Λίγο πριν το σκοτάδι

15 Οκτώβριος 2008

Όλα έγιναν ξαφνικά, όπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις. Χωρίς να σκεφτώ τίποτα, βγαίνω από το αμάξι όσο πιο γρήγορα μπορώ, για να γλιτώσω από τις φλόγες. Βλέπω τα αίματα στα χέρια και στα πόδια μου και νιώθω ένα δυνατό πόνο στη μέση και στο πρόσωπο. Προσπαθώ να κοιτάξω γύρω μου, να συγκεντρωθώ, να θυμηθώ, όμως όλα γυρίζουν. Ένα σκοτεινό πέπλο μου σκεπάζει τα μάτια?

?Ο ουρανός είναι συννεφιασμένος. «Θα βρέξει», σκέφτομαι. Νιώθω να κρυώνω, τα χείλη μου τρέμουν και δεν μπορώ να φωνάξω. Είμαι σωριασμένος ανάσκελα και δυσκολεύομαι να κινήσω και το μικρό μου δαχτυλάκι. Αγγίζω το πρόσωπό μου κι ένας φρικτός πόνος με συγκλονίζει: «Είμαι καμένος». Ο σβέρκος μου τσούζει, νιώθω πως καταπίνω τόνους αίμα κι αρχίζω να φοβάμαι. Κοιτάζω το αμάξι που είναι παραδομένο στις φλόγες, κάνω να θυμηθώ τι έγινε, όταν κάποιο χέρι αρχίζει να με τραβά.
«Εδώ παιδιά, εδώ! Είναι ένας ζωντανός!»
Βλέπω το πρόσωπό του, δεν τον ξέρω καν. Θέλω να του μιλήσω, να τον ευχαριστήσω, όμως φεύγει από κοντά μου και πηγαίνει  στο αυτοκίνητο που καίγεται από άκρη σε άκρη. Τώρα έρχονται άλλοι δύο με άσπρες στολές.
«Ένα ? δύο ? τρία» και ένας αφόρητος πόνος στη μέση? το τίμημα για να βρεθώ στο φορείο. Πιάνω το χέρι του ενός. Κάτι θέλω να του πω. Η μνήμη μου έχει κοκαλώσει.
«Ηρέμησε φίλε, ηρέμησε».
«Πιάσε τα λουριά! Άντε γρήγορα!»
«Προλαβαίνουμε δεν προλαβαίνουμε».
«Δεν έχει ανάγκη αυτός από βιασύνες».
«Φύγε από τ? αμάξι ρε! Μπορεί να γίνει έκρηξη», φωνάζει κάποιος .
«Το αυτοκίνητο», πάω να σκεφτώ?
«Είναι κι άλλος μέσα?»

?Το ταβάνι είναι μεταλλικό. Τα τοιχώματα κι αυτά μεταλλικά. Ένα παράθυρο, ένα τζάμι απέναντί μου που όμως δεν μου δείχνει τίποτα απ? έξω. Μου έρχεται να κάνω εμετό, νιώθω να ζαλίζομαι, να πηγαίνω πέρα δώθε. «Ασθενοφόρο!», σκέφτομαι ξαφνικά αλλά για έναν περίεργο λόγο δεν νιώθω καμία ασφάλεια εδώ μέσα. Κοιτάζω ψηλά. Ένα μπουκαλάκι με ορό κρέμεται πάνω από το κεφάλι μου και τραμπαλίζεται άτσαλα από τα κουνήματα του οχήματος. Μια κοπέλα, γιατρός μάλλον, ξετυλίγει πανιά, γάζες και πλαστικές σακουλίτσες  με γρήγορες κινήσεις, πολύ γρήγορες κινήσεις, σα να θέλει να προλάβει το χρονόμετρο. Ζαλίζομαι και μόνο που την βλέπω. «Τι βιάζεσαι κοπέλα μου; Μας ζάλισες!? Έλα ντε, γιατί να βιάζεται τάχα; Μήπως ξέρει κάτι που δεν ξέρω εγώ;»
«Ιουιουιου», η σειρήνα μού σκίζει τα αυτιά.
«Τώρα περνάμε τα φανάρια με κόκκινο», συλλογίζομαι, «το απωθημένο κάθε  οδηγού». Αμέσως όμως μου έρχεται στο μυαλό το κόκκινο αίμα που είδα πριν να χάνω με τη σέσουλα και τρέμω από φόβο. Ο οδηγός πιάνει κουβέντα με το συνοδηγό:
«Ο μαλάκας ο φορτηγατζής έφταιγε».
«Αφού πήγαινε σαν τρελός. Πού πας ρε άνθρωπε σ? αυτό το δρόμο με εκατό;? Τι λες; Τη βγάζει;»
«Συνάδελφε, δεκατρία χρόνια κουβαλάω θύματα από τροχαία. Τι τραυματίες, τι ακρωτηριασμένους, τι πεθαμένους, κομμάτια, σου λέω! Αλλά με το που τους βλέπω, καταλαβαίνω αν θα αντέξουν ή όχι. Θα δεις που θα το μάθεις κι εσύ. Αλλά γι? αυτόν σου το? πα και πριν. Θα ζήσει», λέει με σίγουρη φωνή, η γιατρός χαμογελά αόριστα ακούγοντας τις προφητείες κι εμένα μου έρχεται να του σπάσω τα μούτρα. «Τι είναι τούτοι ρε! Σε λίγο θα στοιχηματίσουν και στο τομάρι μου. Παναγία μου!»
«Πού το ξέρεις; Η μούρη του έχει τσαλακωθεί από τις φλόγες», επιμένει ο άλλος.
«Για όλα υπάρχει κάποια πατέντα σε αυτή τη χώρα».
«Ο άλλος;»
«Πάει ο άλλος. Δεν φορούσε ζώνη, νομίζω».
Νιώθω να πνίγομαι. Προσπαθώ να μιλήσω, να με ακούσουν. Μάταιος κόπος. Έχω την εντύπωση ότι κολυμπάω στο αίμα, ότι πεθαίνω, ότι χάνω τη ζωή μου μέσα σε ένα ασθενοφόρο, μέσα σε ένα σιδερένιο κουτί. Και τότε θυμάμαι τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Βγάζω ένα αρρωστημένο βογκητό. Η γιατρός μου πιάνει το μπράτσο:
«Σώπα, φτάσαμε, κάνε λίγο υπομονή».

