Η μετάβαση του μικρού παιδιού από το περιβάλλον του σπιτιού στο νηπιαγωγείο θεωρείται η πρώτη σημαντική μετάβαση που θα λάβει χώρα στην εκπαιδευτική του πορεία. Το περιβάλλον του νηπιαγωγείου διαφέρει σημαντικά τόσο χωροταξικά όσο και ως προς τους σκοπούς που εξυπηρετεί εν συγκρίσει με το οικογενειακό περιβάλλον. Τα παιδιά καλούνται να έρθουν αντιμέτωπα με νέους χώρους, διαφορετικά όρια, ακόμη και διαφορετικούς τρόπους λειτουργίας, εν γένει.

Όταν έρχεται η ώρα το νήπιο να ξεκινήσει την εκπαιδευτική του διαδρομή, συχνά αναδύονται άγχη, ανησυχίες, προσδοκίες και ερωτήματα στους γονείς σχετικά με την ετοιμότητα του παιδιού να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του νηπιαγωγείου. Συγκεκριμένα, αναρωτώνται σχετικά με το κατά πόσο το παιδί θα μπορέσει να προσαρμοστεί στο νέο περιβάλλον, αν θα είναι ικανό να ακολουθεί κανόνες, αν θα παρουσιάσει προβλήματα συμπεριφοράς, αν θα μπορέσει να κατακτήσει τις ακαδημαϊκές ικανότητες και αν θα έχει ομαλή αλληλεπίδραση με την ομάδα των συνομηλίκων.

Ως παιδαγωγοί με πολυετή εμπειρία στην εκπαίδευση των νηπίων γνωρίζουμε καλά, ότι η ετοιμότητα του παιδιού για το σχολείο συνδέεται με την σωματική, κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού, το επίπεδο κατάκτησης του λόγου και της επικοινωνίας, τον τρόπο εκμάθησης, το γνωστικό του επίπεδο. Μιλώντας για την προσαρμογή του παιδιού λαμβάνουμε υπόψη το επίπεδο που εκείνο καταφέρνει να προσαρμοστεί εντός της σχολικής αίθουσας, αλλά και τις στρατηγικές που το κάθε παιδί ξεχωριστά θέτει σε εφαρμογή κατά τη διαδικασία αυτή. Ο χρόνος που χρειάζεται το κάθε παιδί για να μάθει, να βιώσει, να επεξεργαστεί και τελικά να προσαρμοστεί στη νέα συνθήκη είναι διαφορετικός.

Βασικός κανόνας για την ομαλή προσαρμογή του παιδιού η καλή επικοινωνία – συνεργασία μεταξύ γονέων και εκπαιδευτικών, η διαθεσιμότητα και των δύο πλευρών να ακούσουν και να κατανοήσουν την εμπειρία που το ίδιο βιώνει… και συνάμα, η δημιουργία εκείνων των συνθηκών που θα προάγουν την ομαλή προσαρμογή του παιδιού, ώστε να ζήσει την εμπειρία αυτή διατηρώντας την μοναδικότητα του.
