“Η μάνα μου”, του Λευτέρη Παπαδόπουλου

Η μάνα μου φοράει τσεμπέρι
σαν τις μανάδες τις παλιές,
παίρνει την Παναγιά απ’ το χέρι
και τρέχουνε στις γειτονιές
και σμίγουνε με τον κοσμάκη
που λέει το ψωμί ψωμάκι.
Κι όταν γυρνάνε κούτσα κούτσα
με χίλιους πόνους στην καρδιά,
με τα φτωχόρουχά τους λούτσα
από βροχή και λασπουριά,
δεν ξέρω να τις ξεχωρίσω
ποιανής το χέρι να φιλήσω.
“Γράμματα στη μητέρα”, του Κώστα Μόντη

Δεν είμαι βέβαιος αν δεν θα επαναλάβω
πράγματα που σου είπα κατά κάποιο τρόπο
στο προηγούμενο γράμμα μου, μητέρα,
γιατί δεν είν’ εύκολο πια να τα ξεχωρίζω αυτά,
τίποτα πια δεν είναι εύκολο να ξεχωρίζω.
Αλλάζουν όλα διαρκώς μορφή, μητέρα,
όλα διαρκώς μεταμφιέννυνται, μητέρα,
αναπεριβάλλονται,
κυμαίνονται,
αναστέφονται,
ασταθούν,
περιδινούνται
και τα καινούργια δεν είναι καινούργια,
και τ’ άγνωστα δεν είν’ άγνωστα,
και τα σχήματα δεν είναι σχήματα,
κ’ οι αποστάσεις δεν είν’ αποστάσεις,
κ’ οι αποστάσεις δεν αφίστανται
κ’ ερωτοτροπούν
ίδια κι απαράλλαχτα σαν τη βουνοσειρά της Κερύνιας
που σήμερα την αγγίζεις με το χέρι σου,
που σήμερα σκύβει απάνω απ’ το σπίτι σου,
που σήμερα είναι γατούλα στα πόδια σου,
κι’ αύριο είναι μίλια μακρυά,
σαν την ανεξήγητη, λέω, βουνοσειρά της Κερύνιας
που σήμερα είναι
κι’ αύριο δεν είναι,
που σήμερα είναι
κι’ αύριο δεν ξέρουν, δεν άκουσαν,
που σήμερα έχει όνομα
κι’ αύριο δεν έχει,
κ’ ενίστανται πια οι γεωγραφικοί χάρτες
και σαστίζουν
και διαμαρτύρονται
και δεν εμπιστεύονται.
Σαν την ανεξήγητη, λέω, βουνοσειρά της Κερύνιας
που άλλα χαρτιά σου δείχνει σήμερα κι’ άλλα αύριο,
που ισοπεδώνεται κι’ ανεβοκατεβαίνει
κ’ επανέρχεται και δεν επανέρχεται,
που κρεμά τ’ ανεύθυνο κουδούνι στο λαιμό,
που κρεμά κουδούνι και μυρσίνι στον λαιμό
και πηλαλά κορφή και σύγνεφο,
κι ανεμίζει κορφή και σύγνεφο,
κι’ ανεμίζει κορφή και μαντήλι,
κι’ ανεμίζει κορφή και χλωρό μαντήλι,
κι’ ανεμίζει κορφή και μαντήλι χαράς,
κι’ ανεμίζει κορφή και μαντήλι χωρισμού
και δεν ανεμίζει κορφή και μαντήλι χαράς,
και δεν ανεμίζει κορφή και μαντήλι χωρισμού
γιατί δήθεν το μαντήλι χωρισμού
επιμηκύνεται στη θάλασσα,
γιατί δήθεν το μαντήλι χωρισμού
επιβραδύνεται στη θάλασσα,
και ταξιδεύει και δεν ταξιδεύει,
και σφυρίζει ελιά,
και σφυρίζει χαρουπιά,
και σφυρίζει πεύκο και κυπαρίσσι
και γυρνά εδώθε και σφυρίζει μπάτη κι’ αρμύρα
και γυρνά εκείθε και σφυρίζει κάμπο
κι’ άχνα Αυγουστιάτικη,
και σφυρίζει ψέμα και παραμύθι,
και σφυρίζει μικρή αλήθεια
και σφυρίζει πικρή αλήθεια
και πικρό νερό και πικροδάφνη.
Έγιναν όλα ρευστά, μητέρα,
έγιναν όλα απροσδιόριστα ρευστά
έτσι όπως μαθαίναμε στη Φυσική μας Πειραματική,
έγιναν όλα υδράργυρος
μ’ εκείνη την ευθιξία,
μ’ εκείνο το διαλείπον τρέξιμο,
μ’ εκείνη την έλλειψη δαχτυλικών αποτυπωμάτων,
μ΄εκείνη την τελική σφαιροποίηση.
Έγιναν όλα συνώμυμα, μητέρα,
απέβαλαν την ταυτότητά τους,
απέβαλαν τα χαραχτηριστικά τους
και μας μπερδεύουν,
και δεν μπορούμε πια να τραβήξουμε γραμμή,
και δεν είμαστε πια βέβαιοι ποιος μας μιλά,
και δεν είμαστε πια βέβαιοι σε ποιον μιλάμε,
τι μιλάμε,
αν είμαστε καν εμείς που μιλάμε.
Οι λέξεις έγιναν απλοί ήχοι, μητέρα,
τις αφαίρεσαν. Εκφράζομαι σαφώς;
“Ψυχομάνα”, του Νικόλαου Γύζη

Αντλώντας το θέμα του από την πατρογονική Ελλάδα, ο Γύζης, που είναι εγκατεστημένος στο Μόναχο, απεικονίζει μια νεαρή γυναίκα, την ώρα που θηλάζει ένα ξένο παιδί. Το δικό της κοριτσάκι, σε μια κίνηση φυσική, σκαρφαλώνει σε ένα χαμηλό κάθισμα για να μπορέσει να δει από πιο κοντά. Απέναντι μαραζωμένη και μαυροφορούσα, κάθεται η κοπέλα που έφερε το μωρό στην τροφό. Ο χώρος είναι λιτός, ενώ ψηλά κρέμεται το εικόνισμα της Βρεφοκρατούσας Παναγίας.
Αξιοποιώντας πολλές αντιθέσεις, ευδιάκριτες στον πίνακα αυτό, ο ζωγράφος απεικονίζει μια κορυφαία στιγμή πηγαίας προσφοράς και αυτονόητης έμπρακτης αλληλεγγύης, καρπού ενσυναίσθησης και συμπόνιας για τους μη ευνοημένους και για όσους έχουν ανάγκη.
Η γυναίκα αναδεικνύεται σε σύμβολο ευσπλαχνίας και δοτικότητας και, εντέλει, σε εγγυήτρια της κοινωνικής συνοχής και της συνέχισης της ίδιας της ζωής.
Πηγή: Εθνική Πινακοθήκη (11/5/2025)
«Η μητέρα», του Γεώργιου Βιζυηνού

Πώς να πειράξω τη μητέρα
να κάμω εγώ να λυπηθεί,
που όλη νύχτα κι όλη μέρα
για το καλό μου προσπαθεί;
Πώς ν’ αρνηθώ ή ν ‘ αναβάλω
ό,τι ορίζει κι απαιτεί,
αφού στη γη δεν έχω άλλο
κανένα φίλο σαν αυτή;
Αυτή στα στήθη τα γλυκά της
με είχε βρέφος απαλό,
με κάθιζε στα γόνατά της
και μ’ έμαθε να ομιλώ.
Αυτή με τρέφει και με ντύνει
όλο το χρόνο που γυρνά,
και δίπλα στη μικρή μου κλίνη,
σαν αρρωστήσω ξαγρυπνά.
Αυτή σαν πέσω και χτυπήσω
φιλά να γειάνει την πληγή.
Αυτή, τι πρέπει να αφήσω
και τι να κάμω μ’΄οδηγεί.
Πώς το λοιπόν τέτοια μητέρα
να κάμω εγώ να λυπηθεί,
που όλη νύχτα κι όλη μέρα
για το καλό μου προσπαθεί;
Πηγή: Υπουργείο Πολιτισμού (11/5/2025)
Ήξερες ότι…
ΠΑΠΙΑ Ή ΚΟΥΝΕΛΙ;

Το γνωστό σχέδιο οφθαλμαπάτης, στο οποίο ένα κουνέλι «μεταμορφώνεται» σε πάπια, ανάλογα με το πώς το κοιτάζει κανείς, έχει κάνει κατά καιρούς τον γύρο του διαδικτύου. Είναι στην πραγματικότητα η σύγχρονη εκδοχή μιας εικόνας που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στις 23 Οκτωβρίου 1892, στο Fliegende Blätter, ένα γερμανικό σατιρικό περιοδικό, από έναν άγνωστο καλλιτέχνη.
Πράγματι, αν κοιτάξει κανείς το σχέδιο αριστερά, βλέπει το ράμφος της πάπιας και άρα διακρίνει με σαφήνεια την πάπια και αν κοιτάξει δεξιά βλέπει τη μουσούδα του κουνελιού και άρα αναγνωρίζει σαφώς ένα κουνέλι!
Η Πάπια – Κουνέλι μελετήθηκε στη φυσιολογία, καταρχήν από τον Joseph Jastrow, το 1900, και στη συνέχεια από τον Ludwig Wittgenstein, ο οποίος και το χρησιμοποίησε για να δείξει την εξέχουσα σημασία που παίζει η εμπειρία στη δημιουργία μιας ιδέας, μιας έννοιας. Δηλαδή, εστιάζει την προσοχή στο γεγονός ότι κάποιος που δεν έχει δει ποτέ στη ζωή του κουνέλι, ούτε έχει ακούσει κάτι για αυτό, αδυνατεί να το διακρίνει στο συγκεκριμένο σχέδιο, ως δεύτερη εναλλακτική εικόνα.
Πηγή: National Museum of Natural History Goulandris (9/5/2025)
“Ο Καραγκιόζης” του Ευγένιου Σπαθάρη
Σαν σήμερα έφυγε από τη ζωή ο Ευγένιος Σπαθάρης, Έλληνας καλλιτέχνης του ελληνικού θεάτρου σκιών, ένας από τους πιο σημαντικούς καραγκιοζοπαίχτες και ζωγράφος.

Ο Καραγκιόζης είναι ο ιδανικός τύπος του φτωχού Έλληνα, του τόσο φτωχού, που έχει πια απαρνηθεί κάθε ιδιωτική φροντίδα κι έχει εξυψωθεί σε εύθυμη φιλοσοφική θεώρηση της ζωής. Είναι αγαθός, σκληρός καμιά φορά στα αστεία του, αλλά καλόκαρδος στο βάθος. Γεμάτος τεμπελιά και αισιοδοξία, αλλά και γεμάτος διάθεση να ανακατεύεται σε όλα. Τον ενδιαφέρει κάθε τι που γίνεται γύρω του, όλους τους πειράζει και τους κοροϊδεύει και προ πάντων τον ίδιο τον εαυτό του. Το χέρι του είναι εξαιρετικά ευκίνητο και υπερβολικά μακρύ, για σκηνικούς λόγους, για να μπορεί να ξύνει την πλάτη του και το κεφάλι του ή για να χειρονομεί. Επίσης έχει συμβολική σημασία γιατί εκπροσωπεί το έξυπνο πνεύμα του. Καρπαζώνει προθυμότατα, δέρνει αλλά και δέρνεται. Είναι ευφυολόγος, ετοιμόλογος και αστείος, ποτέ όμως γελοίος. Δεν είναι ταπεινός, ούτε όταν δέρνεται. Το δέχεται κι αυτό σαν μια κακοτυχία του και σαν συνέπεια της κακοκεφαλιάς του, με την ίδια εύθυμη εγκαρτέρηση και το ίδιο ειρωνικό του κέφι.
Ο Ευγένιος Σπαθάρης (1924 – Αθήνα, 9 Μαΐου 2009) έδωσε πληθώρα παραστάσεων, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε χώρες του εξωτερικού, συμμετέχοντας σε διεθνή φεστιβάλ και συνέδρια ειδικά για το θέατρο σκιών. Παρουσίασε πολλά έργα με ήρωα τον Καραγκιόζη, τόσο ως άψυχο υλικό (φιγούρες ηρώων), όσο και σε έμψυχη (ζωντανή) παράσταση με ηθοποιούς, στο Κρατικό Θέατρο Β. Ελλάδος, στο «Ελληνικό Χορόδραμα», στο Θέατρο Χατζώκου (Θεσσαλονίκη), στο Θέατρο Συντεχνίας κ.α. με τις παραστάσεις «Το ταξίδι», «Το καταραμένο φίδι», «Ο δικτάτορας» κ.ά.
Το 1970 κυκλοφόρησε 13 εικονογραφημένα τεύχη (των 2 δρχ. έκαστο) με μαυρόασπρες φιγούρες και έγχρωμο εξώφυλλο. Ενώ το 1979 παρουσιάστηκε από τις εκδόσεις Νεφέλη το επιτυχημένο βιβλίο του «Ο Καραγκιόζης των Σπαθάρηδων» με εφτά έργα και εφτά περιλήψεις (τα τέσσερα δικά του και τα τρία του πατέρα του Σωτήρη). Από το 1962 κυκλοφόρησαν 10 έργα του σε δίσκους 45 στροφών από την His Master’s Voice, ενώ ακολούθησαν άλλοι 2 δίσκοι 33 στροφών από τη Μinos-EMI αρχές της δεκαετίας του ’80, και άλλες έξι παραστάσεις σε 6 αντίστοιχα CD από τη Legend το 2002.
Το 1950 ο Ευγένιος πραγματοποίησε την πρώτη του συμμετοχή σε κινηματογραφική ταινία, στο Πικρό Ψωμί του Γρηγόρη Γρηγορίου. Έπαιξε έργα του στην κρατική τηλεόραση από το 1966 μέχρι το 1992. Κάποια από τα έργα του αυτά κυκλοφορούσαν μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ’90 σε βιντεοκασέτες, ενώ τις ημέρες του θανάτου του ξεκίνησε συμπτωματικά η κυκλοφορία τους σε DVD.
Από το 1949 επιδόθηκε και στη ζωγραφική, παρουσιάζοντας το έργο του σε 35 εκθέσεις – ομαδικές και ατομικές – με ευδιάκριτα τα υφολογικά στοιχεία της σχέσης τού λαϊκού δημιουργού τού θεάτρου σκιών με τον “ναΐφ” ζωγράφο. Προλογίζοντας ατομική έκθεσή του στην Αθήνα το 1983 ο ποιητής και αισθητικός της τέχνης Ευάγγελος Ανδρέου, σημείωσε: Με χέρι ανάλαφρο, με εύφορη φαντασία και με γνήσια λαϊκή επιτηδειότητα, πετυχαίνει να προσδώσει στο έργο του, την αίσθηση του «παραμυθιού». Πρόκειται για ένα «παραμύθι» που γονιμοποιεί τη σχέση μας με τις ρίζες, που αναβιώνει με τρόπο χαρμόσυνο, νεανικό, φρέσκο, σχεδόν παιδικό, ιστορικούς θρύλους, που, με μια κουβέντα, μας καθοδηγεί στον πατροπαράδοτο, γενναίο και συχνά λυρικό «εθνικό βίο».
Ο Ευγένιος Σπαθάρης ήταν μέλος του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος και του Ινστιτούτου Παγκοσμίου Θεάτρου της UNESCO. Έκανε περιοδείες σε πολλές χώρες λαμβάνοντας μέρος σε διάφορα φεστιβάλ και συνέδρια όπως: Παρίσι, Λιέγη, Ρώμη, Κάιρο, Λονδίνο, Κοπεγχάγη. Αλλά και ως ζωγράφος έλαβε μέρος σε πολλές εκθέσεις ατομικές και ομαδικές στην Αθήνα, Ζυρίχη, Παρίσι και Νέα Υόρκη.
Τιμήθηκε με το Βραβείο Ρώμης (1962), με το Α’ Μετάλλιο του Πρίγκιπα του Μοντ, το Α’ Βραβείο Πολωνίας (1978), το Α’ Μετάλλιο Τοσκανίνι (Ιταλία) το 1978 κ.α. Τέλος, το 2007 τιμήθηκε ιδιαίτερα από το ελληνικό υπουργείο Πολιτισμού για τη μεγάλη του προσφορά στο καλλιτεχνικό αυτό είδος, για το οποίο του αναγνωρίστηκε ο τίτλος του μεγάλου δασκάλου.
Το 1991 ιδρύθηκε το Σπαθάρειο Μουσείο Θεάτρου Σκιών Δήμου Αμαρουσίου, το οποίο λειτουργεί συστηματικά από το 1996, με στόχο την προβολή του θεάτρου σκιών και του Καραγκιόζη.
Α(ν)εργία
των μαθητών Χρήστου Μπίρμπου, Άγγελου Πατρινιού, Ευάγγελου Προδρόμου, Αλέξιου Σακκά
Υπεύθυνος καθητηγής: Νίκος Δούλης, φιλόλογος του 4ου ΓΕΛ Ιωαννίνων “ΑΚΑΔΗΜΙΑ”
“Ο αγρός των λέξεων”, του Νικηφόρου Βρεττάκου

Όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο
λουλούδι, όμοια κ’ εγώ. Τριγυρίζω
διαρκώς γύρω απ’ τη λέξη.
Ευχαριστώ τις μακριές σειρές
των προγόνων, που δούλεψαν τη φωνή,
την τεμαχίσαν σε κρίκους, την κάμαν
νοήματα, τη σφυρηλάτησαν όπως
το χρυσάφι οι μεταλλουργοί κ’ έγινε
Όμηροι, Αισχύλοι, Ευαγγέλια
κι άλλα κοσμήματα.
Με το νήμα
των λέξεων, αυτόν το χρυσό
του χρυσού, που βγαίνει απ’ τα βάθη
της καρδιάς μου, συνδέομαι” συμμετέχω
στον κόσμο.
Σκεφτείτε:
Είπα και έγραψα, «Αγαπώ»
“Μάιος”, του Κωστή Παλαμά

– “Ω, παιδί μ’, ο Θεός ένα άλλο στεφάνι
Στη μεγάλη μικρή σου καρδιά έχει βάνει
Από άλλου Μαγιού ωραιότητα.
Μοσχομύριστο πάντα κι ολόλευκο ανθεί,
Μα σαν γείρει ξερό δεν μπορεί ν’ αλλαχθεί.
Και το λεν αθωότητα”.
Απόσπασμα από το ποίημα του Κωστή Παλαμά «Μάιος», που δημοσιεύτηκε στο φιλολογικό περιοδικό “Εστία” στις 30 Μαΐου 1882.
29 Απριλίου: Παγκόσμια ημέρα χορού
Η Παγκόσμια Ημέρα Χορού καθιερώθηκε το 1982 από το Διεθνές Συμβούλιο Χορού της UNESCO και γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 29 Απριλίου, ημερομηνία γέννησης του θεωρητικού του χορού και χορογράφου, Ζαν-Ζορζ Νοβέρ (γεν. 1727), επίσημου εκφραστή του σύγχρονου χορού.


