2 Οκτώβριος 2008

Το φιλί της καυτό,

σαν της ερήμου τον ξανθοκίτρινο χιτώνα.

Κι η ανάσα της μαχαίρι.

Κι εκείνο το μακρόσυρτο λυπητερό τραγούδι της,

σαν του καημού το γοργοκύλισμα

να χορεύει, δελφίνι ξένοιαστο,

στα γκριζογάλανα δάκρυα του Εύξεινου

κι εκεί να εξαγνίζει τον Έρωτα

στην κολυμβήθρα που είναι φτιαγμένη από υποσχέσεις κι αμαρτωλά φιλιά.

Αχ, να? μουν μαυροθαλασσίτικο πουλί,

στον ξάστερο ουρανό σου να σκάλιζα με μαργαριτάρια

τη λέξη: σ? αγαπώ.

Πλανεύτρα Ανατολή,

Ανατολή ταξιδεύτρα.

Αχ, πάνω στο μαγικό χαλί σου,

σε ποιο παραμύθι να μας ταξιδεύεις άραγε;

2 Οκτώβριος 2008

Γλίστρησε η νύχτα πίσω από τις κορφές του Ολύμπου,

γλίστρησε η νύχτα

κι έφυγε.

Όμως, εσύ, δεν πίστεψες στα όνειρα που είδες,

γιατί δε σου κρατούσαν πια το χέρι.

Ξημέρωσε, λοιπόν, χλωμό το πρωινό

στα παγωμένα σου χείλη.

Γλίστρησε η νύχτα

κι έφυγε.

Πίσω από τον Όλυμπο

γλίστρησες,

χάθηκες κι εσύ,

φεγγαρόλουστη οπτασία.

Τη νύχτα που πέθαναν οι πυγολαμπίδες

2 Οκτώβριος 2008

Τη νύχτα που πέθαναν οι πυγολαμπίδες,

τη νύχτα εκείνη θυμάμαι

με ανάσα κοφτή ρουφούσα το σκοτάδι το μαύρο.

Είχε κάτι από δηλητήριο το φιλί της παγωνιάς.

Στην κάτασπρη σκοπιά μου, εικονοστάσι της βρωμιάς,

γαργαλάω το όπλο μου, κάπου αλλού θα? θελα να? μαι,

δηλώνω και πάλι απών, «την αγάπη μου ψάχνω να? βρω»,

μέσα μου λέω

και σα να κλαίω

φουρτουνιασμένα δάκρυα,

φουρτουνιασμένα κύματα

κι απόψε πάνω σας πλέω.

 

Νύχτα υγρή,

νύχτα γιατί,

νύχτα γιατί σε φοβάμαι;

Μήπως στ? αλήθεια,

μήπως στ? αλήθεια δεν κοιμάμαι;

 

Με στριγγιά φωνή που το φόβο εξαγοράζει,

η τρελή νυχτερίδα το σύνθημα κράζει.

Απ? το σπασμένο παράθυρο

κομματιασμένες σκέψεις ο αέρας μπάζει

κι αντίκρυ, τις χίλιες δυο ελπίδες,

αμέτρητες πυγολαμπίδες,

σαν μεταμορφωμένος Ιησούς τρομάζει.

Τις χίλιες δυο ελπίδες, αμέτρητες πυγολαμπίδες,

εκείνο το φωτεινό χαμόγελό σου

μοιάζει απόψε με μυστήριο παζλ

που τα χαμένα του κομμάτια ψάχνω να? βρω.

 

Νύχτα υγρή,

νύχτα γιατί,

νύχτα γιατί σε φοβάμαι;

Μήπως στ? αλήθεια,

μήπως στ? αλήθεια δεν κοιμάμαι;

 

Απορώ κι εγώ,

απορώ στην μοναξιά μου,

ώσπου μια μικρή φωτιά κάθισε στη σκοτεινή σκοπιά μου.

Κι είδα τη μορφή σου σαν τ? ολόγιομο φεγγάρι

να μου γνέφει από το άπειρο μ? αμέτρητα αστέρια.

Δυο λέξεις φωτεινές σα να ξεχωρίζω: σ? αγαπώ.

Σπάζω το κράνος, αφήνω το όπλο μου ανάπηρο

και σαν το μουγκό περίπολο

βόλτες φέρνω σβούρα στο στρατώνα.

Με στροβιλίζει ο άνεμος στις γωνιές της φρεναπάτης,

πριν με κρύψει μέσα στην κρύα νύχτα.

Δυο λέξεις φωτίζουν το δρόμο μου: σ? αγαπώ.

  

ΣΧΟΛΙΟ

 

Τη νύχτα που τις πυγολαμπίδες οι άνθρωποι πενθούσαν,

τη νύχτα εκείνη, οι Θεοί στον Όλυμπο μεθούσαν.

2 Οκτώβριος 2008

Μεσημέρι

ήρθε ο μικρός πραματευτής.

Λαίμαργες

οι κυράδες κολυμπούν

στην απλωμένη του πραμάτεια.

Παράμερα

οι νιες κοπέλες

γλυκοκοιτάζουνε τα δυο του μάτια,

γιατί? ναι μορφονιός κι απάντρευτος ακόμα.

Παίρνει κι αυτός να ιστορεί

έρωτες γενναίων αφεντάδων.

 

Στη λάβρα του μεσημεριού

οι καρδιές λιγώνουν,

άπληστα τα χέρια

σκουπίζουν τα μισάνοιχτα χείλη.

Μα όρεξη

δεν έχει σήμερα ο πραματευτής.

Η βαρυγκόμια

αλυσοδένει τον καημό του.

Πάνω από το δίχτυ με τις τσιριμόνιες

ταξιδεύει το βλέμμα του,

πίσω από τις γρίλιες,

εκεί, δίπλα στους μεντεσέδες

που μια πικραμυγδαλιά φυτρώνει.

 

Αόριστα

στο τσιράκι του γνέφει

στην άμαξα να φορτωθούν

για τον ίδιο δρόμο πάλι.

Κι από τότε

ο μικρός πραματευτής,

νυχτοπερπατάρης,

μοιρολόι φεγγαρόλουστο

με τον καημό του γνέθει.

2 Οκτώβριος 2008

Άρωμα βασιλικού

Απλώνει

Ήχους αναποφάσιστους

Στην αγχόνη

Του χθες και του σήμερα

Δειλό φυλλορόισμα

Κι ο στοχασμός

Γέλιο παιδικό

Ακυβέρνητη μαούνα στα κύματα

Απομεινάρι ασπρόμαυρο

Πνοής ταξιδεύτρας

Η παλιά λατέρνα

2 Οκτώβριος 2008

Στο παλιό το χάνι δεν ακούγεται κανείς.

Μακάβρια κρέμονται

μεσ? στην αχλή του κάποτε

χλομές φωτογραφίες

στους ξεφτισμένους τοίχους.

Βαριανασαίνουν τα έπιπλα

τη χλαλοή των περασμένων

κάτω από το σκονισμένο σάβανο

που άπλωσε ο χρόνος.

Και μόνο αν σκύψεις πίσω από μια μικρή χαραμάδα,

θα δεις στο κρυφό δωμάτιο

να αργοσβήνουν

απροστάτευτες στο ανελέητο μαστίγωμα της λήθης

οι διαμαντόπετρες κάποιας αλλοτινής ευτυχίας.

Πώς άραγε να κύλησε η πλοκή

στα ερείπια αυτής της παμπάλαιας τραγωδίας;

Ανοίγει το βήμα σου

και πίσω σου αφήνεις να τρεκλίζει

στο λίκνισμα του ανέμου

ο μακρινός αντίλαλος

μιας καραβοτσακισμένης σιωπής

που το στρίγκλισμά της

να αντέξεις δεν μπορείς.

2 Οκτώβριος 2008

Έρημοι δρόμοι, Κυριακή,

σκιές που αργοσβήνουν.

Έρημοι δρόμοι, Κυριακή

και λες πως δεν σ? αφήνουν.

 

Απ? τη γωνιά

μια γύφτισσα περνά

με χείλη σαν το αίμα,

η μοίρα είναι ψέμα.

 

Πάνω στα μαλλιά

κεντημένα φύλλα,

σαν κληματαριά

με κόκκινα σταφύλια.

 

Και τριγυρνάς και τριγυρνάς

και τους ανέμους δεν ρωτάς

κι από όπου λάχει θα περνάς.

 

Φτάνεις στην πλατεία,

στα λίγα καφενεία

δίχως πελατεία

ρημάζουνε στο χθες.

 

Και στην προκυμαία

ψάχνεις για παρέα,

είναι η Κυριακή

περσινή γιορτή.

 

Και τριγυρνάς και τριγυρνάς

και τους ανέμους δεν ρωτάς

κι από όπου λάχει θα περνάς.

2 Οκτώβριος 2008

Απ? τη μικρή καταπακτή

γλίστρησε χτες το βράδυ

ο νους μου και ταξίδεψε

στης θάλασσας τ? ασπράδι.

 

Στα παιδικά λημέρια μας

και στους παλιούς κρυψώνες,

τότε που κυνηγούσαμε

όνειρα και χελώνες.

 

Σαν το δελφίνι που σκίζει τα νερά,

έτσι λέω να προχωρήσουμε

και στη μικρή καταπακτή

τραγούδι ν? αρχινήσουμε.

 

Ζωή, που σαν την άμμο απ? τα χέρια μας γλιστράς,

μην ξεθαρρεύεις και μην βιάζεσαι να πεις αντίο.

Με την καρδιά και με τα χείλη αύριο ξανά

δυο χέρια θα φτιάξουν άλλα δύο.

  

Και στη μικρή καταπακτή

εμείς θα τραγουδάμε

αυτό το κλωθογύρισμα

που τόσο αγαπάμε.

2 Οκτώβριος 2008

Ήτανε μια φορά ένας στρατιώτης,

φρουρός ακοίμητος αρχαίου θησαυρού.

Κρυμμένος σε μια σπηλιά,

δεμένος με τα άρματα και την παλικαριά.

Δεν είχε φίλους ούτε εχθρούς,

στο τέλος όμως δεν ξεχώριζε νεκρούς και ζωντανούς.

Με τον καιρό ο θεός τον ξέχασε

κι ο Θάνατος τα ίχνη του έχασε.

Και μόνος του παλεύει χρόνια στο σκοτάδι

να θυμηθεί ποιος ήταν.

Σκαλίζει στα άσπρα γένια του

λέξεις που δεν καταλαβαίνει.

Σκούριασε κι η πανοπλία του,

μα δεν τον νοιάζει πια αν του πηγαίνει.

Και μόνο σαν αστραπή του? ρχεται κάποτε στο νου

η ανάμνηση ενός παλιού γλυκού φιλιού.

Θυμάται τότε την κυρά του

πάνω σε έναν βράχο να τον περιμένει.

Κι άλλο δεν του απομένει

παρά ο στεναγμός.

Ήτανε μια φορά ένας στρατιώτης,

φρουρός ακοίμητος αρχαίου θησαυρού.

Κρυμμένος σε μια σπηλιά,

δεμένος με τα άρματα και με τη μοναξιά.

2 Οκτώβριος 2008

Μας είπαν πως έρχεται μπόρα.

Σκοτεινός ουρανός.

Αέρας που σφυρίζει σαν το φίδι.

Και η αίσθηση πως κάτι τρομερό θα πέσει πάνω μας.

Δεν μπορεί, είπαμε κι εμείς, έρχεται μπόρα.

Και μονομιάς ερήμωσε η πόλη.

Στους δρόμους μόνο ο κουρνιαχτός απέμεινε

των βιαστικών βημάτων μας.

Ταμπουρωθήκαμε στα σπίτια,

κλειδομανταλώσαμε τα ανοίγματα,

ο εχθρός ξυστά να περάσει από τον ίσκιο μας

κι αλώβητοι να γλιτώσουμε.

Μα τα ουρλιαχτά και οι φωνές της Παναγίας του Βράχου

στις βεράντες μας έβγαλαν:

Αιδώς Αργείοι!

Ανάστατοι και με πνοή αδέσποτη

κοιτάζουμε τον κουρνιαχτό που κατακαθίζει στο δρόμο.

Αργά μα επιδέξια σκεπάζει τα ίχνη αυτών που μας πλάνεψαν.

Σε λίγο ανυποψίαστοι θα τριγυρίζουμε στην πλατεία.

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση