Μονόλογος
Έφτιαξα ένα μπαλόνι με δάκρυα και πληγές από το χτες,
προσπάθησα ειλικρινά ώστε να μοιάζει με παιχνίδι
αλλά πόση ευτυχία μπορεί να σου προσφέρει ένα σαμιαμίδι;
Αρχίζω να υποπτεύομαι πως για την ατυχία μου εσύ μονάχα φταις.
Δεν πειράζει που στο σχολείο δεν έμαθες ορθογραφία·
μια άγνωστη ψυχή τόλμησε κάποτε να σε ερωτευτεί,
μα ήθελε η μάνα σου ως τα δεκαοχτώ να έχεις λογικευτεί.
Πειράζει λοιπόν που μεγάλωσες και έγινες γελοιογραφία;
Πασχίζεις κάθε βράδυ να δαμάσεις το φιλάσθενο πνεύμα σου,
οι γυμνές ιδέες σου θέλεις με ωραία ρούχα να ντυθούν,
μα είναι γραφτό τα όνειρα και ο ίσκιος σου να μην συναντηθούν
και τι ειρωνεία, να ήξερες πώς θα σε αγκάλιαζαν με ένα και μόνο νεύμα σου.
Αυτό που περίμενες χρόνια σου έγινε ευχάριστη ασχολία,
η φθήνια και ο πόλεμος λες περήφανα πως δεν σε αφορούν,
μα μόνο στου φεγγαριού τις τρύπες οι εφιάλτες σου χωρούν·
γι? αυτό άραγε κοιτάς την πανσέληνο με περισσή μελαγχολία;
Τις αλήθειες που δεν ξέρεις, ψάξε στους άλλους να τις βρεις.
Μόνος ήσουνα και πριν, μόνος είσαι και τώρα,
κρεμασμένος στο δέντρο σαν των Χριστουγέννων τα δώρα.
Ζορίστηκες αλλά το έμαθες πως η βελανιδιά λέγεται και «δρυς».
Στο μαξιλάρι σου εδώ και κάμποσο καιρό σε ενοχλεί ένα αγκάθι,
σε πειράζει αν ματώσεις, να στάξω αλάτι και λεμόνι;
Κάποτε δεν σε ένοιαζε κι έκανες τον άλλο να πεισμώνει,
ρακένδυτε φιλόσοφε, αλήτη γιε του ξυλουργού, της ιεραρχίας κατακάθι!
Η κοπέλα που ερωτεύτηκες έχει στα μαλλιά την κορδέλα της λυμένη·
ποτέ δεν το κατάφερες, όσο κι αν το ήθελες, τα πάθη σου να ορίζεις,
μα τώρα στα υστερνά δυο λόγια της παρηγοριάς θαρρώ πως τα αξίζεις:
η αλήθεια που σε γέρασε, ήταν αλήθεια πουλημένη.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΔιαθήκη
Μια τυχαία συνάντηση κάτω από το σεντόνι,
το κορίτσι θα το λένε Ηρώ και το αγόρι Αντώνη.
Να πώς ανακαλύπτεις ξαφνικά την καινούρια σου οικογένεια
και πως η πεθερά σου έχει στο άλμπουμ την πιο μεγάλη φωτογένεια.
Έγινε η ζωή σου ένας κατάλογος με δόσεις,
βούτηξε στις σαπουνάδες και τα όνειρά σου θα προδώσεις,
ένας κοιλαράς, καπνιστής και πότης,
να πως κατάντησε των ονείρων σου ο ιππότης!
Ξυπνάς το πρωί και ξεπλένεις τα μούτρα σου από την ενοχή,
μετράς τις ρυτίδες στον καθρέφτη και «ήρθε», λες, «μια νέα εποχή»,
γιατί ξέρεις πως το κρεβάτι τρίζει με σβησμένο τον διακόπτη,
βλέπεις, η ανοχή δεν θέλει μάρτυρα του εγκλήματος αυτόπτη.
Ο κόμπος στη γραβάτα βάρυνε από τις πολλές ευθύνες,
μπερδεμένος φτάνεις στον κήπο που πετούν πέρδικες, ψυχές και χήνες,
τώρα οι Ερινύες φορούν τακούνια και τις λένε υποχρεώσεις:
Άγιε Πατέρα, για τη διαμονή εδώ πόσο λες να με χρεώσεις;
Όταν κοιμάμαι, συναντώ τα όνειρα που είχα,
να την κερνάς σταφύλι, αυγά και του ψωμιού την ψίχα,
να χαϊδεύεις στην αμμουδιά τη γυμνή της πλάτη
και με κινήσεις θεϊκές να διώχνεις της θάλασσας το αλάτι.
Γι? αυτό σου λέω εγώ παιδί μου που το ρόγχο μου τρυγάς,
την ευτυχία δεν θα βρεις, μα πάντα θα την κυνηγάς.
Σκίσε τα χαρτιά, μην ψάχνεις για κληρονομιά,
το χάδι μόνο κράτησε κάτω από το σεντόνι και του έρωτα τη νοστιμιά.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΠοτέ δεν έμαθες να πιστεύεις όλα όσα λες
Κι εκείνα που ήξερες είναι αυτά που δεν θες να θυμάσαι
Γιατί είναι όλα μια ιδέα στο μικρό μας μυαλό
Μόνο για να σε παιδεύουν είναι και η αλήθεια και τα ψέματα
Ξεχασμένους θα βρεις πάντα τους μεγάλους θησαυρούς
Και το μίσος δεν είναι παρά η αγάπη που δε μας χαρίστηκε
Όλοι βρίσκουν το δρόμο τους ένα πρωί
Φτάνει να σβήσουν στην άμμο αυτά που ήθελαν
Γιατί μια βραδινή έξοδος είναι η ζωή μας και τίποτα άλλο
Όνειρα πλεγμένα κοτσιδάκια στα μαλλιά
Αλίμονο αν κάποτε γίνουμε όλοι ευτυχισμένοι
Με το γκαρσόνι να μας κερνά σε μια φωτογραφία
Κανένας τότε δεν θα ξέρει τι θα πει δυστυχία
Ποτέ δεν θα μάθεις να ξεχωρίζεις το καλό από το κακό
Είναι σαν να ψάχνεις στο διάστημα τη χαμένη σου γάτα με φακό
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΤα χέρια σου ήταν ακόμα ζεστά
κι είχες γίνει κιόλας μύθος.
Γυναίκα, μοναξιά και ζύθος
άγγιξαν τη φανέλα σου ξυστά.
Φωνάζεις με την πρώτη ευκαιρία
με φωνή βραχνή, λυπητερή
στου δήμου την παλιά χωματερή:
«ψωμί, παιδεία, ελευθερία».
Θα σε γλιτώσει μια λάθος επιλογή.
Του Παραδείσου η κολόνια
είναι για τα βαριά γαλόνια·
ψηλά ο Χριστός το κρίμα ευλογεί.
Χρυσοπράσινες αστραπές
κρύβονται στα αρχαία ερείπια,
σάπια όνειρα στα θερμοκήπια
βαφτίζουν το φόβο γεμάτο ντροπές.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΣτοίχημα
Βούλιαξες σαπιοκάραβο στο πρώτο αφρισμένο κύμα
και το τιμόνι σου μια ρόδα είναι που γυρίζει,
δεν είναι η θάλασσα μια χούφτα να την κάνεις κτήμα,
μια λάθος τσάκιση στο παντελόνι το πεπρωμένο σου ορίζει.
Ποια μάγισσα σου ζήτησε μετάνοιες και νηστεία;
Στις αγγελίες αμαρτάνει ο χρόνος και το χρήμα,
τι κι αν πλαγιάσατε μαζί, δεν είναι απιστία,
να το ξεχάσεις μόνο κάποτε, είναι μεγάλο κρίμα.
Θα σου κλείσω τις πληγές με δάκρυα και αμμωνία
και θα σε αγαπάω, όπως παρήγγειλε ο Χριστός,
κι ας είσαι ο πρώτος ύποπτος σε κάθε δολοφονία,
γιατί ? πανάθεμα τα μάτια σου ? είσαι ο Ιούδας φτυστός!
Από τη διαθήκη κέρδισες μάρμαρα και λιβάνι,
πώς άντεξες τόσο καιρό τέτοια μοναξιά;
Δεν πλέκει άλλο η γριά σου, στο μέτρημα τα χάνει,
παντρεύτηκες, κηδεύτηκες, την ίδια αλλαξιά.
Το σινιάλο πάλιωσε κι έσβησε ο φάρος,
δεν τη βγάζουμε ως το πρωί, βάζω στοίχημα,
φτάνει που δεν το πίστεψες και σου έλειψε το θάρρος,
δύσκολο να διαλέξεις, αυτοκτονία ή ατύχημα;
Κάτω από Ποίηση | 0 Σχόλια
To γραφτό του καθενός
Κάτω από τον Ισθμό
άκουσα ένα βρυχηθμό,
ήταν η Σφίγγα που ρωτούσε,
χίλιους σκλάβους θα κρατούσε.
Στη μικρή σου την παλάμη
όλο πίσσα και κατράμι
του ριζικού μου τη σφραγίδα
λύγισα και δεν την είδα.
Για το ριζικό σου ρώτα
τα κορμιά και τον ιδρώτα.
Έθαψες με γλυκό κρασί σ? ένα πήλινο λαγήνι
την πρώτη σου νιότη,
αοιδέ μου Χιώτη
τραγούδησε για μας την αρχαία μελωδία,
θεϊκή τραγωδία,
της ζωής σου παρωδία·
στίχος πρώτος: ό,τι είναι γραφτό, θα γίνει.
Πες μου τώρα ορθά κοφτά
για το μαγικό εφτά
κι αν η απάντηση είναι τρία,
θα πυρποληθώ στην Τροία.
Πάψε Πυθία τους χρησμούς,
πάντα προφητεύει ο νους:
της γυναίκας τα φιλιά
θα σου πάρουν τη μιλιά.
Το γραφτό του καθενός
είναι δρόμος αδειανός.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΣτην άκρη στο πεζοδρόμιο
με του ονείρου το προνόμιο
ο Έρωτας βαδίζει χέρι χέρι
κι ας λένε πως με δόσεις δε συμφέρει.
Έχει σβήσει στην οθόνη
το σύνθημα που με αγχώνει,
είναι ψηλό τούτο το ταβάνι
σαν κρουαζιέρα στα νερά του Ιορδάνη.
Με στόχο ένα πετυχημένο γάμο,
σκουπίδια, απόνερα στου καλοκαιριού την άμμο·
ηρωίνη, λιβάνι, δυόσμο και χασίσι,
αλίμονο, μια φορά μόνο θα ζήσει.
Ταξιδιώτης στο δικό σου χνώτο,
γιατί όλοι χάνονται στο Νότο;
Όμορφη και παράξενη καινούρια χώρα
είναι μια γιορτή των ματιών σου τα δώρα.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΈχασα το μέτρημα στου κορμιού σου τα σκαλιά
Δεν έχω φόβο να ταξιδέψω
Ούτε θέλω να σε παιδέψω
Έχεις του ήλιου τα μαλλιά
Πορτοκαλιά
Βρε για δες τον μπόμπιρα πώς μεγαλώνει
Θαμμένες στην άσπρη πούδρα οι ρυτίδες
Άλλο σου? δειξε ο Δίας κι άλλο είδες
Δες το δες το πώς ψηλώνει
Το μπαλόνι
Φάρος σοφίας και παράδειγμα προς μίμηση
Σου χαρίζω το άσπρο πουκάμισο
Στην άδεια χούφτα μέντα και γλυκάνισο
Τρεις θα με αρνηθείς πριν τη διαφήμιση
Στις εξήμισυ
Άτιμη θαλασσοπνίχτρα
Όλα τα παιδιά σου τρως
Ποιος είναι ο αλάθευτος γιατρός
Προσκυνάς για τη χαμένη σου σφυρίχτρα
Μια χαρτορίχτρα
Κάποτε θα θρηνήσουν τούτη τη γενιά
Μαυροντυμένες μοιρολογίστρες
Κι από των ματιών τις πολεμίστρες
Θα φτύσεις στη γωνιά
Τη νέα φουρνιά
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΩραία που είναι τα λυτά σου μαλλιά,
βότσαλα, κοχύλια, πλεξούδα γυριστή·
θυμάμαι, όλα άρχισαν με μια παραγγελιά,
μια γύρα η ζωή μου, δεκάρα τσακιστή.
Στα όνειρα αντέχω της γυναίκας το φιλί·
εφτά στον αριθμό, εργένηδες και νάνοι,
Χιονάτη η ελπίδα τους κι η σκούφια τους δειλή.
Χαράματα ξεβραστήκαμε στης Κίρκης το λιμάνι.
Ξαφνικά φταρνίζομαι, πες ένα αριθμό,
αγεωγράφητη ηδονή, Κάιρο ? Πουέρτο Ρίκο,
τριάκοντα αργύρια, μη χάσεις το λογαριασμό,
όσο κι αν προσπαθώ, μηδέν εις το πηλίκο.
Ταυτότητα τώρα σου ζητούν οι κύριοι με τα γκρίζα,
και στην κωλότσεπη μια έκθεση γεμάτη λάθη.
Για να τα διορθώσεις, χτύπα το κακό στη ρίζα,
έλεγε η δασκάλα κι έριχνε την κόλλα στο καλάθι.
Εσένα σε ζωγράφισε η πέννα του Μακρυγιάννη.
Στα κόκκινα φανάρια με τα δώρα των μάγων παραπατούσα,
αγάπη αμαρτωλή, το μάτι δεν σε πιάνει,
Μαγδαληνή και Καλυψώ, Ελένη κι Αρετούσα.
Ένας είναι ο ουρανός πάνω από κάθε πόλη,
το άρωμά της φέρνει σε σχολική εκδρομή,
σ? ένα θέατρο πέτρινο φτιάχτηκαν οι ρόλοι,
με όνειρα απελπισμένων χτίζονται οι βωμοί.
Κάτω από Ποίηση | 0 Σχόλια