Κάποτε φτάνουμε. Με κατεβάζουν κι αρχίζουν να με τσουλάνε μέσα από διαδρόμους. «Μόνο όταν είναι να πεθάνεις, ανοίγουν διάπλατα όλες οι πόρτες για σένα». Βλέπω σε γρήγορες εναλλαγές να προσπερνάμε φώτα, περίεργους  να με κοιτούν και να βγάζουν κραυγές φόβου και αηδίας. Κάποια στιγμή νομίζω ότι βλέπω κι ένα γνωστό μου πρόσωπο που όμως δεν θυμάμαι σε ποιον ανήκει.
Ξαφνικά όλα σβήνουν. Δεν βλέπω τίποτα. Ακούω όμως. Φοβάμαι πάλι πως πεθαίνω. Προσπαθώ να δω αλλά δεν καταφέρνω τίποτα. Κάποιοι δίνουν εντολές σε κάποιους άλλους. «Πρέπει να είναι οι γιατροί» φαντάζομαι. «Οι γιατροί! Δεν τους χωνεύω τους γιατρούς, τους γιατρούς και τους δικηγόρους. Και τώρα ορίστε κατάσταση. Τώρα που η ζωή μου παίζεται, να κρέμεται η τύχη μου από τους κωλογιατρούς. Κι άμα πεθάνω, θα με αναλάβουν οι δικηγόροι και οι συμβολαιογράφοι?»
Περνάει λίγη ώρα και δε γίνεται τίποτα. Το πρόσωπό μου τσούζει. Προσπαθώ πάλι να πω κάτι και δεν μπορώ. Κρυώνω, νιώθω μόνος, φρικτά μόνος. Δεν ξέρω που βρίσκομαι, δεν ξέρω ποιοι είναι δίπλα μου και τι σκέφτονται για μένα. Μονάχα ένα σκοτάδι. «Μήπως κάνω λάθος; Μήπως έχω πεθάνει και δεν το πήρα είδηση; Μα που είναι ο Χριστός, που είναι ο Σατανάς; Κάποιος τέλος πάντων!» Λένε πως λίγο πριν πεθάνεις, περνά σαν αστραπή η ζωή μπροστά από τα μάτια σου. Κάνω να θυμηθώ τίποτα αλλά μάταια. Ένα κενό τυλίγει τα πάντα. «Σκατά», σκέφτομαι, «θα πάω στον Άγιο Πέτρο με αμνησία». Μου αρέσει που κάνω και χιούμορ. Ούτε να γελάσω δεν μπορώ.
«Παφ!» ένα δυνατό φως με τυφλώνει. Κάποιοι κινούνται γύρω μου βιαστικά. Όλοι μοιάζουν το ίδιο, όλοι είναι ίδιοι μέσα σε κάτι πράσινες φόρμες. Μου έχουν βγάλει τα ρούχα και αρχίζουν να μου περνούν καλώδια και σωληνάκια. Κάποιος κάτι κάνει από πάνω μου με μια σύριγγα. Έχει καλυμμένο το πρόσωπό του με μια μάσκα. Φαίνονται μόνο τα μάτια του. Μου κλείνει το ένα καθώς δοκιμάζει τη βελόνα. Γυρνώ προς το μέρος του, όσο μπορώ. Θέλω να τον ακούσω, να μου μιλήσει έστω και για λίγο, να καταλάβω ότι δεν είμαι νεκρός, ότι υπάρχω ακόμα. Με επαναφέρει  αμέσως στην πρώτη μου θέση και με αγριοκοιτά. Μου έρχεται να κλάψω. Κάτι πρέπει να λέει εκνευρισμένος κάτω από τη μάσκα του, δεν καταλαβαίνω όμως τίποτα. Είμαι μόνος μου. Η σιωπή με έχει καθηλώσει περισσότερο και από τη ζημιά που έπαθα. Σιγά σιγά όλα αρχίζουν να θολώνουν πάλι και δεν ξέρω αν είναι από τα κλάματα ή από τη νάρκωση. Προσπαθώ να ξεχάσω τους πόνους στο σώμα μου, να κατανοήσω τη μοναξιά μου στο λίγο χρόνο που μου απομένει. «Αν ζήσω? αν πεθάνω?» Κοιτάζω το δυνατό φως από πάνω μου, τους τοίχους γύρω μου. Νιώθω πολύ μόνος, εξόριστος πάνω στο νήμα της ζωής μου που δεν ξέρω αν έχει κι άλλο ή σώθηκε και πρέπει να το μαζέψω κουβάρι. Τα μάτια μου αρχίζουν να κλείνουν. «Ίσως και για τελευταία φορά» σκέφτομαι και κάτι πάω να πω αλλά δεν προλαβαίνω. Ο γιατρός ξέρει να χειρίζεται καλά τα ηρεμιστικά που έχει στη διάθεσή του.

?Μόλις που μπορώ να ανοίξω τα μάτια μου. «Ζω» λέω στον εαυτό μου και αυτό μού αρκεί. Ολόκληρο το κεφάλι μου είναι καλυμμένο με γάζες. Είμαι σα μούμια. Υπάρχουν μόνο μικρά ανοίγματα για την όραση και την αναπνοή. Σκέφτομαι πως πρέπει να έπαθα σοβαρή ζημιά. Από το ένα μου χέρι διοχετεύεται ορός. Πονά όλο μου το κορμί. Σαν να έχω φάει ξύλο πρόσφατα. Δεν έχω τη δύναμη ακόμα να γυρίσω αριστερά και δεξιά για να δω κανέναν άνθρωπο να πάρω κουράγιο. Ακούω όμως ομιλίες και σαν να περνούν κάποιοι πότε πότε από το περιορισμένο οπτικό μου πεδίο. Οι λίγες εικόνες, θολές κι αυτές, χάνονται.
Κοιμάμαι ξανά και ονειρεύομαι έναν ελέφαντα. Οι ελέφαντες μού είναι πολύ συμπαθείς. Αυτός ο ελέφαντας τρέχει σε ένα λιβάδι. Τρέχει, τρέχει ώσπου κάποια στιγμή με φτάνει. Με χαιρετά με την προβοσκίδα και σηκώνεται στα δυο του πόδια. Του χαμογελάω κι εγώ και του δίνω το χέρι. Τότε πέφτει με δύναμη πάνω μου. Νιώθω τα δυο του πέλματα να με τσακίζουν, να γίνομαι τρίμματα, σκόνη κι έπειτα ξυπνάω πάλι. Ανασαίνω βαριά και η καρδιά μου χτυπά γρήγορα. Με δυσκολία στρέφω να δω δεξιά: άνθρωποι στα κρεβάτια και κάποιοι άλλοι όρθιοι. Μιλούν συνέχεια. Στα αυτιά μου δεν φτάνει παρά ένα συγκεχυμένο βουητό. Για άλλη μια φορά νιώθω μόνος μου. Είναι κι αυτές οι γάζες που με περιορίζουν αρκετά. Σαν να είμαι θαμμένος μέσα τους.
Τότε είναι που έρχεται η Ηρώ, η γυναίκα μου. Τρέχει και πέφτει πάνω μου με δάκρυα.
«Αντρέα, Αντρέα» λέει με πνιγμένη φωνή.
Θέλω να της πω πόσο την αγαπάω, πόσο ευτυχισμένος είμαι που γκρέμισε έτσι αναπάντεχα τη φρικτή μοναξιά μου, πόση χαρά μου δίνει που βρίσκεται δίπλα μου. Θέλω να την ρωτήσω και για τα παιδιά, να μάθω αν φοβήθηκε και να την καθησυχάσω όσο μπορώ. Θέλω, θέλω? Μα ξαφνικά όλα αυτά χάνονται κι ένα ρίγος με διαπερνά, κάτι σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Νιώθω έναν πόνο στο στήθος να φτάνει μέχρι τη μέση μου που είναι κι αυτή καταπονημένη. «Ποιόν Αντρέα φωνάζει; Ποιος Αντρέας; Εμένα δεν με λένε Αντρέα αλλά Στέφανο!» Προσπαθώ να της μιλήσω, να ανασηκωθώ, να της φωνάξω πως δεν είμαι κάποιος  Αντρέας αλλά εγώ, ο Στέφανος.
Και τότε, μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, σηκώνω μεμιάς το βάρος όσων έγιναν ως εκείνη τη στιγμή. Τότε τα θυμάμαι όλα για πρώτη φορά μετά το ατύχημα: «Ήμουν με τον Αντρέα ? αδερφό της Ηρώς και κουνιάδο μου ? στο αυτοκίνητό του. Οδηγούσα εγώ γιατί είχε πιει λίγο παραπάνω. Γυρνούσαμε από τον αγώνα. Ένα φορτηγό έπεσε πάνω μας σε μια στροφή και πιάσαμε φωτιά. Θυμάμαι που προσπαθούσα να βγω έξω? Ο Αντρέας ? Χριστέ μου! ? δεν τα κατάφερε. Ο Αντρέας κάηκε και τώρα νομίζουν πως είμαι καμένος εγώ. Αλλά εγώ δεν πέθανα, δεν ήμουν εγώ συνοδηγός, εγώ οδηγούσα, εγώ? Ηρώ?» Η γλώσσα μου είναι πιο βαριά και από ελέφαντα. Έχω κι αυτές τις κωλογάζες στο πρόσωπο. Η Ηρώ νομίζει πως είμαι ο αδερφός της. Κλαίει με αναφιλητά και με αγκαλιάζει με προσοχή για να μη με πονέσει. Νιώθω πως θα εκραγώ. Προσπαθώ να της κάνω νόημα με τα μάτια αλλά ίσα που τα ανοίγω. Θέλω να της μιλήσω, να της φανερώσω την αλήθεια, μα δε γίνεται τίποτα. Σκέφτομαι να την χαϊδέψω, δεν καταφέρνω τίποτα όμως. Συνεχίζει να κλαίει με λυγμούς απαρηγόρητη.
«Αντρέα μου, είσαι καλά;? Ο Στέφανος?»
Δεν αντέχω άλλο, δεν μπορώ. Θέλω να μάθει ο άνθρωπός μου πως τα πράγματα δεν έχουν έτσι όπως νομίζει. Θέλω να ξέρει πως δεν είμαι νεκρός αλλά ζωντανός στην αγκαλιά της. Κι αυτοί οι μαλακισμένοι οι γιατροί τι κάνουν; Αυτοί φταίνε για όλα!
 Κάποια στιγμή μπαίνει η Ελένη, η πεθερά μου, τρέμοντας και με μάτια κατακόκκινα από το κλάμα. Με κοιτά σαν αποχαυνωμένη και καλεί την Ηρώ κοντά της.  Ένας  γιατρός προσπαθώντας να δείξει ταραγμένος παίρνει τη γυναίκα μου παράμερα και κάτι της λέει για ένα τραγικό λάθος, για εσφαλμένη αναγνώριση, αν ακούνε καλά τα αυτιά μου. Αυτή γυρίζει και με κοιτάζει με ορθάνοιχτα μάτια και μισάνοιχτο στόμα, λες και βλέπει βάτραχο να μιλά κινέζικα. Αμέσως λιποθυμά στην ανοιχτή αγκαλιά της μητέρας της.
Μένω πάλι μόνος. Η Ηρώ θα συνέλθει γρήγορα. Δυο γιατροί είναι από πάνω της,  ενώ η πεθερά μου κοιτάζει μια αυτήν και μια εμένα και δεν ξέρει κατά που να γείρει. Τα έχει χαμένα η κακομοίρα από την απροσδόκητη τροπή που πήραν τα πράγματα. Οι επισκέπτες του θαλάμου αντιλαμβάνονται τι περίπου έχει συμβεί και αρχίζουν τα σχόλια και τα γνωμικά για τη ζωή και τους νόμους της. Μερικοί από αυτούς με κοιτούν περίεργα και αμέσως σκέφτομαι ότι κάπως έτσι θα κοίταζαν και τον αναστημένο Λάζαρο μέσα στο νεκροσέντονό του  οι συντοπίτες του πριν χιλιάδες χρόνια.
Μέσα στη φωλιά από γάζες ανατρέχω ξανά στο παρελθόν, για να λογαριάσω τις απώλειες. Ο αγαπημένος μου κουνιάδος νεκρός, η γυναίκα μου λιπόθυμη κι εγώ ένα κομμάτι κρέας, ανίκανο και για την παραμικρή κίνηση. «Πόσο απλά φτάνεις στο τέλος της ζωής σου», σκέφτομαι. «Όλοι φανταζόμαστε το θάνατο ως κάτι το συγκλονιστικό, το μεγαλειώδες. Καημένε Αντρέα», λέω μέσα μου και τα μάτια μου βουρκώνουν. «Από μια απλή σύμπτωση μπορώ και τα σκέφτομαι τώρα όλα αυτά. Και από μια απλή σύμπτωση εσύ δεν θα μπορέσεις να το κάνεις αυτό ποτέ. Αδικία ή κάτι άλλο;»

Ο απολογισμός πίσω από τις γάζες διακόπτεται. Η Ηρώ συνέρχεται, πέφτει πάνω μου και με σφίγγει στην αγκαλιά της χωρίς να ξέρει καλά καλά κι αυτή πως ενεργεί και για ποιο λόγο. Δεν μπορεί να πιστέψει σε αυτή την περίεργη νεκρανάστασή μου. «Τελικά», σκέφτομαι, «ήμουν κι εγώ για λίγο νεκρός». Αμέσως όμως θυμάμαι τον Αντρέα. Και νιώθω τύψεις. Η πεθερά μου βρίσκει ένα σκαμνάκι να κάτσει και με βουρκωμένα μάτια σταυρώνει τα χέρια, ανήμπορη να αρθρώσει έστω και μια λέξη. Η Ηρώ με φιλά όπου βρει, αν και πουθενά δεν μπορεί να με συναντήσει? νιώθω χτισμένος πάνω σε γάζες και πανιά. Έπειτα από λίγο στέκεται και με κοιτά, σαν να θέλει να διαπιστώσει μήπως μου λείπει τίποτα. Προσπαθώ κι εγώ με μισόκλειστα μάτια να της χαμογελάσω αλλά νιώθω τα μάγουλά μου να τραβιούνται, τόσο που φοβάμαι μη σκιστούν.
Περνάει κάμποση ώρα έτσι και ξαφνικά καταλαβαίνω ότι δεν είμαι πλέον μόνος μου. Συνειδητοποιώ σιγά σιγά τι έγινε και οι φόβοι μου γίνονται καπνός που χάνεται γρήγορα. Βλέπω απέναντί μου τη γυναίκα μου, που προσπαθεί να μου δώσει αλλά και να πάρει κουράγιο. Χαμογελά και κλαίει συγχρόνως, σα να μην γνωρίζει αν πρέπει να χαίρεται  ή να λυπάται ή και τα δύο. Μου κρατά το χέρι και είναι σα να με δένει με τη ζωή, τη ζωή που τόσο απελπίστηκα σήμερα πως θα την χάσω. Κι έτσι το παίρνω οριστικά απόφαση: «Δεν πέθανα! Θα ζήσω!»
Και τότε σαν αστραπή μου έρχεται στο νου ο Αντρέας. Η ανάμνησή του με κάνει και δακρύζω. Όλα όσα με τρόμαζαν πριν, οι φόβοι μου, τα αίματα, το χειρουργείο, η προσωρινή μοναξιά μου μοιάζουν με ένα πελώριο τίποτα μπροστά στην απώλειά του. Και την ώρα εκείνη που η γυναίκα μου με κρατά από το χέρι, που με κοιτάζει στα μάτια και μου υποδηλώνει πως θα δω για πολλές φορές ακόμη το ξημέρωμα, την ώρα εκείνη που οι πόνοι μου αρχίζουν σταδιακά να μαλακώνουν και η μοναξιά μου να σβήνει χωρίς επιστροφή, την ώρα εκείνη συλλογίζομαι τον Αντρέα και το παράπονό του, το παράπονο ενός νέου ανθρώπου που κανένα χέρι δεν θα βρεθεί να ζεστάνει το κορμί και την ψυχή του στον υγρό του τάφο.
«Δεν ξέρω αν θα πρέπει να νιώθω τύψεις που έζησα. Ξέρω όμως πως αυτό που ένιωθα ως τώρα δεν ήταν μοναξιά. Ήταν ο φόβος, ο πανικός μη μείνω μόνος. Άραγε θα άντεχα έστω και για λίγο στη σκέψη της μοναξιάς του Αντρέα; Γιατί η μοναξιά του Αντρέα δεν ήταν σαν τη δική μου. Η μοναξιά του Αντρέα από τότε ήταν απερίγραπτη».

Η σύμπτωση

15 Οκτώβριος 2008

       Άνοιξα το παράθυρο να μπει λίγος αέρας. Υπερβολική η ζέστη για μήνα Μάιο. Πρέπει να βάλω και το κλιματιστικό στο αυτοκίνητο. Δεν πάει άλλο. Το καλοκαίρι δε θα αντέξω με τον καύσωνα.
       Σήμερα, του Αγίου Κωνσταντίνου και της Ελένης, πολιούχων της πόλης, θα? χουμε δουλειά, κυρίως το απόγευμα. Η πλατεία θα γεμίσει κόσμο και μετά την περιφορά θα? χουμε μπόλικη πελατεία. Όσοι είναι από χωριά, σιγά μην περιμένουν τα βραδινά λεωφορεία. Θα μας προτιμήσουν το δίχως άλλο.
       Στην πιάτσα πιάνω κουβέντα με τον Αντώνη:
– Τ? απόγεμα  θα μοιραστούμε, μου λέει. Οι μισοί στον Άγιο, οι άλλοι στο Εργατικό Κέντρο.
– Γιατί, τί έχουμε εκεί;
– Η βράβευση του Κεχαγιόγλου. Δε θυμάσαι; Του καθηγητή που γράφει στον «Έσπερο»?
– Ναι, ναι, καλά λες. Απόψε βρήκαν; Νομίζω Κώστα δεν τον λένε; Τη μέρα της γιορτής του;                                                                                               
     Ο Αντώνης κάνει ένα μορφασμό που δείχνει την αδιαφορία του, καθώς κινείται προς το τηλέφωνο που χτυπά. «Σε πέντε λεπτά θα? μαι εκεί», απαντά, μπαίνει στο αυτοκίνητο και φεύγει? Ο Κεχαγιόγλου, ναι, τώρα θυμήθηκα. Καθηγητής, τον θεωρούν μεγάλο μυαλό, έχει βγάλει και κάτι βιβλία για το κάστρο και το μοναστήρι στο βουνό. Γράφει όλο σε κάτι εφημερίδες και περιοδικά. Θα τον βραβεύσουν Πανεπιστημιακοί από την Αθήνα απόψε. Πάντως εδώ όλοι τον παραδέχονται. Ας είναι για καλό, λοιπόν.
     Η πόρτα ανοίγει ξαφνικά:
– Καλημέρα, στον κάτω Μαχαλά, παρακαλώ.
       Από το εσωτερικό καθρεφτάκι αναγνωρίζω τον Κεχαγιόγλου στο πίσω κάθισμα.
– Καλημέρα, κύριε Κεχαγιόγλου. Πολλά χρόνια θα ζήσετε. Την κουβέντα σας είχαμε πριν λίγο.
– Α, ναι; χαμογελά αυτός.
– Να χαίρεστε και τη γιορτή σας και συγχαρητήρια για? το αποψινό.
– Φχαριστώ, σας ευχαριστώ πολύ. Δυστυχώς από το πρωί τρέχω. Χάλασε και το αυτοκίνητο, πέσανε κι όλα μαζί.
– Υπομονή, για καλό είναι, για καλό.
– Ναι, απαντά αφηρημένα.
       Δεν ξαναμιλάμε στη διαδρομή. Όταν φτάνουμε, μου δίνει χιλιάρικο και βιαστικός  βιαστικός πετάγεται έξω από τ? αμάξι.
– Τα ρέστα σας;
– Εντάξει είναι, απαντά και χάνεται στη γωνία.
– Ευχαριστώ, λέω και αμφιβάλλω αν με έχει ακούσει.
       Στην επιστροφή αυτό που έχει μείνει μέσα στο αυτοκίνητο, είναι η μυρωδιά του. Κάθε πελάτης αφήνει μια ξεχωριστή μυρωδιά. Στην αρχή δεν το έπαιρνα χαμπάρι, με τον καιρό όμως κατάφερα να το διακρίνω. Και ανάλογα με τη μυρωδιά, φαίνεται και τι άνθρωπος είναι ο καθένας. Άλλοι μυρίζουν κάπνα, ιδρώτα, χώμα ή παίρνουν τη μυρωδιά από τα ρούχα τους. Ο Κεχαγιόγλου άφησε κάτι που μοιάζει με λιβάνι, με ξεθωριασμένο ακριβό άρωμα. Αρχοντική μυρωδιά σίγουρα. Πρέπει να? ναι σπουδαίος άνθρωπος.
       Δεν προλαβαίνω να επιστρέψω στην πιάτσα. Μια κοπέλα μού κάνει νόημα. Μπαίνει κι αυτή βιαστική και κάθεται στην ίδια θέση. Τελικά αυτή η πίσω δεξιά πόρτα θα χαλάσει γρήγορα. Όλοι από εκεί μπαίνουν, αφού η αριστερή βλέπει στο δρόμο και τους λέμε να φυλάγονται.
– Εθνικής Αντίστασης 38, στου Χατζηγιώργη τον καφενέ, λέει μηχανικά. Σίγουρα το΄ χε σκεφτεί να το πει έτσι πριν μπει στο αυτοκίνητο. Οι περισσότεροι αυτό κάνουν.
       Από το παρατηρητήριό μου – το καθρεφτάκι – την παρατηρώ. Γύρω στα εικοσιπέντε, όμορφη, καλοντυμένη αλλά παραφορτωμένη με ένα βαρύ άρωμα που σε μπουκώνει. Ανοίγω κι άλλο το παράθυρο. Κάθεται σταυροπόδι και περιεργάζεται κάποια ατζέντα. Σε γενικές γραμμές είναι ο τύπος της καλλίγραμμης κοπέλας που όλοι ονειρεύονται δίπλα τους. Εδώ που τα λέμε, κι εμένα θα μου άρεσε να τη γνώριζα περισσότερο. Φαίνεται όμως της υψηλής κοινωνίας, μακρινή για ένα μεροκαματιάρη ταξιτζή, απρόσιτη.
