2 Οκτώβριος 2008

Τα χέρια σου ήταν ακόμα ζεστά

κι είχες γίνει κιόλας μύθος.

Γυναίκα, μοναξιά και ζύθος

άγγιξαν τη φανέλα σου ξυστά.

 

Φωνάζεις με την πρώτη ευκαιρία

με φωνή βραχνή, λυπητερή

στου δήμου την παλιά χωματερή:

«ψωμί, παιδεία, ελευθερία».

 

Θα σε γλιτώσει μια λάθος επιλογή.

Του Παραδείσου η κολόνια

είναι για τα βαριά γαλόνια·

ψηλά ο Χριστός το κρίμα ευλογεί.

 

Χρυσοπράσινες αστραπές

κρύβονται στα αρχαία ερείπια,

σάπια όνειρα στα θερμοκήπια

βαφτίζουν το φόβο γεμάτο ντροπές.

Στοίχημα

2 Οκτώβριος 2008

Βούλιαξες σαπιοκάραβο στο πρώτο αφρισμένο κύμα

και το τιμόνι σου μια ρόδα είναι που γυρίζει,

δεν είναι η θάλασσα μια χούφτα να την κάνεις κτήμα,

μια λάθος τσάκιση στο παντελόνι το πεπρωμένο σου ορίζει.

 

Ποια μάγισσα σου ζήτησε μετάνοιες και νηστεία;

Στις αγγελίες αμαρτάνει ο χρόνος και το χρήμα,

τι κι αν πλαγιάσατε μαζί, δεν είναι απιστία,

να το ξεχάσεις μόνο κάποτε, είναι μεγάλο κρίμα.

 

Θα σου κλείσω τις πληγές με δάκρυα και αμμωνία

και θα σε αγαπάω, όπως παρήγγειλε ο Χριστός,

κι ας είσαι ο πρώτος ύποπτος σε κάθε δολοφονία,

γιατί ? πανάθεμα τα μάτια σου ? είσαι ο Ιούδας φτυστός!

 

Από τη διαθήκη κέρδισες μάρμαρα και λιβάνι,

πώς άντεξες τόσο καιρό τέτοια μοναξιά;

Δεν πλέκει άλλο η γριά σου, στο μέτρημα τα χάνει,

παντρεύτηκες, κηδεύτηκες, την ίδια αλλαξιά.

 

Το σινιάλο πάλιωσε κι έσβησε ο φάρος,

δεν τη βγάζουμε ως το πρωί, βάζω στοίχημα,

φτάνει που δεν το πίστεψες και σου έλειψε το θάρρος,

δύσκολο να διαλέξεις, αυτοκτονία ή ατύχημα;

 

To γραφτό του καθενός

2 Οκτώβριος 2008

Κάτω από τον Ισθμό

άκουσα ένα βρυχηθμό,

ήταν η Σφίγγα που ρωτούσε,

χίλιους σκλάβους θα κρατούσε.

 

Στη μικρή σου την παλάμη

όλο πίσσα και κατράμι

του ριζικού μου τη σφραγίδα

λύγισα και δεν την είδα.

 

Για το ριζικό σου ρώτα

τα κορμιά και τον ιδρώτα.

 

Έθαψες με γλυκό κρασί σ? ένα πήλινο λαγήνι

την πρώτη σου νιότη,

αοιδέ μου Χιώτη

τραγούδησε για μας την αρχαία μελωδία,

θεϊκή τραγωδία,

της ζωής σου παρωδία·

στίχος πρώτος: ό,τι είναι γραφτό, θα γίνει.

 

Πες μου τώρα ορθά κοφτά

για το μαγικό εφτά

κι αν η απάντηση είναι τρία,

θα πυρποληθώ στην Τροία.

 

Πάψε Πυθία τους χρησμούς,

πάντα προφητεύει ο νους:

της γυναίκας τα φιλιά

θα σου πάρουν τη μιλιά.

 

Το γραφτό του καθενός

είναι δρόμος αδειανός.

2 Οκτώβριος 2008

Στην άκρη στο πεζοδρόμιο

με του ονείρου το προνόμιο

ο Έρωτας βαδίζει χέρι χέρι

κι ας λένε πως με δόσεις δε συμφέρει.

