρών λόγων. «Σχολάσατε και γνώται ότι εγώ ειμί ο Θεός», λέγει η Αγία Γραφή. Η σχέση με τον Χριστό διέρχεται από μια γνώση κάποιας «σχολής» και «απραξίας», αλλά και άρσης προσωπικού σταυρού προς συμφιλίωση, υπομονή, ανεκτικότητα και καρτερία.
Η σιωπή, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι μια μορφή ασκήσεως, όπως η νηστεία και η εγκράτεια. Τα τροπάρια της Μ. Σαρακοστής μιλούν συχνά και για εγκράτεια γλώσσης και για ιδιαίτερη προσοχή των εξερχόμενων από το στόμα λόγων, που υποδηλώνει αυτοσυγκέντρωση και αυτοσυγκράτηση. Η σιωπή θέλει αγώνα για να κατακτηθεί, αλλά οπωσδήποτε και τη θεία χάρη για να διατηρηθεί. Η σιωπή έχει ανάγκη τον τόπο τον κατάλληλο αλλά κυρίως τον τρόπο. Η τέλεια σιωπή είναι όχι μόνο ν’ αγωνίζεσαι, να μην περιεργάζεσαι, να μην επιθυμείς τα φθαρτά. Έχει σχέση λοιπόν αυτή η σιωπή με την απάθεια. Πηγάζει από τον πλούτο της ειρήνης της καρδιάς. Ο ασκητής μένει σιωπηλός κι ακτήμων, εμπιστεύεται πλήρως τον Θεό και πλούτος του αναφαίρετος είναι η μεγάλη του αγάπη για τον Θεό. Η σιωπή από μόνη της δεν σημαίνει τίποτε. Έχει σχέση, σύνδεσμο κι ενότητα με τις άλλες αρετές.
Το Άγιον Όρος μιλά με τη σιωπή του, αυτή είναι η ωραία μυστική διδαχή του. Μιλά με την ηρεμία και πραότητα των μοναχών, με τη γαλήνη της φύσης, με τη χάρη των ιερών ακολουθιών. Οι μυστικές φωνές της προσευχής φθάνουν ως ηχηρά μηνύματα εκζητήσεως θείου ελέους στον θρόνο του Παντάνακτος. Η αέναη προσευχή αντιγράφει την αΐδιο δοξολογία των αγίων αγγέλων. Οι αγρυπνίες στο Άγιον Όρος τελούνται στη σιγή της νύκτας, στην ησυχία του μεσονυκτίου. Γράφει ένας Γέροντας: «Χωρίς τελείαν ησυχίαν είναι αδύνατον να ανέλθη κανείς «εις φιλοσοφίας κορυφήν» και να ευαρεστήση τον Θεόν. Διότι η ησυχία γεννά την άσκησιν και κατά διαδοχικά στάδια τον κλαυθμόν, τον φόβον του Θεού, την ταπείνωσιν, την προόρασιν, την αγάπην· η δε αγάπη καθιστά την ψυχήν άνοσον και αγαθήν» (μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης).
Η σιωπή των μοναχών σημαίνει τη νοσταλγία της ψυχής τους για την ουράνια πατρίδα τους. Η σιωπή του Αγίου Όρους έχει σχέση με τη ζώσα ησυχαστική παράδοσή του, με τον γνήσιο ασκητικό δρόμο, τον ιδιότυπο τρόπο ζωής, που φωτίζεται και λαμπρύνεται από το μυστήριο του μέλλοντος αιώνος. Αντιλαμβάνεσθε πολύ καλά πόσο αυτά τα λόγια μου με ελέγχουν. Ένας μοναχός να μιλά στον κόσμο περί σιωπής και να μη κάθεται σιωπών στο κελλί του να κλαίει τις αμαρτίες του…
Συγχωρέστε μου το οξύμωρο, αντιφατικό και ανόητο της αγάπης μου κι ακούστε την ταπεινή μου φωνή. Η εκκοσμίκευση και η σύγχυση της γενεάς μας δεινοπαθεί από τη φλυαρία. Ο λόγος αποσυνδέει τους ανθρώπους. Η σιωπή πρέπει να το ομολογήσουμε είναι δυσκολοκατόρθωτη. Τι να κάνουμε; Να συνεχίσουμε να κάνουμε ότι κάνουμε κι «ότι βρέξει ας κατεβάσει»; Ασφαλώς όχι. Δοκιμάσαμε την οδό των αντεγκλήσεων, των αντιλόγων, των εκδικήσεων, των ψυχροτήτων κι οδηγηθήκαμε σε αδιέξοδα και σε απογοητεύσεις. Τι να κάνουμεν λοιπόν; Ας εμπιστευθούμε τη χάρη του Θεού. Ας παραδεχθούμε ειλικρινά την αδυναμία μας, την ήττα από τα πολλά και ωραία ίσως λόγια μας. Ξέρετε, η θεία χάρη είναι περισσότερο υπόθεση γνήσιου ταπεινού φρονήματος παρά σκληρού μακρού αγώνα, μελέτης και συζητήσεων.
