ΑΝΘΙΣΜΕΝΗ ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ

























ΑΛΚΥΩΝΗ




Η ΚΥΡΑ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ
Το έθιμο της κυρά Σαρακοστής στις διάφορες περιοχές της Ελλάδας είναι ένα από τα παλαιότερα ελληνικά έθιμα που σχετίζονται µε τη γιορτή του Πάσχα. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα αυτοσχέδιο ημερολόγιο που βοηθούσε στο παρελθόν να μετρούν τις ημέρες της νηστείας ελλείψει ημερολογίων.
Στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας η κυρά Σαρακοστή ήταν μια χάρτινη ζωγραφιά που απεικόνιζε μια γυναίκα, µε επτά πόδια, ένα για κάθε εβδομάδα της Σαρακοστής, µε σταυρωμένα χέρια γιατί προσεύχεται και µε κλειστό στόμα γιατί νηστεύει, δεν κουτσομπολεύει και δεν κατακρίνει. Το ημερολόγιο αυτό συνόδευε μικρούς και μεγάλους στην νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής. Κάθε Σάββατο έκοβαν ένα πόδι κι έτσι ήξεραν πόσες εβδομάδες νηστείας απέμεναν μέχρι το Πάσχα. Το Μεγάλο Σάββατο έκοβαν και το τελευταίο χάρτινο πόδι, το οποίο δίπλωναν και το έκρυβαν σε ένα ξερό σύκο. Τοποθετούσαν έπειτα το σύκο αυτό μαζί µε άλλα και σε όποιον το έβρισκε θεωρούνταν ότι του έφερνε γούρι. Σε άλλες περιοχές τοποθετούσαν το πόδι στο ψωμί της Αναστάσεως. Όποιος έβρισκε στο κομμάτι του το πόδι ήταν ο τυχερός.
Σε άλλα μέρη της Ελλάδας, η κυρά Σαρακοστή δεν ήταν φτιαγμένη από χαρτί αλλά από ζυμάρι. Το ζυμάρι φτιαχνόταν από αλεύρι, αλάτι και νερό.
Την Κυρά Σαρακοστή που είναι έθιμο παλιό
οι γιαγιάδες μας τη φτιάχναν με αλεύρι και νερό.
Για στολίδι της φορούσαν στο κεφάλι της σταυρό
και το στόμα της ξεχνούσαν γιατί νήστευε καιρό.
Και μετρούσαν τις ημέρες με τα πόδια της τα εφτά
κόβαν ένα τη βδομάδα, μέχρι να ‘ρθει η Πασχαλιά.
Η κυρά Σαρακοστή
Πόλυ Βασιλάκη, παιδαγωγός – συγγραφέας
Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1997 στο περιοδικό “Παράθυρο στην Εκπαίδευση”
ΠΗΓΗ: Το έθιµο της κυρά Σαρακοστής στις διάφορες περιοχές της Ελλάδας – ΕβΛΟΓΗΜΕΝΟ νηστίσιμο

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΗΜΕΡΑ ΦΙΛΑΘΛΟΥ 2026 – ΣΧΟΛΙΚΕΣ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ (19/2/2026)
Με αφορμή τον εορτασμό της Πανελλήνιας Ημέρας Φιλάθλου για το έτος 2026, ορίζεται ο Φεβρουάριος ως μήνας σχολικών αθλητικών δράσεων υπέρ του φίλαθλου πνεύματος. Με κεντρικό σύνθημα «Η καρδιά του αθλητισμού είσαι ΕΣΥ, καμία φανέλα πάνω από τη ΖΩΗ», η Διεύθυνση Φυσικής Αγωγής, σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού (Γ.Γ.Α.) και την Εθνική Οργανωτική Επιτροπή Αθλητικής, Ολυμπιακής, Παραολυμπιακής Παιδείας, Ιστορίας και Αξιών ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΒΙΚΕΛΑΣ του Υ.ΠΑΙ.Θ.Α., στο πλαίσιο της ευαισθητοποίησης των μαθητών/τριών, καλεί τις σχολικές μονάδες Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης της χώρας να διοργανώσουν αθλητικές και ενημερωτικές δράσεις υπέρ του φίλαθλου πνεύματος με την ενεργό συμμετοχή όλων των μαθητών/τριών, εντός των σχολικών μονάδων.
ΚΟΤΙΝΟΔΡΟΜΙΕΣ (ΑΓΩΝΕΣ ΔΡΟΜΟΥ ΜΕ ΚΛΑΔΙ ΕΛΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΚΟ ΕΠΑΘΛΟ ΤΟΝ ΚΟΤΙΝΟ)

