Σχολικό Πρόγραμμα : Παράξενα Πλάσματα της Ελληνικής Μυθολογίας
(Νηπιαγωγείο Ματαράγκας, σχολικό έτος 2020-20210)
Απρίλιος 2021: Έναρξη του προγραμματισμένου σχολικού προγράμματος, παράξενα πλάσματα της Ελληνικής μυθολογίας. Διδασκαλία μέσω εξ αποστάσεως σύγχρονης εκπαίδευσης (Γρύπες, Σφίγγα)
Μάιος 2021: Συνέχεια προγράμματος με δια ζώσης διδασκαλία (Κέρβερος, Μέδουσα, Πήγασος, Μινώταυρος)
6. Μινώταυρος
α. Ποιος ήταν ο Μινώταυρος;
ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΣ
Ο βασιλιάς της Κρήτης Μίνωας, ήταν ένας σκληρός τύραννος και κυβερνούσε το νησί από το μεγαλόπρεπο παλάτι του. Πριν γίνει βασιλιάς, είχε ζητήσει από τον Ποσειδώνα να του στείλει σημάδι ότι αυτός έπρεπε να ανεβεί στο θρόνο. Τότε, ένας όμορφος ταύρος ξεπήδησε από τα κύματα και ο θεός του ζήτησε να τον θυσιάσει προς τιμή του. Όμως ο Μίνωας δεν το έκανε. Έτσι ο Ποσειδώνας εξοργίστηκε. Έκανε τη γυναίκα του Πασιφάη, να γεννήσει ένα τέρας. Το Μινώταυρο. Ο Μινώταυρος, είχε κορμί γεροδεμένου άντρα και κεφάλι ταύρου, με κόκκινα μάτια που πετούσαν φωτιές και σουβλερά κέρατα. Τρεφόταν με ανθρώπινο κρέας.
Ο βασιλιάς φυλάκισε το τρομερό αυτό τέρας στο υπόγειο του παλατιού, τον περίφημο λαβύρινθο. Εκεί υπήρχαν εκατοντάδες διάδρομοι που οδηγούσαν στη φωλιά του θηρίου. Όποιος έμπαινε μέσα δεν μπορούσε να βρει ποτέ την έξοδο. Το λαβύρινθο τον κατασκεύασε ο Δαίδαλος, ένας διάσημος αρχιτέκτονας από την Αθήνα.
Ο Μίνωας όταν κέρδισε τον πόλεμο με τους Αθηναίους είχε επιβάλει ένα φοβερό φόρο αίματος. Κάθε χρόνο επτά νέοι και επτά νέες στέλνονταν στην Κρήτη και τους έτρωγε ο Μινώταυρος. Ο Θησέας, ο γιος του βασιλιά της Αθήνας, προθυμοποιήθηκε να πάει στην Κρήτη, ως ένας από τους νέους που θα δίνονταν για τροφή στο Μινώταυρο. Ο σκοπός ήταν να σκοτώσει το Μινώταυρο. Όταν οι Αθηναίοι έφτασαν στην Κρήτη, η Αριάδνη, κόρη του Μίνωα, είδε το Θησέα και τον αγάπησε. Προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει τον αγαπημένο της να σκοτώσει το θηρίο. Τη νύχτα τον οδήγησε στην είσοδο του λαβύρινθου και του έδωσε ένα κουβάρι νήμα – το μίτο. Η κοπέλα κράτησε τη μια άκρη, κι ο Θησέας με την άλλη προχώρησε στους σκοτεινούς διαδρόμους, ξετυλίγοντας το νήμα, για να μπορέσει ύστερα, τυλίγοντάς το, να ξαναβρεί την έξοδο. Ο Θησέας βρήκε το Μινώταυρο κοιμισμένο και τον σκότωσε με το σπαθί του. Ο Θησέας ύστερα τύλιξε το μίτο και βρήκε την έξοδο. Εκεί τον περίμενε η Αριάδνη, ελευθέρωσαν και του υπόλοιπους Αθηναίους και πριν ξημερώσει, μπήκαν στο πλοίο και έφυγαν για την Αθήνα.
β. Ανοίξτε το αρχείο και γνωρίστε τον καλύτερα: Μινώταυρος
γ1. Φύλλο εργασίας: Εργασία Μινώταυρος
γ2. Εργασίες μαθητών:
5. Πήγασος
α. Ποιος ήταν ο Πήγασος;
ΠΗΓΑΣΟΣ
Όταν ο Περσέας σκότωσε τη Μέδουσα, το αίμα που χύθηκε από το λαιμό της, κύλησε στη θάλασσα, ανακατεύτηκε με τα κύματα και ξαφνικά αναδύθηκε μέσα από τους αφρούς ένα φτερωτό άλογο. Ήταν ο Πήγασος. Άλογο ατίθασο και αδάμαστο, κατάλευκο, με λαμπερά μάτια και χρυσές οπλές. Τα μεγάλα ασημένια φτερά του ήταν στολισμένα με χρυσά πούπουλα. Αμέσως μόλις γεννήθηκε, πέταξε στον Ελικώνα, στο βουνό όπου ζούσαν οι μούσες, οι εννέα αδελφές θεές που έδιναν την έμπνευση στους καλλιτέχνες. Εκεί κλότσησε τη γη και μια γάργαρη πηγή ανάβλυσε από τα βράχια. Οι Μούσες κράτησαν κοντά τους τον Πήγασο και τον φρόντιζαν, ώσπου τον πήρε η Αθηνά και τον έδωσε στο Βελλεροφόντη.
Καβάλα στο άλογό του ο Βελλεροφόντης ανέβηκε ψηλά στον ουρανό και βρήκε τη Χίμαιρα. Ήταν ένα πλάσμα εφιαλτικό. Είχε τρία κεφάλια. Το πρώτο ήταν άγριου λιονταριού με δόντια κοφτερά. Το δεύτερο πελώριου κριαριού με σουβλερά κέρατα. Το τρίτο γιγάντιου φαρμακερού φιδιού. Στην κοιλιά του θηρίου έκαιγε φωτιά και από τα τρία στόματά του έβγαιναν φλόγες. Συχνά κατέβαινε στους κάμπους του βασιλείου της Λυκίας, σκότωνε ανθρώπους, καταβρόχθιζε κοπάδια και έκαιγε τα πάντα στο πέρασμά της.
Ο Βελλεροφόντης, είδε τον καπνό που έβγαινε από τη σπηλιά της Χίμαιρας. Πήρε τότε ένα κομμάτι μολύβι και το κάρφωσε στη μύτη του κονταριού του. Όταν η Χίμαιρα είδε το άλογο, σηκώθηκε και άρχισε να βγάζει από το στόμα φωτιές. Ο Πήγασος σαν αστραπή πετούσε από εδώ και από εκεί για να της ξεφύγει. Κι ο Βελλεροφόντης σημάδεψε και έχωσε το κοντάρι του στον ορθάνοιχτο λαιμό του τέρατος. Οι φλόγες έλιωσαν το μολύβι κι έπνιξαν το τέρας. Ο βασιλιάς της Λυκίας (Ιοβάτης) εντυπωσιάστηκε, που έκανε το Βελλεροφόντη διάδοχό του, μετά το θάνατό του.
Με τα χρόνια, όμως, ο Βελλεροφόντης έγινε αλαζόνας και περιφρονούσε όλους τους άλλους γύρω του. Νόμιζε πως ήταν ίσος με τους θεούς. Ξέχασε πως την καλή του τύχη τη χρωστούσε στη θεά Αθηνά. Μια μέρα πήρε τον Πήγασο και αποφάσισε να πετάξει ως την κορφή του Ολύμπου. Ο Δίας εξοργίστηκε και έστειλε μια αλογόμυγα να τσιμπήσει τον Πήγασο. Το άλογο αφήνιασε κι έριξε τον Βελλεροφόντη στη γη. Ο ήρωας δε σκοτώθηκε, αλλά τσακίστηκε η περηφάνια του. Πέθανε μέσα στη δυστυχία.
Ο Πήγασος ανέβηκε στον Όλυμπο και μετέφερε τους Κεραυνούς του Δία.
β. Μπορείτε να ανοίξετε το αρχείο. Θα δείτε ενδιαφέρουσες εικόνες για αυτόν: Πήγασος
γ. Εργασίες μαθητών- κατασκευή Πήγασος:

4. Μέδουσα
α. Ποια ήταν η Μέδουσα;
ΜΕΔΟΥΣΑ
Στις ακτές του δυτικού ωκεανού ζούσαν τρεις αδερφές που τις έλεγαν Γοργόνες .Οι δυο ήταν άσχημες, με γουρλωτά μάτια, μύτες χοντρές, και γλώσσες που κρέμονταν ανάμεσα σε δόντια πεταχτά σαν χαυλιόδοντες. Είχαν μπρούντζινα νύχια γαμψά και μεγάλα πράσινα φτερά όλο λέπια. Η Τρίτη αδερφή ήταν αλλιώτικη. Ήταν όμορφη, αλλά αντί για μαλλιά είχε φίδια φαρμακερά. Το όνομά της ήταν Μέδουσα κι ήταν η χειρότερη από τις τρεις, γιατί όποιος την κοίταζες στο πρόσωπο αμέσως γινόταν πέτρα. Γύρω από τη σπηλιά τους υπήρχαν ένα σωρό αγάλματα. Ήταν άνθρωποι που είχαν δει τη Μέδουσα στο πρόσωπο και πέτρωσαν.
Ο Περσέας ήταν ένας νεαρός όμορφος, γενναίος και πολύ περήφανος, γιατί είχε πατέρα τον ίδιο το Δία. Ο Περσέας πίστευε ότι μπορούσε να αποκεφαλίσει τη φοβερή Μέδουσα. Ο Δίας αγαπούσε το γιό του και ήθελε να τον προστατέψει. Έστειλε τον Ερμή και χάρισε στον Περσέα, φτερωτά σανδάλια για να μπορεί να πετάξει και ένα χρυσό δρεπάνι για να κόψει το κεφάλι της Μέδουσας. Η Αθηνά, η θεά της σοφίας, του έδωσε μια ασημένια ασπίδα, τόσο γυαλιστερή που έλαμπε σαν καθρέφτης. Τον συμβούλεψε να μην κοιτάξει τη Μέδουσα, αλλά μόνο το καθρέφτισμά της. Έτσι δε θα μαρμάρωνε. Τέλος, οι νύμφες του βορρά του πρόσφεραν ένα μαγικό σκουφί, που τον έκανε αόρατο και ένα σακί για να βάλει το κεφάλι της Μέδουσας.
Ο Περσέας πέταξε με τα φτερωτά του σανδάλια και βρήκε τις Γοργόνες.
Όταν είδε τα αγάλματα όσων είχαν αντικρύσει τη Μέδουσα, φόρεσε το σκουφί του και έγινε αόρατος. Κάρφωσε το βλέμμα του στην ασπίδα και μπήκε στη σπηλιά. Πλησίασε τη Μέδουσα από πίσω, της έκοψε το τρομερό κεφάλι με τα φριχτά φίδια να σφυρίζουν λυσσασμένα και το έβαλε στο σακί του. Οι αδερφές της ούρλιαζαν και τσίριζαν, αλλά ο νεαρός ήταν αόρατος και δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Ο Περσέας χάρισε στη Αθηνά το κεφάλι της Μέδουσας και η θεά στόλισε με αυτό την πανοπλία της.
β. Γνωρίστε την καλύτερα, ανοίγοντας το ακόλουθο αρχείο: Μέδουσα
γ. Εργασίες μαθητών – κατασκευή Μέδουσας, θαλάσσιου ζώου:

3. Κέρβερος
α. Ποιος ήταν ο Κέρβερος;
ΚΕΡΒΕΡΟΣ
Βαθιά στα έγκατα της γης, είχε το Βασίλειό του ο Άδης, ο θεός του κάτω κόσμου και των νεκρών. Ο τόπος αυτός ήταν βουτηγμένος στο κρύο, την ομίχλη και το σκοτάδι. Τις πύλες αυτού του κόσμου τις φρουρούσε ένα άγριο σκυλί, ο Κέρβερος. Ήταν πελώριο κτήνος με τρία κεφάλια και φιδίσια ουρά. Είχε τρομερά σαγόνια, με δόντια κοφτερά και σάλια φαρμακερά.
Όταν έφτανε στον Άδη η ψυχή κάποιου που είχε πεθάνει, ο Κέρβερος την άφηνε να μπει ανεμπόδιστα. Μα όσες ψυχές ήταν μέσα στο βασίλειο των νεκρών έμειναν για πάντα φυλακισμένες εκεί, γιατί ο Κέρβερος δεν άφηνε κανέναν να φύγει. Μια δαγκωματιά του σήμαινε αιώνιους φριχτούς πόνους.
Από την άλλη κανένας ζωντανός δεν μπορούσε να εισχωρήσει στο βασίλειο του Άδη.
Ο Ορφέας ήταν ο καλύτερος μουσικός στον κόσμο. Οι όμορφες μελωδίες του ημέρωναν τα αγρίμια. Ακόμα και οι πέτρες συγκινούνταν από τα τραγούδια του. Τα δέντρα χόρευαν στο ρυθμό της λύρας του. Και η καθάρια φωνή του έκανε τα ποτάμια να σταματούν. Ο Ορφέας αγάπησε πολύ ένα κορίτσι, την Ευρυδίκη. Τον αγάπησε κι αυτή. Τη μέρα όμως του γάμου τους τη δάγκωσε ένα φίδι και πέθανε. Στην απελπισία του ο Ορφέας αποφάσισε να κατέβει στον κάτω κόσμο και να τη γυρέψει. Όταν πλησίασε στις πύλες του Άδη, ο Κέρβερος έδειξε τα τρομερά του δόντια. Τότε ο Ορφέας άρχισε να παίζει ένα μελωδικό λυπητερό τραγούδι και σε λίγο ο Κέρβερος κουνούσε φιλικά την ουρά του σαν ήμερο γλυκό κουτάβι. Γιατί το τραγούδι του Ορφέα ήταν το πιο μαγικό που είχε ακούσει ποτέ του. Αλλά και ο ίδιος ο Άδης συγκινήθηκε με το τραγούδι κι άφησε την Ευρυδίκη να ξαναγυρίσει στον κόσμο των ζωντανών, με μια συμφωνία: ο Ορφέας θα πήγαινε μπροστά και η Ευρυδίκη θα ακολουθούσε, αλλά εκείνος δεν έπρεπε να γυρίσει και να κοιτάξει πίσω του.
Έτσι κι έγινε, όταν κόντευαν να φτάσουν στον πάνω κόσμο και ο Ορφέας είδε το φως του ήλιου, δεν άντεξε. Γύρισε και την κοίταξε. Τι συμφορά… Η Ευρυδίκη ήταν ακόμα μέσα στις σκιές του κάτω κόσμου. Γλιστρώντας ξανάπεσε στο βασίλειο του Άδη. Ο Ορφέας δεν ξανάπαιξε ξανά τη λύρα του.
β. Θα εντυπωσιαστείτε με τη δύναμή του και πως αποτυπώθηκε στην τέχνη από τους αρχαίους Έλληνες, αν παρακολουθήσετε το p.p. εδώ: Κέρβερος
γ1. Φύλλο εργασίας Κέρβερος: Εργασία Κέρβερος
γ2. Εργασίες μαθητών:
2. Σφίγγα
α. Ποια ήταν η Σφίγγα; Θα μάθετε γι’ αυτή, αν διαβάσετε το κείμενο που ακολουθεί:
Η ΣΦΙΓΓΑ
Η Θήβα ήταν μια πλούσια ελληνική πόλη, ξακουστή για τα ψηλά πέτρινα τείχη της με τις επτά τους πύλες. Όταν, οι κάτοικοί της παραμέλησαν τη λατρεία της Ήρας, η θεά για να τους τιμωρήσει, τους έστειλε ένα τρομερό τέρας. Τη Σφίγγα. Είχε πρόσωπο και μαλλιά όμορφης γυναίκας, γεροδεμένο κορμί και νύχια δυνατού λιονταριού, και φτερά πελώριου πουλιού. Το τέρας κούρνιασε στις πολεμίστρες του τείχους και κατέβαινε κάθε φορά που κάποιος προσπαθούσε να πλησιάσει τις πύλες της πόλης. Τον σταματούσε και του έβαζε ένα αίνιγμα που είχε διδαχθεί από τις Μούσες. Αλίμονο στον περαστικό που δεν απαντούσε ή έδινε λάθος απάντηση. Το τέρας τον γράπωνε με τα νύχια του και τον καταβρόχθιζε. Κι επειδή κανένας δεν ήξερε τη σωστή απάντηση, ένα σωρό άνθρωποι είχαν χάσει τη ζωή τους με τρομερό τρόπο.
Μια μέρα έφτασε έξω από τη Θήβα ένας νεαρός ταξιδιώτης που τον έλεγαν Οιδίποδα. Η Σφίγγα τον είδε από την ψηλή της κούρνια και ανοίγοντας τα φτερά της κατέβηκε να του κλείσει το δρόμο. «Ποιο είναι αυτό το πλάσμα που περπατάει με τα τέσσερα το πρωί, με τα δυο τη μέρα όλη και με τα τρία το σούρουπο;» τον ρώτησε.
Ο Οιδίποδας στάθηκε μπροστά στο τέρας και απάντησε: «είναι ο άνθρωπος, όταν είμαστε μωρά, μπουσουλάμε στα τέσσερα. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας περπατάμε όρθιοι, στα δυο μας πόδια. Κι όταν γεράσουμε, περπατάμε στηριγμένοι σε ένα μπαστούνι, που γίνεται το τρίτο μας πόδι».
Το πρόσωπο της Σφίγγας σκοτείνιασε, ο Οιδίποδας έδωσε τη σωστή απάντηση. Πέταξε στην πιο ψηλή πολεμίστρα του κάστρου, άφησε ένα τρομερό ουρλιαχτό, γκρεμίστηκε κάτω στα βράχια και σκοτώθηκε.
Η κατάρα της Ήρας λύθηκε. Κι επειδή ο Οιδίποδας ήταν έξυπνος, καλός και ευγενικός άντρας, οι Θηβαίοι τον έκαναν βασιλιά τους.
β. Θα τη γνωρίσετε ακόμα καλύτερα αν ανοίξετε το παρακάτω αρχείο power point: Σφίγγα
γ1. Τη δύναμη αυτού του φοβερού τέρατος, διατηρούσε η αδυναμία των ανθρώπων, να λύσουν το αίνιγμα που τους έβαζε. Μπορείς να το λύσεις εσύ; Δοκίμασε ανοίγοντας το φύλλο εργασίας εδώ: ΣΦΙΓΓΑ -ΑΙΝΙΓΜΑ
γ2. Εργασίες μαθητών:
1. Γρύπας
Γνωριμία με το Γρύπα, “χρυσό πουλί”:
α. Ποιοι ήταν οι Γρύπες; Μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο και να τους γνωρίσετε:
ΟΙ ΓΡΥΠΕΣ
Η Περσία ήταν μια χώρα εξωτική, μακριά από την Ελλάδα, πέρα από το Αιγαίο πέλαγος. Ήταν ένας τόπος με πολλά βουνά, χιονισμένες βουνοκορφές και φυσούσαν παγωμένοι αέρηδες. Εκεί ζούσαν κάτι εκπληκτικά πλάσματα οι Γρύπες. Αυτά τα θρυλικά τέρατα είχαν σώματα λιονταρίσια και κεφάλια θεόρατων πουλιών με εντυπωσιακά φτερά και χρυσά ράμφη. Τα φτερά τους φωσφόριζαν εκτυφλωτικά και όταν σηκώνονταν να πετάξουν, χτυπούσαν τον αέρα φτεροκοπώντας με θόρυβο απερίγραπτο. Όλες τις άλλες ώρες, όμως, οι γρύπες ήταν ήσυχοι – δεν έκαναν τον πραγματικό θόρυβο.
Έχτιζαν τεράστιες φωλιές από λεπτές ολόχρυσες κλωστές, στις κορυφές των πιο μακρινών βουνών. Το τσόφλι των μεγάλων αυγών τους ήταν στολισμένο με χρυσές κλωστές και πολύτιμα πετράδια. Αλλά κάθε ζευγάρι γρύπες γεννούσε μόνο ένα αυγό. Έτσι αυτά τα υπέροχα πλάσματα ήταν σπάνια.
Οι βασιλιάδες της Περσίας είχαν τους Γρύπες φρουρούς στα μυστικά θησαυροφυλάκιά τους. Οι φήμες έλεγαν πως μέσα εκεί είχαν φυλαγμένα ένα σωρό χρυσοστόλιστα αυγά των θρυλικών πουλιών, που ήταν πολυτιμότερα από όλους τους βασιλικούς θησαυρούς. Όταν πέθαινε κάποιος από τους βασιλικούς Γρύπες, του έβγαζαν τα χρυσά του νύχια και τα σκάλισαν φτιάχνοντας ωραιότατες κούπες, από τις οποίες είχε δικαίωμα να πιεί μόνο ο βασιλιάς.
Ο πατέρας των θεών, ο Δίας, έφερε ένα ζευγάρι Γρύπες στον Όλυμπο. Τους τάιζε με τα χέρια του, μέχρι που τους ημέρωσε και τους έμαθε να κάθονται στα πόδια του θρόνου του. Στις μεγάλες γιορτές η Ήρα, η γυναίκα του, τους έβαζε να σέρνουν το χρυσό της άρμα στον ουρανό κι όλες οι άλλες θεές τη ζήλευαν
β. Θέλετε να δείτε τη μορφή τους και πως οι αρχαίοι Έλληνες τους αποτύπωναν στην τέχνη τους; Περιηγηθείτε στο power point, που σας επισυνάπτω: Γρύπες
γ. Αν επιθυμείτε να “παίξετε” με το Γρύπα και να δοκιμάσετε τη σκέψη σας, κάντε το ακόλουθο παζλ που εικονίζει αυτό το παράξενο πουλί και εξασκηθείτε με το παρακάτω φύλλο εργασίας.
Καλή διασκέδαση!
γ2. Φύλλο εργασίας: Γρύπας – φύλλο εργασίας
γ3. Εργασίες μαθητών:






















