Όμιλος Λογοτεχνίας

Ανταπόκριση από τη Συνάντηση της Λογοτεχνικής Συντροφιάς με τον Γιώργο Αράγη στη Βιβλιοθήκη του Σχολείου την Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013 στο Πλαίσιο του Θεματικού Κύκλου «Το Συμβόλαιο Μεταξύ Πομπού και Δέκτη στη Λογοτεχνία»

Γράφει: ο Άγγελος Αθανασόπουλος

Στο ξεκίνημα της συνάντησης μας με τον κ. Αράγη, την Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013, ο καλεσμένος μας αναφέρθηκε σύντομα στο έργο της κριτικής και στη δική του διαδρομή ως κριτικού.

«Το διάβασμα ευνοείται όταν κανείς είναι απερίσπαστος. Το διάβασμα δεν είναι ένας τρόπος να διασκεδάζουμε, να περνάει η ώρα ή να μας παίρνει ο ύπνος. Είναι άθλημα και μας θέλει διαθέσιμους σωματικά και ψυχικά. Όταν έτυχε να διαβάσω ένα βιβλίο χωρίς καλές προϋποθέσεις και αργότερα να το ξαναδιαβάσω, είδα πόσο λίγο το είχα αφομοιώσει την πρώτη φορά. Είτε θέατρο πηγαίνουμε είτε μουσική ακούμε είτε διαβάζουμε, χρειάζεται να είμαστε, αν είναι δυνατόν, απόλυτα διαθέσιμοι. Όχι κουρασμένοι σωματικά, όχι περισπασμένοι ψυχικά.» Έτσι όρισε την αφετηρία της κριτικής του ενασχόλησης και στάθηκε ιδιαίτερα διαφωτιστικός ως προς τις συνθήκες που πρέπει να επικρατούν όταν διαβάζουμε, για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε πληρέστερα το περιεχόμενο κάθε κειμένου. Μια υπόδειξη πολύ πρακτική, κυρίως προς νέους αναγνώστες, σαν εμένα, που δεχτήκαμε από τη συνάντηση αυτή ερεθίσματα, τα οποία όχι μόνο αύξησαν τη δίψα μας για τη λογοτεχνία, αλλά και μας ξεδιάλυναν το τοπίο, ώστε να έχουμε μια πιο καθαρή και σαφή εικόνα για το βιβλίο και τη σχέση μας με αυτό.

Αναφερόμενος, έπειτα, στον ρόλο του κριτικού ως αναγνώστη, είπε:

«Κάποιος γράφει και δημοσιεύει ένα βιβλίο. Και κάποιος άλλος αναλαμβάνει να το κρίνει. Ο δεύτερος δεν κάνει άλλο από το να βγάζει από τη μέση τα προσχηματικά στοιχεία ή, αλλιώς, να ξεχωρίζει τη φύρα, για να φανεί ό,τι γνήσιο υπάρχει ή δεν υπάρχει. Κάνει δηλαδή ένα ξεγύμνωμα, όπως κάνουμε όλοι καθημερινά. Όταν π.χ. μπαίνει στην τάξη ένας νέος καθηγητής, οι μαθητές, αυτόματα και χωρίς να το σκεφτούν, αρχίζουν να τον “ξεντύνουν”, να τον ψυχολογούν και να προσπαθούν να εισχωρήσουν στην προσωπικότητά του. Και είναι καλύτερα η ειλικρίνεια χωρίς λεοντή. Η κριτική δεν κάνει κάτι περισσότερο. Οφείλει μόνο να είναι ανιδιοτελής. Μόνο βαθιά μέσα μας είμαστε, όμως, ανιδιοτελείς – κάτω από την επιφάνεια ένας δικηγόρος μέσα μας υπερασπίζει συμφέροντα…»

Η ιδέα του ξεγυμνώματος από τους άλλους ίσως να μας δημιουργεί φόβο, σαν έρχεται η στιγμή να φανερώσουμε κάτι που έχουμε γράψει οι ίδιοι, αλλά μήπως είναι και μια αναπόφευκτη δοκιμασία; Μια δοκιμασία όπου θέλουμε να εμπλέξουμε και τον αναγνώστη, σαν σε μια αναζήτηση για τον θησαυρό;

Ερώτηση από τον περίγυρο πάνω στην παραπάνω άποψη του κ. Αράγη: «Άρα δεν διαβάζουμε αυθόρμητα;»

«Διαβάζουμε ολόκληροι, δηλαδή με τις γνώσεις και με την καλλιέργειά μας. Φυσικά, απέναντι σε ό,τι διαβάζουμε δεν είμαστε προαποφασισμένα ευκολόπιστοι. Και, από μια πλευρά, δεν πρέπει να είμαστε. Πέρα από ό,τι μας λέει ένα κείμενο στο ρητό επίπεδο, έχει σημασία να προσέξουμε τι μας λέει ανάμεσα από τις σειρές του. Ό,τι μετράει περισσότερο για την αυθεντικότητα ενός κειμένου είναι αυτό που εξάγεται ανάμεσα από τις σειρές…» (Υπενθύμισε ότι ο Μποντλέρ είχε τονίσει αυτή την ικανότητα στον αναγνώστη, αποκαλώντας τον «υποκριτή» και «όμοιό του αδελφό», στο εισαγωγικό ποίημα των «Ανθέων του Κακού».) Παρατήρησε πως αυτό προσφέρει στην ανάδειξη των αξιών. «Ευτυχώς, ο λόγος είναι δημοκρατικός», προσέθεσε, «κι επιτρέπει “στων ιδεών την πόλι” να μπουν μόνο οι άξιοι.»

Άλλη ερώτηση: «Ένας αλλοτριωμένος άνθρωπος μπορεί να είναι ειλικρινής;»

«Ασφαλώς, με τη διαφορά ότι εκφράζει ανεπίγνωστα την αλλοτρίωσή του με ειλικρίνεια. Πρέπει να βρει τον εαυτό του. Πέρα από τη λεοντή.»

«Αιχμαλωτιζόμαστε από τέτοιους ανθρώπους;»

«Όχι, εφόσον διακρίνουμε τον βαθμό της αλλοτρίωσής τους.»

«Πώς μπορούμε να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας, που είναι συχνά σκοτεινός;»

«Μόνο με προσωπική έρευνα. Με μελέτη και παρατήρηση.»

«Υπήρξε οποιοσδήποτε που να τα κατάφερε να βρει έτσι τον εαυτό του;»

«Το να βρει κανείς τον εαυτό του αποτελεί ύψιστη προσωπική κατάκτηση. Δεν είναι κάτι εύκολο, γιατί είναι ένα ψάξιμο στα σκοτεινά χωρίς πυξίδα. Δεν πιστεύω να υπήρξε έστω κι ένας άνθρωπος που να γνώρισε απόλυτα το σκοτεινό βάθος του. Όμως ενεργεί κανείς σύμφωνα με τις δυνατότητές του. Να αναφέρω κάποιον από την αρχαιότητα; Ο Ηράκλειτος. Όταν διαβάζω τους στοχασμούς του, το νιώθω ότι είναι ειλικρινής, ότι είναι ο εαυτός του.»

Έπειτα το πεδίο σχετικών αναφορών διευρύνθηκε. «Μιλώντας για μένα, πολύ με βοήθησαν τα μυθιστορήματα της εφηβείας, αυτά που ανήκουν στο λεγόμενο μυθιστόρημα μαθητείας ή διαμόρφωσης και που παρουσιάζουν τα στάδια αυτογνωσίας του πρωταγωνιστή.» Ανέφερε παραδείγματα από την ξένη λογοτεχνία: το «Πορτρέτο του Καλλιτέχνη» του Τζέιμς Τζόις, τον «Μεγάλο/Υπέροχο Μολν» του Αλέν Φουρνιέ, τα «Χρόνια Μαθητείας του Βίλχελμ Μάιστερ» του Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκέτε, τον «Νεαρό Τέρλες» του Ρόμπερτ Μούζιλ. Αλλά και από τη νεοελληνική λογοτεχνία: τον «Λεωνή» του Γιώργου Θεοτοκά, τον «Αυτοτιμωρούμενο» του Γιάννη Μπεράτη, την «Τειχομαχία» του Θ.Δ. Φραγκόπουλου κ.ά.

«Η λογοτεχνία δεν έχει σχέση με την ηθική, αλλά με τη συγκεκριμένη γνώση που

μπορεί να προσφέρει», παρατήρησε. Ίσως γι’ αυτό δεν μας κάνει «καλύτερους ανθρώπους» η αισθητική καλλιέργεια. «Μας διαφωτίζει σχέσεις που έχουμε από παιδιά. Εξαρτάται μόνο από μας πόσο βαθιά θέλουμε να πάμε. Βεβαίως, παίζεται ένα σκληρό παιχνίδι στην κοινωνία: η απογύμνωση μπορεί να κατακρεουργήσει….»

Μια νέα ερώτηση επαναφέρει τη συνάρτηση λογοτεχνίας-ηθικής: «Δηλαδή η λογοτεχνία δεν

συμβάλλει στη εφαρμογή κανόνων ή δεν διαμορφώνει κανόνες;»

«Ως προς το άτομο, ναι. Η ηθική της εντολή είναι “ακεραιότητα”. Εννοούσα νωρίτερα την κοινωνική ηθική. Βαθιά αποστολή της λογοτεχνίας είναι να μας οδηγήσει στον αυθεντικό εαυτό μας.»

Τίθεται ως ζήτημα, στη συνέχεια, η ποδηγέτηση από τη λογοτεχνία στα στερεότυπα των κοινωνιών.

«Αν ένας νέος γνωρίσει κείμενα μεγάλα και βαθιά, θα ελευθερωθεί – ή θα φυλακιστεί. Είναι δίκοπο μαχαίρι. Λύση; Να διαβάζουμε αυτούς που μας αρέσουν. Μπορεί να πλανηθεί κανείς με τα διαβάσματά του, αλλά ο χρόνος διορθώνει.»

Αναρωτιέται εύλογα κανείς, εντούτοις, μπορεί ένας άνθρωπος να χάσει τον προορισμό του ή να χαθεί κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής του εξερευνώντας τις πιο σκοτεινές γωνιές του εαυτού του μέσα από διαβάσματα; Διαδραματίζουν τόσο βαρυσήμαντο ρόλο τα βιβλία στην πορεία της ζωής μας, ώστε να πρέπει να προσέχουμε μ’ αυτά;

Τις απορίες προλαβαίνει η συνέχιση της συζήτησης για την κρίση ταυτότητας μέσα από τα λογοτεχνικά διαβάσματα.

«Λίγο-πολύ, όλοι περνάμε κάποια κρίση ταυτότητας και χωρίς τη λογοτεχνία.»

Ανέφερε την περίπτωση του Νεαρού Τέρλες που οι αμφιβολίες του τον ωθούν να κάψει τα ποιήματα που έγραφε. «Αποτέλεσμα, η καθήλωση. Πρώτη λύση: να είναι κανείς δύσπιστος. Χωράει πολλή αυτενέργεια η ζωή. Κι έπειτα, η δημιουργία δεν είναι μόνο στην υψηλή τέχνη. Ένας μαραγκός ζει μεγάλες ικανοποιήσεις από το έργο του, αν το κάνει καλά. Η δημιουργία είναι μόνιμη αγωνία όλων των ανθρώπων.» Μνημόνευσε τον ισχυρισμό των υπερρεαλιστών ότι «όλοι είμαστε ποιητές».

Στροφή στα χρόνια της δικής του διαμόρφωσης.