Ο αποπροσανατολισμός των ημερών μας δημιουργεί συνθήκες αναταραχής. Οι άνθρωποι θεωρούν φυσική τη γκρίνια, ευφυή τον καυγά, δικαίωμα την κατατρόπωση του άλλου, ελευθερία την ασυδοσία, την ελευθεροστομία. Θεωρούν ότι με τα λόγια τους θα επηρεάσουν, θα πείσουν, θα μετατρέψουν τους άλλους. Κι αφού είδαν κι αποείδαν τις συνεχείς αποτυχίες των λόγων τους εντούτοις ακόμη επιμένουν σε αυτούς. Αφού ούτε με το μαλακό ούτε με το σκληρό, ούτε με το γλυκό ούτε με το πικρό τίποτε δεν έγινε, γιατί τόση επιμονή; Ας μετατραπούν οι συμβουλές, οι νουθεσίες, οι διδαχές σε ταπεινή δέηση, σε ομολόγηση της ανημπόριας μας στον Παντοδύναμο Θεό. Να παρέμβει, να επέμβει Εκείνος καλύτερα από μας στις δυσκολιές των παιδιών, στις ασυνεννοησίες των συζύγων, τις λαθεμένες διαπροσωπικές σχέσεις των φίλων, στις ζηλοφθονίες των συνεργατών και συναδέλφων.
Η προσευχή παρουσιάζεται ως λόγος, ως διατύπωση επιθυμιών και λεκτικό σχήμα. Κατά βάθος όμως αποτελεί βίωμα μυστικό, δύσκολο-έκφραστη αίσθηση και αλάλητο στεναγμό της καρδιάς. Οι ωραιότερες προσευχές είπαν είναι οι σιωπηλές. Ο πιστός τελικά δεν ρωτά, δεν μιλά, μόνο ακούει. Ο Θεός δεν ανακαλύπτεται αλλά αποκαλύπτεται. Τότε σιγά πάσα σάρκα βροτεία. Βιώνει την αγάπη του Θεού και βοά ασταμάτητα με τους υπέροχους και αλάλητους στεναγμούς της καθαρής και πυρπολημένης από αγάπη καρδιάς.
Μιλώ περί σιωπής και λέγω πολλά. Συγχωρέστε με. Μίλησα από αγάπη. Τελειώνοντας, θάλεγα ας πιάσουμε καλύτερα μεγαλύτερη κουβέντα με τον Θεό. Τότε δεν θάχουμε μοναξιά ποτέ. Μέσα στην προσευχή θα φωτισθούν τ΄απαραίτητα λόγια μας και θα περικοπούν τα περιττά κι αχρείαστα. Θα εμπνευσθούμε μόνο για τα πρέποντα. Μέχρι να φθάσουμε στη αγία και μακαρία σιωπή, στη χαρούμενη και ταπεινή φυλάκιση της γλώσσας και την απελευθέρωσή της μόνο προς αίνο Θεού κι ενίσχυση και παρηγοριά και συνάντηση αδελφών αγαπητών, τέκνων Θεού, εκλεκτών φιλαδέλφων, πάλι ας σιωπούμε σεμνά, σιγαλά, ελπιδοφόρα. Ευχαριστώ θερμά για την ευγενική σιωπή σας και δεομένη Παναγία να πρεσβεύει για όλους μας.
(Από το βιβλίο «Η εύλαλη σιωπή» του Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, εκδ. “Εν Πλω”)
“… και ταφέντα …” του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν

Μετά το σκοτάδι της Μεγάλης Παρασκευής, της ημέρας της σταυρώσεως και του θανάτου, της ημέρας που αποκαλύπτει όλες τις δυνάμεις του κακού να επιτίθενται στον Χριστό, εισερχόμαστε στο Μέγα Σάββατο. Μέσα στην εκκλησία, στο κέντρο της, δεσπόζει αυτό που αποκαλείται επιτάφιος∙ ένα ξύλινο κουβούκλιο πάνω στο οποίο τοποθετείται ένα σάβανο που απεικονίζει το νεκρό Χριστό. Όποιος έχει την εμπειρία αυτής της ημέρας, μαζί με άλλους πιστούς, μιας ημέρας μοναδικής για το βάθος της, για το φως της, για την απόλυτη μοναξιά της, γνωρίζει όχι απλά με το λογικό του αλλά με ολόκληρη την ύπαρξή του πως από αυτόν τον τάφο, ο οποίος όπως κάθε τάφος μαρτυρεί για τον θρίαμβο και το αναπόφευκτο του θανάτου, αρχίζει να λάμπει ένα είδος ορατού σχεδόν απτού φωτός, έτσι ώστε να μεταμορφώνεται ο τάφος σε ζωοδότη τάφο, όπως ψάλλει η εκκλησία. […]
«Η ζωή πώς θνήσκεις; πώς και τάφω οικείς;». Αυτό το ερώτημα απευθύνουμε στον Χριστό καθώς βρίσκεται στο μνήμα. Και σταδιακά δίνεται η απάντηση. Μέσω των εξαιρετικών ύμνων που ψάλλονται αυτή την ημέρα, είναι σαν να απαντά ο Χριστός στο θρήνο, στην ταραχή, στην απόγνωση της μητέρας Του, όλου του κόσμου και σύμπασας της δημιουργίας. «Μητέρα, δεν καταλαβαίνεις, δεν καταλαβαίνετε όλοι σας πως είχα δύο φίλους στη γη, τον Αδάμ και την Εύα. Και όταν ήλθα στη γη, που τους χάρισα αναζητώντας τους, δεν τους βρήκα. Και αφού τους αγαπούσα, κατέβηκα εκεί που αυτοί βρίσκονταν, στο σκοτάδι, στον τρόμο και στην απελπισία του θανάτου». Ναι, αλλά αυτά εκφράζονται, όλα αυτά λέγονται, όλα αυτά ψάλλονται με μια παιδιάστικη γλώσσα με εικόνες και με σύμβολα όπως ένα βιβλίο διηγημάτων. ‘Όμως, πώς αλλιώς θα μπορούσε η θαυμαστή καινότητα αυτού που πραγματοποιείται να αποκαλυφθεί και να φανερωθεί; Αυτός τον οποίο το ευαγγέλιο ονομάζει η Ζωή – γιατί «εν αυτώ ζωή ην και η ζωή είναι το φως των ανθρώπων» (Ιω 1,4) – Αυτός που είναι η ίδια η ζωή κατεβαίνει στο θάνατο από αγάπη και συμπόνια, κατεβαίνει στο θάνατο που δεν δημιούργησε, στο θάνατο που πλημμύρισε τον κόσμο και δηλητηρίασε τη ζωή. Στο σκότος και στη σκιά του θανάτου, στη μοναξιά και στον τρόμο του θανάτου αρχίζει να λάμπει ένα φως, ψάλλει η εκκλησία.
Στην ακολουθία του Όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου, ενώ επικρατεί ακόμη απόλυτο σκοτάδι, περιφέρουμε τον επιτάφιο γύρω από τον αυλόγυρο της εκκλησίας. Και αυτό που ακούγεται δεν είναι πια ένας επικήδειος θρήνος αλλά ένας θριαμβευτικός ύμνος: «Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος!». Ο Χριστός προελαύνει στο βασίλειο του θανάτου αναγγέλλοντας στους δεσμώτες του πως η βασιλεία τους έληξε. Από τώρα και στο εξής, κάθε θάνατος, όσο τρομερός, θλιβερός και φοβερός και αν είναι έχει ανατραπεί εκ των έσω, γιατί ο Χριστός τον αποδέχτηκε, τον επέμεινε και τον κατανίκησε εν Εαυτώ. «Κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος» (Α΄Κορ 15,54) αναφωνεί ο απόστολος Παύλος. Και τώρα, όταν στεκόμαστε στο μνήμα κάποιου που πέθανε, ψάλλουμε για τη μεταμόρφωση, «Αλληλούια!»
«Και ετάφη..» Αυτό σημαίνει πως ο Χριστός αποδέχτηκε το θάνατο ως δικό του πεπρωμένο και τον γέμισε με αγάπη και συνεπώς με ζωή, με πίστη και συνεπώς με ζωή, με ελπίδα και συνεπώς με ζωή. «Που σου, θάνατε, το κέντρον; Που σου, άδη, το νίκος;» (Α΄ Κορ 15,55).
Ο θάνατος μας περιμένει όλους μας. Όμως με αυτή τη φράση ‘’και ετάφη» η εκκλησία βεβαιώνει πως με το θάνατο συναντούμε τον Χριστό και πως Αυτός έχει μεταμορφώσει τον θάνατό μας σε μια συνάντηση μαζί Του στο κατώφλι της Αναστάσεως.
