Ο Δράκος που έφαγε τη Δευτέρα.

Το σχολικό έτος άφησε όμορφες εμπειρίες στους μικρούς συγγραφείς του σχολείου μας μέσα από δράσεις για το βιβλίο.

 

Ο ΔΡΑΚΟΣ ΠΟΥ ΈΦΑΓΕ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

Μια φορά κι έναν καιρό, σε έναν τόπο μακρινό, βαθιά μέσα σε ένα δάσος πυκνό και σκοτεινό, ζούσε ένας δράκος. Και δεν ήταν ένας απλός δράκος — ήταν κοκκινοπράσινος, μεγάλος και δυνατός, μα και λίγο χοντρούλης. Ζούσε ολομόναχος στη σπηλιά του, βαθιά, πολύ βαθιά μέσα στο δάσος, εκεί όπου δεν έφτανε άνθρωπος ούτε πουλί.

Κι είχε ο δράκος μια συνήθεια παράξενη και παλιά: να κλέβει κοσμήματα από βασιλιάδες και βασίλισσες και να τα κρύβει στη σπηλιά του. Και η σπηλιά του ήταν γεμάτη, γεμάτη, γεμάτη: σεντούκια με χρυσά δαχτυλίδια, κορώνες με κόκκινα και μπλε πετράδια, βραχιόλια με διαμάντια και ρουμπίνια, και σωροί ολόκληροι από χρυσάφι που λαμποκοπούσε στο σκοτάδι.

Κι έτσι περνούσαν οι μέρες του — ήσυχα και πλούσια.

Μα μια μέρα… μια Δευτέρα…

Ξύπνησε ο δράκος, τεντώθηκε και είπε:
«Καλή αρχή της εβδομάδας!»

Έφαγε ένα πρωινό ελαφρύ — μόνο εκατόν πενήντα κιλά βοδινό κρέας — ήπιε και λίγο νεράκι, ένα εκατομμύριο λίτρα με γεύση ψαριού, και κάθισε στην αγαπημένη του πολυθρόνα, τη μεγάλη, τη βαριά, τη ντυμένη με δρακίσιο δέρμα που πετούσε μικρές φωτιές.

Και τότε…

ΧΤΟΥΠ! ΧΤΟΥΠ! ΧΤΟΥΠ!

Χτύπησε η πόρτα.

Σηκώθηκε ο δράκος, άνοιξε, και να — μια αρκούδα στεκόταν εκεί.

«Δράκε, καλέ μου δράκε,» είπε, «δώσε μου λίγα κοσμήματα για τον αρραβώνα της κόρης μου. Κι όταν πουλήσω το μέλι της χρονιάς, θα σε ξεχρεώσω.»

Μα ο δράκος ήταν σφιχτός και πεισματάρης.
«Όχι!» είπε. «Τα δικά μου είναι δικά μου!»

Θύμωσε η αρκούδα, θύμωσε πολύ.
Με τα μεγάλα, μυτερά της νύχια… ΣΚΡΑΤΣ! ΣΚΡΑΤΣ! ΣΚΡΑΤΣ!
Του κατέστρεψε την όμορφη πολυθρόνα.

Ο δράκος αναστέναξε βαριά, κοίταξε το ημερολόγιο και είπε:
«Περίεργα ξεκίνησε η εβδομάδα… είναι Δευτέρα, είναι Δευτέρα, είναι Δευτέρα…»

Κάθισε τότε να δει την αγαπημένη του δρακίσια εκπομπή.

Μα η οθόνη… μαύρη.

Και τότε…

ΜΠΑΜ!

Ένας ταράνδος είχε μπλέξει τα κέρατά του στα καλώδια και — ΠΛΑΦ! — κόπηκε το ρεύμα.

«Πάει η εκπομπή μου…» μουρμούρισε ο δράκος.

Κοίταξε πάλι το ημερολόγιο και είπε:
«Περίεργα ξεκίνησε η εβδομάδα… είναι Δευτέρα, είναι Δευτέρα, είναι Δευτέρα…»

Και τότε…

ΧΤΟΥΠ! ΧΤΟΥΠ! ΧΤΟΥΠ!

Πάλι η πόρτα.

Άνοιξε, και να — μια πεινασμένη αλεπού.

«Πεινάω! Δώσε μου φαγητό!» είπε.

«Φύγε γρήγορα πριν σε αρπάξω!» γρύλισε ο δράκος.

Η αλεπού έφυγε… μα όχι μακριά.
Τρύπωσε στο κοτέτσι και — γλουπ, γλουπ, γλουπ — έφαγε όλες τις κότες.

Ο δράκος έμεινε μόνος και θυμωμένος.
Κοίταξε το ημερολόγιο και είπε:
«Ακόμα Δευτέρα… ακόμα Δευτέρα… ακόμα Δευτέρα…»

«Φτάνει!» φώναξε.

Βγήκε έξω για καθαρό αέρα.

Μα εκεί…

ΖΖΖΖΖΖ!

Οι μέλισσες της κυψέλης όρμησαν επάνω του.
Τον τσίμπησαν εδώ, τον τσίμπησαν εκεί, τον τσίμπησαν παντού!

«Ωχ! Αχ! Φτάνει!» φώναζε ο δράκος.

Έτρεξε μέσα στη σπηλιά του, λαχανιασμένος και θυμωμένος.

Πλησίασε τον τοίχο.
Κοίταξε το ημερολόγιο.

Εκεί, μπροστά του, στεκόταν η λέξη:

Δευτέρα.

Και τότε…

Ο δράκος σκέφτηκε.
Και ξανασκέφτηκε.
Και είπε:

«Αν δεν υπήρχε η Δευτέρα… τίποτα από αυτά δεν θα είχε συμβεί!»

Και χωρίς να το πολυσκεφτεί…

ΤΣΑΚ!

Έσκισε το χαρτάκι.

Και…

ΓΛΟΥΠ!

Το έφαγε!

Κι από εκείνη τη μέρα, λένε πως έγινε γνωστός σε όλο τον κόσμο ως…

Ο ΔΡΑΚΟΣ ΠΟΥ ΈΦΑΓΕ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

 


Λήψη αρχείου

Mα τα χίλια κύματα….

Οι μικροί μας μαθητές έλαβαν έπαινο για τη συμμετοχή τους στο διαγωνισμό, που οργάνωσε η παιδική    HELMEPA   για το σχολικό έτος 2025-26


Λήψη αρχείου