«Ήμουν μαζεμένος. Βλέπω γύρω μας αυτή τη βιβλιοθήκη, καλά ενημερωμένη…»

Παρέμβαση από το ακροατήριο: «Ίσως το πλήθος τόσων βιβλίων να μη λειτουργεί ενθαρρυντικά. Σε κάνει να νιώθεις ότι όλα έχουν ειπωθεί. Καλύτερα να μην τα είχαμε… Να ζούσαμε στην άγνοιά τους.»

«Όσο και να διαβάσεις, όμως, κάτι μένει που δεν βρίσκεις. Τίποτα πιο πρωτότυπο και μοναδικό από τον εαυτό μας, που είναι από τη φύση του πρωτότυπος. Αν τον βρεις, νιώθεις πως κάτι έχεις να πεις. Και κάτι έχεις. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον εαυτό μας όλοι μας είμαστε ξεχωριστοί. Δεν υπάρχουν δυο όμοιοι άνθρωποι στον κόσμο. Από την άποψη αυτή, ό,τι δυσκολίες είχε, ας πούμε, ένας αρχαίος ποιητής, λίγο-πολύ τις ίδιες έχει κι ένας σημερινός ποιητής. Δεν βρίσκεται σε μειονεκτική θέση ο σύγχρονος. Όσο θα υπάρχουν άνθρωποι, θα υπάρχει και πρωτοτυπία.»

Γίνεται λόγος για την ευρύτερη ιδεολογική ανομοιογένεια και την ανεπάρκεια απέναντι στα καθιερωμένα έργα: «Αυτοί ξέρουν!»

«Δεν ξέρουν», είναι η απάντησή του. «Οι εξουσίες επιδιώκουν να νομίζουμε ότι ξέρουν…»

Επιμονή της συζήτησης πάνω στο βαρύ φορτίο του παρελθόντος.

«Δεν είναι απαραίτητο να αναμασάμε κοινοτοπίες», επισημαίνει. «Αν δεν μπορούμε να φτιάξουμε κάτι καινούργιο, μπορούμε ωστόσο να μεταποιήσουμε. Θα είναι το ίδιο αξιόλογο.»

Ερώτηση από την ομήγυρη, με αρκετή τόλμη, ομολογουμένως: «Γίνατε κριτικός από κλίση ή από δημιουργική αδυναμία;»

«Σιγά-σιγά ξεκαθάρισα αυτή την επιλογή και σε έκταση χρόνων, από τα δεκαεφτά μου ξεκινώντας. Κάποια στιγμή αναγνώρισα τι μου πήγαινε: το ελεύθερο δοκίμιο. Η φύση μου το καθόρισε.»

Γυρνάμε στο έργο του κριτικού με την ερώτηση: «Τι δεσμεύσεις παρουσιάζει η επίκαιρη κριτική;»

«Όσο είναι ζωντανός κανείς, δεν είναι “καλός”. Οι δοσοληψίες θολώνουν την κρίση και φέρνουν εμπόδια στην άσκηση της κριτικής. Τελικά, για τους συγχρόνους μας μένει κριτής μόνον ο χρόνος.»

Σχολίασε τη συμπεριφορά των συγχρόνων επανερχόμενος στις αρχές της γνωριμίας με τον βαθύτερο εαυτό μας και της κατανίκησης κάθε αλλοτρίωσης.

Μόλις είπε αυτά, ακούστηκε η παρατήρηση από τη συντροφιά: «Αποφεύγετε τη λέξη “ταλέντο”.»

«Τη λέω καμιά φορά. Έχει γίνει κατάχρηση. Ο όρος “ταλέντο” είναι ένας αφορισμός. Θ’ αποτελούσε τίτλο ογκώδους πραγματείας το τι σημαίνει. Προφανώς “ικανότητα”. Αλλά έχουμε κληρονομήσει πολλές προκαταλήψεις σχετικά με αυτό.»

Αναφέρθηκε στην ανεκδοτολογική υποδοχή του Ντοστογιέφσκι από τον Νεκράσοφ. Έπειτα προσέθεσε:

«Φανταστείτε τους δοκιμαστές κρασιών. Μπορούν και διακρίνουν ιδιότητες των κρασιών με κριτήρια που δεν είμαστε σε θέση ακόμα να τα σταθμίσουμε ακριβώς. Είναι παράλογο! Ισχύει ωστόσο και για την κριτική.»

Μέσω του ταλέντου, επανερχόμαστε στο θέμα της δημιουργικότητας. Ανέτρεξε στους συμμαθητές του:

«Ακόμα και οι χειρότεροι αναδείχτηκαν πολύ άξιοι αλλού αργότερα.» (Έφερε παραδείγματα.) «Η δωρεά μπορεί να κατευθυνθεί παντού.»

Εν συνεχεία, επικεντρώθηκε η προσοχή μας στην ουσία της λογοτεχνίας. Για να τη χαρακτηρίσει θύμισε ένα επίθετο που συμπαθούσε ο Ζήσιμος Λορεντζάτος: «απερινόητη». Η προσέγγισή της,

είπε, προϋποθέτει τρία επίπεδα (ή βαθμίδες):

— Το ιστορικό: ποιος ο άνθρωπος, ποια η εποχή του κλπ.

— Το τεχνικό: σε ποια σχολή ανήκε, πώς έγραψε…

— Το αξιολογικό (εκτός λογικής – όπως θα προέκυπτε από μια καλή ανάγνωση).

Στα Γιάννενα η συντροφιά του, διηγήθηκε, σε μια λογοτεχνική βραδιά είχε κάνει ένα πείραμα: Τρεις φίλοι διάβασαν τρία ποιήματα με τέσσερις διαφορετικούς τρόπους. Πρώτα ουδέτερα, χωρίς κανένα χρωματισμό. Έπειτα τα ίδια ποιήματα κι οι τρεις με ρητορική έμφαση ή με στόμφο. Μετά με έντονη συναισθηματική χροιά. Και τέλος ελεύθερα, όπως το ένιωθε ο καθένας. Ήταν διδακτικό από την άποψη ότι φάνηκε πόσο δύσκολη, αλλά και διαφορετική, ήταν η ελεύθερη προσωπική ανάγνωση που δεν ακολουθούσε καμία από τις σχηματοποιημένες προηγούμενες αναγνώσεις. Όπως ηχεί μέσα μας λοιπόν. Η εσωτερική φωνή της ποίησης είναι μια φωνή σιγανή, υποβλητική, σε όλα τα κείμενα.»

«Μπορεί να διδαχτεί;» ρωτήθηκε.

«Μόνο αρνητικά. Αν είναι σχολείο μάλιστα, δεν μπορεί.»

Αναπόφευκτη η επόμενη ερώτηση:

«Μπορεί κάποιος να χαλιναγωγήσει τη δική του φωνή προκειμένου να βγει κάτι πιο εμπορικό;»

«Ναι. Διαβάζοντας διαδοχικά ποιητές ή πεζογράφους, τη νιώθουμε αυτή την εξασθένηση της εσωτερικής φωνής, όταν οι συγγραφείς αποβλέπουν στην εμπορικότητα.»

Αναφέρθηκαν διάφορες περιπτώσεις δημιουργών.

«Ο Σαμαράκης, π.χ., επεδίωξε μια τέτοια χαλιναγώγηση.»

Επεσήμανε επιτήδευση στον Γιώργο Χειμωνά: «Ανέβαινε στον άμβωνα κι έβγαζε λόγο.» Αλλά ξεχώρισε κάποια πρώιμα γραπτά του.

Σχολιάστηκε παρενθετικά η διαφορά ανάγνωσης-απαγγελίας. Καταδικάστηκε, με την ευκαιρία, η απαγγελία Καβάφη από την πολύ αξιόλογη Έλλη Λαμπέτη.

