Απολαύστε τις εργασίες των μαθητών του ΣΤ2 για τα βουνά της Ελλάδας.
[slideboom id=955733&w=425&h=370]
[slideboom id=955740&w=425&h=370]
[slideboom id=955716&w=425&h=370]
[slideboom id=955757&w=425&h=370]
[slideboom id=955765&w=425&h=370]
Απολαύστε τις εργασίες των μαθητών του ΣΤ2 για τα βουνά της Ελλάδας.
[slideboom id=955733&w=425&h=370]
[slideboom id=955740&w=425&h=370]
[slideboom id=955716&w=425&h=370]
[slideboom id=955757&w=425&h=370]
[slideboom id=955765&w=425&h=370]
[slideboom id=956409&w=425&h=370]
Μπάρμπα Γιάννη Μακρυγιάννη
δεν μας τα ΄γραψες καλά.
Δες ο Έλληνας τι κάνει
για ν’ ανέβει πιο ψηλά.
Μπάρμπα Γιάννη Μακρυγιάννη
πάρε μαύρο γιαταγάνι
κι έλα στη ζωή μας πίσω
το στραβό να κάμεις ίσο …
Μπαρμπα Γιάννη Μακρυγιάννη
δεν μας τα ΄γραψες σωστά.
Το φιλότιμο δε φτάνει
για να πάει κανείς μπροστά.
Ρώτησαν κάποτε τον πυρπολητή Κανάρη, εκείνο τον σεμνό ήρωα του ΄21, που ΄γινε κατόπιν ναύαρχος, υπουργός και πρωθυπουργός.
– Πώς τον έκανες τον άθλο Ναύαρχε;
Κι αυτός απάντησε:
-Να, ξύπνησα εκείνο το πρωί και είπα: Απόψε Κωσταντή θα πεθάνεις για την Ελλάδα.
Σ΄ αυτό το ¨απόψε θα πεθάνεις¨ βρισκόταν η ηθική δύναμή του. Η ιστορική, η αμετάκλητη απόφασή του τον έριξε στην Ελληνική θάλασσα, όπλισε τα στιβαρά του χέρια, άναψε τον δαυλό, έκαψε τον τουρκικό στόλο κι έγινε ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων θαλασσινών.
Ο Ψαριανός πυρπολητής ο Κωνσταντίνος Κανάρης, το καλοκαίρι του 1825, ξεκίνησε για την Αλεξάνδρεια με σκοπό να πυρπολήσει τον εχθρικό στόλο. Κάποια στιγμή βρέθηκαν χωρίς τροφές και νερό. Αναγκάζουν τότε ένα αυστριακό ιστιοφόρο που βρέθηκε πλάι τους, να τους εφοδιάσει. Τους δίνουν ψωμί, τυρί, ένα βαρέλι σαρδέλες και νερό.
-Δεν έχω χρήματα για να σου τα πληρώσω τώρα είπε στον αυστριακό καπετάνιο ο Κανάρης. Γράψε μου όμως σ΄ ένα χαρτί πόσο κοστίζουν και δώσε μου το να στο υπογράψω.
-Δε θέλω τίποτα, απαντά ο Αυστριακός ικανοποιημένος που γλίτωσε εύκολα.
-Φέρε το χαρτί, είπε αποφασιστικά ο Κανάρης και γράψε 2000 γρόσια. Και συμπληρώνει περήφανα, το έθνος μου θα σου τα πληρώσει!
Ο Αυστριακός που δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία, του λέει προκλητικά.
-Μα δεν έχετε κράτος.
Αναστατώνεται η ελληνική ψυχή του Κανάρη και του δίνει πληρωμένη απάντηση:
-Δεν έχουμε κράτος, μα θα κάνουμε!
Πέρασαν από τότε αρκετά χρόνια. Ο Κανάρης είναι τώρα Υπουργός των Ναυτικών. Μια μέρα μπαίνουν στο γραφείο του ένας παλιός κι αγαπητός συμπολεμιστής του, μαζί μ΄ έναν άλλο, που ο Κανάρης δεν θυμόταν που τον είχε ξαναδεί.
-Καπετάνιε, τον θυμάσαι τον κύριο;
-Όχι, απαντάει ο Κανάρης.
-Κι εγώ δυσκολεύτηκα να τον γνωρίσω. Στο τέλος όμως τον θυμήθηκα. Τον συνάντησα στη Ρουμανία και σου τον φέρνω. Είναι ο Αυστριακός καπετάνιος που πήραμε από το καράβι του τα τρόφιμα.
