«

»

Ιαν 28 2012

Συνάντηση της Λογοτεχνικής Συντροφιάς με τον Τάσο Καπερνάρο

Γράφει: η Άρτεμις Κολτσίδα, μαθήτρια

Συνάντηση της Λογοτεχνικής Συντροφιάς με τον Τάσο Καπερνάρο στη Βιβλιοθήκη του Σχολείου, Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012, με ειδικότερο άξονα «Η Λογοτεχνία και τα Πράγματα: Μερικά Θέματα».

Την Τετάρτη 11 Ιανουαρίου, στην πρώτη συνάθροιση της Λογοτεχνικής Συντροφιάς μετά το γύρισμα του χρόνου, είχαμε την τύχη να συναντήσουμε τον ποιητή Τάσο Καπερνάρο και να συζητήσουμε μαζί του.

Η εντύπωση που μου έδωσε, στα πρώτα κιόλας λεπτά της γνωριμίας μας, ήταν ενός ζεστού ανθρώπου, ο οποίος το πρώτο άτομο που θα έκρινε είναι ο ίδιος του ο εαυτός. Γενικά, φαινόταν για άνθρωπος που έχει θέσει υπό αμφισβήτηση όλο του το είναι. Κατά τη διάρκεια της συζήτησής μας, μας αποκάλυψε ότι θα μπορούσε πολύ εύκολα να ακυρώσει κάποια από τα ποιήματά του και, σε προέκταση, να διαγράψει παλαιότερους τρόπους έκφρασης και παλαιότερες σκέψεις και ιδέες του. Κριτήριό του, για όλα αυτά, είναι η επιζητούμενη «αλήθεια», που μερικές φορές φοβάται ότι απουσιάζει από γραπτά του άλλων ηλικιών ή και απλώς δεν ανταποκρίνεται στις σημερινές του αντιλήψεις. Διαβάζοντας, μετά από απαίτησή μας, κείμενα όπως η «Απολογία μιας Βρύσης που στάζει» ή το «Ποίημα για το Παλτό μου», παραδέχτηκε ότι εξακολουθούν να τον ικανοποιούν, ενώ υπέδειξε άλλα που βρίσκει φλύαρα πια ή άνευ σημασίας για τον ίδιο.

Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ο λόγος που τον σπρώχνει να γράψει είναι η ανάγκη του να εκφραστεί, και ο λόγος που εκδίδει είναι μια προσωπική πρόκληση. Ευελπιστεί, ωστόσο, ότι αυτά που γράφει αγγίζουν πάντα και άλλους ανθρώπους. Παραδέχτηκε εντέλει ότι μεριμνά κι ο ίδιος γι’ αυτό.

Όταν ερχόταν στη δύσκολη θέση (τουλάχιστον εμένα μου φαίνεται αρκετά δύσκολη) να μιλήσει για το έργο του, κόμπιαζε, έκανε μεγάλες παύσεις και κρατούσε τη φωνή του σε αρκετά χαμηλούς τόνους (αυτό δημιούργησε κάποιο πρόβλημα, ορισμένους μπορεί και να τους ενόχλησε λιγάκι, προσωπικά απλώς μου έκανε εντύπωση). Αντιθέτως, όταν, αντί να μιλάει για το έργο του, διάβαζε ένα κομμάτι του, άλλαζε τελείως το ύφος του. Ο τόνος παρέμενε χαμηλός, αλλά η φωνή είχε άλλη αυτοπεποίθηση. Αυτή η αλλαγή επιδέχεται νομίζω δυο ερμηνείες: είτε του ήταν πιο εύκολο, γιατί είχε έτοιμο κείμενο μπροστά του και έβγαινε από την δύσκολη θέση, είτε αυτή η μεταβολή οφειλόταν στο ότι επιτέλους χρησιμοποιούσε ως μέσο επικοινωνίας τον αγαπημένο του τρόπο έκφρασης.

Μια προσωπική παρατήρηση: τουλάχιστον με την πρώτη ανάγνωση, στα περισσότερα ποιήματα του κ. Τάσου Καρπενάρου διακρινόταν ένας ελεγειακός τόνος, κάτι το οποίο, όμως, είπε ότι δεν το επεδίωκε. Και μια διαφωτιστική πληροφορία του: ο «Ερωτικός Παροξυσμός ενός Θηλυκού Σιγαρέττου» πήγασε από μιαν αίσθηση μεγάλης μοναξιάς, όχι κατανάγκην ερωτικής.

Η αλήθεια είναι ότι του υποβλήθηκαν αρκετές ερωτήσεις για την ποίηση, για τη λογοτεχνία γενικότερα, και θίχτηκαν θέματα όπως η στρατευμένη γραφή (για πολλοστή φορά). Αν και μπλέχτηκαν στον διάλογό μας λεπτές διακρίσεις και δυσνόητες έννοιες, ο προβληματισμός και η τροφή για σκέψη που μας έδωσαν όλα τα συνεχόμενα ερωτήματα ισοστάθμιζαν τις δυσκολίες κατανόησης.

Αν έπρεπε να διαλέξω το αγαπημένο μου στιγμιότυπο αυτής της συνά-ντησης, θα στεκόμουν στο σημείο όπου παρενέβησαν δυο δεσποινίδες από τον κύκλο του «Τεφλόν», ποιήτριες επίσης, που μας έκαναν την τιμή να παρευρεθούν, η Παυλίνα Μάρβιν (παρούσα και στη συνάντηση της Λογοτεχνικής Συντροφιάς μας με τον κ. Χρίστο Ρουμελιωτάκη) και η Δανάη Σιώζιου. Βάλανε σε μια τάξη τα μπερδεμένα ερωτήματα, έθεσαν καινούργια και εξέφρασαν κάποιες ιδέες και κάποιες απόψεις από διαφορετική, φρέσκια οπτική γωνία.

Από τη συνάντηση αυτή όλοι –φαντάζομαι– φύγαμε λίγο σοφότεροι και λίγο πιο προβληματισμένοι.

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων