Η ΠΟΙΝΗ ΤΟΥ ΑΦΟΡΙΣΜΟΥ
Με αφόρμηση το μάθημα της Ιστορίας Β΄ Λυκείου σχετικά με το Σχίσμα των δύο Εκκλησιών το 1054 που έληξε με τους αμοιβαίους αφορισμούς του πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου και του καρδινάλιου Ουμβέρτου, εκπρόσωπου της Ρώμης στις διαπραγματεύσεις, οι μαθητές προβληματίστηκαν σχετικά με το ζήτημα του αφορισμού και κατέγραψαν τις πληροφορίες που βρήκαν στο παρακάτω άρθρο.
Σύμφωνα με ένα σύντομο ορισμό, ο αφορισμός αποτελεί εκκλησιαστική ποινή με την οποία μέλος ενός χριστιανικού δόγματος αποκλείεται εντελώς από την χριστιανική κοινότητα ως τιμωρία για πολύ σοβαρά αμαρτήματα στα οποία περιέπεσε. Αναλυτικότερα ο αφορισμός είναι η βαρύτερη ποινή που μπορεί να επιβληθεί σε όλα τα μέλη της εκκλησίας και διακρίνεται, ανάλογα με το περιεχόμενο του, σε μικρό και μεγάλο αφορισμό. Ο μεγάλος αφορισμός ή ανάθεμα συνεπάγεται την ολοσχερή και διαρκή αποκοπή του τιμωρημένου από την εκκλησία, ενώ μικρός αφορισμός περιορίζεται στον αποκλεισμό του τιμωρημένου από τις ιερές τελετές και κυρίως την προσωρινή στέρηση της θείας κοινωνίας.
Ο αφορισμός που επιβλήθηκε στο παρελθόν σε σημαντικές προσωπικότητες της πολιτικής των γραμμάτων και των τεχνών, συνοδεύεται από ένα πολύ σκληρό κείμενο του τύπου: «έχουμε αυτόν αφορισμένων πάρα πατρός, ιού και Αγίου πνεύματος, πάρα της μίας αγίας καθολικής και αποστολικής εκκλησίας πάρα των τριακοσίων δέκα και οκτώ θεό φόρων πατέρων. Έστω τρέμων και σταίνων Επί της γης ως Κάιν, σχισθείη η Γη και κατάπιή αυτόν ως τον Κορρέ, Δαθαν και Αβειρων. Κληρονομησάτω την λέπρα του Γιεζή και την αγχόνην του Ιούδα. Σίδηρος και αι πέτραι λυθήτωσαν αυτός δε ουθαμώς αλλά μενέτω άλυτος και τυμπανιαίος…»
Ο μεγάλος αφορισμός ή ανάθεμα μετά την μεταπολίτευση και υπό το νέο καταστατικό χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος επιβάλλεται μόνο μετά την απόφαση της Συνόδου της ιεραρχίας, όλων δηλαδή των ενεργεία μητροπολιτών και μάλιστα με απόφαση της, η οποία πρέπει να ληφθεί με αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 του όλου αριθμού των μελών της. Το κατά Ματθαίον 18:15-20 δίνει την διαδικασία και την εξουσία για μία εκκλησία να το κάνει αυτό. Μας διδάσκει ότι αυτός που θίγεται πρέπει να πάει στο παραβατικό άτομο. Αν αυτός δε μετανοήσει τότε πάνε δύο ή τρεις να επιβεβαιώσουν την κατάσταση για την άρνηση για μετάνοια. Αν εξακολουθεί να μην υπάρχει μετάνοια το θέμα οδηγείται ενώπιον της εκκλησίας. Αυτή η διαδικασία δεν είναι ευχάριστη όπως ένας πατέρας δεν απολαμβάνει να χρειάζεται να πειθαρχήσει τα παιδιά του. Συχνά όμως είναι αναγκαίο. Ο σκοπός δεν πρέπει να είναι κακόβουλος. Αντίθετα, ο στόχος είναι η αποκατάσταση του ατόμου σε πλήρη κοινωνία τόσο με το θεό όσο και με τους άλλους πιστούς. Πρέπει να γίνει με αγάπη προς το συγκεκριμένο άτομο, με υπακοή και τιμή στο θεό και με ευσεβή φόβο για το καλό των υπολοίπων στην εκκλησία.
Η Αγία γραφή μας δίνει ένα παράδειγμα για την αναγκαιότητα του αφορισμού σε μία τοπική εκκλησία-είναι η εκκλησία στην πόλη της Κορίνθου. Σε αυτό το απόσπασμα ο Απόστολος Παύλος δίνει τους λόγους για την βιβλική χρήση του αφορισμού. Ένας λόγος είναι για το καλό της μαρτυρίας του Ιησού Χριστού ενώπιον των απίστων όταν ο Δαδιβ αμάρτησε με την Βηθσαβέε μια από τις συνέπειες της αμαρτίας του ήταν ότι το όνομα του ενός αληθινού θεού βλασφημείται από τους εχθρούς του θεού. Ένας δεύτερος λόγος είναι ότι η αμαρτία είναι σαν τον καρκίνο, εάν αφεθεί να υπάρχει, απλώνεται στους γύρω με τον ίδιο τρόπο που λίγη ζύμη κάνει ένζυμο ολόκληρο το φύραμα.
Επίσης ο Παύλος εξηγεί ότι ο Ιησούς μας έσωσε ώστε να μπορούμε να απέχουμε από την αμαρτία έτσι να μπορούμε να είμαστε άζυμη ή ελεύθεροι από αυτή που προκαλεί η πνευματική παρακμή. Η επιθυμία του Χριστού για την νύφη του, την εκκλησία, είναι να μπορεί να είναι άγια και χωρίς ψεγάδι.
Γιώργος Καραγεωργίου – Αχιλλέας Δρίκος Β1