 

Έχει σβήσει στην οθόνη

το σύνθημα που με αγχώνει,

είναι ψηλό τούτο το ταβάνι

σαν κρουαζιέρα στα νερά του Ιορδάνη.

 

Με στόχο ένα πετυχημένο γάμο,

σκουπίδια, απόνερα στου καλοκαιριού την άμμο·

ηρωίνη, λιβάνι, δυόσμο και χασίσι,

αλίμονο, μια φορά μόνο θα ζήσει.

 

Ταξιδιώτης στο δικό σου χνώτο,

γιατί όλοι χάνονται στο Νότο;

Όμορφη και παράξενη καινούρια χώρα

είναι μια γιορτή των ματιών σου τα δώρα.

2 Οκτώβριος 2008

Έχασα το μέτρημα στου κορμιού σου τα σκαλιά

Δεν έχω φόβο να ταξιδέψω

Ούτε θέλω να σε παιδέψω

Έχεις του ήλιου τα μαλλιά

Πορτοκαλιά

 

Βρε για δες τον μπόμπιρα πώς μεγαλώνει

Θαμμένες στην άσπρη πούδρα οι ρυτίδες

Άλλο σου? δειξε ο Δίας κι άλλο είδες

Δες το δες το πώς ψηλώνει

Το μπαλόνι

 

Φάρος σοφίας και παράδειγμα προς μίμηση

Σου χαρίζω το άσπρο πουκάμισο

Στην άδεια χούφτα μέντα και γλυκάνισο

Τρεις θα με αρνηθείς πριν τη διαφήμιση

Στις εξήμισυ

 

Άτιμη θαλασσοπνίχτρα

Όλα τα παιδιά σου τρως

Ποιος είναι ο αλάθευτος γιατρός

Προσκυνάς για τη χαμένη σου σφυρίχτρα

Μια χαρτορίχτρα

 

Κάποτε θα θρηνήσουν τούτη τη γενιά

Μαυροντυμένες μοιρολογίστρες

Κι από των ματιών τις πολεμίστρες

Θα φτύσεις στη γωνιά

Τη νέα φουρνιά

2 Οκτώβριος 2008

Ωραία που είναι τα λυτά σου μαλλιά,

βότσαλα, κοχύλια, πλεξούδα γυριστή·                                          

θυμάμαι, όλα άρχισαν με μια παραγγελιά,

μια γύρα η ζωή μου, δεκάρα τσακιστή.

 

Στα όνειρα αντέχω της γυναίκας το φιλί·

εφτά στον αριθμό, εργένηδες και νάνοι,

Χιονάτη η ελπίδα τους κι η σκούφια τους δειλή.

Χαράματα ξεβραστήκαμε στης Κίρκης το λιμάνι.

 

Ξαφνικά φταρνίζομαι, πες ένα αριθμό,

αγεωγράφητη ηδονή, Κάιρο ? Πουέρτο Ρίκο,

τριάκοντα αργύρια, μη χάσεις το λογαριασμό,

όσο κι αν προσπαθώ, μηδέν εις το πηλίκο.

 

Ταυτότητα τώρα σου ζητούν οι κύριοι με τα γκρίζα,

και στην κωλότσεπη μια έκθεση γεμάτη λάθη.

Για να τα διορθώσεις, χτύπα το κακό στη ρίζα,

έλεγε η δασκάλα κι έριχνε την κόλλα στο καλάθι.

 

Εσένα σε ζωγράφισε η πέννα του Μακρυγιάννη.

Στα κόκκινα φανάρια με τα δώρα των μάγων παραπατούσα,

αγάπη αμαρτωλή, το μάτι δεν σε πιάνει,

Μαγδαληνή και Καλυψώ, Ελένη κι Αρετούσα.

 

Ένας είναι ο ουρανός πάνω από κάθε πόλη,

το άρωμά της φέρνει σε σχολική εκδρομή,

σ? ένα θέατρο πέτρινο φτιάχτηκαν οι ρόλοι,

με όνειρα απελπισμένων χτίζονται οι βωμοί.

2 Οκτώβριος 2008

Χάντρες από κεχριμπάρι

στα δάχτυλα κυλούν,

τώρα πια δεν σε γελούν

οι όρκοι που? χες πάρει.

Είναι λίγο να λες υπομονή,

ο χρόνος όλα τα ρημάζει.

Ποιο χρησμό σου? δωσαν οι θεοί;

Το φιλί σου με σεντόνι μοιάζει

που τυλίγει μια βραχνή φωνή.

Η μικρή νεράιδα μοιρολογεί,

κανένα πια δεν πείθει,

οι άνθρωποι την στρίμωξαν στο πιο παλιό τους παραμύθι.

Μακρινό το ταξίδι

και με τρύπιο πλευρό,

κάνε ένα σταυρό

το κρασί μη γίνει ξύδι.

Σε χαιρετώ προς το παρόν,

η μοίρα άλλα γράφει

κι εκείνη η ουλή στο μάγουλο είναι από ξυράφι

ή μήπως σημάδι των καιρών;

2 Οκτώβριος 2008

Στο μυαλό ένα αχούρι

Πατρός και Υιού αγάπη ευθαρσώς εκλάπη,

λες η καθαρεύουσα να μας φέρει γούρι;

Ποτέ μη ρωτήσεις το γιατί,

η αλήθεια πάντα δραπετεύει αθόρυβα σαν το μικρό γατί.

Το πιο γλυκό άρωμα το έχει η λεμονιά,

όταν μετράς τα δάχτυλά σου και λες πως είναι εννιά.

Ο έρωτας και η αγάπη το ίδιο αίμα έχουν,

μα όσο η γη από τον ουρανό το ίδιο αυτά απέχουν.

Άλλαξε τα φτερά σου,

τώρα τα χτυπούν

σκουριασμένα βέλη·

όσοι στα λάθη τους δεν υπακούν,

μόνο ο Θεός τους αγαπά και γίνονται αγγέλοι.

Κάνε μια ευχή,

μην περιμένεις τίποτα να βγει,

στα όνειρα η χαρά ποτέ δεν άρχιζε με χ.

2 Οκτώβριος 2008

Είσαι το πιο όμορφο όνειρο που έζησα ποτέ.

Δεν είναι λίγο να λέω πως υπάρχεις,

γιατί το ξέρω κατά βάθος πως στον ύπνο μου

κι απόψε με ένα χαμόγελο θα? ρθεις.

Γλυκιά μου θύμηση κι αγαπημένη,

ξυπνώ

και βρίσκω στην παλάμη μου τη μορφή σου χαραγμένη.

Είναι τούτο σημάδι βέβαιο

ότι σε κράτησα απ? το χέρι.

Μα πριν σταυρωθώ, άλλο δεν μου μένει,

σφίγγω τα χέρια μου γροθιά

μη μου ξεφύγεις,

γλυκιά μου θύμηση κι αγαπημένη.

Κάτι

2 Οκτώβριος 2008

Σαν το δελφίνι που φαίνεται και χάνεται στα νερά,

έτσι φάνηκε αυτή στη στράτα μου.

Κι έτσι χάθηκε ο δρόμος πίσω μου ? κι ούτε πόνεσα γι αυτό.

Λουλούδια φύτρωσαν εμπρός μου,

όλα, θαρρείς, καινούριωσαν,

ως και τα πιο παλιά και τα αιώνια.

 

Αυτό ? είπα ? είναι ο έρωτας.

 

Και με άφησε ο Θεός να της χαϊδεύω το πρόσωπο

χρόνια τριάντα και τρία.

Κι όταν τράβηξα το χέρι μου από πάνω της

είδα ένα αυλάκι βαθύ.

 

Αυτό ? είπα ? είναι το σημάδι της αγάπης.

 

Ύστερα πέρασαν χρόνια πολλά.

Κι ήρθα μπροστά στη γέρικη αγριελιά,

γονάτισα και μου έπιασε το χέρι

ζυγίζοντας τάχα τον καρπό που έδρεψα τόσο καιρό.

Με άφησε τότε να γείρω πλάι στο ρυτιδιασμένο κουφάρι της,

βέβαιος πως ο ίσκιος της θα νανούριζε τον αιώνιο ύπνο μου.

Κι ο Θεός είδεν ότι καλώς και είπεν κι ανέτειλεν ο ήλιος

κι ασημόπαιξαν τα κορφοφυλλώματα

κι αναστήθηκα ο ίδιος.

 

Κι αυτό ? είπε ο Θεός ? κάτι είναι.

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση