Άσε με να χαθώ στα μάτια σου
Και να μη με βρει ποτέ κανείς ξανά
Δεν ξέρω αυτό που θα έρθει
Είναι σκοτεινό και με φοβίζει
Κράτα μου το χέρι
Δεν υπάρχει πιο πολύτιμο δώρο από το να σε κάνουν να ξεχνάς πως είσαι μόνος
Όταν ο πόνος δε χωρά στη μια χούφτα
Βάλε και τα δυο σου χέρια
Είναι τόσο λίγο και τόσο μικρό να λέω «σ? αγαπάω»
Γιατί το να σε αγαπάω είναι τόσο μεγάλο
Μόνο μια φορά χάιδεψα το μάγουλό σου
Όταν γλίστρησα μαζί με το δάκρυ σου
Δεν είναι η ζωή μου αρκετή για τούτη την αγάπη
Γι? αυτό σου την χαρίζω
Άσε με να χαθώ στα μάτια σου
Και να μη με βρει ποτέ κανείς ξανά
Όταν τα έκλεισες για να αποκοιμηθείς
Ήξερα ότι με είχες πάρει για πάντα μαζί σου
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΗ μοίρα που σε έσπρωξε τη μαχαιριά να δώσεις,
σου έστειλε στη φυλακή καινούριο αφεντικό.
Από το άλλο σου εγώ τρέχεις για να γλιτώσεις,
ο Χάρος σού ζητιάνεψε για λίγο μερτικό.
Κλεισμένος χρόνια στο μικρό καβούκι της ζωής σου
φουμάρισες απ΄ τον καπνό που βρήκες στις Μυκήνες,
την ευκαιρία άρπαξε, απ? τη μιζέρια γδύσου,
σε περιμένουν στο εξής καταραμένοι μήνες.
Τις σκοτωμένες μέρες σου συμφώνησες να διώξεις.
Τέσσερις τοίχοι χώρεσαν το άπιαστο όνειρό σου
και στη ζωή που έχασες χαιρετισμούς να δώσεις.
Γυναίκες απ? τη Μάνη το κρασί σου θα νερώσουν.
Εφτά φορές σε πλήγωσε της μάνας σου η κατάρα,
τα λάθη σου το πάλεψες σωστά να γίνουν όλα.
Απ? το φιλί δοκίμασες μονάχα τη λαχτάρα,
σε πήρε και σε σήκωσε κι ας είχες τέτοια φόρα.
Χαρταετοί στον ουρανό τα παιδικά σου χρόνια
και ένας κόμπος στο λαιμό τη γλώσσα σου να δένει.
Μεγάλωσες και ξέχασες την πρώτη σου κολόνια,
κακό από το πουθενά ξανά σε προλαβαίνει.
Σου ζήτησαν υπόσχεση κι εσύ απαντάς με γρίφους.
Πότε θα μάθεις τελικά να λες τη σκάφη σκάφη;
Στη νιότη σου χαλάλισες ένα σακούλι μύθους,
χωρά η περιουσία σου σ? ένα σπασμένο ράφι.
Δεν είναι πια στο χέρι σου να λες «ο εαυτός μου».
Ποιο χέρι τώρα με κρατά και θα μου δώσει λύση;
Το χέρι που σου χάρισε το φως αυτού του κόσμου,
το ίδιο χέρι κάποτε τα μάτια σου θα κλείσει.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΤο σανδάλι του Ιάσονα
Μια στιγμή γαντζωμένη στο κατάρτι,
τυφλή ψαριά είναι η ζωή σου, βούτηξε και πάρτη,
Πόντος Εύξεινος, Αιγαίο, Προποντίδα,
τέτοια αγάπη μοιρασμένη ποτέ ξανά δεν είδα.
Τρεις φορές σε φίλησα να διώξω το κακό,
ορφάνεψε η αγάπη μας στη μαύρη Ιωλκό.
Δε με πονά στο στήθος το μαχαίρι της θυσίας,
το βάρος το αβάσταχτο με κρέμασε στην πλώρη της δικής σου απουσίας.
Σε λάτρεψα άγνωστη θάλασσα ως την Κολχίδα κι άλλο τόσο
κι εσύ έριξες αλάτι στις πληγές μου να ματώσω.
Από το βασιλικό σου σκήπτρο προτίμησες το παιδικό καλάμι,
κέντησες το πεπρωμένο σου στην αφρισμένη της παλάμη.
Καταφύγιο η αγκαλιά σου κι η πιο γλυκιά θητεία,
έκανε κομμάτια το φιλί σου των Δελφών την προφητεία.
Ποια νερά σε κρύβουν του Ιάσονα σανδάλι
και που ακούστηκε ? μα τους θεούς ? του ναύτη η αρμύρα να του φέρει ζάλη;
Κίνησα να φτάσω ένα μέλλον με υποσχέσεις και χρυσάφι,
μα κίτρινο και χρυσαφί βρήκα μονάχα των λιβαδιών το στάχυ
κι είναι αργά στα υστερνά να πω πως θα κοιτάξω πίσω,
το χρόνο μόνο ανάποδα να μπορούσα να γυρίσω.
Δόλιε ποιητή, είδες ποτέ ξανά τέτοιο πελώριο κύμα;
Αλλάζουν, βλέπεις, οι καιροί, πνίγονται μόνο μέσα σε ένα ποίημα.
Στο αλισβερίσι τούτο εδώ πλήρωσες την αγορά με αίμα
κι αν είσαι κίτρινος κι ωχρός είναι γιατί έφτασες στου ταξιδιού το τέρμα.
Πάλι κάτι μου ξεφεύγει, κάτι μένει για να ιδώ,
όμως το σκαρί μου πια δεν πλέει, αρκεί που ήρθα ως εδώ.
Μόνη μου παρηγοριά, έλα σε όνειρο και κράτα μου το χέρι,
ποιος ξέρει τάχα η προδομένη τύχη μου τι θέλει να μου φέρει;
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΤίποτα από όσα διδάχτηκες δεν έμαθες
Η αμνησία σου δε σε κάνει να μη θυμάσαι αλλά να μη γνωρίζεις
Ποτέ η θέληση δε φιλοξενήθηκε στο φουσκωμένο σου βαλλάντιο
Πανάλαφρη αδυναμία
Να φτάσεις εκεί που ήθελες
Μόνο τα λάθη σου κάτι σα να σου θυμίζουν
Μήπως γιατί η ζωή κύκλους κάνει
Φορτωμένος με όνειρα ξεκίνησες
Είχε όμως η άρνηση αποφασίσει πρωτύτερα
Φορτωμένος με τύψεις τερμάτισες
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΤο φυλαχτό
Για τον εχθρό που σε πολιορκεί,
κανείς δεν ξέρει να πει ποιος είναι.
Ο Τειρεσίας μόνο αμυδρά καταλαβαίνει ότι κατάγεται από τη δική σου πόλη.
Αυτόχθων?
Το εύκολο τώρα είναι να χαρείς που τον νίκησες.
Το δύσκολο να καταλάβεις πως διάολο τα κατάφερες.
Είναι λίγο να πεις «δε χρωστάω σε κανέναν τίποτα».
Βλέπεις, είσαι περήφανος για όλα αυτά που έχεις κρεμασμένα στο σπίτι σου,
την οικογενειακή φωτογραφία, τους τίτλους σπουδών, τον Εσταυρωμένο.
Ψάξε λοιπόν να βρεις σε ποιους χρωστάς και πόσα?
Σύντομα τα χάνεις στο μέτρημα,
τούτη η απορία σε πνίγει σαν θηλιά στο λαιμό.
Τότε μόνο θυμάσαι και κάτι άλλο για το οποίο ήσουν περήφανος και που το είχες κι αυτό κρεμασμένο,
το φυλαχτό που σου είχε χαρίσει.
Γιατί κάποτε, που βρισκόταν πολύ μακριά σου, είχες βρει στα ρούχα σου μια τρίχα από τα μαλλιά της
κι είχε έρθει τόσο γρήγορα δίπλα σου.
Γράφει, που λες, το φυλαχτό με γράμματα σε μια γραφή που κάτι σου θυμίζει:
«είμαστε για πάντα μαζί»,
σου κρατούσε το χέρι, θυμάσαι, κάτω από το φεγγάρι.
Να σε ποιον χρωστάς,
μονάχα σε αυτήν ? έχει γυναικείο όνομα ? που πάντα βρισκόταν δίπλα σου.
Τώρα για το πόσα χρωστάς,
μη ρωτάς καθόλου,
κανείς ποτέ δεν ήξερε πόσα μπορούν να χωρέσουν μέσα σε ένα μικρό φυλαχτό κρεμασμένο στο λαιμό.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΟ πόνος
Πόνος είναι αυτό που όταν έρχεται, σε κάνει πιο αδύναμο, όταν φεύγει, σε κάνει πιο δυνατό και όταν ξανάρχεται, δε σε βρίσκει ποτέ πια τον ίδιο.
Τόσο πιο λίγο θα πονάς λοιπόν, όσο πιο πολύ σκέφτεσαι.
Γιατί πρέπει να πνιγεί ο πόνος μέσα στα δάκρυα ή σε ένα γεμάτο ποτήρι,
για να είναι θολή η ανάμνηση μιας τέτοιας ώρας.
Δε φταις εσύ που δεν τα πήγες καλά, το προηγούμενο βράδυ ήταν άσχημο το όνειρο της μάνας σου.
«Τον πόνο δεν τον αντέχεις, τον υπομένεις», σου είχε πει. Και αυτό σκεφτόσουν όταν σε απάλλαξαν, γιατί δεν ήσουν χρήσιμος.
Αυτό που δεν περίμεναν όμως ήταν, όταν τους συγχώρεσες, γιατί ο πόνος δεν έχει μνήμη, ενώ εσύ είχες πάντα.
Κι όταν σε αρνήθηκαν πριν να ξημερώσει,
εσύ τους στέρησες τρεις μέρες που τους φάνηκε αιώνας.
Πόσο γλυκός ήταν ο πόνος όταν σου κρατούσε το χέρι λίγο πριν φύγει για πάντα και πόσο σκληρός όταν κατάλαβες ότι από την αρχή ήσουν μόνος.
Κανείς δε θέλει να πονά, μα κι όποιος δεν πονά, δεν μπορεί να θέλει.
Κι αν τώρα κλείνεις τα μάτια, το κάνεις για να μη βλέπεις ή για να μη δουν ότι κλαις;
Δεν ήταν η ζωή σου μονόδρομος, εσύ την έκανες.
Όλοι και όλα πονούν, μα πιο πολύ πονά η αλήθεια.
Τυχεροί όσοι μονάχα την πίστεψαν, γιατί χωρά ο πόνος της διάψευσης σε μιαν ανοιχτή παιδική παλάμη, κενή από καραμέλες.
Όμως πιο πολύ πόνεσε κι από την περσική λόγχη εκείνο το φιλί.
Άτυχοι όσοι την αγάπησαν, γιατί σαν τον πόνο της προδοσίας δεν είναι άλλος κανείς.
Χαμογελάς τώρα γιατί ξέρεις ότι δεν είναι εδώ για να σε ενοχλεί αλλά να σε διδάσκει.
Γιατί είναι ο πόνος το πιο δειλό αδέσποτο που κυκλοφορεί, γι? αυτό μην τον φοβάσαι.
Μια φορά θα σε φοβηθεί,
όταν σε βρει να τον περιμένεις.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΑπειλή
Θυμάμαι,
η ζωή σου ανάμεσα σε δύο χρώματα στριμώχτηκε,
το άσπρο και το μαύρο.
Λευκή η πρώτη γεύση στα χείλη σου
κι όταν όλα γίνονταν μαύρα με το πάτημα του διακόπτη,
τότε ονειρευόσουν την κοπέλα
στα άσπρα ντυμένη
κι όχι με το μαύρο μαντίλι που φορά τώρα και στέκεται δίπλα σου.
Γιατί δεν είχες τότε κάτασπρα μαλλιά
κι ο κόσμος όλος χωρούσε μέσα σε μια ιδρωμένη παλάμη
που κούρνιαζε στη χούφτα σου κάτω από ένα θρανίο.
Ποτέ το μαύρο δεν είχε τόση λάμψη όσο στα πυκνά σου μαλλιά,
όταν σε χάιδεψε στο μισοσκόταδο,
λίγο πριν γνωρίσεις για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή σου τι σημαίνει το φιλί.
Γιατί η πιο κατάλευκη φλόγα ελπίδας
ξεπήδησε από το πιο σκοτεινό κελί του κόσμου,
ανάμεσα στη σαπίλα, τον οίκτο και τον απελπισμένο θρήνο.
Ποτέ το μαύρο δεν είχε τόση λάμψη όσο σε εκείνο το ιδρωμένο μαύρο άλογο
που πέρασε σαν αστραπή από μπροστά σου
και χάθηκε προτού προλάβεις να το καβαλικέψεις.
Λευκό ήταν και το σεντόνι που σου χάρισαν για τελευταία φορά,
αν και δεν το κατάλαβες μέσα στο πηχτό σκοτάδι που βρισκόσουν.
Και τι κρίμα! Τώρα που θα ακουστεί το αγαπημένο σου τραγούδι,
εσύ πρέπει να φύγεις,
για να μην μάθεις ποτέ ποιο χρώμα έγινε δικό σου για πάντα,
για να μην μάθεις ποτέ πως τίποτα δεν σου χαρίστηκε,
μόνο ότι χάρισαν εσένα σε κάποιον άγνωστο θεό
κι εκείνος αποφάσισε να μη σε αγαπήσει,
όχι για την λατρεία που του έδειξες αλλά για την πίστη που του στέρησες
εσύ, μετέωρη, ασπρόμαυρη απειλή.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΔεν είναι οι μέρες που περνούν,
είναι η φωνή που μας καλεί με το όνομά μας.
Τι χρώμα έχουν τα περασμένα
και ποιος θα μας πει αν ήταν μύθος ή ιστορία;
Κάθε μας βήμα κρύβει πάντα κι ένα κόστος,
μικρό ή μεγάλο.
Έτσι λίγοι παλεύουν με τον εαυτό τους,
την ώρα που οι πολλοί τα βάζουν μονάχα με το γραμμένο τους
που ορίζει:
«Ό,τι κι αν διαλέξεις, δε θα είναι για σένα.
Γι? αυτό θα πονάς περισσότερο».
Είναι κρίμα ή μήπως ευτύχημα
που τα όνειρά μας δε θα γίνουν η ζωή που θα ζήσουμε;
Γιατί αλίμονο αν ό,τι μας περιμένει,
χωρούσε μέσα σε λίγες προσδοκίες,
μετρημένες στα δάχτυλα.
Όλοι είμαστε μόνοι σε τούτο το παράξενο ταξίδι.
Μοναδικό μας προνόμιο είναι ότι το γνωρίζουμε.
Κατάρα μας ότι το αρνούμαστε.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΖωή χτισμένη στην περιέργεια
Ποτέ δεν θα μάθει κανείς αν άξιζες κάτι
Μια σταγόνα γέλιου
Πλανιέται τώρα μονάχη πάνω στις πέτρινες πλάκες
Κάτω από την πιο καλοφτιαγμένη σοβαροφάνεια
Αναπαύεται σε ύπνο γλυκό
Η δόξα των επιτυχημένων
Μη γελάς ανόητε άνθρωπε
Πέθανες
Όταν εκείνο το πρωί έδωσαν την πρώτη πρόβλεψη για σένα
Κι ύστερα
Για να το γιορτάσουν
Έπλεξαν δάφνες
Και τις άφησαν σε εκείνο τον στρατιώτη
Που ευτυχώς για την ιστορία έμεινε άγνωστος
Δεν μπορώ να σου χαρίσω τίποτα
Την ώρα που όλοι σου υπόσχονται κάτι
Τόσο αδύναμο με έφτιαξες
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΣυμβουλές του ισοβίτη
Μόνο λίγα δάκρυα παίρνει πάντα ο χωρισμός
Κι ό,τι απομένει το σηκώνει ο πόνος
Για να σε μεθάει κάποτε η ξένη επιτυχία
Κι ας ξέρεις πως αυτό σε κάνει πιο φτωχό
Αν ήξερες μονάχα
Η δόξα που λαχτάρισες
Πάντα ήταν και δική σου
Στην ίδια τσέπη
Δεν χωρούν ποτέ η τιμή και το χρήμα
Όταν πέθανες
Ρώτησες γιατί είναι όλα μαύρα
Συλλογίστηκες όμως ποτέ
Πόσο μπορεί να περιμένει κανείς
Αν αγαπάει
Μη στενοχωριέσαι για όσα δεν πρόλαβες να ζήσεις
Γιατί εσύ τα φαντάστηκες όπως δεν τα έζησε κανείς
Δεν είναι λάθος ο δρόμος που διάλεξες
Αλλά μην ψάχνεις καλύτερο
Δεν υπάρχει
Γι? αυτό λοιπόν σου εύχομαι στη ζωή σου
Να κλάψεις τουλάχιστον μια φορά
Από ευτυχία
Κάτω από Ποίηση | 0 Σχόλια