(Πιστεύω, π. Αλεξάνδρου Σμέμαν, εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ, 2003, σ. 104-106)
Μεγάλο Σάββατο
Ο Όρθρος του Μεγάλου Σαββάτου ψάλλεται το εσπέρας της Μεγάλης Παρασκευής

Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδοῦλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχειᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,
πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς πού κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γροικᾶς τά πού πικρά σοὺ λέω;
Γιόκα μου, ἐσὺ πού γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
πού μάντευες τί πέρναγα κάτου απ’ τὸ τσίνορό μου,
τώρα δὲ μὲ παρηγορᾶς καὶ δὲ μοῦ βγάζεις ἄχνα
καὶ δὲ μαντεύεις τὶς πληγὲς πού τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;
(Γιάννης Ρίτσος, «Ἐπιτάφιος», Ποιήματα 1930-1960)
Art Gallery: Η Σταύρωση του Χριστού μέσα από την Τέχνη
Πηγή: Φωτόδεντρο
“… Σταυρωθέντα …” του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν

Γιατί απορρίφθηκε ο Χριστός; Ποια είναι η αιτία αυτού του βαθμιαία αυξανόμενου μίσους, το οποίο βρίσκει την υπέρτατη και αιώνια έκφρασή του στην τρομακτική κραυγή του πλήθους: «σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν» (Ιω 1,11); Δεν είναι αλήθεια, πως από την πρώτη στιγμή της φανέρωσης του Χριστού στους ανθρώπους, όλο το έργο Του, όλο Του το κήρυγμα δεν είναι παρά μια συνεχόμενη ενσάρκωση της αγάπης, του αγαθού, της συμπάθειας και του ελέους; Καθώς ο Χριστός διέρχεται μέσα από πόλεις και χωριά τον ακολουθούν πλήθη ανθρώπων, που Του πηγαίνουν τους αρρώστους και τους πάσχοντες, Τον ακούν περιβάλλοντας Τον με μια φαινομενική αγάπη και αφοσίωση. Πού χάθηκε, έπειτα, αυτό το πλήθος, όταν ο Χριστός στεκόταν ενώπιον του αρχιερέως και κατόπιν μπροστά στον Πιλάτο, όταν οι Ρωμαίοι στρατιώτες Τον χτυπούσαν και Τον περιέπαιζαν, όταν διαπέρασαν τα χέρια και τα πόδια Του με καρφιά σταυρώνοντας Τον ή μήπως είναι στην πραγματικότητα αυτό το ίδιο πλήθος, ο ίδιος αυτός λαός; Όμως, αν αληθεύει κάτι τέτοιο, τότε πως μεταστράφηκε η αγάπη τους σε μίσος, πως η αφοσίωσή τους μεταστράφηκε σε απόρριψη; Γιατί ακόμη και ο Πιλάτος λέει «εγώ γαρ ουχ ευρίσκω εν αυτώ αιτίαν» (Ιω 19,6) και ο κακούργος που σταυρώθηκε δίπλα στον Ιησού λέει «αυτός δε ουδέν άτοπον έπραξε» (Λκ 23,41). Ωστόσο όλοι είναι αδύναμοι μπροστά στην τρομακτική πίεση μίσους, στη βιασύνη να εξαφανιστεί [εκείνος] από προσώπου της γης, στην επιθυμία να τον δολοφονήσουν.