ΚΑΛΕΣ ΑΠΟΚΡΙΕΣ
ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΟ ΠΑΡΤΥ

ΧΑΡΤΑΕΤΟΙ ΠΕΤΟΥΝ ΨΗΛΑ


ΚΛΟΟΥΝ


ΚΛΟΟΥΝ Ο ΚΑΠΕΛΑΔΟΥΡΑΣ



Ο ΜΙΚΥ ΚΑΙ Η ΜΙΝΙ




Ο ΑΡΛΕΚΙΝΟΣ





ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΑ ΚΑΠΕΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥ ΜΟΤΙΒΟΥ

ΚΑΛΗ ΤΣΙΚΝΟΠΕΜΠΤΗ: ΜΑΣΚΑ ΚΛΟΟΥΝ

ΜΑΣΚΑΡΑΔΕΣ ΠΟΥ ΧΟΡΕΥΟΥΝ

ΟΜΑΔΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ

ΑΣΤΕΙΑ ΚΛΟΟΥΝΑΚΙΑ




ΚΛΟΟΥΝ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΦΛΕΒΑΡΗ
Μια μέρα τα τρία αδέλφια ο Γενάρης, ο Φλεβάρης και ο Μάρτης τρύγησαν τ΄αμπέλια τους για να φτιάξουν κρασί. Όμως επειδή η παραγωγή ήταν μικρή, αποφάσισαν να ενώσουν το κρασί τους σε ένα βαρέλι και να το χρησιμοποιούν όλοι εξίσου. Επειδή στον Φλεβάρη άρεσε πολύ να πίνει, άνοιξε μια τρύπα στο βαρέλι, για να μπορεί να πίνει κρυφά από τα αδέλφια του. Όμως δεν μπόρεσε να ελέγξει τον εαυτό του, ήπιε όλο το κρασί που υπήρχε στο βαρέλι και μέθυσε. Τα αδέλφια του θύμωσαν πολύ με τον Φλεβάρη και του πήραν από μια μέρα. Έτσι έμεινε κουτσός με 28 ημέρες.