Η συζήτηση πήγε στο ζήτημα της αξιολογίας ως κύριας μέριμνας της κριτικής – και όχι της θεωρητικής μεσολάβησης ανάμεσα στα κείμενα και το κοινό.

«Σταδιοδρομούν οι “ξεκλειδωτές”…» (αναφορά στό βιβλίο τοῦ Τζέρεμι Χόθορν Ξεκλειδώνοντας τό Κείμενο). «Θα τη δεχόμουν τη θεωρία, αν δεν μπορούσε να εφαρμοστεί παρά μόνο στη λογοτεχνία, και όχι σε οποιοδήποτε κείμενο, λογοτεχνικό ή όχι.» Η ευκολία της διάδοσής της τον έκανε πολύ σκεπτικό. «Κι έπειτα, δεν μπορεί να συνεισφέρει στην αξιολογία.»

Εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του από την εφαρμογή της θεωρίας σε «προϊόντα που έτειναν να γίνουν λογοτεχνικά, αλλά δεν έγιναν». Αναγνώρισε ότι η καλύτερη προσπάθεια έγινε από τους φορμαλιστές και από την αγγλοσαξονική Νέα Κριτική. Έκανε λόγο και για ένα δοκίμιο του Tζ. Κ. Ράνσομ που λέει πολύ ωραία τι δεν είναι κριτική, αλλά στο τέλος δεν λέει τι είναι – σα να συμφωνεί, έτσι, με τον Ρολάν Μπαρτ που ομολόγησε ότι, «για την ώρα, δεν μπορούμε να συγκροτήσουμε επιστήμη της λογοτεχνίας».

«Δηλαδή είστε πιο κοντά στην ερμηνεία;» τον ρωτήσαμε.

«Ασφαλώς», απάντησε μονολεκτικά και απερίφραστα.

Άλλη ερώτηση: «Τελικά, είναι χρήσιμη η κριτική;»

«Ναι. Είναι πρακτικό ζήτημα. Τα βιβλία που παράγονται είναι πολλά και ο μέσος αναγνώστης νιώθει απληροφόρητος. Κανένας κριτικός δεν διαβάζει, βέβαια, όλα τα βιβλία. Μπορεί, όμως, να πάει σ’ ένα βιβλιοπωλείο και να δει. Και μπορεί από ελάχιστο δείγμα να ξεχωρίσει και να σταθεί προσεχτικότερα… Έπειτα, τι θα ήταν για μας ο Σολωμός, ο Καβάφης, χωρίς την κριτική;»

Εξέφρασε πάλι τη δυσαρέσκειά του με τις μικρότητες των ζώντων:

«Νέοι που γίνονται δεκτοί θερμά, αν συναντήσουν επιφύλαξη στο τέταρτο βιβλίο τους, αλλάζουν στάση. Ακόμα και σε επιστημονικά συνέδρια παρατηρείται σιωπή ως προς τους ζώντες… Η δημόσια εικόνα μάς κάνει διστακτικούς στις κρίσεις μας. Στα σεμινάρια χωρίς κοινό, ναί. Μου έτυχε κάποτε σε ένα νησί να λάβω μέρος σε τέτοια συνάντηση και εκεί ακούστηκαν καθαρές και κοινής αποδοχής εκτιμήσεις.»

Η συνάντηση έκλεισε όχι επειδή είχε εξαντληθεί το ενδιαφέρον της, αλλά γιατί η ώρα είχε παράσει.

Ο λόγος του κ. Αράγη ήταν προσεγμένος και συμπυκνωμένος. Φανέρωνε ότι έχει αναφερθεί σε τέτοια ζητήματα αρκετές φορές και ότι ήταν εγκρατής γνώστης των θεμάτων που συζητήθηκαν – ότι «ζούσε» μ’ αυτά.

Πριν αποχωρήσει χάρισε βιβλία του, και μάλιστα δυσεύρετα πια (εκτός εμπορίου), στη Βιβλιοθήκη του σχολείου.

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων