Το φυλαχτό
Για τον εχθρό που σε πολιορκεί,
κανείς δεν ξέρει να πει ποιος είναι.
Ο Τειρεσίας μόνο αμυδρά καταλαβαίνει ότι κατάγεται από τη δική σου πόλη.
Αυτόχθων?
Το εύκολο τώρα είναι να χαρείς που τον νίκησες.
Το δύσκολο να καταλάβεις πως διάολο τα κατάφερες.
Είναι λίγο να πεις «δε χρωστάω σε κανέναν τίποτα».
Βλέπεις, είσαι περήφανος για όλα αυτά που έχεις κρεμασμένα στο σπίτι σου,
την οικογενειακή φωτογραφία, τους τίτλους σπουδών, τον Εσταυρωμένο.
Ψάξε λοιπόν να βρεις σε ποιους χρωστάς και πόσα?
Σύντομα τα χάνεις στο μέτρημα,
τούτη η απορία σε πνίγει σαν θηλιά στο λαιμό.
Τότε μόνο θυμάσαι και κάτι άλλο για το οποίο ήσουν περήφανος και που το είχες κι αυτό κρεμασμένο,
το φυλαχτό που σου είχε χαρίσει.
Γιατί κάποτε, που βρισκόταν πολύ μακριά σου, είχες βρει στα ρούχα σου μια τρίχα από τα μαλλιά της
κι είχε έρθει τόσο γρήγορα δίπλα σου.
Γράφει, που λες, το φυλαχτό με γράμματα σε μια γραφή που κάτι σου θυμίζει:
«είμαστε για πάντα μαζί»,
σου κρατούσε το χέρι, θυμάσαι, κάτω από το φεγγάρι.
Να σε ποιον χρωστάς,
μονάχα σε αυτήν ? έχει γυναικείο όνομα ? που πάντα βρισκόταν δίπλα σου.
Τώρα για το πόσα χρωστάς,
μη ρωτάς καθόλου,
κανείς ποτέ δεν ήξερε πόσα μπορούν να χωρέσουν μέσα σε ένα μικρό φυλαχτό κρεμασμένο στο λαιμό.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΟ πόνος
Πόνος είναι αυτό που όταν έρχεται, σε κάνει πιο αδύναμο, όταν φεύγει, σε κάνει πιο δυνατό και όταν ξανάρχεται, δε σε βρίσκει ποτέ πια τον ίδιο.
Τόσο πιο λίγο θα πονάς λοιπόν, όσο πιο πολύ σκέφτεσαι.
Γιατί πρέπει να πνιγεί ο πόνος μέσα στα δάκρυα ή σε ένα γεμάτο ποτήρι,
για να είναι θολή η ανάμνηση μιας τέτοιας ώρας.
Δε φταις εσύ που δεν τα πήγες καλά, το προηγούμενο βράδυ ήταν άσχημο το όνειρο της μάνας σου.
«Τον πόνο δεν τον αντέχεις, τον υπομένεις», σου είχε πει. Και αυτό σκεφτόσουν όταν σε απάλλαξαν, γιατί δεν ήσουν χρήσιμος.
Αυτό που δεν περίμεναν όμως ήταν, όταν τους συγχώρεσες, γιατί ο πόνος δεν έχει μνήμη, ενώ εσύ είχες πάντα.
Κι όταν σε αρνήθηκαν πριν να ξημερώσει,
εσύ τους στέρησες τρεις μέρες που τους φάνηκε αιώνας.
Πόσο γλυκός ήταν ο πόνος όταν σου κρατούσε το χέρι λίγο πριν φύγει για πάντα και πόσο σκληρός όταν κατάλαβες ότι από την αρχή ήσουν μόνος.
Κανείς δε θέλει να πονά, μα κι όποιος δεν πονά, δεν μπορεί να θέλει.
Κι αν τώρα κλείνεις τα μάτια, το κάνεις για να μη βλέπεις ή για να μη δουν ότι κλαις;
Δεν ήταν η ζωή σου μονόδρομος, εσύ την έκανες.
Όλοι και όλα πονούν, μα πιο πολύ πονά η αλήθεια.
Τυχεροί όσοι μονάχα την πίστεψαν, γιατί χωρά ο πόνος της διάψευσης σε μιαν ανοιχτή παιδική παλάμη, κενή από καραμέλες.