ΠΑΡΑΜΥΘΙ “ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΟΥ ΦΛΕΒΑΡΗ”
Τα παιχνίδια του Φλεβάρη
Όταν γεννήθηκε ο Φλεβάρης, ο αδερφός του ο Γενάρης του έκανε δώρο ένα μπαλάκι από χιόνι. -Τρώγε να μεγαλώσεις, για να μπορείς να παίξεις με τον αδερφό σου, του έλεγε κάθε τόσο η μαμά του. Μόλις μάθεις να τρέχεις, θα παίξετε χιονοπόλεμο, κυνηγητό και κρυφτό. Ο Φλεβάρης, ωστόσο, αργούσε να μάθει να τρέχει. Ούτε να περπατήσει καλά καλά δεν μπορούσε. Το γιατί δεν το είχε προσέξει κανείς στην αρχή. Έπειτα, πρώτος το παρατήρησε ο πατέρας του, ο Χειμώνας. -Γυναίκα, είπε στην Παγωνιά. Το παιδί μας το δεύτερο θαρρώ πως γεννήθηκε λίγο κουτσό. Να δεις που δε θα μπορέσει να τρέξει ένας μήνας κανονικός… -Να φωνάξουμε γρήγορα ένα γιατρό!, ανησύχησε η Παγωνιά. Να φέρουμε τον καλύτερο! Έτσι, ο Χειμώνας φώναξε τον πατέρα του, γιατί όλος ο κόσμος ξέρει πως ο πιο καλός γιατρός είν΄ ο Χρόνος. -Μην ανησυχείτε, είπε ο παππούς Χρόνος, σαν είδε του Φλεβάρη τα πόδια. Ο Φλεβάρης μπορεί να είναι λίγο κουτσός, αλλά δε θ΄ αργήσει να μάθει να περπατάει. Κι αν δεν μπορέσει να τρέξει όσο οι άλλοι, ε, δεν πειράζει… Έχει άλλα χαρίσματα. Γεννήθηκε για να κάνει τον κόσμο να χαίρεται και να ναι κι ο ίδιος ευτυχισμένος! -Κυνηγητό και κρυφτό θα μπορεί να παίξει;, ρώτησε ανήσυχος ο Γενάρης. -Θα μπορεί!, βεβαίωσε ο Χρόνος. Μόνο που θα παίζει αλλιώτικα όλα τα παιχνίδια. Ο Φλεβάρης δε γινόταν, βέβαια, να τρέξει, έτρεχε όμως η σκέψη του. Κατάλαβε, λοιπόν, τι συλλογιζόταν ο αδερφός του και είπε: -Θέλεις να παίξουμε χαρτοπόλεμο αντί χιονοπόλεμο; -Δηλαδή;, δεν κατάλαβε ο Γενάρης. -Θα δεις, έκανε κείνος όλο μυστήριο. Και φώναξε τον Άνεμο που περνούσε απέξω. -Ε, φίλε, του είπε. Μπορείς να μας κάνεις μια χάρη; -Ουουουου!, σφύριξε ο Άνεμος με χαρά. -Μας χρειάζονται χρωματιστά χαρτιά, εξήγησε ο Φλεβάρης.
Σε λίγη ώρα το σπίτι του Χειμώνα και της Παγωνιάς είχε γεμίσει με λογής λογής πολύχρωμα χαρτιά. Ο Φλεβάρης δεν μπορούσε, βέβαια, να παίξει όσα παιχνίδια χρειάζονταν τρέξιμο, μπορούσε όμως να σκαρώσει εύκολα παιχνίδια που χρειάζονται φαντασία. Πήρε, λοιπόν, ένα ψαλίδι με μύτες στρογγυλεμένες, για να μην τρυπηθεί, κι έκοψε από τα χαρτιά ένα σωρό χάρτινες κορδέλες. Ύστερα, βάλθηκε να κόβει μια μια τις κορδέλες σε μικρά μικρά κομματάκια. Όταν γέμισε με τα χαρτάκια δυο μεγάλες σακούλες, άφησε στην άκρη όσες κορδέλες περίσσεψαν και είπε στον αδερφό του: -Έτοιμοι για χαρτοπόλεμο! Ο Γενάρης κατάλαβε στη στιγμή πως παίζεται αυτό το παιχνίδι. Πήρε, λοιπόν, τη μια σακούλα, έδωσε στον αδερφό του την άλλη κι άρχισαν να ρίχνουν ο ένας στον άλλο χούφτες χούφτες χαρτάκια πολύχρωμα. Κι έγινε ένα παιχνίδι τόσο τρελό, με τόσα γέλια και τέτοιες φωνές, που ξεσηκώθηκε ο κόσμος στο πόδι. -Τι φασαρία είν΄ αυτή;, παραξενεύτηκε ο Χειμώνας, που ήταν με την Παγωνιά στο εργαστήρι τους κι έφτιαχναν κρύσταλλα για την πλάση. -Πάω στο σπίτι να δω τι τρέχει, σηκώθηκε η γυναίκα του ανήσυχη. Όταν αντίκρισε το σπιτικό της η Παγωνιά, παραλίγο να λιποθυμήσει. -Εγώ φταίω!, φώναξε ο Φλεβάρης. Δική μου ιδέα ήταν ο χαρτοπόλεμος! -Όποιος και να το σκέφτηκε, απάντησε η Παγωνιά, εγώ ένα ξέρω: πως πρέπει να
καθαρίσετε αμέσως το σπίτι, για να μη σας τις βρέξω. Όταν γυρίσω από τη δουλειά μου, θέλω να λάμπει ο τόπος. Ο Φλεβάρης φώναξε πάλι τον Άνεμο, που περνούσε απ΄ έξω. -Ε, φίλε! Μήπως μπορείς να ρθεις να μαζέψεις τις κορδέλες και το χαρτοπόλεμο που έχουμε σκορπίσει στο σπίτι; -Ουουου!, έκανε ο Άνεμος πρόθυμα. Τέντωσε, λοιπόν, ο Φλεβάρης την πόρτα και τα παράθυρα, για να μπει ο Άνεμος απ΄ όπου
τον βόλευε περισσότερο. Έτσι, ο Άνεμος μπήκε από τα παράθυρα, στέγνωσε τις κορδέλες και το χαρτοπόλεμο, τα μάζεψε όλα καλά καλά και τα έβαλε στις μεγάλες του τσέπες. Ύστερα βγήκε από την πόρτα σφυρίζοντας ευχαριστημένος, που είχε βοηθήσει τους φίλους
του. Μόνο που ξέχασε πως οι τσέπες του ήταν αέρινες. Έτσι, μόλις βγήκε στο δρόμο, ξαμολήθηκαν οι κορδέλες και ξεχύθηκε ο χαρτοπόλεμος κάτω στη γη!… -Πάει, τρελάθηκε ο κόσμος, γυναίκα!, είπε στην Παγωνιά ο Χειμώνας, που είδε από το εργαστήρι τους τι γινόταν. Οι άνθρωποι, κάτω στη γη, στολίζουν τους δρόμους και τις πλατείες τους με κορδέλες και γεμίζουν τον κόσμο με χαρτοπόλεμο!… -Θα πεταχτώ ξανά μια στιγμή ως το σπίτι, μουρμούρισε εκείνη, σίγουρη πως οι γιοί της κάτι πάλι θα είχαν σκαρώσει. Τα δυο αδέρφια, που χάζευαν από το μπαλκόνι του κρυστάλλινου σπιτιού τους τα κατορθώματα του Ανέμου, όταν είδαν την Παγωνιά να έρχεται αγριεμένη, κοκάλωσαν! -Τώρα θα μας τις βρέξει, φοβήθηκε ο Γενάρης. Πρέπει να τρέξουμε να κρυφτούμε… Ο Φλεβάρης, βέβαια, δε γινόταν να τρέξει για να κρυφτεί, ο νους του όμως έτρεχε διαρκώς στο παιχνίδι. Είπε λοιπόν: -Εγώ λέω καλύτερα να παίξουμε ένα κρυφτό αλλιώτικο, που το σκέφτηκα τώρα δα. -Τι σόι κρυφτό;, ρώτησε δύσπιστα ο Γενάρης. -Έλα μαζί μου και μη ρωτάς, είπε ο Φλεβάρης όλο μυστήριο. Βγήκαν λοιπόν, από την πίσω πόρτα και μια και δυό πήγαν στο σπίτι του παππού τους, του Χρόνου. -Μπα! Καλώς τα εγγόνια μου, ξαφνιάστηκε ο Χρόνος. Πως από δω; -Παππού, μας αφήνεις να μπούμε στην αποθήκη σου;, ρώτησε ο Φλεβάρης. -Τι να κάνετε στην αποθήκη μου;, έσμιξε τα φρύδια ο παππούς. -Θέλουμε να βρούμε παλιές φορεσιές, από εποχές περασμένες, να παίξουμε ένα κρυφτό διαφορετικό, του εξήγησε γελαστός ο Φλεβάρης. «Καλά το έλεγα εγώ πως αυτό το παιδί θα παίζει αλλιώτικα όλα τα παιχνίδια και θα ναι πάντα χαρούμενο», συλλογίστηκε ο παππούς. Ξέσμιξε, λοιπόν, τα φρύδια και είπε: -Σας αφήνω. Ορίστε και τα κλειδιά. Σε λίγη ώρα ο Φλεβάρης βγήκε από την αποθήκη μασκαρεμένος με τα ρούχα του Καλοκαιριού. Κι ο Γενάρης με τα ρούχα του Φθινοπώρου! -Τι σας έπιασε και μασκαρευτήκατε;, παραξενεύτηκε ο παππούς. Όταν του είπαν τι έγινε με