Η εξήγηση που δίνεται στην ευαγγελική αφήγηση είναι απλή, αν είμαστε σε θέση να την ακούσουμε προσεκτικά, να τη σκεφτούμε, να εξοικειωθούμε με αυτήν. Απορρίπτουν τον Χριστό, μισούν τον Χριστό, σταυρώνουν τον Χριστό, όχι εξαιτίας κάποιου πράγματος, ούτε εξαιτίας αυτών των κατασκευασμένων κατηγοριών για τις οποίες ψευδώς και συκοφαντικώς Τον κατήγγειλαν στον Πιλάτο. Ο ίδιος ο Πιλάτος απορρίπτει αυτά τα ψέματα και τις συκοφαντίες ακόμη και τότε που καταδικάζει τον Χριστό σε ένα ταπεινωτικό και φοβερό θάνατο. Όχι, δεν πρόκειται για κάποια παρανόηση, δεν πρόκειται για κάποιου είδους σύμπτωση. Ο Χριστός σταυρώνεται εξαιτίας της αγαθότητάς Του, της αγάπης Του, του εκτυφλωτικού φωτός που αναβλύζει από αυτόν και το οποίο αποτελεί κάτι που οι άνθρωποι δεν μπορούν να αντέξουν. Δεν μπορούν να το βαστάξουν, γιατί ξεσκεπάζει το κακό που ζουν μέσα τους και το οποίο το απέκρυπταν ακόμη και από τον εαυτό τους. Αυτός είναι ο τρόμος του πεπτωκότος κόσμου, πως το κακό, δηλαδή, όχι μόνο κυριαρχεί αλλά και προβάλλεται ως κάτι αγαθό, που κρύβεται πάντοτε πίσω από την προσωπίδα του αγαθού. Το κακό εγγυάται την επικυριαρχία του στον κόσμο αυτό προβαλλόμενο ως αγαθό! Τώρα και στις μέρες μας επίσης, άνθρωποι σκλαβώνονται, δολοφονούνται, εξαπατώνται, εμπαίζονται, συκοφαντώνται και καταστρέφονται πάντοτε εν ονόματι του καλού, της ελευθερίας και της φροντίδας για την ανθρωπότητα. Κάθε κακό διακηρύσσει πάντοτε ένα μόνο μήνυμα: «Είμαι αγαθό!». Και όχι μόνο το διακηρύσσει αλλά και απαιτεί να κραυγάζουν οι άνθρωποι ακούραστα σε απάντηση: «Είσαι αγαθό, είσαι ελευθερία, είσαι ευτυχία». Το κακό δεν θα μπορούσε να επιτύχει καμία απολύτως νίκη, δεν θα μπορούσε να έχει καμία απολύτως δύναμη σ’ αυτόν τον κόσμο, αν φανερωνόταν ανοιχτά ως κακό. Το κακό θα θριαμβεύει δια της απάτης, προσποιούμενο το αγαθό. Και αυτή η εξαπάτηση επιτρέπει στον άνθρωπο να δικαιολογήσει το μίσος, το φόνο, τη σκλαβιά, τα ψέματα, τον παραλογισμό. Ακριβώς αυτή την απάτη ξεσκεπάζει και κατανικά ο Χριστός. Την αποκαλύπτει και την ξεσκεπάζει, όχι μόνο δια των λόγων του αλλά πρώτα από όλα δια του εαυτού Του, δια της ιδίας της επιφανείας Του, δια της παρουσίας Του. Ο Χριστός αποκαλύπτεται ως μάρτυρας και κάθε εγκληματίας γνωρίζει πως η πρώτη του δουλειά είναι να εξοντώσει κάθε μάρτυρα του εγκλήματος, να προστατεύσει την ιδιότητα του κακού να εμφανίζεται ως αγαθό! «Εγένοντο δε φίλοι … ο τε Ηρώδης και ο Πιλάτος εν αυτή τη ημέρα – της καταδίκης και της δολοφονίας- μετ’ αλλήλων» (Λκ 23,12). Αυτή η σύντομη παρατήρηση του ευαγγελιστού περιέχει όλη την τρομερή αλήθεια για το κακό. Ναι, τα πλήθη ακολουθούν τον Χριστό, όσο αυτός προσέφερε, θεράπευε και ενεργούσε θαύματα. Τα ίδια ακριβώς πλήθη ήταν που Τον παραμέρισαν και που κραύγαζαν «σταύρωσον αυτόν!». Γνώριζαν, με όλη την τρομερή διαίσθηση του κακού, πως θα έμεναν εκτεθειμένοι μπροστά σε αυτόν τον τέλειο άνθρωπο, σε αυτή την τέλεια αγάπη. Γνώριζαν πως μέσω της αγάπης Του, της τελειότητας Του, ο Χριστός απαιτούσε από αυτούς μια ζωή που δεν σκόπευαν να ζήσουν, μια αγάπη, μια αλήθεια, μια τελειότητα που δεν μπορούσαν να αντέξουν. Και αυτός ο μάρτυρας έπρεπε να σιωπήσει, να εξοντωθεί.
Μόνο εδώ – και αυτό είναι ολόκληρο το νόημα, όλο το βάθος του σταυρού και του πάθους – σ’ αυτόν τον φαινομενικό θρίαμβο του κακού, είναι που στην πραγματικότητα θριαμβεύει το αγαθό. Γιατί η νίκη του αγαθού, ξεκινά από εδώ ακριβώς, με το ξεσκέπασμα του κακού ως πραγματικά κακού. Ο αρχιερέας γνωρίζει πως ψεύδεται, ο Πιλάτος γνωρίζει πως καταδικάζει σε θάνατο έναν άνθρωπο που είναι απολύτως αθώος. Και ώρα με την ώρα, βήμα-βήμα, μέσα στο φοβερό αυτό θρίαμβο του κακού αρχίζει να λάμπει το φως της νίκης ολοένα και πιο λαμπερά. Η νίκη μπορεί να διαφανεί στη μετάνοια του σταυρωμένου εγκληματία, στα λόγια του κεντυρίωνα που εκτελούσε τη σταύρωση «αληθώς Θεού υιός ην ούτος»(Μτθ 27,54). … Επαναλαμβάνω, ο σταυρός αρχίζει τη νίκη, η οποία εκπληρώνεται με το θάνατο και την ανάσταση του Εσταυρωμένου.
(Πιστεύω, π. Αλέξανδρος Σμέμαν, εκδόσεις Ακρίτας 2003, σ. 90-95)
Μεγάλη Παρασκευή
Ο Όρθρος της Μεγάλης Παρασκευής ψάλλεται το εσπέρας της Μεγάλης Πέμπτης

Κ’ έγυρ’ Εκείνος το άχραντο κεφάλι και ξεψύχησε
στο μαύρο το κορμί μου απάνου·
άστρα γινήκαν τα καρφιά του μαρτυρίου του, άστραψα
κι από τα χιόνια πιο λευκός τα αιώνια του Λιβάνου.
Οι καταφρονεμένοι μ’ αγκαλιάσανε
και σα βουνά και σα Θαβώρ υψώθηκαν εμπρός μου·
οι δυνατοί του κόσμου με κατάτρεξαν
γονάτισα στον ήσκιο μου τους δυνατούς του κόσμου.
(Το Τραγούδι του Σταυρού, Κωστής Παλαμάς)
“Στον άνθρωπο που έφτασε σε υψηλό αξίωμα αλλά όχι και στην ευτυχία”, του αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Από το γράμμα σας σαν να τρέχουν δάκρυα. Κοπιάζατε για να αποκτήσετε μεγάλο τίτλο. Μ’ αυτό νομίζατε πως θα φθάσετε αμέσως στην ευτυχία. Και πολλοί άλλοι γύρω σας έκαναν το ίδιο. Γι’ αυτό έπρεπε να παλεύετε, να σπρώχνετε, να ανησυχείτε. Υπολογίζατε ότι η ευτυχία θα αρχίσει για σας μόλις λάβετε εκείνον τον υψηλό τίτλο. Μέχρι τότε θεωρούσατε τον εαυτό σας δυστυχισμένο, σχεδόν ανύπαρκτο. Επιτέλους φθάσατε το επιθυμούμενο. Μερικές μέρες αισθανόσασταν σαν να ξαναγεννηθήκατε. Έπειτα ήρθε η απογοήτευση.
… Ίσως σας χρησιμεύσει η εξής ιστορία με τα ασημένια κάλπικα νομίσματα:
Σ’ ένα μεγάλο πάρκο ετοίμασαν λαϊκό πανηγύρι. Όμως, χωρίς εισιτήριο κανέναν δεν άφηναν σ’ αυτό το γλέντι. Πολλοί ήθελαν να μπουν, αλλά δεν μπορούσαν να πληρώσουν το εισιτήριο. Τότε ένας πλούσιος άνθρωπος θέλοντας να δοκιμάσει τα ανθρώπινα πάθη πέταξε σε ένα σωρό μαζεμένων παιδιών μία γεμάτη χούφτα νομίσματα. Αυτά ήταν όλα ψεύτικα χρυσά νομίσματα, κάλπικα, αλλά μεταξύ τους μόνο ένα δηνάριο από καθαρό ασήμι. Έτρεξαν τα παιδιά για τα κάλπικα νομίσματα, τσακώθηκαν, χτυπήθηκαν, γρατζουνήθηκαν, ώσπου τα μάζεψαν όλα. Για το ασημένιο δηνάριο κανένας δεν πάλεψε, αφού ο καθένας τους σκεπτόταν ο χρυσός είναι πιο ακριβός από το ασήμι. Εκείνοι που άρπαξαν τα κάλπικα νομίσματα τα κρατούσαν στα χέρια τους και αισθανόντουσαν απόλυτα ευτυχείς προς στιγμή. Αλλά γρήγορα συνέβη σ’ αυτούς κάτι απροσδόκητο και πικρό. Όταν πλησίασαν στην πύλη του πάρκου και ζήτησαν τα εισιτήρια, αποδείχθηκε ότι έχουν ψεύτικα νομίσματα και οι φύλακες της πόλης τους πήγαν φυλακή. Μόνο ένας μεταξύ τους υπήρξε σοφός, ο οποίος βλέποντας τι συμβαίνει με τους φίλους του, βιαστικά πέταξε το κάλπικο νόμισμα από το χέρι και έτρεξε και πήρε εκείνο το ασημένιο δηνάριο. Μ’ αυτό το δηνάριο πλήρωσε το εισιτήριο και μπήκε στο πάρκο στο πανηγύρι.
