Παραίτηση

2 Οκτώβριος 2008

Περπατάμε στο δάσος

Κι εξαγοράζουμε την ανακούφιση του πεύκου

Και την επανάσταση του βαθυπράσινου μεγαλείου

Η αναπνοή βγαίνει σταυρωμένη χρώματα και αρώματα

Οι άγνωστοι κάτοικοι του Παραδείσου

Στον απέναντι όχτο φτερουγίζει μέσα σε κλουβί

Με το βηματισμό της Εκάβης

Η κραυγή της παρθένας οικουμένης

Ανάμεσα σε αρχαίες πέτρες και λυγισμένους φανούς

Τα κουνούπια συλλαβίζουν το συριγμό του ηλιοβασιλέματος

Δυο βήματα πιο ?δω

Δυο βήματα πιο πέρα

Πόσο αναλφάβητος σπάει ο χτύπος μας πάνω στο κοκκινόχωμα

Ποιος πελεκάει τα μαδέρια του ταξιδιού του

Πριν ανταποδώσει λίγη από την οφειλή του

Άλλος σκαρφαλώνοντας πάνω σε βουνά όλο πουρναρόριζα και μίσος

Άλλος αγναντεύοντας τη χαμένη μποτίλια πίσω από τους δακρυσμένους ωκεανούς της ευγνωμοσύνης

Κι άλλος φτύνοντας στομωμένες κουμπότρυπες ντροπή

Και περπατάμε γυρεύοντας

Με το μάτι να προσκυνάει πότε δεξιά και πότε αριστερά

Τάχατες τη μαρμαρωμένη αυταπάτη

Και ψαχουλεύουμε μέσα σε θάμνους και κουκουναριές

Μέσα σε βάτα και χαμομήλια

Τάχατες για κάποιο θησαυρό

Πόσο δύσκολο είναι να αλλάξουμε το χρόνο

Τώρα που το θελήσαμε

Και να σταθούμε αντρίκεια μπροστά στο μεγάλο μυστικό

Κρυμμένο στα ριζά ενός φραγκόσυκου

Που ποτέ δε λαχτάρισε νερό

Μόνο ήλιο και περιφρόνηση

Γιατί πρέπει να δίνουμε τίτλο σε κάθε μας αποτυχία

Είναι ωραία να περπατάμε εδώ

Στο βασίλειο της ηρεμίας και της αποκαθήλωσης

Σιρόκος

2 Οκτώβριος 2008

Έλα μαζί μου να δούμε το τελευταίο ηλιοβασίλεμα του κόσμου

Κράτησε τη βιασύνη λιωμένου ζώου στην άσφαλτο των κοραλλιών

Και την απογοήτευση της άνεργης οφθαλμαπάτης

Στάσου μπροστά στην αποκάλυψη με θάρρος και συγκίνηση

Ένας βράχος μπορεί να σταματήσει το κύμα αλλά όχι τη θύελλα

Δεν είναι που οι σελίδες τρίβονται ανάμεσα στα δάχτυλα

Ούτε που οι φακοί θαμπώνουν σαν το κλάμα

Σαβανωμένοι με περίσσεια ανδρεία ναυαγισμένου λοστρόμου

Είναι που το μάνταλο δεν έχει λόγο πια να ξεκλειδώσει

Την οφειλή του σπασμένου καύκαλου  

Ρούφηξε αδιάντροπα το λαμπυρίζον φως

Η δίψα δεν ήρθε για να τη χορτάσεις

Και το μητρώο σου δεν αρκείται σε κώνεια και φάτνες

Κράτησε την απόγνωση του χαμένου καιρού

Πάνω σε μια παλλόμενη χορδή ισορροπεί η ανάγκη

Μήπως ανακαλύψει τους αρμούς της υπόσχεσης

Όλο χρώματα και ηλιοπρέπεια πρωινού εγερτηρίου

Την επόμενη φορά που θα δαγκώσεις το μήλο

Να το έχεις διαλέξει ο ίδιος για να σε ματώσει ο φάρος

Στη νεκροφάνεια μιας ψεύτικης θάλασσας

Πλέξε κουβάρι την αγωνία της αχυρένιας πιρόγας σου

Τυλίξου με μια κουβέρτα βότσαλα μαλλιά

Κι αναπαύσου εν ειρήνη

Στο πουπουλένιο κλέος της ανάπηρης μνήμης

Ποιος το ξέρει που θα σε βγάλει η σοροκάδα

Μπορεί η απουσία να ξεσκεπάσει τη βαλσαμωμένη σου φλούδα

Έλα μαζί μου να γίνουμε το τελευταίο ηλιοβασίλεμα του κόσμου

Έκλειψη

2 Οκτώβριος 2008

Στον τρίποδα που καθόταν η Πυθία

Τώρα αργοσαλεύει ένα ακριβό τηλεσκόπιο

Που ίσως φανερώσει

Όσα η βούληση δείλιασε να μου χαρίσει

Πάνω στο φωτεινό λευκοσέντονο σπαρταράει η αλήθεια

Η ακριβοθώρητη

Κόντρα στη διψασμένη σκιά

Αναμετριέται με το άγραφο σταυροδρόμι της ύπαρξης

Δεν τολμώ να κοιτάξω το παιχνίδι που μπορεί να με τυφλώσει

Και τα μάτια τα καλύπτει σκιά

Έκλειψη

Που θα πει να μην υπάρχω για λίγο

Ή και για πάντα

Απουσία

Ένα βάρος σαν παλιό πλεχτό τραπεζομάντιλο

Στρωμένο στον επίσημο τόνο του αμετάκλητου

Τυφλό μεγαλείο

2 Οκτώβριος 2008

Γεννήθηκες ανάμεσα σε άγρια αγκάθια και θυμαρίσια ευλογία

έχοντας για προσκέφαλο μαρμάρινες κολόνες.

Έδωσες στις χούφτες σου τη χάρη του τρούλου,

για να δεχτείς τη σπονδή με νερό από του ήλιου τα δάκρυα.

Θυμάσαι που μια σαύρα έγνεθε τη μνήμη σε πλεξούδες

και σερνόταν πίσω από τα αγριόχορτα της ηδονής.

Θαμμένα αγάλματα έγιναν τώρα τα σκιάχτρα της ασήκωτης αδυναμίας.

Κι ούτε που κινδυνεύει η πλώρη σου από τις Σειρήνες.

Κανείς δεν κινδυνεύει, όσο οι θεοί σου ξαγρυπνούν μέσα στις σκόρπιες σελίδες.

Ήταν σοφό να χτίσεις πάνω στην ιδρωμένη χέρσα γη της αρμονίας.

Ποια λύρα πάλλεται στο ρυθμό της στερνής ραψωδίας

και ποιο χερουβικό θα σε αναστήσει από τις χωματερές;

Βραχνό ηχεί το κάλεσμα του τζίτζικα από τη σκόνη που σηκώνουν οι πατημασιές.

Ξέπλυνες τα μαλλιά σου και τα άρμοσες με τη χτένα της σύνεσης,

γιατί αυτή η αρμύρα της θάλασσας δε φυλακίζεται σε κανενός το παραγάδι.

Αυτό που σε τυφλώνει εδώ,

δεν είναι το φως.

Είναι η αλαζονεία να το κοιτάξεις στα μάτια.

Γιατί μέσα σε αδειανά θέατρα χώρεσε ορφανή η αγωνία του κόσμου.

Υπομονή, λοιπόν, είναι να σκαλίζεις με αίμα το μύθο που θα γίνει προσευχή.

Και να μην πεις πως σε βαφτίσανε λεύτερο,

γιατί ακόμα ταξιδεύεις.

Μόνο μην ξεχνιέσαι ανάμεσα σε ακάνθινα στεφάνια και δελφικούς χρησμούς.

Και μη βιαστείς να ξαναβρείς τη χαμένη πατρίδα.

Ίσως γι? αυτό, κάποια μέρα, να γίνεις αθάνατος.

Ο καημός της κοιμωμένης

2 Οκτώβριος 2008

Δεν μπορείς να θυμηθείς τι σε έφερε ως εδώ.

Κι αυτό σε θλίβει ιδιαίτερα, να ξεκινά δηλαδή μια μετοικεσία με την απόρριψη του αυτονόητου.

Άσε που η κλειστή ξύλινη πόρτα δε σου δίνει τις απαντήσεις που γυρεύεις.

Τριξίματα, σκιές και υπόκωφα μουρμουρητά

ήταν μια γλώσσα που ποτέ δεν προσπάθησες να καταλάβεις.

Γυρίζεις την πλάτη στην έξοδο

και δε λες να το πάρεις απόφαση:

τι είναι πιο πιθανό να νιώσεις εδώ μέσα; Κλειστοφοβία ή αδιαφορία;

Αυτά τα δυο καρφιά σε κρατούν στο σταυρό με αξιοπρέπεια.

Γιατί ποτέ ένα χαμηλοτάβανο δωμάτιο δεν το φώτιζαν υψηλά ιδανικά αλλά λυχνίες υψηλής κατανάλωσης. Και τώρα το ερώτημα:

είναι δυνατό να σκεφτεί κανείς ότι θα καταδεχόταν ποτέ μια πριγκίπισσα να ζεσταθεί με τη βοήθεια μιας ηλεκτρικής σόμπας;

Λες γι?  αυτό να έκλεισε για πάντα τα μάτια στο βέβηλο φως και την αδημονία;

Τυλιγμένη με τις ξεφτισμένες κουρτίνες και την ξεκοιλιασμένη κουνουπιέρα,

προφυλαγμένη από την έκρηξη των παιδιών της γειτονιάς και το υπόδουλο φτάρνισμα της καμπάνας της ενορίας,

βαλσαμωμένη με το λιωμένο δωρικό σίδερο,

σχεδόν ξεγραμμένη μέχρι νεοτέρας.

Γιατί η ομορφιά ποτέ δεν ήταν πιο εκτυφλωτική από την ανάγκη.

Πέρσι του Αϊ-Γιαννιού ακολουθούσες με το μολύβι τη διαδρομή ενός ποταμού

που επέμενες ότι δεν υπήρξε ποτέ, εκτός από έναν παλιό χάρτη.

Και καθώς γύριζες την υδρόγειο,

το μόνο που γνώριζες, ήταν το σφύριγμα από το στραβωμένο άξονα

και τα ταξίδια που τόλμησες κάποτε να υποσχεθείς στον εαυτό σου.

Γιατί οι υποσχέσεις είναι σαν τα αποδημητικά πουλιά:

πάντα έβρισκαν το δρόμο να επιστρέψουν.

Τις κρύες νύχτες του χειμώνα η φάτνη υπήρχε μόνο για να ζεσταίνεις τα πόδια σου κάτω από τις κουβέρτες,

μέχρι τα καλοκαίρια με το φεγγάρι να θαμπώνεται από το σχήμα του κορμιού σου,

ζωγραφισμένο πάνω στα τσαλακωμένα σεντόνια με ιδρώτα και αϋπνίες.

Το πίστευες βαθιά: «όσο πιο πολύ κρατήσεις το φυλαχτό που σου έδωσε,

τόσο πιο λίγο θα τη θυμάσαι».

Επειδή δεν είναι η μνήμη που θα σε κρατήσει ζωντανό

ούτε η σεμνότητα που θα σε φέρει πίσω, ώστε να προσκυνήσεις,

αλλά η απορία που δε βρίσκει απόκριση:

«τι τέλος πάντων ήταν αυτό που σε γέννησε;»

Η Παναγία βρίσκεται πάντα εκεί, όπως την άφησες.

Στη γωνία που ποτέ δεν είδε τον ήλιο,

μέσα στην υγρασία και το μεγαλείο της αυταπάτης,

αγκαλιά με το μωρό,

με ένα βλέμμα γεμάτο υπομονή και περιφρόνηση.

Τελικά, πόσο μονότονη πρέπει να είναι η υπομονή, ώστε να έχει αποτέλεσμα;

Και πόσο αλαζονική η περιφρόνηση, ώστε να ξυπνήσει την αμφιβολία;

Κάθε βράδυ το καντήλι σου έκαιγε το είδωλο της ολόγυμνης κόρης που λουζόταν στα κρύα νερά της απόγνωσης.

Γιατί η φιλοδοξία σου ήταν σαν το κυπαρίσσι: δεν ήξερε να λυγίζει

και όταν έσπασε, ήταν πια αργά, για να μάθει πόσο ζυγίζει η τύψη,

όταν κερδίζεις το δικαίωμα να απομείνεις μονάχος

και όταν η μετάνοια μοιάζει με λυμένο κεφαλομάντιλο

κόρης, έτοιμης

να μοιραστεί για πρώτη και τελευταία φορά τον ύπνο της με τη νιότη.

Καταλήγεις πως θέλεις χιλιάδες χρόνια ακόμα, για να σκαλίσεις στην πέτρα τα σκαλοπάτια της επίγνωσης.

Θυμάσαι που γέμιζες τα μαξιλάρια με αναμνήσεις, ελαφριές σαν πούπουλα.

Γιατί θέλει τόλμη να ονειρεύεσαι μέσα σε ένα ξυλοτάβανο δωμάτιο, όπως αυτό,

με τις σανίδες να τρίζουν σαν την πλώρη της Παράλου

και τα ποντίκια να ροκανίζουν τον ύπνο, το χάδι, την προσμονή.

Κάτω από το παλιό εικονοστάσι κρέμονται οι εικοσιτέσσερις ραψωδίες της εφηβείας και οι σχολικές κορδέλες που φορούσαν τα κορίτσια στα μαλλιά.

Και ανάμεσα στα εικονίσματα και τον ξύλινο σταυρό,

στρωμένο με φροντίδα σαν πασχαλινό τραπεζομάντιλο,

το ματωμένο λευκό πουκάμισο.

Από το στενό παράθυρο η θέα είναι θολή. Όλα ταιριάζουν στην ομίχλη.

Είναι και κουτσή. Το άλλο μισό το κρύβει η καπνοδόχος.

Κάποτε μέσα της χωρούσαν όλα τα τρελά πουλιά της άνοιξης των αρωμάτων.

Κι αργότερα, τον καιρό της αποδημίας, γινόταν τηλεσκόπιο για το ταξίδι στις νέες χώρες.

Τώρα μονάχα ένας κατασκουριασμένος συρμάτινος κόμπος δένει την παρουσία της με τη θλιβερή καταξίωση.

Όσο αντέχει τούτο το δέσιμο, δεν κινδυνεύει να λιώσει η σειρά με τις κούκλες, το κέρινο βασίλειο, στο πάνω πάνω ράφι.

Με ξεκούρδιστο λαιμό, με τα πόδια ανασηκωμένα ως τις μύτες και το χέρι σχεδόν ξεκούμπωτο από την εμμονή πάσχιζες να αγγίξεις το δέντρο του καλού και του κακού.

Την ώρα που πρόστυχα πασπατεύεις την κούκλινη υπόσχεση,

ανάμεσα στην καυτή επιθυμία και το παγερό χούφτιασμα,

διαλέγεις να κρατήσεις τη λαχτάρα του Οδυσσέα.

Και το ομοίωμα εκείνου του γερασμένου κόσμου μπαίνει ξανά με ευλάβεια

στο πάνω πάνω ράφι.

«Η μοναξιά δεν κρατά σημειώσεις· η απελπισία το κάνει».

Κουρασμένο καθρεφτίζεται απόψε το φεγγάρι στα δακρυσμένα σου μάγουλα.

Τι γυρεύεις μέσα σε ένα παλιό παιδικό δωμάτιο

με τον κουμπαρά να μη θυμάται πια τι πάει να πει κέρμα

και τα σκεπάσματα να υποφέρουν από τη διπλωμένη αμνησία της σιδερωμένης τακτοποίησης;

Απαγχονισμένα σε επάλληλα ικριώματα τα μικροσκοπικά ρουχαλάκια,

αφιερωμένα στον ασπρόμαυρο πυρετό και την ευλογία της ναφθαλίνης.

Έχουν πειστεί ότι χωρίς φως, χωρίς έξοδο δεν υπάρχει λόγος να πιστέψουν σε μια δεύτερη ανάσταση, μακριά από το σκοτεινό κελί τους.

Μέχρι και οι παντόφλες κοιτούν την ανατολή,

ίσως από συνήθεια,

ίσως κι από υποταγή σε μια τυφλή διαταγή που τις κρατά εκεί, χρόνια τώρα, στο ίδιο σημείο, ζυγισμένες, στοιχισμένες, με τη βεβαιότητα της ένστολης αχρηστίας.

Ένας ασβεστωμένος μαντρότοιχος σήκωσε το βάρος για όσα απαρνήθηκες,

προτού ο φόβος ανακατευτεί με το χνώτο σου για τρίτη φορά.

Ωραία κοιμωμένη, άραγε, γιατί σε φαντάστηκε γυναίκα;

Βραδινή προσευχή

2 Οκτώβριος 2008

Θέλω απόψε, μπαμπά, να μου πεις ένα παραμύθι απ?  αυτά που ξέρεις

πως με κάνουν να κοιμάμαι ήσυχα τα βράδια.

Θα είναι σαν να γράφω γράμμα σε μιαν άγνωστη αρετή που θα με κάνει καλύτερο άνθρωπο. Γιατί ?  δεν ξέρω αν συμφωνείς ? τα παιδιά έχουν ανάγκη

από ένα φίλο γεννημένο το Νοέμβριο μήνα, ντυμένο με πανοπλία αρχαίου πολεμιστή και νοσταλγία παλιού ποδηλάτου.

Θα ξεστρώσω το κρεβάτι μου για να σου κάνω χώρο. Θέλω να ξαπλώσεις δίπλα μου, όπως τότε που κύλησες πάνω στο γρασίδι και ωρίμασες ανάμεσα σε πλαστικές περγαμηνές και ψηφιακή αρρυθμία. Στην αγκαλιά μου θα κρατώ

το ξεσαμάρωτο γαϊδουράκι που έχω από το πανηγύρι με τα πολλά φώτα, τους λουκουμάδες και την εικόνα της Παναγίας στα σκαλοπάτια.

Να με κρατάς συνεχώς αγκαλιά. Έτσι κι αλλιώς την αγάπη δεν τη χορταίνεις.

Τη ζηλεύεις,

γιατί είναι πάντα πιο μεγάλη απ?  όσο τη μέτρησες.

Ελπίζω να μη σε ενοχλούν τα λερωμένα εσώρουχα και οι ζωγραφιές.

Είναι γεμάτο το πάτωμα, το ξέρω. Αλλά με κάποιο τρόπο πρέπει κι εγώ

να σου δείξω ότι υπάρχει λόγος σοβαρός που με έφερες στον κόσμο.

Γι?  αυτό επέλεξα να σου κάνω έκπληξη μεταξύ ξηράς και εφηβείας. Άλλωστε το απρόσιτο δεν ήταν πάντα και ενδιαφέρον.

Στο παραμύθι σου θέλω να μιλάς για όσα δεν μπόρεσες να κάνεις,

έτσι που να μοιάζει το ταβάνι με δρόμο που πάντα συνεχίζει. Μίλα μου σιωπηλά και χάιδεψέ μου το μέτωπο. Ίσως έτσι γλιστρήσει ο πυρετός και η παλάμη σου σηκώσει την παλέτα του νυχτερινού εφιάλτη. Και επειδή χαρίστηκα στην ευαισθησία,

αν τύχει και συγκινηθώ, ξέπλυνε με τα δάκρυα τις τύψεις για τις σπασμένες

σαπουνόφουσκες και τους κλεμμένους βώλους,

που αν και ποτέ δε συγκράτησα στις μικροσκοπικές μου χούφτες,

ωστόσο μου δίδαξαν ότι ο κόσμος και το φιλότιμο των ανασκαφών είναι σαν τα σουσαμένια, στρογγυλά κουλούρια.

Κάνε τους ήρωες να τα έχουν όλα. Και βάλ?  τους να χαμογελούν με φόντο πολύχρωμα, φωτιζόμενα ψέματα, περήφανους για τη θριαμβική εξέλιξη μιας παιδικής επιθυμίας κι όμως ανυποψίαστους που αυτή έγινε σαν το δράκο του Αϊ-Γιώργη

που θέλει

να τους κατασπαράξει. Γιατί κυκλοφορεί μέσα στα εστιατόρια και τις ταβέρνες,

μέσα στα ζαχαροπλαστεία και τα αρτοποιεία,

μέσα στα καφενεία και τα ουζερί,

ανενόχλητη η αφέντρα του κόσμου με πορτοκαλί ξεφούσκωτο νάιλον,

η πρώτη και τελευταία αιτία της πίστης: η πείνα.

Εγώ θα αναπνέω στο ρυθμό της απόγνωσης για ένα ευτυχισμένο τέλος, με μια χαμογελαστή πριγκίπισσα πάνω σε πουπουλένια μαξιλάρια και πελώριους καθρέφτες.

Πάντα μου άρεσαν οι καθρέφτες. Γιατί δε δείχνουν ό,τι αρνηθήκαμε αλλά όσα θα θέλαμε να μη μας απαρνηθούν ποτέ.

Μόλις αποκοιμηθώ, κοίτα μη με ξυπνήσεις και πατώντας στις μύτες των ποδιών σβήσε το φως και κλείσε την πόρτα. Άσε με να πιστέψω σε ένα χρησμό.

Το έχω ανάγκη αυτό, όσο δε φαντάζεσαι. Γιατί η αξία σου είναι

σαν τη γιορτή σου που, όπως λες, δεν τη βρίσκεις σε κανένα ημερολόγιο.

Κι άσε με να ονειρευτώ ότι δε θα μεγαλώσω ποτέ,

όπως ήθελε η νονά μου που ούτε στιγμή δεν τη χώνεψα, γιατί με βάφτισε μέσα σε ξερά φασόλια και το μόνο δώρο που της κληρονόμησα, ήταν η πελώρια μαύρη ομπρέλα στην κηδεία της,

που με έκρυβε από τη βροχή.

Και να ?ξερε πόσο μου αρέσει η βροχή.

Θέλω απόψε, μπαμπά, να ξαγρυπνήσεις λιγάκι για μένα. Θαρρώ πως μου χρωστάς

λίγη από την υπόσχεση αυτού του κόσμου, πασπαλισμένη με ζάχαρη άχνη,

νεραϊδόχορτο και ξεχαρβαλωμένες κούκλες.

Ξεκίνα εσύ το παραμύθι σου και άσε με εμένα να κρεμιέμαι στην κούνια από κλωστή κεντήματος που φτιάξαμε μαζί: τι είναι πιο εύκολο να χαθεί;

Ένα φύλλο που αφήνει το δέντρο

ή μια ψυχή που αφήνει τον κόσμο;

Καληνύχτα, μπαμπά. Στα παραμύθια ποτέ δε σε συνάντησα.

Το λαχείο

2 Οκτώβριος 2008

Οι μπόμπιρες της γειτονιάς σου κρέμασαν λοφίο,

γιατί ήθελες να νιώθεις του κόσμου ο αφρός,

από τη μέρα που?  πιασες το κρατικό λαχείο,

θαρρώ πως παραστράτησε η σκούφια σου ελαφρώς.

 

Ένας χοντρός με κουστουμιά δίπλα σου ξεροβήχει

και σαν τον Καίσαρ δίψασες να πάρεις και νησί.

Ξέχασες πόσο πρόστυχα σου φέρεται η τύχη

που απ?  τις δύο όψεις της δε δίνει ούτε μισή.

 

Η δική σου η ζωή μοιάζει με εφηβεία:

ψώνια, σπυράκια στη σειρά και σκόρπιες σημειώσεις.

Για τα λεφτά ξεπούλησες την πρώτη σου συμβία.

Εσύ, στη θέση του κριτή, αντέχεις ν?  αθωώσεις;

 

Γουστάρεις αξιώματα και ρίχνεις στο ψαχνό

σαν κρύος επιβήτορας μιας νόθας κατοικίας,

μα η ορμή σου χώρεσε σε χάρτινο λαχνό

κι όχι σε στέπες αχανείς μιας νέας αποικίας.

 

«Θέλω, παίρνω, τρώω», τον κακό σου τον καιρό!

Τα κέρδη σε ρημάξανε μιας τυχερής πεντάδας.

Κατάφερες κι εσύ μια τρύπα στο νερό

και αξιώθηκες νωρίς λευκής, ψηλής λαμπάδας.

Χριστούγεννα

2 Οκτώβριος 2008

Άρχισε ήδη από νωρίς να πέφτει η πρώτη πάχνη

και πίσω απ? την τεράστια και φωτισμένη φάτνη,

δυο μέτρα από την αγκαλιά της ξαπλωτής Μαρίας,

έγειρε ν? αποκοιμηθεί ένας μικρός παρίας.

 

Φαντάστηκε πως τάχα με μία ομορφούλα

χαιρότανε τα κάστανα και μία γαλοπούλα.

Της χάρισε υποσχέσεις και όλο θαλπωρή,

της είπε πως γι?  αυτήν τα πάντα τα μπορεί.

 

Στολίσανε το δέντρο με μπάλες και γιρλάντες

και κοιμηθήκαν αγκαλιά ακούγοντας μπαλάντες.

Και δώρα μέσα σε κουτιά φωτίζαν τα φωτάκια:

αρώματα, χρυσαφικά και σέξι κιλοτάκια.

 

Απέξω πιτσιρίκια τραγούδαγαν τα κάλαντα,

με θράσος κυνηγούσαν τα ασημένια τάλαντα.

Μέχρι κι η φυσαρμόνικα ήτανε πλαστική

και η κλεφτή ματιά τους σαν χέλι ελαστική.

 

Κακόμοιρε παρία, σε κρύψαν τα κασόνια

που σου πετάξανε σωρό απ?  τα πολλά τα ψώνια.

Τι να σου κάνει ένας γυμνός, νιογέννητος Μεσσίας,

όταν για σένα αλλιώς προφήτευε ο γέρος Τειρεσίας;

Βραδινός απόπλους

2 Οκτώβριος 2008

Εύκολα και ανώδυνα το χνότο σου ρεζίλεψες

κι η αντοχή σου λύγισε στον πρώτο τον τριγμό.

Ποιο απ?  τα δύο έχασες, κυνήγησες και ζήλεψες;

Του Έκτορα τη δόξα ή του Πριάμου τον καημό;

 

Το λυχνάρι της οργής τρεμοσβήνει πάλι

και μια βροχή δειλή τον κόσμο σου πλημμύρισε.

Ήτανε τόσο φτωχά τα γυμνά σου κάλλη

που βρώμα αντί για ευωδιά στην αυλή σου μύρισε.

 

Ξύσε, σβήσε την ντροπή με την παλιά σου γόμα.

Όσο κι αν κρύψεις την πληγή, όσο κι αν συγυρίσεις,

σφραγίδα αξεθώριαστη από νερό και χώμα

θα σου καρφώσουν στα μαλλιά, την πλάτη σα γυρίσεις.

 

Καταιγίδα σκοτεινή το μυαλό συνεπαίρνει.

Ανάθεμα στη σιγουριά για το μεγάλο μίσος!

Το γράμμα «μ» σκύβει ξανά και μυστικά σου παίρνει

και βλέπεις ανορθόγραφο ένα κρυμμένο «ίσως».

 

Το πρώτο σου ταξίδι ποτέ να μην προδώσεις,

νεράιδα του δάσους, γοργόνα ματιασμένη.

Κι απόψε στην προβλήτα ποια προσευχή θα δώσεις;

Καλό ταξίδι στα νερά, αγάπη μουδιασμένη.

Ιούδας

2 Οκτώβριος 2008

Δε σε φοβίζει η άγνωστη φωνή της αμαρτίας;

Έτσι κι αλλιώς στις σκοτεινές σπηλιές κοιμούνται τα διαμάντια.

Θυμήσου τη συγκομιδή της πλήρους απαρτίας:

μια σκουριασμένη προσμονή σε δυο σκισμένα γάντια.

 

Σοβάτισε τη μνήμη σου με μια αποφράδα σκόνη

για να σου μείνει στην ποδιά ένα σφαγμένο χρέος

κι αν μία γέρικη συκιά το βάρος σου σηκώνει,

θυμήσου πως στα νιάτα σου βαφτίστηκες ωραίος.

 

Ορκίσου σε ό,τι καλύτερο κουβάλησες ποτέ σου,

μιαν άγνωστη αμαρτωλή προσκύνησες οσία,

στη χάρτινη καρέκλα σου κάθισε και βολέψου,

σε κήρυξαν ανυπότακτο στην πρώτη ορκωμοσία.

 

Το ψωμί που ζύμωσες με χολή και ξύδι

σκότωσε τη δίψα σου κάποιο μεσημέρι,

τότε που φαρμάκωσες ένα πελώριο φίδι

γιατί ένα ξύλο σταυρωτό σε πήγε σ?  άλλα μέρη.

 

Κράτησε δυο βότσαλα και πέτα τα κλειδιά σου.

Την Εύα δεν επέτρεψαν να τη φωνάζουν Εύη.

Μη σκέφτεσαι τα αστέρια που θα αφήσεις στα παιδιά σου,

σ?  αυτό τον κόσμο μονάχα η αγάπη μπορεί και ταξιδεύει.

 

Γρήγορα λησμόνησες τα λόγια κάποιου γέροντα

όταν κοκορευόσουνα πως ρίχνεις καθεστώτα:

«Η τρομερή σου δύναμη είναι χρόνου Μέλλοντα

και η κρυφή σου ασθένεια χρόνου Ενεστώτα».

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση