“Ανοιχτά Χαρτιά”, του Οδυσσέα Ελύτη
«Να τι είναι αυτό
που περιμένω κάθε χρόνο,
με μια ρυτίδα περισσότερο στο μέτωπο,
μια ρυτίδα λιγότερο στην ψυχή:
την πλήρη αντιστροφή,
την απόλυτη διαφάνεια.»
Απόσπασμα. Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά , Ίκαρος, Αθήνα 1987 (ενότητα Ζ΄από το κεφάλαιο Πρώτα – Πρώτα)
”To βιβλίο της ανησυχίας”, του Fernando Pessoa
“Η ζωή του ανθρώπου είναι καμωμένη από καιρούς”
Η ζωή του ανθρώπου είναι καμωμένη από καιρούς: καιρός να σπείρεις, καιρός να θερίσεις, καιρός της θλίψης, καιρός της χαράς, καιρός της αγάπης, καιρός της μοναξιάς. Αν το σκεφτείς έτσι, θα μπορέσεις και στη χαμηλότερη στιγμή να στηριχτείς, γιατί κι αυτή θα ανήκει σ’ έναν από τους καιρούς της ζωής σου.
Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Γ΄, εκδόσεις Ίκαρος
“Τα πουλιὰ δέλεαρ του Θεού”, του Νίκου Καρούζου

Ἀγάπη μεῖνε στὴν καρδιὰ —
αὐτὸς ἂς εἶναι ὁ κανὼν τοῦ τραγουδιοῦ σου.
Μὲ τὴν ἀγάπη
Θὰ σηκώσουμε τὴν ἀπελπισία μας
Ἀπ᾿ τὸ ἀμπάρι τοῦ κορμιοῦ.
Δὲν εἶναι φορτίο γιὰ τὴ χώρα τῶν ἀγγέλων
ἡ ἀπελπισία.
Καὶ προπαντὸς
ἂς μὴν ἀφήσουμε τὴν ἀγάπη
νὰ συνωστίζεται μὲ τόσα αἰσθήματα…
(αποσπάσματα “Διαλόγων”)
“Η νύχτα των Χριστουγέννων”, του Κωστή Παλαμά
Η καμπάνα Χριστούγεννα χτυπάει
και μου φτερώνει την ψυχή,
κι ανοίγεται η καρδιά μου και σκορπάει
θυμίαμα την προσευχή.
Άγιες αγάπες τρισευλογημένες
που τις καρδιές τις σμίγατε παρθένες
των πρώτων των αρχαίων Χριστιανών
σε τραπέζι χαρά των ουρανών!
Αγάπες μεγαλόδωρες περίσσια,
κάτου απ’ τη σκέπη τη δική σας ίσια
ζούσαν μικροί, τρανοί, πλούσιοι, φτωχοί,
κι έδενε τους ανθρώπους μια ψυχή!
Αγάπες, ω!, φανείτε πάλι εμπρός μου,
αυγές της πίστης, χρυσαυγές του κόσμου,
κι ας βλέπει με το μάγο σας το φως
ο άνθρωπος τον άνθρωπο, αδερφός.
Αγάπες, κι εδώ μέσα που σας βρίσκω
παρακαλώ σας! κάμετέ τη δίσκο
τη λύρα μου για κάθε δυστυχή·
και κάμετε του κόσμου την ψυχή,
κάθε άνθρωπο να λέει πως εδώ κάτου
τα βάσανα τα ξένα είναι δικά του,
να μη ξεχνάει πως είναι στη ζωή
μόνο για να αγαπά και να ελεεί.
(Κομμάτια)
“Παραμονή της Γέννησης”, της Ζωής Καρέλλη

1ο
Στον όγκο του χρόνου υπάρχει η στιγμή.
Επίσημη την τοιμάσαμε, τη θελήσαμε,
τοιμάσαμε την έκσταση, θελήσαμε τον θαυμασμό.
τοιμάσαμε την ανάταση, θελήσαμε τη χαρά,
τοιμάσαμε τη γιορτή, θελήσαμε τον εαυτό μας
γεμάτον έκσταση, θαυμασμό και χαρά.
«Εν ανθρώποις ευδοκία».
Βγαίνουν οι άνθρωποι,
λαλούν οι άνθρωποι στην παγερή έναστρη νύχτα
που λάμπει ιώδης και μαύρη,
κρυστάλλινη, διαυγής, διάφανη, άυλη.
Οι άνθρωποι είναι πολλοί μαζί
και μιλούν, γελούν κι απαντούν ο ένας στον άλλο,
πηγαίνουν ν’ ακούσουν και δεν ακούν
τη φωνή του ανθρώπου καν μέσα τους.
Ήσυχοι, κουρασμένοι, ανύποπτοι,
στέκονται και περπατούν, διαβαίνουν.
Οι άνθρωποι είναι γελαστοί.
Αύριο είναι γιορτή,
αύριο είναι διασκέδαση,
αύριο είναι ανάπαψη.
Οι άνθρωποι χαίρονται, χαίρονται,
πηγαίνουν, περπατούν, διαβαίνουν,
βλέπουν ό,τι έμαθαν να βλέπουν.
2ο
Δάκρυα εμποδίστε μου το βλέμμα.
Δάκρυα κλείστε μου τα μάτια.
Δάκρυα σκοτίστε μου το κοίταγμα.
Ψυχή χτυπημένη,
νικημένη απ’ τον ίδιον εαυτό μου,
ψυχή μου αφανισμένη απ’ το βάρος,
του ανθρώπινου σώματος δύσκολο βάρος,
δεν έχεις φωνή, ψυχή μου, ν’ ακουστεί,
για ν’ ακούσεις στης νύχτας το φέγγος
υπερούσια λόγια, ψυχή μου, δεν τοίμασες
συνοδεία αγγέλων στη νύχτα του σκότους δεν τοίμασες,
συνοδεία μέσ’ τη νύχτα για σένα δεν τοίμασες.
Σωπαίνεις και δεν ακούς
τη φωνή της έναστρης νύχτας ακόμα,
κινούνται τάστρα, το φέγγος κινείται
ιώδες και μαύρο, γαλάζιο,
κινούνται τακίνητα πάντα ακόμα,
ψυχή μονάχη, δίχως φωνή
παραμένεις, δίχως ακοή περιμένεις ακόμα
δεν έχεις φωνή να φωνάξεις
τον εαυτό σου στους άλλους
ανάμεσα να χαθείς, να βρεθείς
να μην είσαι μονάχη, ψυχή μοναχή.
3ο
Γέλια και μιλήματα,
φωνές γλυκές παιδιάτικες,
ψιλές φωνές γυναικείες
και βαρειές αντρικές.
Ακούν όλοι∙ εκκλησία
τους κλείνει η έκκληση,
καλούν το παιδί
που υπάρχει υπέροχο,
την ασώματη υπερέχουσα ύλη
που το γεννά απείραχτη,
άφθαρτη, αειπάρθενη, διαρκής
παρθένος στους αιώνες των αιώνων.
4ο
Αμήν αμήν λέγω, Κύριε,
συγχώρησε την αδυναμία μου,
χώρον χάρισε στην αδυναμία μου, Κύριε,
με την αδυναμία μου να χωρέσω στην έκκληση
της ψυχής μου. Συγχώρεσε
την σκληρή κατάπτωση,
της σκληρότητας ψυχρής την κατάσταση,
της στείρας ψυχρότητας την κατάκτηση,
της σκληρότατης πτώσης τη στάση,
της ψυχής τη στειρότητα.
Εκείνος που δεν γεννά, δεν γεννάται,
δεν αναγεννάται ποτέ, Κύριε,
της Γέννησης «σκήνωσον εν εμοί»,
ο την Σάρραν και την Ελισσάβετ
γονίμους διδάξας, προς δόξαν σου αιώνιαν.
Από τη συλλογή Πορεία (1940)
“Γενέθλια”, της Κικής Δημουλά

Η μέρα που γεννήθηκες
αναπαρίσταται, Θεάνθρωπέ μου
κάποιο άστρο
θαμπό από το άθεον όζον
σε ψάχνει
οι μάγοι δε θυμούνται
αν γέρασαν ή έχουν πεθάνει
τα ξυλιασμένα δάχτυλα του θαύματος
ρωτούν πού είναι η φάτνη
κι εγώ εκεί σκυμμένη
μες στο προσκύνημα της αναζήτησής σου
σε μια συμμετοχή απαρατήρητη
μοναχική
δεν το αρνούμαι νιώθω να διαπερνά
και του δικού μου σώματος
την ξυλιασμένη δυσπιστία
η σεβαστή, ασύλληπτη του θαύματος
θερμαντική ανάγκη.
(Απόσπασμα, Από τη συλλογή, Τα εύρετρα, εκδόσεις Ίκαρος, 2010)










