Άστραψαν τότε τα μάτια του Κανάρη. Το πρόσωπό του όλο φωτίστηκε. Ήταν μονάχα γιατί θα ξεπλήρωνε ένα παλιό του χρέος; Ή και γιατί έφθασε η στιγμή να δικαιωθεί κι εκείνη η απάντηση που είχε δώσει τότε στον Αυστριακό, “Δεν έχουμε Έθνος μα θα κάνουμε!”. Γεμάτος συγκίνηση κι εθνική περηφάνια ρωτάει τον Αυστριακό:
-Το έχεις εκείνο το χαρτί; Δώσε μου το. Με δισταγμό εκείνος του το παραδίδει. Αμέσως δίνει διαταγή ο Υπουργός να πληρωθεί το ποσό στον ξένο πλοίαρχο.
-Δεν πίστευες τότε στα λόγια μου. Τότε δεν είχαμε Κράτος, το κάναμε όμως! πρόσθεσε ο Κανάρης, χαμογελώντας με εθνική περηφάνια.
Την ακεραιότητα του χαρακτήρα του. Το ελληνικό του φιλότιμο. Τη σταθερή του απόφαση στην τελική νίκη. Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς. Ίσως η σύνθεση όλων αυτών των αρετών είναι που διαμορφώνει προσωπικότητες-πρότυπα για κάθε εποχή!
Μεσημέρι της 26 Ιουλίου 1822, στα Δερβενάκια. Η περίφημη μάχη, που όπως είναι γνωστό, στοίχισε στον Δράμαλη την ολοκληρωτική καταστροφή τής τεράστιας στρατιάς του βρίσκεται στην κρισιμότερη φάση της.
Ο Γέρος του Μοριά, καθισμένος σ΄ ένα βράχο, παρακολουθεί με τα κιάλια του τους Τούρκους που έχουν αρχίσει να τσακίζουν. Ξάφνου ακούει δίπλα του έναν θόρυβο. Γυρίζει και βλέπει ένα βοσκόπουλο, στηριγμένο στην γκλίτσα του, να παρακολουθεί κι αυτό τα παλικάρια που ταμπουρωμένα στις πλαγιές της χαράδρας θέριζαν τους Τούρκους με τα καριοφίλια τους.
– Τι στέκεις έτσι ορέ Έλληνα και χαζεύεις; του φωνάζει με τη βρovτερή του φωνή ο Κολοκοτρώνης. Γιατί δεν τρέχεις και συ να πολεμήσεις τους περσιάvους;
– Μα δεν έχω άρματα, καπετάνιε μου, του δικαιολογήθηκε ο τσοπάνος.
– Με τι να πολεμήσω;
– Με την γκλίτσα σου, μωρέ Έλληνα! Κι αυτή όπλο είναι. Να κοπανίσεις μια δυνατή στο κεφάλι ενός Τούρκου, να τον σκοτώσεις, να του πάρεις τα άρματά του κι ύστερα μ΄ αυτά να πολεμήσεις τους άλλους μουρτάτες.
Το τσοπανόπουλο, χωρίς να δώσει απάντηση, έφυγε τρέχοντας και χάθηκε, πηδώντας στη χαράδρα που γινόταν η μάχη.
Βράδυ της ίδιας μέρας. Η νύχτα αρχίζει ν΄ απλώνει τα σκοτεινά πέπλα της στη φύση. Η μάχη έχει σχεδόν τελειώσει κι οι Έλληνες ρίχνουν τις τελευταίες τους τουφεκιές. Ο Κολοκοτρώνης παρακολουθεί ικανοποιημένος τους λίγους Τούρκους, που απόμειναν, να τρέχουν τρομοκρατημένοι, προσπαθώντας να γλιτώσουν. Εκείνη τη στιγμή παρουσιάζεται μπροστά του ένα θεόρατο παλικάρι. Κρατά στα χέρια του ένα μαλαμοκαπνισμένο καριοφίλι, το σελάχι του είναι γεμάτο από ασημοκολλημένες κουμπούρες και το ιδρωμένο πρόσωπό του μαυρισμένο από τους καπνούς της μάχης.
– Ποιος είσαι συ μωρέ; του φωνάζει ο Γέρος.
– Δε με γνωρίζεις, καπετάνιε; Είμαι ο τσοπάνος, που έστειλες το μεσημέρι να πολεμήσει με τη γκλίτσα του. Έκανα όπως μου είπες. Σκότωσα έναν Τούρκο του πήρα τ΄ άρματα και… να ‘μαι τώρα, του πρόσθεσε, δείχνοντας του την πλουμιστή αρματωσιά του με περηφάνια.
– Μπράβο μωρ’ Έλληνα, του είπε χαρούμενος ο Κολοκοτρώνης. Και ευχαριστημένος, χτύπησε φιλικά το παλικάρι στην πλάτη.
Τον καιρό που ο Κολοκοτρώνης ήταν με τον «Μαύρο Στόλο» κι είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος των κουρσάρων στο Αιγαίο, έζησε καινούργια στέρηση και κινδύνους που τον ατσάλωσαν. Κάποτε που έμεινε μέρες χωρίς να φουμάρει, έσκισε το τσιμπούκι του, έξυσε τη νικοτίνη από μέσα κι έφτιαξε μ’ αυτή τσιγάρο. Το αηδίασε:
-Όρσε μωρέ άνθρωπος, φώναξε, που θέλει να λευτερώσει τον τόπο του και δεν μπορεί να λευτερωθεί ο ίδιος από ένα συνήθειο. Θεέ μου συγχώρα με.
Πέταξε το τσιμπούκι και το τσιγάρο στη θάλασσα κι από τότε δεν ξανακάπνισε.
Ο Μ. Μπότσαρης ήταν από τους λίγους αγωνιστές της Ελευθερίας που προτιμούσαν το κοινό συμφέρον από το προσωπικό όφελος. Για την ανδρεία που έδειξε στις μάχες κατά του Χουρσίτ Πασά και στην υπεράσπιση του Μεσολογγίου κατά την πρώτη πολιορκία, η προσωρινή κυβέρνηση του έστειλε δίπλωμα Στρατηγού.
Η τιμητική αυτή διάκριση προκάλεσε τη ζήλια των άλλων οπλαρχηγών και ακούστηκαν παράπονα εναντίον του.
Τότε ο Μάρκος, πήρε το δίπλωμα, το έσκισε σε μικρά κομμάτια μπροστά τους και σκορπίζοντάς τα στον αέρα, είπε σ’ εκείνους που παραπονιόνταν:
– Αύριο θα ξαναγίνει πόλεμος. Κι όποιος σταθεί άξιος, παίρνει το δίπλωμά του από τους Τούρκους.
Ύστερα από τη μάχη στα Δερβενάκια, ο Νικηταράς, που τόσο καταστροφή προξένησε στους Τούρκους ώστε πήρε το προσωνύμιο ¨Τουρκοφάγος¨ έστειλε στη γυναίκα του ένα καλοτυλιγμένο πακετάκι. Όλοι νόμισαν ότι θα είχε κανένα διαμαντένιο κόσμημα, από τα τόσα που έπεσαν στα χέρια των παλικαριών, που μοιράστηκαν τους θησαυρούς του Τούρκου πασά. Γι΄ αυτό έτρεξαν όλοι περίεργοι να το περιεργαστούν. Καθώς όμως η σύζυγος του δοξασμένου αρχηγού Αγγελίνα (κόρη του πρωτοκλέφτη του Μοριά του θρυλικού Ζαχαριά) άνοιξε το δέμα, βρήκε μια ξύλινη ταμπακιέρα κι ένα σημείωμα του άντρα της που έγραφε: «…Τα παλικάρια μου, μου πρόσφεραν τούτη την ταμπακιέρα κι ένα σπαθί στολισμένο με πολύτιμα πετράδια. Το σπαθί το χάρισα στη διοίκηση της Ύδρας, για να χρησιμεύσει στο αρμάτωμα του στόλου που τόσο χρειάζεται στην Πατρίδα. Την ταμπακιέρα τη στέλνω σε σένα που μου είσαι το πιο αγαπημένο πρόσωπο που έχω στον κόσμο ύστερα από την Πατρίδα….»
Είχε τελειώσει ο Αγώνας κι οι δοξασμένοι αρχηγοί του είχαν αποτραβηχτεί από τις πολεμικές τους ασχολίες και ξεκουράζονταν στα σπίτια τους. Έτσι κι ο θρυλικός Τουρκοφάγος Νικηταράς, φτωχότερος απ’ ότι ήταν πριν αρχίσει η επανάσταση, στο φτωχικό του στον Πειραιά.
Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς όταν τον επισκέφτηκε ο δοξασμένος θείος του, ο Γέρος του Μοριά. Καθισμένοι στην αυλή του σπιτιού οι δυο Στρατηγοί συζητούσαν για τα περιστατικά του αγώνα, όταν ένα τσούρμο από παιδιά της γειτονιάς, μπήκαν στον αυλόγυρο κι άρχισαν να τραγουδούν τα κάλαντα για τον ερχομό του καινούργιου χρόνου.
Όταν τελείωσαν τα παιδιά, ο Νικηταράς ζήτησε από τον Κολοκοτρώνη μερικούς παράδες να τους δώσει, όπως ήταν το έθιμο, γιατί εκείνος δεν είχε.
Ο Γέρος του έδωσε πρόθυμα, αλλά του είπε για να τον πειράξει:
-Δεν ντρέπεσαι να διακονεύεις, κοτζάμ καπετάνιος εσύ, με τόσες δόξες; Τι σόι Στρατηγός είσαι τότενες.
Ο Νικηταράς κοίταξε ήρεμα το θείο του και του απάντησε σεμνά:
-Πραματευτής δεν ήμουνα. Η μοίρα μου το θέλησε να γίνω καπετάνιος. Μα δε θα ήτανε σωστό να κάνω πραμάτεια το καπετανλίκι μου για να καζαντίσω!!!
Ο Νικηταράς πέθανε το 1849 τυφλός και πάμπτωχος στον Πειραιά, αφήνοντας τη θυγατέρα του γεροντοκόρη.

Όταν ο Στρατηγός Μακρυγιάννης βρισκόταν στους Μύλους με τα παλικάρια του και προετοιμάζονταν για τη μάχη με τον Ιμπραήμ, τον επισκέφτηκε ο Ναύαρχος Δεριγνί.
-Τι κάνετε αυτού; ρωτά τον Στρατηγό.
-Εδώ θα σταματήσουμε τον Μπραήμι, απαντά ο Μακρυγιάννης.
-Με μια χούφτα άνδρες;
-Μπορεί να είμαστε λίγοι κι αδύναμοι, μα έχουμε μαζί μας τον Παντοδύναμο Θεό και θα νικήσουμε!!!
-Τρεμπιέν. (Πολύ καλά), απάντησε ο Δεριγνί.
Την εποχή που οι Τούρκοι πολιορκούσανε το Μεσολόγγι, οι Σουλιώτες είχανε βγάλει από μέσα τις οικογένειές τους και τις είχανε ασφαλίσει στον Κάλαμο. Μαζί ήτανε και οι οικογένειες των Τζαβελλαίων με αρχηγό τη Δέσπω Τζαβέλλα. Το Μ. Σάββατο έφτασε στον Κάλαμο το τρομερό μαντάτο. Σε κάποια μάχη που γίνηκε στο Μεσολόγγι σκοτώθηκαν και τα δυο παιδιά της Δέσπως, ο Κίτσος και ο Ζυγούρης. Οι άλλες γυναίκες μόλις έμαθαν την είδηση, άρχισαν τους θρήνους και τα μοιρολόγια. Σε μια στιγμή όμως βλέπουν έκπληκτες την ηρωική μητέρα να σηκώνεται και να τους λέει επιτακτικά:
«Πάψτε μωρές τα κλάματα. Τα παιδιά μου πήγανε συνοδεία στο Χριστό, που θα τα πάει στον Παράδεισο, γιατί πέσανε για την Πατρίδα! Σηκωθείτε να βάψουμε τα αυγά μη μας οργιστεί ο Θεός.»
Κι η ηρωική μητέρα άρχισε να ετοιμάζει τις βαφές και τα τσουκάλια. Οι άλλες Σουλιώτισσες σηκώθηκαν ντροπιασμένες και άρχισαν να την βοηθούν. Αλλά καθώς οι γυναίκες ήτανε απασχολημένες με τη βαφή των αυγών, φτάνει κάποιος μαντατοφόρος από το Μεσολόγγι. Στάθηκε μια στιγμή, σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του και γυρίζοντας στη Δέσπω:«Δεν είναι τίποτε καπετάνισσα, φώναξε. Τα παιδιά είναι καλά με τη δύναμη του Θεού. Μονάχα ο Ζυγούρης λαβώθηκε στο χέρι. Μα δεν είναι τίποτα σοβαρό.» Οι γυναίκες τριγύρισαν χαρούμενες τη Δέσπω. Κι εκείνη, σοβαρή, γονάτισε μπροστά στο εικόνισμα της Παναγιάς, σήκωσε τα χέρια της και ακούστηκε να ψιθυρίζει: «Σ’ ευχαριστώ, Παρθένα μου, που τους γλίτωσες κι αυτή τη φορά… Μα εγώ πάντα ξεγραμμένους τους έχω.»
Σας ενημερώνουμε ότι την Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014 και ώρα 12:30 θα δοθεί στην Γ΄, Δ΄, Ε΄ και ΣΤ΄ τάξη η βαθμολογία του Β΄ τριμήνου του σχολικού έτους 2013-2014 ενώ οι γονείς των μαθητών της Α΄ και Β΄ τάξης θα ενημερωθούν προφορικά.
Από τη Διεύθυνση
Αγαπητοί γονείς,
Σας ενημερώνουμε ότι τη Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014 και ώρα 10:00π.μ. θα πραγματοποιηθεί ο εορτασμός της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου στην αίθουσα εκδηλώσεων του σχολείου μας. Τη γιορτή θα παρουσιάσουν οι μαθητές της ΣΤ΄ τάξης.

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ πώς προέκυψε το σήμα on/off στους υπολογιστές ή τι συμβολίζει το σηματάκι της κεραίας όταν ανάβετε τα bluetooth στο κινητό;
Η Σοφία Γιαμπόλσκι σε συνεργασία με τους σχεδιαστές της «Warm Gun» και «500 Startups» παρουσιάζει την ιστορία πίσω από τα πιο κοινά σύμβολα που συναντάμε πλέον σε καθημερινό επίπεδο.
Το σηματάκι on/off του υπολογιστή έρχεται από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου οι μηχανικοί χρησιμοποιούσαν το δυαδικό σύστημα για να σημαδεύουν τα κουμπιά στα μηχανήματα. Το 1 συμβόλιζε το άναμμα της μηχανής και το 0 το σβήσιμο. Το σήμα των υπολογιστών είναι το O και το Ι ενωμένα αφού με το ίδιο κουμπί ανάβει και σβήνει.
Το σήμα του δικτύου πηγάζει από μία ιδέα του Ντέιβιντ Χιλ της ΙΒΜ, ο οποίος χρησιμοποίησε ένα παρόμοιο σκίτσο για να κάνει σχεδιάγραμμα των συνδεδεμένων υπολογιστών στον χώρο.
Το σήμα των Bluetooth είναι φόρος τιμής στον Δανό Βασιλιά Χάραλντ Μπλάταντ ο οποίος αγαπούσε τόσο πολύ τα βατόμουρα ώστε ένα από τα δόντια του βάφτηκε μόνιμα μπλε από την υπερβολική κατανάλωση των αγαπημένων του φρούτων. Το σήμα του Bluetooth είναι τα αρχικά του ονόματός του.
Το σήμα του Play για τη μουσική έρχεται κατευθείαν από τα 60’s όπου το συναντούσαμε στις κασέτες μουσικής και το βελάκι έδειχνε τη φορά προς την οποία γυρνούσε η κασέτα παίζοντας.
Το σήμα του Usb σχεδιάστηκε για να αναπαριστά το Ντρέιζακ, την τρίαινα του θεού Ποσειδώνα. Ωστόσο παρόλο που το μεσαίο βέλος έμεινε ανέγγιχτο, τα δύο πλαϊνά έγιναν τετράγωνο και κύκλος αντίστοιχα, συμβολίζοντας τα διαφορετικά περιφερειακά που είναι συμβατά με το usb.
Το σηματάκι του «sleep» στους υπολογιστές, έγινε γιατί το «standby» μπέρδευε αρκετά τους πρώτους χρήστες. Έτσι επινοήθηκε ο όρος sleep υπονοώντας μία κατάσταση που σημαίνει ότι η συσκευή δεν είναι ούτε ανοιχτή ούτε κλειστή. Και φυσικά τι καλύτερο σχέδιο για το sleep από ένα φεγγαράκι;
Το «παπάκι» (@) είναι το μόνο σχέδιο της λίστας που συνδέεται με το μουσείο μοντέρνας τέχνης MoMa. Το 1971 ο προγραμματιστής Ρέιμοντ Τόμλισον, αποφάσισε να εισάγει ένα σύμβολο που θα διαχωρίζει τον αποστολέα από τον παραλήπτη. Ωστόσο η ιστορία του πάει βαθιά στο παρελθόν, πιθανότατα στον 6ο αιώνα, όπου οι μοναχοί χρησιμοποιούσαν αυτό το σύμβολο αντί για τη λατινική λέξη «ad» που σημαίνει «at» (προς)
Οι μαθητές και οι μαθήτριες του Ε2 αποχαιρετούν τον χειμώνα με τις παρουσιάσεις τους…
Οι μαθητές και οι μαθήτριες του Δ2 αποχαιρετούν τον χειμώνα με τις παρουσιάσεις τους…