Η καμπάνα Χριστούγεννα χτυπάει
και μου φτερώνει την ψυχή,
κι ανοίγεται η καρδιά μου και σκορπάει
θυμίαμα την προσευχή.
Άγιες αγάπες τρισευλογημένες
που τις καρδιές τις σμίγατε παρθένες
των πρώτων των αρχαίων Χριστιανών
σε τραπέζι χαρά των ουρανών!
Αγάπες μεγαλόδωρες περίσσια,
κάτου απ’ τη σκέπη τη δική σας ίσια
ζούσαν μικροί, τρανοί, πλούσιοι, φτωχοί,
κι έδενε τους ανθρώπους μια ψυχή!
Αγάπες, ω!, φανείτε πάλι εμπρός μου,
αυγές της πίστης, χρυσαυγές του κόσμου,
κι ας βλέπει με το μάγο σας το φως
ο άνθρωπος τον άνθρωπο, αδερφός.
Αγάπες, κι εδώ μέσα που σας βρίσκω
παρακαλώ σας! κάμετέ τη δίσκο
τη λύρα μου για κάθε δυστυχή·
και κάμετε του κόσμου την ψυχή,
κάθε άνθρωπο να λέει πως εδώ κάτου
τα βάσανα τα ξένα είναι δικά του,
να μη ξεχνάει πως είναι στη ζωή
μόνο για να αγαπά και να ελεεί.
(Κομμάτια)