Όμως πιο πολύ πόνεσε κι από την περσική λόγχη εκείνο το φιλί.
Άτυχοι όσοι την αγάπησαν, γιατί σαν τον πόνο της προδοσίας δεν είναι άλλος κανείς.
Χαμογελάς τώρα γιατί ξέρεις ότι δεν είναι εδώ για να σε ενοχλεί αλλά να σε διδάσκει.
Γιατί είναι ο πόνος το πιο δειλό αδέσποτο που κυκλοφορεί, γι? αυτό μην τον φοβάσαι.
Μια φορά θα σε φοβηθεί,
όταν σε βρει να τον περιμένεις.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΑπειλή
Θυμάμαι,
η ζωή σου ανάμεσα σε δύο χρώματα στριμώχτηκε,
το άσπρο και το μαύρο.
Λευκή η πρώτη γεύση στα χείλη σου
κι όταν όλα γίνονταν μαύρα με το πάτημα του διακόπτη,
τότε ονειρευόσουν την κοπέλα
στα άσπρα ντυμένη
κι όχι με το μαύρο μαντίλι που φορά τώρα και στέκεται δίπλα σου.
Γιατί δεν είχες τότε κάτασπρα μαλλιά
κι ο κόσμος όλος χωρούσε μέσα σε μια ιδρωμένη παλάμη
που κούρνιαζε στη χούφτα σου κάτω από ένα θρανίο.
Ποτέ το μαύρο δεν είχε τόση λάμψη όσο στα πυκνά σου μαλλιά,
όταν σε χάιδεψε στο μισοσκόταδο,
λίγο πριν γνωρίσεις για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή σου τι σημαίνει το φιλί.
Γιατί η πιο κατάλευκη φλόγα ελπίδας
ξεπήδησε από το πιο σκοτεινό κελί του κόσμου,
ανάμεσα στη σαπίλα, τον οίκτο και τον απελπισμένο θρήνο.
Ποτέ το μαύρο δεν είχε τόση λάμψη όσο σε εκείνο το ιδρωμένο μαύρο άλογο
που πέρασε σαν αστραπή από μπροστά σου
και χάθηκε προτού προλάβεις να το καβαλικέψεις.
Λευκό ήταν και το σεντόνι που σου χάρισαν για τελευταία φορά,
αν και δεν το κατάλαβες μέσα στο πηχτό σκοτάδι που βρισκόσουν.
Και τι κρίμα! Τώρα που θα ακουστεί το αγαπημένο σου τραγούδι,
εσύ πρέπει να φύγεις,
για να μην μάθεις ποτέ ποιο χρώμα έγινε δικό σου για πάντα,
για να μην μάθεις ποτέ πως τίποτα δεν σου χαρίστηκε,
μόνο ότι χάρισαν εσένα σε κάποιον άγνωστο θεό
κι εκείνος αποφάσισε να μη σε αγαπήσει,
όχι για την λατρεία που του έδειξες αλλά για την πίστη που του στέρησες
εσύ, μετέωρη, ασπρόμαυρη απειλή.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΔεν είναι οι μέρες που περνούν,
είναι η φωνή που μας καλεί με το όνομά μας.
Τι χρώμα έχουν τα περασμένα
και ποιος θα μας πει αν ήταν μύθος ή ιστορία;
Κάθε μας βήμα κρύβει πάντα κι ένα κόστος,
μικρό ή μεγάλο.
Έτσι λίγοι παλεύουν με τον εαυτό τους,
την ώρα που οι πολλοί τα βάζουν μονάχα με το γραμμένο τους
που ορίζει:
«Ό,τι κι αν διαλέξεις, δε θα είναι για σένα.
Γι? αυτό θα πονάς περισσότερο».
Είναι κρίμα ή μήπως ευτύχημα
που τα όνειρά μας δε θα γίνουν η ζωή που θα ζήσουμε;
Γιατί αλίμονο αν ό,τι μας περιμένει,
χωρούσε μέσα σε λίγες προσδοκίες,
μετρημένες στα δάχτυλα.
Όλοι είμαστε μόνοι σε τούτο το παράξενο ταξίδι.
Μοναδικό μας προνόμιο είναι ότι το γνωρίζουμε.
Κατάρα μας ότι το αρνούμαστε.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΖωή χτισμένη στην περιέργεια
Ποτέ δεν θα μάθει κανείς αν άξιζες κάτι
Μια σταγόνα γέλιου
Πλανιέται τώρα μονάχη πάνω στις πέτρινες πλάκες
Κάτω από την πιο καλοφτιαγμένη σοβαροφάνεια
Αναπαύεται σε ύπνο γλυκό
Η δόξα των επιτυχημένων
Μη γελάς ανόητε άνθρωπε
Πέθανες
Όταν εκείνο το πρωί έδωσαν την πρώτη πρόβλεψη για σένα
Κι ύστερα
Για να το γιορτάσουν
Έπλεξαν δάφνες
Και τις άφησαν σε εκείνο τον στρατιώτη
Που ευτυχώς για την ιστορία έμεινε άγνωστος
Δεν μπορώ να σου χαρίσω τίποτα
Την ώρα που όλοι σου υπόσχονται κάτι
Τόσο αδύναμο με έφτιαξες
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΣυμβουλές του ισοβίτη
Μόνο λίγα δάκρυα παίρνει πάντα ο χωρισμός
Κι ό,τι απομένει το σηκώνει ο πόνος
Για να σε μεθάει κάποτε η ξένη επιτυχία
Κι ας ξέρεις πως αυτό σε κάνει πιο φτωχό
Αν ήξερες μονάχα
Η δόξα που λαχτάρισες
Πάντα ήταν και δική σου
Στην ίδια τσέπη
Δεν χωρούν ποτέ η τιμή και το χρήμα
Όταν πέθανες
Ρώτησες γιατί είναι όλα μαύρα
Συλλογίστηκες όμως ποτέ
Πόσο μπορεί να περιμένει κανείς
Αν αγαπάει
Μη στενοχωριέσαι για όσα δεν πρόλαβες να ζήσεις
Γιατί εσύ τα φαντάστηκες όπως δεν τα έζησε κανείς
Δεν είναι λάθος ο δρόμος που διάλεξες
Αλλά μην ψάχνεις καλύτερο
Δεν υπάρχει
Γι? αυτό λοιπόν σου εύχομαι στη ζωή σου
Να κλάψεις τουλάχιστον μια φορά
Από ευτυχία
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΜονόλογος
Έφτιαξα ένα μπαλόνι με δάκρυα και πληγές από το χτες,
προσπάθησα ειλικρινά ώστε να μοιάζει με παιχνίδι
αλλά πόση ευτυχία μπορεί να σου προσφέρει ένα σαμιαμίδι;
Αρχίζω να υποπτεύομαι πως για την ατυχία μου εσύ μονάχα φταις.
Δεν πειράζει που στο σχολείο δεν έμαθες ορθογραφία·
μια άγνωστη ψυχή τόλμησε κάποτε να σε ερωτευτεί,
μα ήθελε η μάνα σου ως τα δεκαοχτώ να έχεις λογικευτεί.
Πειράζει λοιπόν που μεγάλωσες και έγινες γελοιογραφία;
Πασχίζεις κάθε βράδυ να δαμάσεις το φιλάσθενο πνεύμα σου,
οι γυμνές ιδέες σου θέλεις με ωραία ρούχα να ντυθούν,
μα είναι γραφτό τα όνειρα και ο ίσκιος σου να μην συναντηθούν
και τι ειρωνεία, να ήξερες πώς θα σε αγκάλιαζαν με ένα και μόνο νεύμα σου.
Αυτό που περίμενες χρόνια σου έγινε ευχάριστη ασχολία,
η φθήνια και ο πόλεμος λες περήφανα πως δεν σε αφορούν,
μα μόνο στου φεγγαριού τις τρύπες οι εφιάλτες σου χωρούν·
γι? αυτό άραγε κοιτάς την πανσέληνο με περισσή μελαγχολία;
Τις αλήθειες που δεν ξέρεις, ψάξε στους άλλους να τις βρεις.
Μόνος ήσουνα και πριν, μόνος είσαι και τώρα,
κρεμασμένος στο δέντρο σαν των Χριστουγέννων τα δώρα.
Ζορίστηκες αλλά το έμαθες πως η βελανιδιά λέγεται και «δρυς».
Στο μαξιλάρι σου εδώ και κάμποσο καιρό σε ενοχλεί ένα αγκάθι,
σε πειράζει αν ματώσεις, να στάξω αλάτι και λεμόνι;
Κάποτε δεν σε ένοιαζε κι έκανες τον άλλο να πεισμώνει,
ρακένδυτε φιλόσοφε, αλήτη γιε του ξυλουργού, της ιεραρχίας κατακάθι!
Η κοπέλα που ερωτεύτηκες έχει στα μαλλιά την κορδέλα της λυμένη·
ποτέ δεν το κατάφερες, όσο κι αν το ήθελες, τα πάθη σου να ορίζεις,
μα τώρα στα υστερνά δυο λόγια της παρηγοριάς θαρρώ πως τα αξίζεις:
η αλήθεια που σε γέρασε, ήταν αλήθεια πουλημένη.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΔιαθήκη
Μια τυχαία συνάντηση κάτω από το σεντόνι,
το κορίτσι θα το λένε Ηρώ και το αγόρι Αντώνη.
Να πώς ανακαλύπτεις ξαφνικά την καινούρια σου οικογένεια
και πως η πεθερά σου έχει στο άλμπουμ την πιο μεγάλη φωτογένεια.
Έγινε η ζωή σου ένας κατάλογος με δόσεις,
βούτηξε στις σαπουνάδες και τα όνειρά σου θα προδώσεις,
ένας κοιλαράς, καπνιστής και πότης,
να πως κατάντησε των ονείρων σου ο ιππότης!
Ξυπνάς το πρωί και ξεπλένεις τα μούτρα σου από την ενοχή,
μετράς τις ρυτίδες στον καθρέφτη και «ήρθε», λες, «μια νέα εποχή»,
γιατί ξέρεις πως το κρεβάτι τρίζει με σβησμένο τον διακόπτη,
βλέπεις, η ανοχή δεν θέλει μάρτυρα του εγκλήματος αυτόπτη.
Ο κόμπος στη γραβάτα βάρυνε από τις πολλές ευθύνες,
μπερδεμένος φτάνεις στον κήπο που πετούν πέρδικες, ψυχές και χήνες,
τώρα οι Ερινύες φορούν τακούνια και τις λένε υποχρεώσεις:
Άγιε Πατέρα, για τη διαμονή εδώ πόσο λες να με χρεώσεις;
Όταν κοιμάμαι, συναντώ τα όνειρα που είχα,
να την κερνάς σταφύλι, αυγά και του ψωμιού την ψίχα,
να χαϊδεύεις στην αμμουδιά τη γυμνή της πλάτη
και με κινήσεις θεϊκές να διώχνεις της θάλασσας το αλάτι.
Γι? αυτό σου λέω εγώ παιδί μου που το ρόγχο μου τρυγάς,
την ευτυχία δεν θα βρεις, μα πάντα θα την κυνηγάς.
Σκίσε τα χαρτιά, μην ψάχνεις για κληρονομιά,
το χάδι μόνο κράτησε κάτω από το σεντόνι και του έρωτα τη νοστιμιά.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΠοτέ δεν έμαθες να πιστεύεις όλα όσα λες
Κι εκείνα που ήξερες είναι αυτά που δεν θες να θυμάσαι
Γιατί είναι όλα μια ιδέα στο μικρό μας μυαλό
Μόνο για να σε παιδεύουν είναι και η αλήθεια και τα ψέματα
Ξεχασμένους θα βρεις πάντα τους μεγάλους θησαυρούς
Και το μίσος δεν είναι παρά η αγάπη που δε μας χαρίστηκε
Όλοι βρίσκουν το δρόμο τους ένα πρωί
Φτάνει να σβήσουν στην άμμο αυτά που ήθελαν
Γιατί μια βραδινή έξοδος είναι η ζωή μας και τίποτα άλλο
Όνειρα πλεγμένα κοτσιδάκια στα μαλλιά
Αλίμονο αν κάποτε γίνουμε όλοι ευτυχισμένοι
Με το γκαρσόνι να μας κερνά σε μια φωτογραφία
Κανένας τότε δεν θα ξέρει τι θα πει δυστυχία
Ποτέ δεν θα μάθεις να ξεχωρίζεις το καλό από το κακό
Είναι σαν να ψάχνεις στο διάστημα τη χαμένη σου γάτα με φακό
Κάτω από Ποίηση | 0 Σχόλια