Ποια είναι η ερμηνεία αυτής της ιστορίας; Το πανηγύρι είναι η Βασιλεία των Ουρανών ή το Βασίλειο της Αθάνατης Ευτυχίας. Τα κάλπικα νομίσματα είναι οι επιθυμίες της σάρκας και η γήινη ματαιότητα και οι αυταπάτες που απομακρύνουν τους ανθρώπους από το βασίλειο της πραγματικής ευτυχίας και τους πηγαίνουν στο βασίλειο του βασάνου και του σκοταδιού. Το καθαρό ασήμι παρουσίαζει την εσωτερική αγαθότητα και αλήθεια του δίκαιου ανθρώπου. Τα παιδιά της πλεονεξίας για το απατηλό γυαλιστερό αυτού του κόσμου είναι οι αμαρτωλοί. Εκείνο το τελευταίο παιδί, το οποίο πέταξε το ψεύτικο χρυσό και δέχτηκε το πραγματικό ασήμι σημαίνει τον μετανιωμένο αμαρτωλό.
(Δρόμος χωρίς Θεό δεν αντέχεται…, αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, εκδόσεις Εν πλω, σ190-192)
“Πόση γη χρειάζεται ένας άνθρωπος;”, Λέων Τολστόι
Η τύχη το έφερε και συνάντησε ο Παχόμ έναν άλλο αγρότη που ήρθε πάνω από τον Βόλγα καθώς επίσης κι έναν πλανόδιο έμπορο που ταξίδευε από μέρος σε μέρος. Από αυτούς, λοιπόν, ο Παχόμ έμαθε για τις απέραντες εκτάσεις γης που μπορούσε να τις αποκτήσει ο καθένας για «ένα κομμάτι ψωμί» όπως λέμε, από κάποιους που έμεναν πολύ μακριά, και ήταν νομάδες, είχαν ζώα και μετακινούνταν από μέρος σε μέρος. Αυτούς τους έλεγαν «Μπασκίρς.»
Μια και δυο λοιπόν ο Παχόμ ξεκίνησε, ταξίδεψε και έφτασε σε εκείνη την μακρινή γη. Το έδαφος ήταν παρθένο και απαλό σαν την παλάμη του ανθρώπου και μαύρη όπως ο σπόρος της παπαρούνας, και το χορτάρι έφτανε ψηλά ως το στήθος.
«Και ποια είναι η τιμή;» ρώτησε ο Παχόμ.
«Η τιμή μας είναι πάντοτε η ίδια: χίλια ρούβλια την ημέρα» του απάντησαν.
Ο Παχόμ δεν καταλάβαινε.
«Την ημέρα; Τι είδους τιμή είναι αυτή; Πόση έκταση είναι αυτό;»
«Δεν ξέρουμε να το υπολογίσουμε» είπε ο αρχηγός τους.
«Το πουλάμε με την ημέρα. Όσο μπορείς να περπατήσεις σε μια μέρα, όσο σε πηγαίνουν τα πόδια σου και αντέχεις για μια μέρα να πηγαίνεις, είναι δικό σου, και η τιμή είναι πάντα χίλια ρούβλια.»
Ο Παχόμ έχασε τη μιλιά του από την έκπληξη.
«Ναι,» είπε, «αλλά σε μια μέρα μπορώ να προλάβω να περπατήσω και να καλύψω ένα τεράστιο μέρος από γη.»
Ο αρχηγός τους γέλασε.
«Θα είναι όλο δικό σου!» του είπε. «Αλλά υπάρχει ένας όρος. Θα πρέπει την ίδια μέρα να επιστρέψεις στο μέρος από το οποίο ξεκίνησες. Αν δεν επιστρέψεις στο μέρος από όπου ξεκίνησες, τα λεφτά σου είναι χαμένα».
Εκείνο το βράδυ ο Παχόμ δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Όμως πριν χαράξει αποκοιμήθηκε και άρχισε να ονειρεύεται. Ονειρευόταν πως ήταν σε μια δικιά του σκηνή και πως άκουσε να γελούν απ’ έξω. Τόλμησε και βγήκε έξω και είδε τον αρχηγό των Μπασκίρς να κάθεται έξω από την σκηνή και να κρατά την κοιλιά του από τα γέλια και να κυλίεται γύρω-γύρω γελώντας. Καθώς πλησίασε πιο κοντά κατάλαβε πως δεν ήταν ο αρχηγός των Μπασκίρ αλλά εκείνος ο πλανόδιος έμπορος που είχε συναντήσει στην δική του γη, και σαν είδε ακόμη πιο καλά κατάλαβε πως ήταν ο αγρότης που είχε βρει, που είχε έρθει πάνω από τον Βόλγα. Αλλά τελικά δεν ήταν ούτε αυτός, ήταν ο διάβολος ο ίδιος με κέρατα και πόδια ζώου, με οπλές που τα κτυπούσε κάτω ελαφρά. Μπροστά από τον διάβολο ήταν ξαπλωμένος ένας ξυπόλυτος άνδρας που φορούσε μόνο παντελόνι και πουκάμισο.
Και καθώς ονειρευόταν ο Παχόμ, πήγε πιο κοντά να δει τι άνθρωπος ήταν αυτός, και διαπίστωσε πως ήταν νεκρός και πως ήταν… ο εαυτός του!
Τρομοκρατημένος ο Παχόμ πετάχτηκε επάνω. «Τι μπορεί να ονειρεύεται ο άνθρωπος!» σκέφτηκε.
Ο Παχόμ έφτασε στην πεδιάδα εκείνη που είχαν συμφωνήσει καθώς ο ουρανός άρχιζε να κοκκινίζει. Έβαλε τα χίλια ρούβλια στο γούνινο καπέλο του αρχηγού που το είχε βάλει στο χώμα, και ξεκίνησε. Το βήμα του δεν ήταν ούτε αργό, ούτε γρήγορο. Όσο όμως περπατούσε στην γη έκανε πιο μεγάλα βήματα γιατί η γη σε κάθε βήμα που έκανε φαίνονταν και πιο ωραία. Μάλιστα σε μια προσπάθεια να συμπεριλάβει μέσα ένα πολύ ωραίο λιβάδι, πήγε πολύ μακριά πριν να βάλει το σημάδι που είχε μαζί του, και να αρχίσει να γυρίζει πίσω. Έτσι κύλησε η μέρα και τώρα βιαζόταν και περπατούσε πραγματικά γρήγορα κάτω από τον καυτό ήλιο που όμως είχε αρχίσει να δύει.
Κατακουρασμένος αφού έκανε κύκλο τέτοια μεγάλη έκταση ο Παχόμ γύριζε πίσω στο λοφάκι από όπου είχε ξεκινήσει περπατώντας με δυσκολία, σέρνοντας τα πόδια του. Το στήθος του ανεβοκατέβαινε σαν των παλιών σιδεράδων το φυσερό, η καρδιά του χτυπούσε σαν σφυρί, τα πόδια του άρχιζαν σιγά-σιγά να τον εγκαταλείπουν. Σε λίγο έβλεπε ο Παχόμ τον λόφο και τους Μπασκίρς να του φωνάζουν.
Ο Παχόμ κοίταξε τον ήλιο που είχε αγγίξει την γη. Η μια πλευρά του είχε ήδη χαθεί. Με όση δύναμη του απέμενε βιάστηκε τόσο πολύ που έγερνε το κορμί του μπρος τα εμπρός ίσα-ίσα που τα πόδια του ακολουθούσαν ώστε να μην πέσει. Με το που άγγιξε τον λοφίσκο ξαφνικά σκοτείνιασε. Κοίταξε ψηλά, ο ήλιος είχε ήδη δύσει! Φώναξε με αγωνία: «όλος μου ο κόπος πήγε χαμένος,» και ενώ σκεφτόταν να σταματήσει άκουσε τους Μπασκίρς να του φωνάζουν και θυμήθηκε πως αν και για αυτόν που ήταν χαμηλά ο ήλιος είχε δύσει, για αυτούς όμως που ήταν στην κορυφή ο ήλιος ακόμη φαινόταν. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, ανέβηκε πάνω στον λόφο. Εκεί ήταν ακόμη φως.
Και καθώς έφτασε στην κορυφή είδε τον σκούφο. Δίπλα από αυτόν καθόταν ο αρχηγός γελώντας και έχοντας τα χέρια στη μέση του. Πάλι ο Παχόμ θυμήθηκε το όνειρό του και έβγαλε μια κραυγή. Τα πόδια του τον εγκατέλειψαν, έπεσε μπροστά και άρπαξε το καπέλο (με τα ρούβλια) στα χέρια του…-πέθανε από την υπερβολική προσπάθεια.
Ο υπηρέτης του σήκωσε μια αξίνα και έσκαψε ένα λάκκο μακρύ αρκετά για να χωράει τον Παχόμ και τον έθαψε εκεί. Έξι πόδια, όσο από το κεφάλι στις πατούσες του, τόσο του έλειπε για να φτάσει στον στόχο του.

















































