http://greekdocumentaries1.blogspot.gr/2012/06/blog-post_06.html

http://greekdocumentaries1.blogspot.gr/2012/06/blog-post_06.html

To παρακάτω κείμενο του γράφοντος τιτλοφορείται Η Ελλάδα κατά την περίοδο 1940 -1941. Εμπεριέχεται στο έργο Εμείς οι Έλληνες, πολεμική Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας, Από την Μικρασιατική Καταστροφή στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Κατοχή, τ. Β΄, Σκάι, Αθήνα 2008, σ. 54-88

 

Η συνθήκη των Βερσαλλιών

Με τη συνθήκη των Βερσαλλιών το καλοκαίρι του 1919 τερματίστηκε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, αλλά οι εδαφικοί, στρατιωτικοί και οικονομικοί όροι που επεβλήθησαν από τους νικητές αμφισβητήθηκαν από τους ηττημένους, με αποτέλεσμα ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος να ξεσπάσει δύο μόλις δεκαετίες μετά.

Καταφανέστερη όλων ήταν η μειονεξία της Γερμανίας, καθώς εκτός από τις αποικίες έχασε και μητροπολιτικά εδάφη της: η Αλσατία και η Λωρραίνη προσαρτήθηκαν στη Γαλλία, η περιοχή Επέν και Σαιν Βιτ στο Βέλγιο, το βόρειο Σλέσβιγκ στη Δανία, ενώ στην Πολωνία παραχωρήθηκε ένας διάδρομος προς τη Βαλτική ο οποίος διχοτομούσε την Πρωσία. Παράλληλα παρέδωσε τα υποβρύχια και σχεδόν όλο το στόλο της, αποστρατικοποιήθηκε η κοιλάδα του ποταμού Ρήνου και ο στρατός της μειώθηκε σε 100.000 εθελοντές. Τέλος αναγκάστηκε να παραχωρήσει τα μεγάλα εμπορικά της πλοία, να προσφέρει δωρεάν γαιάνθρακα στη Γαλλία, το Βέλγιο και την Ιταλία και να αποζημιώσει τους αντιπάλους της με το υπέρογκο ποσό των 33 δις δολαρίων. Η Βουλγαρία έχασε τότε τη Δοβρουτσά προς χάριν της Ρουμανίας και τη Δυτική Θράκη προς όφελος της Ελλάδας.

Αν και νικήτρια, περισσότερο ανασφαλής χώρα στο στρατόπεδο των νικητών ήταν η Γαλλία που δεν είχε εμπιστοσύνη στην Κοινωνία των Εθνών, αν προέκυπταν προβλήματα όπως η κατάληψη της Κέρκυρας από την Ιταλία το 1923. Γι αυτό δυο χρόνια αργότερα υπέγραψε συμφωνίες φιλίας με χώρες που βρίσκονταν στον άμεσο ή σχεδόν γειτονικό περίγυρο της Γερμανίας, όπως το Βέλγιο, η Πολωνία, η Τσεχοσλοβακία, η Ρουμανία και η Γιουγκοσλαβία. Από την πλευρά της η Βρετανία υποσχέθηκε την παροχή στρατιωτικής βοήθειας στη Γαλλία και το Βέλγιο σε πιθανή επίθεση της Γερμανίας.

Φασίστες και Εθνικοσοσιαλιστές

Με ελάχιστα εδαφικά κέρδη από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στα βόρεια και ανατολικά της σύνορα, κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα που είχαν κληρονομηθεί από τη στρατιωτική σύγκρουση και κινητοποιήσεις αγροτών και εργατών –οι τελευταίοι επηρεάζονταν από την εγκαθίδρυση του κομουνισμού στη Ρωσία, αλλά κι από το σχέδιο εξαγωγής του μέσω της Κομουνιστικής Διεθνούς- συνετέλεσαν ώστε το δημιουργηθέν στην Ιταλία Φασιστικό Κόμμα από το Μπενίτο Μουσολίνι, πρώην δάσκαλο και σοσιαλιστή, που υποστήριζε την τήρηση της τάξεως να αποκτήσει την ευμένεια του στρατού, τη αυλής, των γαιοκτημόνων και των βιομηχάνων. Το 1924 το Φασιστικό Κόμμα έλαβε με εκλογές τα 3/5 των ψήφων κι ανήλθε στην εξουσία δημιουργώντας με την πάροδο των ετών ένα ολοκληρωτικό κράτος με διώξεις πολιτικών αντιφρονούντων, ασύστολη προπαγάνδα, λογοκρισία, προσωπολατρία του αρχηγού και ισχυρή μυστική αστυνομία.

Παρόμοια κατάληξη είχαν και τα πράγματα στη Γερμανία μετά τη νόμιμη άνοδο του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος στην εξουσία υπό την ηγεσία του Αδόλφου Χίτλερ, ερασιτέχνη ζωγράφου που είχε τιμηθεί για ηρωισμό στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η οικονομική κρίση στη χώρα ιδιαίτερα από το 1929 και μετέπειτα, η αύξηση των κομουνιστών και η πολιτική αστάθεια ωφέλησαν το Χίτλερ που έλαβε αρχικά έκτακτες εξουσίες από τη Βουλή για να καταλήξει έπειτα κι αυτός στη δημιουργία ενός ολοκληρωτικού κράτους. Με προγράμματα εξάλειψης της ανεργίας, εγχώριες κατασκευές προϊόντων που πρώτα εισάγονταν από το εξωτερικό με φθηνές πρώτες ύλες από τις χώρες προς Ανατολάς και ιδίως χάρη σε ένα άριστο εξοπλιστικό πρόγραμμα η Γερμανία κατέληξε στα τέλη της δεκαετίας του 1930 αξιοζήλευτη, όχι μόνο στην Ευρώπη.

 

Βαλκανικές ομοιότητες

Η κατολίσθηση της Ρωσίας, της Ιταλίας και της Γερμανίας στον ολοκληρωτισμό δεν άργησε να βρει μιμητές και σε άλλες χώρες. Στα Βαλκάνια όπου το μορφωτικό επίπεδο, οι εθνικές και γλωσσικές μειονότητες, ο κομουνιστικός κίνδυνος και η κρίση του 1929 υπονόμευσαν χωρίς δυσκολία τους δημοκρατικούς θεσμούς κι έφεραν στην εξουσία στρατιωτικής υφής καθεστώτα (βασιλικά ή δικτατορικά) όχι όμως της ιδίας σκληρότητας με τα τρία αναφερόμενα ολοκληρωτικά.

Στην Ελλάδα μετά από 10 χρόνια απουσίας επανήλθε το 1935 ξανά η βασιλεία. Όμως η παλαιά διαμάχη των Φιλελεύθερων με τους Βασιλικούς, τα δύο πρόσφατα πραξικοπήματα του 1933 και 1935, η ασυνεννοησία των κομμάτων έπειτα από τις εκλογές του Ιανουαρίου του 1936 και οι υποκινούμενες από τους κομουνιστές απεργίες στο εσωτερικό συνεζεύχθησαν με την επίθεση της Ιταλίας στην Αιθιοπία το 1935 κι ένα χρόνο αργότερα με την κατάληψη της αποστρατικοποιημένης ζώνης της κοιλάδας του Ρήνου από τους Γερμανούς και την έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου στην Ισπανία με αποτέλεσμα την επιβολή δικτατορίας από τον υπουργό των Στρατιωτικών Ιωάννη Μεταξά με τη συγκατάθεση του βασιλιά τον Αύγουστο του 1936.

 

Ο Ιωάννης Μεταξάς

Στο καθεστώς της «4ης Αυγούστου», ιδιαίτερα στην αρχηγία του Μεταξά, αντίθετα με τα πολλά που διαδίδονται, οφείλεται κατά κόρον, αν όχι αποκλειστικά, όχι μόνον η επιτυχής άμυνα εναντίον των  Ιταλών το 1940, αλλά και η νικηφόρα καταδίωξή τους δεκάδες χιλιόμετρα μέσα στην Αλβανία. Πράγματι ο άνδρας διέθετε αρκετή πολεμική πείρα ως εγκέφαλος του Ελληνικού Επιτελείου κατά τον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο παρότι ήταν απλός λοχαγός του Μηχανικού και βαθιά γνώση της στρατηγικής και της τακτικής, αφού ήδη από το 1915 θεωρώντας ανεδαφική τη Μικρασιατική Εκστρατεία είχε εκφέρει γραπτά την αντιγνωμία του.

Πράγματι από το 1936 και μετέπειτα η Ελλάδα προσανατολίστηκε σοβαρά προς αντιμετώπιση εχθρικής εισβολής διπλασιάζοντας τις σχετικές δαπάνες: Ο αριθμός π.χ. των μονίμων αξιωματικών εξαρτιόταν πάντα από τα εκάστοτε σχέδια Επιστράτευσης, ενώ δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή στο Σώμα των Αυτοκινήτων όπως επίσης και στη μετεκπαίδευση των εφέδρων αξιωματικών. Ακόμη πύκνωσαν οι ασκήσεις μάχης στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν και οι στρατιώτες, όχι μόνον τα στελέχη. Συγκροτήθηκαν παράλληλα για πρώτη φορά μεγάλες μονάδες Πυροβολικού (με επάρκεια 39.500 πλήρων βολών ορειβατικού Πυροβολικού) και Ιππικού όπως επίσης και τάγματα Μηχανικού. Δόθηκε προσοχή στον ιματισμό του Στρατού όπως επίσης και στην κατασκευή καλών αρβυλών. Αγοράστηκαν μουλάρια για τις μεταφορές, ενώ με την πρόνοια για τα τρόφιμα το στράτευμα διέθετε 20 ημέρες αυτονομία. Καθώς αναμενόταν επίθεση εκ μέρους της Βουλγαρίας κατασκευάστηκαν τέλος στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη υπόγεια οχυρά, γνωστά κι ως «γραμμή Μεταξά».

 

Αναζήτηση ασφάλειας

Παρόλο που η Ελλάδα είχε σοβαρές διαφορές με την Ιταλία, αφού η τελευταία είχε παλαιότερα αξιώσει την παραχώρηση περιοχών της Βορείου Ηπείρου στο Αλβανικό Κράτος, είχε καταλάβει το 1923 την Κέρκυρα και συνέχιζε ακόμη να κατέχει τα Δωδεκάνησα, για να εξασφαλισθεί από την Τουρκία και τη Γιουγκοσλαβία (που εποφθαλμιούσε τη Θεσσαλονίκη) υπέγραψε το 1928 με την Ιταλία δεκάχρονης διάρκειας σύμφωνο το οποίο προέβλεπε παροχή πολιτικής και διπλωματικής υποστήριξης σε περίπτωση βιαίας εισβολής. Με τη Γιουγκοσλαβία όμως κατόπιν παροτρύνσεως της Γαλλία υπέγραψε τον επόμενο χρόνο σύμφωνο φιλίας, αφού ρυθμίστηκαν οι διαφορές σχετικά με την Ελεύθερη Ζώνη στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Με την Τουρκία υπογράφτηκε το 1933 επίσης σύμφωνο με εγγυήσεις για το «κοινό των συνόρων», δηλαδή για τα σύνορα των δύο χωρών με τη Βουλγαρία –το 1938 προστέθηκε νέος όρος ότι σε κάθε άλλη περίπτωση πολέμου εκάστη χώρα θα προάσπιζε την ουδετερότητά της. Η διπλωματική κινητικότητα έφτασε όμως στο απόγειό της το επόμενο έτος με το «Σύμφωνον Συνεννοήσεως» μεταξύ Ελλάδας, Γιουγκοσλαβίας, Ρουμανίας και Τουρκίας. Σε περίπτωση επέμβασης Βαλκανικού Κράτους εναντίον ενός ή περισσότερων μελών, τα άλλα θα παρείχαν υποστήριξη. Με την Αλβανία και τη Βουλγαρία ουδεμία σχέση υπήρξε.

Όταν οι Ιταλοί κατέλαβαν την Αλβανία την άνοιξη του 1939 τόσο η Βρετανία όσο και οι Γαλλία προέβησαν σε μονομερείς δηλώσεις εγγύησης με κάθε μέσο προς την Ελλάδα και τη Ρουμανία, αν δέχονταν επίθεση.

 

Αίτια κι αφορμές του Ελληνοϊταλικού Πολέμου

Οι προστριβές, άμεσες ή έμμεσες, μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας χρονολογούνταν από το 1911, όταν η τελευταία κατέλαβε τα Δωδεκάνησα. Ένα χρόνο αργότερα η Ιταλία αντιτέθηκε στην κατάληψη της Αυλώνας από τα ελληνικά στρατεύματα. Το 1916 μάλιστα ιταλικά στρατεύματα έφτασαν έως τα Ιωάννινα. Τρία χρόνια αργότερα οι Ιταλοί ήθελαν να καταλάβουν, αντί για τους Έλληνες τη Σμύρνη. Το 1923 βομβάρδισαν κι αποβιβάστηκαν στην Κέρκυρα και υποστηρίζοντας σταθερά τις αλβανικές απόψεις υπέγραψαν αμυντική συμμαχία με την Αλβανία το 1927. Δέκα χρόνια αργότερα όντας ήδη μέλος του Άξονα Βερολίνου –Ρώμης η Ιταλία προχώρησε σε σύμφωνο φιλίας με τη Γιουγκοσλαβία περισφίγγοντας κατά κάποιο τρόπο την Ελλάδα από τρία μέρη, από ΝΑ (Δωδεκάνησα), από ΒΑ (Αλβανία) κι από Βόρεια (Γιουγκοσλαβία).

Για την Ιταλία δύο ήταν τα ζητούμενα στις αρχές του 20ού αιώνα και μετέπειτα: η επέκταση της επιρροής της στη Βαλκανική και η κυριαρχία στη Μεσόγειο Θάλασσα. Ανάμεσα όμως από τα Δωδεκάνησα που είχε προσαρτήσει και του κορμού της ιταλικής χερσονήσου έστεκε η Ελλάδα. Αυτή είχαν κατά νου οι Ιταλοί, όταν αποβιβάστηκαν στην Αλβανία τον Απρίλιο του 1939, οι στρατιωτικοί τουλάχιστον, που σύμφωνα με τις πληροφορίες που λάβαινε το ελληνικό Γενικό Επιτελείο Στρατού ομιλούσαν για διεύρυνση των αλβανικών συνόρων ή προσάρτηση της Τσαμουριάς στην Αλβανία.  Προφανώς είχε σειρά προς κατάληψη η Ελλάδα, από όπου θα λαμβανόταν τρόφιμα κι εφόδια, αλλά οι εγγυήσεις της Γαλλίας και της Βρετανίας, ιδιαίτερα της δεύτερης, υπήρξε παράγοντας που δεν μπορούσε εύκολα να παραγκωνιστεί.

Αν όμως η Βρετανία ακολουθούσε προσεκτική πολιτική ως προς την Ιταλία, η Γαλλία επέμενε σταθερά στη δημιουργία Βαλκανικού Μετώπου, για να απομακρύνει προς τον Νότο τον ερχόμενο πόλεμο διαφυλάσσοντας έτσι τα σύνορά της με τη Γερμανία. Τυπικά η Ελλάδα ακολουθούσε πολιτική ουδετερότητας, αλλά στην πραγματικότητα αξιωματικοί του ΓΕΣ, όταν ο Χίτλερ εισέβαλε στην Πολωνία, άρχισαν μυστικές επαφές με Γάλλους συναδέλφους των προσφέροντας παράλληλα στρατιωτικές πληροφορίες στους Βρετανούς. Αύξαινε λοιπόν η ανασφάλεια της Ιταλίας μπροστά στην πιθανότητα αποβίβασης Συμμάχων στη Θεσσαλονίκη, κι εκμετάλλευσης των αεροδρομίων και των λιμανιών της Ελλάδας από τη γαλλική και τη βρετανική αεροπορία και το στόλο τους. Οι υποθέσεις αυτές μεταμορφώθηκαν σχεδόν σε βεβαιότητες, καθώς η Ελλάδα αρνήθηκε να ανανεώσει το σύμφωνο του 1928.