τα χαρτιά και πως γέμισε ο κόσμος κορδέλες και χαρτοπόλεμο, γέλασε ο Χρόνος και είπε: -Έγιναν όλα όπως έπρεπε! Το έλεγα εγώ πως ο Φλεβάρης θα κάνει τον κόσμο χαρούμενο. Πάμε τώρα στη μάνα σας, και μη φοβάστε! Δεν πρόκειται να σας τις βρέξει, έτσι το λέει… Η Παγωνιά, άλλωστε, δεν είναι η Βροχή… Ξεκίνησαν λοιπόν κι οι τρεις, χωρίς να θυμηθούν να κλείσουν την πόρτα της αποθήκης. Ο Άνεμος, που έψαχνε από ώρα να ξαναβρεί τους φίλους του, σαν είδε την αποθήκη του Χρόνου ανοιχτή, μπήκε να ρίξει κι εκεί μια ματιά. -Ουουουου!, έκανε σαν είδε τις παλιές φορεσιές. Τι πολλά και παράξενα ρούχα! Σίγουρα δεν τα χρειάζεται κανείς πια, για να είναι εδώ πεταμένα. Ας τα πάω στους φίλους μου να παίξουμε. Σήκωσε, λοιπόν, όλες τις παλιές φορεσιές, τις έβαλε στις θεόρατες τσέπες του κι έφυγε σφυρίζοντας ικανοποιημένος. Μόνο που ξέχασε πάλι πως οι τσέπες του ήταν αέρινες και, μόλις βγήκε στο δρόμο, του έπεσαν όλες οι φορεσιές κάτω στη γη. Όταν τις βρήκαν οι άνθρωποι, σάστισαν στην αρχή. Έπειτα, όμως, φόρεσαν ο καθένας από μία κι άρχισαν να χορεύουν και να γλεντούν. Ο Χρόνος σταμάτησε κι άρχισε να χαζεύει κι εκείνος το πανηγύρι στη γη. Τόσο, λοιπόν, του άρεσε, που πήρε τα εγγόνια του, μασκαρεμένα όπως ήταν, και κατέβηκαν στη γη, για να γλεντήσουν παρέα με τους ανθρώπους. Και θα έμεναν στο γλέντι ως το βράδυ, αν ξάφνου δε θυμόταν ο παππούς Χρόνος πως περίμενε από ώρα σε ώρα τη θυγατέρα του. -Ποπό!, έκανε. Πρέπει ν΄ ανέβουμε στη χώρα μας γρήγορα! Όπου να ναι θα έρθει να μου κάνει επίσκεψη και θα τα βάλει πάλι μαζί μας. Πρέπει να της μηνύσουμε πως το σπίτι θέλει σιγύρισμα! Πρέπει να τρέξουμε! Ο Φλεβάρης δε γινόταν, βέβαια, να τρέξει. Δεν ξεχνούσε, ωστόσο, πως είχε ένα φίλο που μπορούσε να τους συντρέξει σε δύσκολη ώρα. Έτσι, φώναξε πάλι τον Άνεμο, του σφύριξε στ΄ αυτί τι ζητούσε, κι εκείνος του έφερε γρήγορα χαρτιά, κορδέλες, σπάγκο κι ένα ψαλίδι. Και τότε ο Φλεβάρης έφτιαξε στη στιγμή ένα μεγάλο χαρταετό με ουρά φουντωτή κι έγραψε πάνω ένα μήνυμα για τους γονείς του. -Μπορείς τώρα να τον σηκώσεις ψηλά τον χαρταετό μου;, είπε στον Άνεμο. -Ουουουου!, έκανε ο Άνεμος και πήρε μαζί του το χαρταετό στον αιθέρα.
Έτσι η Παγωνιά, που έψαχνε ακόμα για τα παιδιά της, είδε το χαρταετό, διάβασε το μήνυμα και κατάλαβε πως οι γιοί της ήταν καλά. Σκέφτηκε ακόμα πως ο Φλεβάρης της, που δε γινόταν να τρέξει, σίγουρα εκείνος είχε φτιάξει κάτι που να πετάει. Φόρεσε ύστερα τα
γυαλιά τα κρυστάλλινα που είχε για μακριά και ξαναδιάβασε προσεχτικά το μήνυμα που ήταν γραμμένο στο χαρταετό, για να βεβαιωθεί πως δεν έκανε λάθος. Το μήνυμα του Φλεβάρη έλεγε: «Ο Γενάρης κι ο Φλεβάρης πέρασαν καλά. Ο Χρόνος γυρίζει. Ετοιμαστείτε! Έρχεται η Άνοιξη!»
ΛΟΤΗ ΠΕΤΡΟΒΙΤΣ-ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ


Ο ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ ΤΟΥ Γ.ΤΣΑΡΟΥΧΗ.