Το ρου της ιστορίας φαίνεται όμως ότι κινούσαν οι Γερμανοί. Μόνο μετά από την εισβολή των Γερμανών στη Γαλλία τον Ιούνιο του 1940 οι Ιταλοί κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον της Γαλλίας και της Βρετανίας κι άρχισαν να αναζητούν αφορμές για διατάραξη των σχέσεων με την Ελλάδα και να πυκνώνουν τις σχετικές αιτιάσεις: ότι ο Έλληνας πρόξενος στην Άγκυρα καταφερόταν κατά του Άξονα, πως  βρετανικά πολεμικά πλοία παρέμεναν υπέρ του δέοντος στα ελληνικά λιμάνια και ότι αεροπλάνα των Συμμάχων προσέβαλαν ιταλικά υποβρύχια.

Έχοντας έκτοτε στο νου αφορμές για πόλεμο οι Ιταλοί άρχισαν μία άκρως επιθετική πρακτική με παραβιάσεις του ελληνικού εναερίου χώρου, βομβαρδισμούς ελληνικών πλοίων, ανακίνηση του αλυτρωτισμού των Τσάμηδων της Ελλάδας (υπόθεση Νταούτ Χότζα) και γραπτές μομφές στον Τύπο. Ελάχιστες μέρες αργότερα, το Δεκαπενταύγουστο, τορπίλισαν το εύδρομο Έλλη στην Τήνο. Τελευταία ήταν η ανακοίνωση του ιταλικού τύπου την 26η Οκτωβρίου του 1940 ότι Έλληνες άνοιξαν πυρ εναντίον αλβανικών φυλακίων στην περιοχή Κορυτσάς και πως Έλληνες ή Βρετανοί πράκτορες βομβάρδισαν το Λιμεναρχείο των Αγίων Σαράντα. Ο πόλεμος άρχισε το πρωί της μεθεπόμενης ημέρας

 

Τα ελληνικά σχέδια άμυνας

Μόλις οι Ιταλοί αποβιβάστηκαν στην Αλβανία, εκπονήθηκε εξ ανάγκης από το ΓΕΣ νέο σχέδιο αντιμετώπισης τόσο των Βουλγάρων όσο και των Ιταλών που έλαβε τον κωδικό ΙΒ. Για το πρώτο μέτωπο προβλεπόταν η εγκατάλειψη της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας με γραμμή άμυνας Καϊμακτσαλάν -Βέρμιο –Καμβούνια –Μέτσοβο -ποταμός Άραχθος, ενώ για το δεύτερο τελική οχύρωση των στρατευμάτων στον ποταμό Νέστο. Σε περίπτωση δυσχερειών η άμυνα θα μπορούσε να υποχωρήσει ως τον Πηνειό και τον Αξιό. Φαινόταν ίσως ηττοπαθές, αλλά θεωρήθηκε αναγκαίο, για να εξασφαλισθεί η περίπτωση υπερκέρασης των ελληνικών δυνάμεων από τη νότια Γιουγκοσλαβία, η οποία πιθανόν να επέτρεπε απρόσκοπτα τη διέλευση των Ιταλών από το έδαφός της και για να περατωθεί η επιστράτευση, για την οποία χρειάζονταν 40 περίπου ημέρες.

Δημιουργήθηκε τότε το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ) με έδρα την Κοζάνη για καλύτερο συντονισμό των ενεργειών. Παράλληλα άρχισε η οχύρωση της παραμεθορίου με την Αλβανία και η υπονόμευση του οδικού δικτύου. Τέλος τον Αύγουστο του 1939 επιστρατεύτηκαν άνδρες για στελέχωση της 8ης Μεραρχίας που κάλυπτε την Ήπειρο και της 9ης που βρισκόταν στη Δυτική Μακεδονία.

Καθώς όμως όλα έβαιναν κανονικά κι επιπλέον θεωρήθηκε βέβαιη η ουδετερότητα (ή και  η συμμαχία) της Γιουγκοσλαβίας το σχέδιο μεταβλήθηκε την 1η Σεπτεμβρίου στο τολμηρότερο ΙΒα. Σύμφωνα με αυτό η γραμμή άμυνας προωθήθηκε στα σύνορα με την Αλβανία, ενώ ελήφθη μέριμνα για την προστασία των ακτών, ιδιαίτερα για την έμφραξη του Αμβρακικού κόλπου. Δημιουργήθηκε τότε και το Απόσπασμα Πίνδου, για να καλύπτει το κενό μεταξύ του ΤΣΔΜ και των δυνάμεων της Ηπείρου. Το μόνο ελληνικό έδαφος που αφέθηκε με τμήματα μόνο προκάλυψης, καθώς ως κύρια γραμμή άμυνας επιλέχτηκε στο νότιο τομέα ο ποταμός Καλαμάς, ήταν η ΒΑ Θεσπρωτία που συνόρευε με την Αλβανία.

Τον Απρίλιο του 1940 εκπονήθηκε νέο σχέδιο, το ΙΒβ, δυσχερέστερο όλων, διότι με γνώμονα τη μείωση του συμμαχικού στόλου στην περιοχή προέβλεπε επιπλέον την προστασία της Αττικής, της Ακαρνανίας, της Πελοποννήσου και της Κρήτης.

 

Τα σύννεφα πυκνώνουν

Ενόσω πύκνωνε το καλοκαίρι του 1940 η παρουσία του ιταλικού στρατού στην Αλβανία και οι αξιωματούχοι τους πίστευαν ότι η επίθεση εναντίον της Ελλάδας θα ήταν εκτός από βραχύχρονη και εύκολη το ελληνικό ΓΕΣ αξιοποιούσε ορθά κάθε πληροφορία για τις κινήσεις των Ιταλών και προσάρμοζε ταχύτατα τα σχέδια άμυνας. Τον Αύγουστο ήταν προφανές ότι οι Ιταλοί συγκέντρωναν δυνάμεις στο μέτωπο της Ηπείρου για κύρια επίθεση από την Κακαβιά και τη Μεσογέφυρα, χωριά διάμεσα των οποίων περνούσαν οι αμαξιτοί οδοί προς Ιωάννινα.

Διενεργήθηκε τότε σοβαρή επιστράτευση στη ΒΔ Μακεδονία και δόθηκαν αμυντικές αλλά και επιθετικές εντολές στις μονάδες: σταθερή θέση αντίστασης στην Ήπειρο, ιδιαίτερα στα στενά της Ελαίας (Καλπακίου), αφού αποσύρονταν πρώτα τα τμήματα προκάλυψης που θα επιβράδυναν τον εχθρό χωρίς να φθαρούν. Εμβολή όμως των Ιταλών στις βάσεις τους μέσα στην Αλβανία στον τομέα της Κορυτσάς, ενώ ταυτοχρόνως το Απόσπασμα Πίνδου θα διέκοπτε τη συγκοινωνία Κορυτσάς –Ερσέκας –Μεσογέφυρας.

Οι Έλληνες τον Οκτώβριο του 1940, παρά τις σύγχρονες των γεγονότων ή τις σημερινές φήμες, ήταν πανέτοιμοι για την αντιμετώπιση των Ιταλών. Ενισχυμένη η 8η Μεραρχία διέθετε ισοδύναμες σχεδόν δυνάμεις με τον εχθρό στην Ελαία, αλλά λιγότερες στον υπόλοιπο τομέα της. Στο χώρο του Αποσπάσματος  Πίνδου η αναλογία με τους Ιταλούς Αλπινιστές ήταν αποθαρρυντική, 1 προς 3. Στο μέτωπο της 9ης Μεραρχίας οι Έλληνες υπερτερούσαν. Παρόλο που ο βαρύς οπλισμός, τα άρματα μάχης και η αεροπορία έλειπαν από τον Ελληνικό Στρατό, περίσσευε η διάθεση για αντίσταση μέχρι εσχάτων, η καλή προετοιμασία και η άριστη γνώση του εδάφους.

Στα μέσα Αυγούστου του 1940 οι Ιταλοί βιάζονταν να καταλάβουν εν πρώτοις τη ΒΑ Θεσπρωτία (Τσαμουριά), αλλά οι Γερμανοί τους είχαν αποτρέψει, απασχολημένοι με τη μάχη της Βρετανίας κι επειδή επιθυμούσαν να τη συνδυάσουν με την ταυτόχρονη κατάληψη της Κρήτης. Μετά από άλλη μία αναβολή η επίθεση των Ιταλών κανονίστηκε για την 26η Οκτωβρίου του 1940. Αρχικοί σκοποί η κατάληψη της Ηπείρου και των Ιονίων νησιών με δευτερεύοντες στόχους τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα. Δεν είχε όμως πλήρως η στάση της Γιουγκοσλαβίας που ίσως συμπαραστέκονταν στην Ελλάδας, πιθανότητα που εξηγούσε και τα αμυντικά έργα των Ιταλών στο βόρειο τομέα.

Παράλληλα βολιδοσκοπήθηκε η Βουλγαρία για μία ταυτόχρονη επίθεση, αλλά η τελευταία αρνήθηκε. Τελικά λόγω της κακοκαιρίας στη θάλασσα η επίθεση αναβλήθηκε ακόμη μία φορά για την 28η Οκτωβρίου. Μέσα στο βαθύ όρθρο επισκέφτηκε τότε τον Ιωάννη Μεταξά ο Ιταλός πρεσβευτής παραδίδοντας τελεσίγραφο με το οποίο εκτοξεύονταν μομφές εναντίον της Ελλάδας ότι είχε δεχθεί τις συμμαχικές εγγυήσεις, φιλοξενούσε το βρετανικό στόλο, ευνοούσε τον ανεφοδιασμό των βρετανικών αεροσκαφών, επέτρεπε την κατασκοπία στο Αιγαίο εναντίον των Ιταλών και ακολουθούσε τρομοκρατική πολιτική στην Τσαμουριά εναντίον των Αλβανών. Ζητούσε παράλληλα από την Ελλάδα στρατηγικές θέσεις εντός της χώρας (χωρίς να τις καθορίζει) και αεροπορικές βάσεις στη Θεσσαλία και Μακεδονία.

Αλλά ο πρώτος, αν και δάκρυσε, δεν πτοήθηκε. Όπως είχε φανεί κατά την πενταετία της διακυβέρνησής του αλλά κι εκμυστηρευτεί στο Γερμανό πρόξενο λίγους μήνες νωρίτερα ο Μεταξάς ανεξάρτητα από τα προσωπικά του αισθήματα γνώριζε ότι στην ανατολική Μεσόγειο κυριαρχούσε η Βρετανία, εναντίον της οποίας δεν μπορούσε να αντιταχθεί. «Ο κύριος της θαλάσσης ήτανε και κύριος της Ευρώπης, ήτανε και κύριος του Κόσμου» είχε γράψει στο ημερολόγιό του ένα σχεδόν χρόνο νωρίτερα ο άριστος επιτελικός αξιωματικός.

 

Αντίπαλοι και σχέδια ενέργειας

Οι Ιταλοί διέθεταν δύο Σώματα Στρατού, το XXV ανεπτυγμένο στην οροθετική γραμμή από τη Θεσπρωτία ως την Κόνιτσα και το XXVΙ στη ΒΔ Μακεδονία. Ενδιάμεσα με κατεύθυνση τον τομέα της Πίνδου υπήρχε η 3η Μεραρχία Αλπινιστών Τζούλια. Το σύνολο του ιταλικού Στρατού έφθανε στους 97.000 περίπου άνδρες, ανάμεσα στους οποίους βρίσκονταν και Αλβανοί άτακτοι. Για την αντιμετώπισή τους υπήρχαν αντίστοιχα η 8η ενισχυμένη Μεραρχία με έδρα τα Ιωάννινα, το Β΄ Σώμα Στρατού με έδρα τη Λάρισα και το Γ΄ με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Ενδιάμεσα τούτων στο χωριό Επταχώρι του Γράμμου βρισκόταν το Απόσπασμα Πίνδου, έφεδρη μονάδα που είχε επιστρατευθεί δύο μήνες πριν. Ο Ελληνικός Στρατός που επρόκειτο να αντιμετωπίσει του Ιταλούς στο μέτωπο της Αλβανίας δεν ξεπερνούσε τους 35.000 άνδρες. Οι υπόλοιποι βρίσκονταν έναντι της Βουλγαρίας, ήτοι το Δ΄ και Ε΄ Σώματα Στρατού. Όσον αφορά το στόλο οι Ιταλοί διέθεταν συντριπτική υπεροχή όπως επίσης και στην αεροπορία με αναλογία 400 προς 143 αεροσκάφη.

Στα πλεονεκτήματα των Ελλήνων συγκαταλέγονταν η αριθμητική αναλογία ανά Μεραρχία, αφού οι ιταλικές διέθεταν 2 συντάγματα, ενώ οι ελληνικές αντίστοιχες 3. Τα ατομικά τυφέκια των Ιταλών είχαν μικρότερο βεληνεκές και τα ρούχα όπως και οι κουβέρτες των στρατιωτών ήταν λεπτότερες. Επιπλέον στο επίπεδο του τάγματος οι Ιταλοί διέθεταν 8 πολυβόλα εν αντιθέσει με τους Έλληνες που είχαν 12. Αυτές οι μικροδιαφορές θα έπαιζαν σπουδαίο ρόλο στη διάρκεια της σύγκρουσης, λόγω του ορεινού εδάφους όπου κυριαρχούσε το πεζικό και των καιρικών συνθηκών που είχαν αρκετά επιπόλαια υπολογιστεί εκ μέρους των Ιταλών.

Ακόμη ο Ελληνικός Στρατός πολεμούσε για την πατρίδα του σε έδαφος που γνώριζε άριστα και που ήταν αρνητικό για τα μηχανοκίνητα και το βαρύ οπλισμό των Ιταλών, εξ αιτίας της ανυπαρξίας πολλών ευρέων οδικών αρτηριών. Έτσι η υπερτίμηση των ιταλικών αρμάτων και η υποτίμηση του  Έλληνα αντιπάλου έμελε να έχουν τραγικές συνέπειες για τους επιτιθέμενους.

Το τελευταίο ιταλικό σχέδιο επιχειρήσεων τοποθέτησε την κύρια προσπάθεια στην κατεύθυνση των αμαξιτών οδών προς Καλπάκι, Ιωάννινα. Υποβοηθητικά θα δρούσαν μία Μεραρχία Ιππικού στην παραλιακή ζώνη της Θεσπρωτίας που θα συνέκλινε μετά προς τα Ιωάννινα και η Μεραρχία Αλπινιστών που μέσω Σαμαρίνας θα έφθανε στο Μέτσοβο για να αποκόψει τόσο τον ερχομό ενισχύσεων όσο και τη διαφυγή του Ελληνικού Στρατού. Ο ιταλικός στόλος δεν πραγματοποίηση καμία αποβατική ενέργεια, επειδή δόθηκε προτεραιότητα στις μεταφορές προς το Μέτωπο της Λιβύης. Η αεροπορία θα παρέλυε την επιστράτευση.

Το ελληνικό σχέδιο ήταν αμυντικό. Προέβλεπε αρχική άμυνα με τις κατά τόπους υπάρχουσες δυνάμεις κι έπειτα μετά από τη συγκέντρωση των επιστρατευμένων (22 ημέρες για το αλβανικό και 15 για το βουλγαρικό) κατευθύνσεις ανάλογα με την κατάσταση, διότι ως Μέτωπο λογιζόταν και η οροθετική προς τη Βουλγαρία. Ο στόλος θα διατιθόταν στην παράκτια άμυνα και τις μεταφορές. Η αεροπορία θα εκτελούσε αποστολές πληροφοριών, βομβαρδισμούς σε αεροδρόμια στην Αλβανία και εχθρικά πλοία και γενική αντιμετώπιση των ιταλικών αεροπλάνων που θα επιθυμούσαν να καταστρέψουν νηοπομπές, τεχνικά έργα ή τη φίλια αεροπορία.

 

Ιταλική εισβολή (28.10.40 – 13.11.40)

Οι Ιταλοί κινήθηκαν επιθετικά στην Ήπειρο το πρωί στις 5.30΄, μισή ώρα πριν από την εκπνοή του τελεσιγράφου. Τα τμήματα προκάλυψης αντιτάσσοντας επαρκή άμυνα συμπτύχθηκαν κανονικά προς τα πίσω ανατινάσσοντας τις γέφυρες. Τη δεύτερη ημέρα μία μηχανοκίνητη φάλαγγα βλήθηκε από το ελληνικό πυροβολικό κοντά στην Ελαία και σταμάτησε την προέλασή της. Οι Ιταλοί που φαίνεται δεν περίμεναν σοβαρή αντίσταση άρχισαν να κινούνται διστακτικά και να προπαρασκευάζουν επίθεση χωρίς όμως να έχουν στενή επαφή με την ελληνική άμυνα.

Η 2η Νοεμβρίου του 1940 πέρασε με εξ εδάφους κι από αέρος βομβαρδισμούς των ελληνικών θέσεων στα υψώματα γύρω από την Ελαία και επιθέσεις πεζικού χωρίς όμως αποτέλεσμα. Την επόμενη ημέρα πραγματοποιήθηκε επίθεση αρμάτων που αναχαιτίστηκε πάλι από το πυροβολικό, τον εφιάλτη των Ιταλών κατά τη διάρκεια του πολέμου με τους Έλληνες. Τμήματα Ιταλών που είχαν καταλάβει οχυρωμένα υψώματα εκδιώχθηκαν εύκολα. Στη Θεσπρωτία οι Ιταλοί αν και κατέλαβαν την Ηγουμενίτσα δεν προέλασαν προς τα Ιωάννινα, διότι η Ελαία δεν είχε ακόμη διαρραγεί. Την 8η Νοεμβρίου 1940 οι Ιταλοί έχοντας 5πλάσιες περίπου απώλειες από τους Έλληνες ανέστειλαν την προσπάθεια στο κύριο μέτωπο αναμένοντας ενισχύσεις κι αντικαθιστώντας το στρατιωτικό διοικητή τους στην Αλβανία.

Στον τομέα της Πίνδου οι Ιταλοί αλπινιστές, έμπειροι κι υπέρτεροι σε αριθμό, ανάγκασαν τους Έλληνες να υποχωρήσουν και προωθήθηκαν ταχύτατα μερικά μόνο χιλιόμετρα μακριά από τη Σαμαρίνα χωρίς να ενδιαφερθούν για την ασφάλεια των συγκοινωνιών τους. Με νέο όμως σχέδιο μάχης που αποσκοπούσε σε πλευρικό κτύπημα και διακοπή της τροφοδοσίας των αλπινιστών οι Έλληνες περιέσφιξαν επιτυχώς τον επικίνδυνο θύλακα από την πλευρά των Γρεβενών και του Μετσόβου συλλαμβάνοντας εκατοντάδες αιχμαλώτους. Στεναχωρημένη από τρόφιμα κι εφόδια η μεραρχία Τζούλια, που τμήματά της είχαν προωθηθεί ως τη Βωβούσα, άρχισε να υποχωρεί την 6η Νοεμβρίου προς την Κόνιτσα. Διαλύθηκε όμως σχεδόν τελείως ως την 13η Νοεμβρίου αντιμετωπίζοντας ενέδρες ελληνικών τμημάτων.

Στη ΒΔ Μακεδονία οι ελληνικές μονάδες ήταν στην αρχή διστακτικές, έπειτα όμως προχώρησαν μέσα στην Αλβανία φθάνοντας ως τις όχθες του ποταμού Δεβόλη. Οι Έλληνες, ορισμένοι από τους οποίους είχαν περπατήσει εκατοντάδες χιλιόμετρα ως τα σύνορα, είχαν ως την 13η Νοεμβρίου του 1940 αντικρούσει με επιτυχία τους Ιταλούς, είχαν συλλάβει πολλούς αιχμαλώτους και προωθηθεί μέσα στην Αλβανία

 

Ελληνική αντεπίθεση και προέλαση (14.11. 40 – 6.1.41)

Εφόσον είχε αναχαιτιστεί η επίθεση των Ιταλών κι ερχομένου του χειμώνα οι Έλληνες για αναγκαστικούς λόγους επιμελητείας επιδίωξαν αρχικά την κατάληψη της αμαξιτής οδού που από την Κορυτσά έφθανε στην Κόνιτσα μέσω του αλβανικού εδάφους. Ηττημένοι κι υποχωρώντας οι Ιταλοί έκαψαν την Κόνιτσα, την Ηγουμενίτσα, μερικά χωριά και κατέστρεψαν γέφυρες. Η ευνοϊκή εξέλιξη των επιχειρήσεων επέτρεψε στο ΓΕΣ να σχεδιάσει την 20ή Νοεμβρίου του 1940 την κατάληψη του λιμένα των Αγίων Σαράντα και την εξασφάλιση της οδού που εκκινούσε από κει κι έφθανε μέχρι το Λεσκοβίκι, συνδέοντας έτσι με μία σχεδόν ευθεία γραμμή όλο το Μέτωπο από τα παράλια ως τη Γιουγκοσλαβία.

Παράλληλα αποφασίστηκε τη κατάληψη της Κορυτσάς, για την οποία έπρεπε πρώτα να διασπαστεί η προσεκτικά οχυρωμένη τοποθεσία Μόροβα –Ιβάν. Διστακτική αρχικά για το φόβο των ιταλικών αρμάτων η 9η μεραρχία κατάφερε έπειτα από σκληρές επιθέσεις, πολλές από τις οποίες διεξήχθησαν δια της λόγχης, και σοβαρές απώλειες (600 και πλέον νεκροί) να εισέλθει στην Κορυτσά.

Μελετώντας έπειτα την περαιτέρω καταδίωξη των Ιταλών το ΓΕΣ τοποθέτησε την κύρια προσπάθειά του στον παραθαλάσσιο άξονα Ιωάννινα –Αυλώνα κι όχι στον ηπειρωτικό Φλώρινα –Ελβασάν, για να αντιμετωπιστούν οι δυσκολίες μεταφορών μέσα στις ερχόμενες βαριές κλιματικές συνθήκες. Παρόλα αυτά στο βόρειο τομέα του Μετώπου οι Έλληνες προωθήθηκαν μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου ως τη λίμνη Αχρίδα καταλαμβάνοντας το Πόγραδετς και τη Μοσχόπολη κι εξασφαλίζοντας το υψίπεδο της Κορυτσάς. Στο μέσον του Μετώπου οι Ιταλοί αμύνθηκαν γενναία στη διάβαση Κακαβιάς, όχι όμως και στο νότιο τομέα όπου την 6η Δεκεμβρίου κατελήφθησαν οι Άγιοι Σαράντα. Μία μέρα αργότερα έπεσε το Αργυρόκαστρο και τις επόμενες η Πρεμετή και η Χειμάρα.

Οι ελληνικές επιτυχίες επέφεραν τέτοια σοβαρή κρίση στην ιταλική στρατιωτική και πολιτική ηγεσία, ώστε η Ιταλία ζήτησε την επέμβαση της Γερμανίας, αλλά η τελευταία τουλάχιστον λόγω των δυσμενών μετεωρολογικών συνθηκών περιορίστηκε μόνο στη διάθεση ολίγων μεταφορικών αεροπλάνων. Πράγματι το κρύο και οι χιονοπτώσεις εξαντλούσαν τόσο τους μαχητές που πάθαιναν σωρηδόν κρυοπαγήματα όσο και τα μουλάρια που χάνονταν κατά εκατοντάδες περιορίζοντας στο ελάχιστο την απαραίτητη τροφοδοσία, η οποία γινόταν προβληματική καθώς απομακρύνονταν από τις βάσεις της χώρας. Έτσι την 6η Ιανουαρίου του 1941 ανεστάλησαν και τυπικά οι επιθετικές επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού, οι οποίες στην πραγματικότητα είχαν περιοριστεί εβδομάδες πιο πριν, ιδιαίτερα στο βόρειο τμήμα του Μετώπου.

 

Ο χειμώνας και η εαρινή ιταλική επίθεση (7.1.41 – 26.3.41)

Καθώς οι παγοπληξίες ξεπερνούσαν τις απώλειες μάχης και τα μεταφορικά ζώα είχαν πληγεί κατά το 1/3 τους ο Ελληνικός Στρατός περιέπεσε σε κατάσταση άμυνας, ενεργητικής όμως για να καλυτερέψει τις θέσεις του. Στο πλαίσιο αυτό επιχειρήθηκε και κατορθώθηκε η κατάληψη της στενωπού της Κλεισούρας στις 10 Ιανουαρίου του 1941 και η εκκαθάριση του όρους Τρεμπεσίνα με μεγάλες όμως δυσχέρειες σε ανθρώπινες ζωές, αφού οι μεν Ιταλοί διέθεταν περισσότερους όλμους, το δε ψύχος της ορεινής ζώνης ήταν ανυπόφορο για τους πολλούς. Το εξυφανθέν σχέδιο κατάληψης του λιμένος του Αυλώνα δεν επρόκειτο να τελεσφορήσει.

Σε συνάντηση στην Αυστρία στα μέσα Ιανουαρίου ο Μουσολίνι δήλωσε στο Χίτλερ ότι θα ετοίμαζε μεγάλη αντεπίθεση εναντίον των Ελλήνων στην αρχή της άνοιξης, προφανώς διότι γνώριζε ή διαισθάνθηκε ότι οι Γερμανοί θα προσέρχονταν στην Ελλάδα την ίδια περίοδο. Λόγω της τελευταίας προοπτικής συγκροτήθηκε τότε στην Ελλάδα το Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου (ΤΣΗ) για καλύτερο συντονισμό των δύο Μετώπων (αλβανικό και βουλγαρικό).

Την άφιξη ιταλικών ενισχύσεων στην Αλβανία, μέσα στην οποία συμπεριλαμβάνονταν –για λόγους γοήτρου- και ανώτατοι αξιωματούχοι του ιταλικού καθεστώτος, δεν πρόλαβε να δει ο Ιωάννης Μεταξάς που πέθανε στα τέλη του μηνός -όχι όμως και ο Μουσολίνι που παραβρέθηκε από κοντά. Όταν την 2η Μαρτίου 1941 οι Γερμανοί εισήλθαν στη Βουλγαρία, το ΓΕΣ αποφάσισε ότι στο μεν Αλβανικό Μέτωπο η κατάσταση θα έμενε η ίδια, αλλά ταυτόχρονα διέταξε τους Σωματάρχες να μελετήσουν μία ενδεχόμενη σύμπτυξη στη γραμμή Πιέρια –Αλιάκμονας –Σμόλικας –Μέρτζανη.

Η εαρινή επίθεση των Ιταλών έλαβε χώραν σε περιορισμένο μέτωπο με μεγάλη συγκέντρωση δυνάμεων ΒΔ της Κλεισούρας για να προκληθεί ρήγμα, μέσα από το οποίο θα προωθούνταν οδικώς προς την Πρεμετή κι εν συνεχεία προς τα Ιωάννινα. Παρόλη την πυκνή όμως προπαρασκευή του Πυροβολικού (100.000 βλήματα) οι Έλληνες δεν υποχώρησαν. Επικές συγκρούσεις διεξήχθησαν στο στρατηγικής αξίας ύψωμα 731, νότια του οποίου περνούσε απαραίτητη δίοδος, το οποίο επιχείρησαν να καταλάβουν περισσότερο από δέκα φορές. Αν ο Ελληνικός Στρατός έχασε την περίοδο αυτή 1200 περίπου άνδρες, οι Ιταλοί απώλεσαν τριπλάσιους χάνοντας περισσότερο το ηθικό τους. Όταν την 25η Μαρτίου 1941 ανατράπηκε στη Γιουγκοσλαβία η φιλοαξονική κυβέρνηση και η νέα τάχθηκε στο πλευρό των Συμμάχων, οι Ιταλοί έδωσαν προσοχή και προς το Βορρά με αποτέλεσμα να σταματήσουν κάθε διάθεση για νέους αγώνες.

 

Η γερμανική επίθεση στην Κεντρική κι Ανατολική Μακεδονία

Μεγάλη σπουδαιότητα απέκτησε η Ελλάδα το καλοκαίρι του 1940, όταν ο Χίτλερ αποφάσισε να στραφεί εναντίον της Ρωσίας. Έτσι η κατάληψή της ήταν αναγκαία για να εξασφαλιστεί η νότια πλευρά του στρατού του από την αεροπορία τουλάχιστον, η οποία μπορούσε να πλήξει τις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας. Η πρώτη νύξη για την επιχείρηση αυτή έγινε την 12 Νοεμβρίου 1940 κι ένα μήνα αργότερα έλαβε το όνομα «Μαρίτα». Θα τελείωνε μέσα στο Μάρτιο του 1941 κι έπειτα οι Γερμανοί θα στρέφονταν εναντίον της Ρωσίας.

Στις 23 Νοεμβρίου 1940 η Ρουμανία προσχώρησε στον άξονα και λίγες μέρες αργότερα άρχισε να συγκεντρώνονται στο έδαφός της δυνάμεις με προορισμό την Ελλάδα. Την 1η Μαρτίου 1941 με αντάλλαγμα τη Δυτική Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία προσχώρησε και η Βουλγαρία οπότε οι γερμανικές δυνάμεις προωθήθηκαν μέσα σε μία εβδομάδα ως τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Παράλληλα με τη στρατιωτική ετοιμασία η Γερμανία επιχείρησε να βολιδοσκοπήσει την Ελλάδα για μία σύναψη ανακωχής με τους Ιταλούς, η πρώτη έλαβε χώρα την 17η Δεκεμβρίου του 1940, κατά την οποία ο γερμανικός στρατός θα παρεμβαλλόταν μεταξύ των δύο αντιπάλων μέχρι το διακανονισμό της διαφοράς.

Η Ελλάδα όμως τόσο επί Μεταξά όσο και επί πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κορυζή αρνήθηκε τη διαμεσολάβηση. Συγχρόνως, για να μην προκληθούν οι Γερμανοί, δεν επιθυμούσε την αρωγή της Βρετανίας στην περίπτωση που η αρωγή της τελευταίας ήταν ανεπαρκής. Στις αρχικές συσκέψεις Ελλήνων και Βρετανών στην Αθήνα όπως την 15η Ιανουαρίου 1941 αποφασίστηκε ότι συμμαχικός στρατός θα αποβιβαζόταν στη χώρα μόνο εάν οι Γερμανοί εισέρχονταν στη Βουλγαρία. Οι Βρετανοί –καθώς η κοιλάδα του Αξιού ήταν βατή στα γερμανικά άρματα- επέμεναν η τοποθεσία άμυνας να ξεκινά από τη θάλασσα της Πιερίας και μέσω Βερμίου να καταλήγει στο Καϊμακτσαλάν, μία πράγματι οχυρή θέση, αλλά για την εκλογή της οι Έλληνες δεν συμφωνούσαν, αφού θα αφηνόταν σχεδόν ολόκληρη η Βόρεια Ελλάδα στα χέρια των Γερμανών και των Βουλγάρων που καραδοκούσαν από πίσω.

Αναγκαστικά τότε προκρίθηκε η συμβιβαστική πρόταση σύμφωνα με την οποία θα εκκενωνόταν η Δυτική Θράκη και η άμυνα θα διεξαγόταν και στη γραμμή Μεταξά από τις ελλιπείς 4 ελληνικές μεραρχίες και στην τοποθεσία «Βερμίου» από κοινού με τους Βρετανούς (συγκρότημα W). Εν τω μεταξύ η Τουρκία είχε υπογράψει με τη Βουλγαρία σύμφωνο φιλίας και μη επιθέσεως. Την 3η Απριλίου του 1941 προκλήθηκαν και οι Γιουγκοσλάβοι για κοινή επιθετική ενέργεια στην Αλβανία όσο κι εναντίον των Γερμανών στη νότια Σερβία, αλλά η ασυνεννοησία ήταν προφανής. Ήταν φανερό ότι η έκβαση της άμυνας ήταν καταδικασμένη, αλλά παρόλα αυτά οι Σύμμαχοι για λόγους γοήτρου έστειλαν 60.000 περίπου άνδρες.

Το σχέδιο των Γερμανών, το οποίο υποστήριζαν 1000 αεροπλάνα, ήταν: με την κύρια προσπάθεια θα καταλαμβανόταν η Νότια Γιουγκοσλαβία κι έπειτα οι τεθωρακισμένες μονάδες θα προχωρούσαν ταχύτατα από Μοναστήρι προς Γρεβενά για να απειλήσουν από τα νώτα τόσο τον Ελληνικό Στρατό στην Αλβανία όσο και την τοποθεσία Βερμίου. Δευτερεύοντες στόχοι ήταν αφενός η διάσπαση της γραμμής Μεταξά κι αφετέρου η κατάληψη της Δυτικής Θράκης με σύγκλιση στη Θεσσαλονίκη. Αντίθετα οι Έλληνες θα αμύνονταν αρχικά στη γραμμή Μεταξά και το Νέστο και θα υποχωρούσαν προς Βέροια ή Καβάλα, ενώ το συγκρότημα W θα αμύνονταν σταθερά στη θέση του.

Οι Γερμανοί επιτέθηκαν το πρωί της 6ης Απριλίου 1941, ενώ η διακοίνωση με την οποία αναγγελλόταν η εισβολή δόθηκε στην Αθήνα ένα τέταρτο αργότερα. Το βράδυ οι Έλληνες στρατιώτες του δυτικού τομέα συμπτύχθηκαν πίσω από το Στρυμόνα, αφού οι Γερμανοί είχαν διεισδύσει από το δυτικό Μπέλες, ενώ τα οχυρά ήταν ακόμη απόρθητα. Τη δεύτερη μέρα της επίθεσης ορισμένα οχυρά εγκαταλείφτηκαν και οι άνδρες τους παραδόθηκαν ή διέφυγαν. Την τρίτη ημέρα της μάχης οι Γερμανοί εισέβαλλαν στην Ξάνθη και την Κομοτηνή και κινούνταν ήδη προς το Κιλκίς με αποτέλεσμα στις 11 το βράδυ να ζητηθεί από τους Έλληνες κατάπαυση του πυρός.

Την επομένη ημέρα 9η Απριλίου οι Γερμανοί είχαν εισέλθει στη Θεσσαλονίκη, ενώ μερικά οχυρά όπως οι Παληουριώνες αντιστεκόταν ακόμη. Μόνο στις 10 Απριλίου όλα τα τμήματα ανέμεναν την εκτέλεση των όρων της συνθηκολόγησης. Οι Έλληνες είχαν 1000 νεκρούς και τραυματίες, ενώ οι Γερμανοί 555 νεκρούς και 2134 τραυματίες.

 

Αποχώρηση Βρετανών

Εξ αιτίας της ταχύτατης διάσπασης του Γιουγκοσλαβικού μετώπου τροποποιήθηκε κι αραιώθηκε η διάταξη του συγκροτήματος W με επιπλέον εγκατάσταση τμημάτων στις διαβάσεις Πισοδερίου και Κλεισούρας και τις στενωπούς Κλειδίου και Μπουγαζίου, για να αποφευχθεί επαφή των Γερμανών με το ΤΣΔΜ που μαχόταν στο Αλβανικό Μέτωπο. Μετά από την κατάληψη της ανυπεράσπιστης Φλώρινας την 10η Απριλίου 1941 οι Γερμανοί αποφάσισαν να προελάσουν προς την Αθήνα από τους άξονες Φλώρινα –Λάρισα και Θεσσαλονίκη Λιτόχωρο.

Την 12η Απριλίου οι Γερμανοί διέσπασαν την άμυνα στο Κλειδί και τις επόμενες ημέρες έπειτα από μία αρματομαχία στον κάμπο της Πτολεμαΐδας και επιθέσεις εκβίασαν τη στενωπό της Κλεισούρας προχωρώντας προς Καστοριά. Οι Βρετανοί αποφάσισαν να συμπτυχθούν στις Θερμοπύλες, καθώς οι Έλληνες στρατιώτες άρχισαν να διαρρέουν για να μην αιχμαλωτιστούν, ενώ οι Γερμανοί προχωρούσαν και προς τα Γρεβενά. Στις 15 Απριλίου Νεοζηλανδοί και Αυστραλοί προέταξαν σθεναρή άμυνα στην περιοχή Σερβίων εμποδίζοντας τους Γερμανούς να διαβούν τον Αλιάκμονα, ενώ την ίδια μέρα παρά την πεισματώδη άμυνα των Ελλήνων κατελήφθη το Άργος Ορεστικό.

Μόνο μετά από την κατάληψη του Μοναστηρίου από τους Γερμανούς την 9η Απριλίου 1941 το ΓΕΣ αποφάσισε την εκκένωση της Βορείου Ηπείρου όπου το ηθικό του Στρατού άρχισε να μειώνεται. Καθώς οι μηχανοκίνητες μονάδες του εχθρού προχωρούσαν τα ελληνικά τμήματα συμπτύσσονταν από το βράδυ της 12ης Απριλίου, αρχικά ομαλά, όσο όμως πλησίαζαν στη μεθόριο με αυξανόμενο ρυθμό. Πρώτοι άρχισαν να φεύγουν κατά ομάδες οι οπλίτες που κατάγονταν από περιοχές κατειλημμένες από τους Γερμανούς, αφού φοβούμενοι τους Ιταλούς δεν υπολόγιζαν τα επιτόπια στρατοδικεία όπου τυφεκίζονταν οι ανυπάκουοι. Μπροστά στο φάσμα της αιχμαλωσίας οι Σωματάρχες του Αλβανικού πρότειναν στην Ελληνική Κυβέρνηση την 16η Απριλίου συνθηκολόγηση, αλλά η τελευταία αρνιόταν ενόσω ακόμη μάχονταν οι Βρετανοί στη χώρα.

Με τους Γερμανούς έξω από τη Λάρισα την 18η Απριλίου επισυνέβη πολιτική κρίση στην Αθήνα και αυτοκτονία του πρωθυπουργού Κορυζή, αφού δεν είχε λυθεί το δίλημμα μεταξύ συνθηκολόγησης και παράτασης της αντίστασης κατά των Ιταλών και των Γερμανών τόσο από τους Βρετανούς που ήταν οχυρωμένοι στις Θερμοπύλες όσο και από το ΤΣΔΜ και το ΤΣΗ. Την επομένη ημέρα προκρίθηκε η αποχώρηση της Κυβέρνησης στην Κρήτη και η εκκένωση της Ελλάδας από τους Βρετανούς, ενώ τη μεθεπόμενη ο διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου έλαβε την πρωτοβουλία σύναψης ανακωχής με τους Γερμανούς. Την 23η Απριλίου ο ίδιος υπέγραψε το 3ο και τελικό πρωτόκολλο συνθηκολόγησης με τους Γερμανούς αλλά και τους Ιταλούς, ενώ δύο μέρες αργότερα σχημάτισε με στρατιωτικούς και πολιτικούς «Κατοχική» Κυβέρνηση στην Αθήνα.

Έπειτα από αντίσταση στις Θερμοπύλες και τον Ισθμό της Κορίνθου και κάτω από σφοδρούς βομβαρδισμούς της γερμανικής αεροπορίας οι Βρετανοί εκκένωσαν στις 30 Απριλίου την ηπειρωτική Ελλάδα έχοντας 12000 συνολικές απώλειες κι αφήνοντας στα χέρια των Γερμανών 10000 άνδρες αιχμαλώτους, ενώ οι Γερμανοί αντίστοιχα 5000 άνδρες. Την 2η Μαΐου 1941 ο Χίτλερ έδωσε πλήρη ελευθερία στους Έλληνες αξιωματικούς κι οπλίτες που θεωρούνταν αιχμάλωτοι πολέμου.

 

Η μάχη της Κρήτης (20 -31.5.41)

Σε σύσκεψη των Γερμανών για την αναγκαία κατάληψη μίας αεροναυτικής βάσης στη Μεσόγειο, από όπου μπορούσαν να ελεγχθεί και ο δίαυλος του Σουέζ προκρίθηκε την 20η Απριλίου 1941 αντί για τη Μάλτα η Κρήτη. Όσα είχαν όμως διατυπωθεί στο ελληνικό ΙΒ σχέδιο άμυνας άλλαξαν, διότι την ευθύνη της ασφάλειας της νήσου ανέλαβαν από το Νοέμβριο του 1940 οι Βρετανοί επιτρέποντας έτσι την αναχώρηση στο Αλβανικό Μέτωπο της τοπικής 5ης μεραρχίας και ταγμάτων των Εμπέδων. Παρέμειναν έτσι μόνο ντόπιοι Πολιτοφύλακες ενισχυμένοι με τη Σχολή Οπλιτών Χωροφυλακής, μερικών ταγμάτων νεοσυλλέκτων και τη Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων –εκτός τούτων συγκροτήθηκαν σώματα ενόπλων πολιτών, αυθόρμητα ή από τους Βρετανούς και τη Χωροφυλακή.

Εκτός αυτών στην Κρήτη κατέληξαν 25000 περίπου Σύμμαχοι που διεκπεραιώθηκαν από την ηπειρωτική Ελλάδα. Συνολικά οι αμύντορες αριθμούνταν σε 43000 άνδρες, όχι όμως καλά εξοπλισμένοι. Αρχηγός όλων ανέλαβε ο υποστράτηγος Μπέρναρντ Φρέυμπεργκ, που ασχολήθηκε δραστήρια με την άμυνα ζητώντας ενισχύσεις σε πολεμικό υλικό, από το οποίο όμως έφτασε στο νησί λιγότερο από το μισό. Με το τετραμερές σχέδιο άμυνας καλύπτονταν οι πόλεις Ηράκλειο, Ρέθυμνο και Χανιά, τα τρία γειτονικά τους αεροδρόμιο και ο όρμος της Σούδας.

Στο σχέδιο των Γερμανών -όπου συμμετείχαν και οι Ιταλοί που θα αποβιβάζονταν στο νησί από την ανατολική ακτή- θα λάβαιναν μέρος 24000 περίπου άνδρες πέφτοντας με αλεξίπτωτα (10000), κατόπιν προσγείωσης αεροπλάνων (5750) και με πλωτά μέσα (7000). Η επίθεση θα πραγματοποιούνταν σε δύο κύματα με προτεραιότητα στην κατάληψη του αεροδρομίου Μάλεμε, των Χανίων και της Σούδας.

Μέρες πριν από την επίθεση προηγήθηκαν βομβαρδισμοί και περιπολίες αεροσκαφών για παρεμπόδιση άφιξης ενισχύσεων. Το πρωί όμως της 20ής Μαϊου 1941 οι βομβαρδισμοί και οι πολυβολισμοί πύκνωσαν υπερβολικά κι άρχισε να πέφτουν αλεξιπτωτιστές και να προσγειώνονται ανεμοπλάνα κυρίως στο τομέα του Μάλεμε και ανατολικότερα για να διακοπούν οι επαφές με τα Χανιά. Σφοδρές συγκρούσεις με σοβαρές γερμανικές απώλειες έλαβαν χώραν στο ύψωμα 107 από το οποίο ελέγχονταν το αεροδρόμιο του Μάλεμε με αποτέλεσμα το βράδυ οι Νεοζηλανδοί (χωρίς να το γνωρίζουν οι Γερμανοί) να το εγκαταλείψουν, μία μοιραία απόφαση.

Ένα βασικό στήριγμα της άμυνας είχε πέσει, ενώ οι Γερμανοί είχαν σταθεροποιηθεί επίσης έξω από τα Χανιά και το Ρέθυμνο. Εκτιμώντας σωστά την κατάσταση οι Γερμανοί αποφάσισαν να ενισχύσουν περαιτέρω τους τομείς Μάλεμε και Σούδα –Χανιά και πράγματι την επόμενη μέρα το ύψωμα 107 καταλήφθηκε, αλλά καθώς ο βρετανικός στόλος βύθισε αρκετά πλωτά γερμανικά μέσα, ο πόλεμος δεν είχε ακόμη κριθεί.

Την 22η του μηνός γερμανικά αεροπλάνα  (12 ανά ώρα) προσγειώνονταν συνεχώς στο Μάλεμε μεταφέροντας άνδρες, ενώ βομβαρδιζόταν η πόλη του Ρεθύμνου. Την επόμενη ημέρα βομβαρδίστηκε και το Ηράκλειο όπου οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν γυναικόπαιδα ως προπέτασμα για την κατάληψη της πόλης. Οι αντεπιθέσεις Συμμάχων κι Ελλήνων εναντίον των Γερμανών ήταν ανεπιτυχείς με αποτέλεσμα την 26η Μαϊου ζητήθηκε από το Φρέυμπεργκ η εκκένωση της Κρήτης.

Πράγματι την 27η έφθασαν στη Σούδα κι απέπλευσαν τα πρώτα βρετανικά πολεμικά φορτωμένα με άνδρες, ενώ οι Γερμανοί εισήλθαν στα Χανιά. Την επομένη ημέρα Βρετανοί επιβιβάστηκαν κι από το Ηράκλειο χωρίς να ειδοποιηθούν τα ελληνικά τμήματα που παρέμειναν επί τόπου. Μαχόμενα έπειτα τα τμήματα είτε παραδίδονταν στους Γερμανούς είτε υποχωρούσαν προς το νότο για να φθάσουν στα Σφακιά από όπου θα εγκατέλειπαν το νησί. Την 1η Ιουνίου έφθασαν εκεί οι Γερμανοί αιχμαλωτίζοντας όσους δεν πρόλαβαν να επιβιβαστούν στα πλοία, ενώ άλλοι στρατιώτες διέφευγαν στα βουνά. Οι Έλληνες αιχμάλωτοι απολύθηκαν από την Κρήτη τμηματικά από τις 20 Ιουνίου ως τα τέλη Νοεμβρίου του 1941.

Δέκα μέρες κράτησε η μάχη της Κρήτης με μεγάλες απώλειες για όλους: οι Έλληνες είχαν περίπου 340 θύματα, οι Βρετανοί 1750, ενώ οι Γερμανοί 2000 νεκρούς κι άλλους τόσους αγνοούμενους. Συνολικά στους δύο πολέμους με την Ιταλία και τη Γερμανία φονεύθηκαν 14000 περίπου Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες, τραυματίστηκαν 63000 εξ ων οι 25000 παγόπληκτοι, κι αιχμαλωτίστηκαν 2500 χιλιάδες άνδρες.