       Λίγο πριν το τελευταίο φανάρι συναντάμε μποτιλιάρισμα στο δρόμο. Ξεφουσκώνει για να φανεί ότι δυσανασχετεί. Είναι φανερό ότι βιάζεται. Εγώ καθόλου. Χμ, είναι και απρόσεχτη. Τραβήχτηκε λίγο στο κάθισμα και βλέπω καλύτερα το πόδι της. Λιγνό αλλά γυμνασμένο. «Ξερακιανή» θα την έλεγε η γιαγιά μου, «κόμματο» εγώ. Πώς αλλάζουν τα γούστα με τα χρόνια ε;
       Ένα κινητό χτυπάει. Ανοίγει το τσαντάκι της και χαμογελά σαν αναγνωρίζει τον αριθμό κλήσης:
– Έλα, Σοφούλα? Καλά, στο δρόμο είμαι, έχει κίνηση και κολλήσαμε. Σε λίγο
θα? μαι εκεί?Ναι άσε, που να στα λέω. Τρέχει ο μαύρος απ? το πρωί. Χάλασε το αυτοκίνητο? Έλα ντε, τέτοια μέρα, αυτό λέω κι εγώ?Όχι, όχι, θα τελειώσει νωρίς. Μετά του? χουμε ετοιμάσει έκπληξη στο σπίτι? Μπα, πάνε αυτά. Οικογενειακά. Θα του αρέσει περισσότερο. Το ξέρω?Χα χα. Σώπα βρε. Τα βραβεία δεν τον συγκινούν ιδιαίτερα, θέλει να συνεχίσει τη ζωή του το ίδιο απλά, όπως παλιότερα? Ναι, ναι, θα τα πούμε?Έλα γεια?Φιλιά.
       Ένα ασθενοφόρο έχει κολλήσει πίσω μας. Ο εκκωφαντικός θόρυβος από τη σειρήνα την κάνει να γυρίσει πίσω. Ξακρίζω και του αφήνω χώρο. Με προσπερνά και στρίβει στο χωματόδρομο για να αποφύγει το μποτιλιάρισμα.
– Λέτε να έγινε τίποτα; Ρωτά ανήσυχη.
– Ποιος ξέρει, απαντώ και μέσα μου εύχομαι να ήξερα για να της πιάσω κουβέντα. Κανένας παππούς θα λιποθύμησε ίσως. Με τέτοια ζέστη τι περιμένεις;
       Δείχνει να το αποδέχεται και ακουμπά την πλάτη της ξανά στο κάθισμα.
– Λέτε να φτάσουμε ως τις δέκα; Είχα ένα ραντεβού και?
– Μην ανησυχείτε. Θα? μαστε σε λιγότερο από ένα τέταρτο. Είναι μέχρι να περάσουμε την πλατεία? Εε? άκουσα την κουβέντα σας πριν. Είστε η κόρη του κυρίου Κεχαγιόγλου;
– Ναι, πώς το καταλάβατε;
       (Πέτυχα διάνα).
– Ο πατέρας σας ήταν ο προηγούμενος πελάτης μου. Τον άφησα στον κάτω Μαχαλά πριν λίγο. Μάλιστα καθόταν εκεί ακριβώς που βρίσκεστε εσείς τώρα.
– Α, ναι; Χμ, κοίτα να δεις σύμπτωση. Έμεινε δίχως αυτοκίνητο σήμερα και ταλαιπωρείται άδικα. Ελπίζω ν? αντέξει ως το βράδυ. Η μέρα είναι γεμάτη απαιτήσεις απ? αυτόν.
– Ναι, ξέρω? το βραβείο, γιορτάζει κιόλας. Να τον χαίρεστε.
– Σας ευχαριστώ. Είστε πολύ ευγενικός.
       Τι ήθελε και το? λεγε; Κόλλησα και δεν ξέρω τι να της πω τώρα. Ουφ, δέθηκε κόμπος η γλώσσα μου. Δεν τα αντέχω τα κοπλιμέντα.
       Σύντομα φτάνουμε. Μια εύσωμη με γυαλιά φαίνεται να την περιμένει. Την χαιρετά μέσα από το αυτοκίνητο.
– Ορίστε, μου δίνει τα χρήματα. Τα ρέστα δικά σας. Κατεβαίνει κι αρχίζει τα φιλιά με την άλλη. Όλη η οικογένεια βιαστική σήμερα και χουβαρνταλίδικη, σκέφτομαι. Και γιατί να μην είναι; «Δόξα τω Θεώ», δεν τους λείπει τίποτα. Λεφτά έχουν, όνομα, βραβεία τούς δίνουν. Αλίμονο σε μας τα φτωχαδάκια που ιδρώνουμε για το μεροκάματο. Μα τι με έπιασε τώρα και τους γλωσσοτρώω τους ανθρώπους;
       Στη διασταύρωση, κάτω από το Μαχαλά, πυροσβεστικές και κακό. Κόσμος μαζεμένος, αστυνομία. Ο δρόμος κλειστός.
– Τι έγινε ρε πούστη μου; Κόβω αριστερά στο στενό και βγαίνω στην παραλιακή. Σε λίγο φτάνω στην πιάτσα. Ο Αντώνης με τον Κυριάκο τρέχουν στο μέρος μου.
– Άκη, εσύ δεν πήρες τον Κεχαγιόγλου νωρίτερα;
– Ναι, εγώ. Τον άφησα στον κάτω Μαχαλά. Τι έγινε ρε εκεί πέρα; Είδα κόσμο, χαμός γίνεται.
       Ο Κυριάκος κουνάει το κεφάλι και τα χέρια. Κάτι βαρύ έχει να πει:
– Άστα, πάει ο άνθρωπος. Τον πήρε μπάλα μια μπετονιέρα στο φανάρι. Λιώμα τον έκανε.
– Σώπα ρε.
– Τον πήρε το ασθενοφόρο αλλά δε νομίζω να κάνουν τίποτα.
– Ναι, μας πέρασε στην Καραϊσκάκη. Αυτό θα? τανε.
– Τρίχες, σου λέω. Ο άνθρωπος έμεινε στον τόπο. Περνούσα κείνη την ώρα και τον είδα. Τι να σου λέω.
– Κρίμα ρε γαμώτο, λέει ο Αντώνης ξεφυσώντας. Και θα του δίνανε και το βραβείο απόψε.
– Ποιο βραβείο και μαλακίες! Πάει ο άνθρωπος, τζάμπα και βερεσέ.
– Γιόρταζε κιόλας, συμπληρώνω εγώ κι ενώ χίλιες σκέψεις περνούν από το μυαλό μου.
       Ο Κυριάκος απομακρύνεται. Έχει να συζητήσει με τους υπόλοιπους το γεγονός.
– Θα μιλάνε καιρό γι? αυτό, σημειώνει ο Αντώνης και σηκώνει τα φρύδια. Πάντα όταν κάνει προβλέψεις, σηκώνει τα φρύδια. Διαβολική σύμπτωση, ρε παιδί μου. Σήμερα ήτανε το γραφτό του; Τέτοια μέρα;
– Ρε Αντώνη, τώρα που λες για σύμπτωση. Ξέρεις από πού έρχομαι; Είχα πάρει την κόρη του, τώρα μόλις, και τα λέγαμε γι? αυτόν. Μας πέρασε και το ασθενοφόρο. Πω πω, Παναγία μου? Πού να το ξέραμε. Και κάθισε και στην ίδια θέση που καθόντανε κι αυτός.
– Ε, πώς τα φέρνει καμιά φορά η πουτάνα η ζωή, αποφαίνεται ο φίλος μου έκπληκτος και χτυπά τα χέρια στη μέση του. Να τους πάρεις και τους δύο μέσα σε μια ώρα, ο ένας να πεθάνει κι εσύ να μιλάς γι? αυτόν με την κόρη του χωρίς να ξέρετε τίποτα; Άκου πράματα, πράματα και θάματα! Μουρμουρίζει κι απομακρύνεται.
       Μένω μόνος. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και κάθομαι στο κάθισμα. Από το μυαλό μου περνούν συνέχεια τα περιστατικά, προσπαθώ να καταλάβω, να συλλάβω το μέγεθος της συγκυρίας αυτής. Ο πατέρας, η κόρη, τα λόγια που ανταλλάξαμε, η ίδια θέση στο αυτοκίνητο, η γιορτή, το βραβείο, το ασθενοφόρο. Να? ναι άραγε όλα αυτά τυχαία; Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι υπήρξα ο αφανής πρωταγωνιστής σ? αυτό το δράμα.
       Πόσο αποκαλυπτική, πόσο απρόσμενη μπορεί να? ναι η ζωή. Εκεί που όλα μοιάζουν προβλέψιμα, ελεγχόμενα. Και εκείνη η κοπέλα πώς θα νιώθει τώρα; Να το έμαθε άραγε; Ποιος ξέρει;
       Γυρίζω και κοιτάζω το άδειο κάθισμα. Ανυπαρξία, σκέφτομαι, τώρα. Αυτός που υπήρχε πριν λίγες ώρες εκεί, τώρα δεν υπάρχει πια. Έτσι, τόσο απλά. Ήταν κάποιος που δεν τον γνώριζα προσωπικά, λίγα λεπτά περάσαμε μαζί. Τα τελευταία ίσως λεπτά της ζωής του. Και τώρα έφυγε για πάντα αφήνοντας μονάχα το άρωμά του σε μένα που ξέρω να το ξεχωρίζω ακόμα μέσα στο αμάξωμα που καίει από τον ήλιο.
       Τι είναι η ζωή τελικά; Ο Κεχαγιόγλου έζησε γύρω στα πενήντα χρόνια, άφησε πίσω του τα παιδιά του, σ? άλλους τα βιβλία του και τα γραφτά του, σ? εμένα ένα ανεπαίσθητο άρωμα που μετά από δυο τρεις επιβάτες θα χαθεί κι αυτό. Τι στην ευχή είναι αυτό που μένει; Βάζω στοίχημα ότι θα τον κάνουνε και άγαλμα τώρα, αφού δεν μπορούν να τον αναστήσουν.
       Μια γριά μ? ένα κάρο τσάντες στα χέρια της διακόπτει τις σκέψεις μου:
– Έλα πουλάκι μου να τα βάλουμε πίσω. Πιάστηκαν τα χέρια μου στο δρόμο.
       Βγαίνω βιαστικά από το αυτοκίνητο κι αφήνω την πόρτα ανοιχτή. Ώσπου να ξαναμπώ, η μυρωδιά του Κεχαγιόγλου έχει σβήσει για πάντα. Σκόρπισε σαν τη στάχτη στον άνεμο. Κι είναι σαν να έχω θάψει κιόλας το τελευταίο ζωντανό κομμάτι της ύπαρξής του μαζί με όλα όσα στιγμιαία σκέφτηκα γι? αυτόν. Η ζωή για μένα συνεχίζεται μέσα σ? ένα ταξί που θα με ταξιδέψει σε δρόμους στους οποίους ο μακαρίτης ποτέ δε θα ξαναπερπατήσει. Οι δρόμοι μας δε θα ξανασυναντηθούν. Έτσι,  απλά.

       Δεν είχα δίκιο. Όταν το επόμενο μεσημέρι μετά την κηδεία πήρα το γιο του με το εγγονάκι του να τους πάω σπίτι και ο πιτσιρίκος κάθισε στο ίδιο κάθισμα που την προηγούμενη μέρα είχαν καθίσει ο παππούς και η θεία του – τρεις γενιές στο ίδιο αυτοκίνητο, στην ίδια θέση, μέσα σε εικοσιτέσσερεις ώρες παραείναι σύμπτωση – κι όταν το βράδυ ρίχνοντας μια ματιά στη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου – που εγώ ποτέ δεν κοιτάζω βιβλία, δεν έχω καλές σχέσεις – , είδα τον τίτλο ενός από αυτά που είχε γράψει ο Κεχαγιόγλου ? με τίτλο: «Μικρασιατική Καταστροφή, ιστορική συγκυρία ή κάτι άλλο;», ήταν γιος προσφύγων ο άνθρωπος, από τις Κυδωνίες – , δε μου έμεινε παρά να αναρωτηθώ κι εγώ: σύμπτωση ή κάτι άλλο;
       Ακόμη το σκέφτομαι καμιά φορά και δεν ξέρω τι να πιστέψω. Μοιάζουν όλα τόσο μπερδεμένα. Μόνο εκείνη η μυρωδιά έρχεται και ξανάρχεται κάτι φορές τόσο ξεκάθαρα στη μνήμη μου, λες κι έχει στοιχειώσει μέσα μου. Τότε, το δίχως άλλο, λέω πως σμίγουν ξανά οι δρόμοι μας με τον άνθρωπο αυτό που συμπτωματικά σφράγισε τη ζωή μου με τις τελευταίες στιγμές της δικής του.
   

                

Το σκοτωμένο ελάφι

14 Οκτώβριος 2008

        Έβρεχε ακατάπαυστα εκείνο το πρωί. Λογικά θα έπρεπε να είμαι όλο νεύρα, που ο καιρός δυσχέραινε την επιστροφή μου, όμως χαιρόμουν τη βροχή, λες και με γέμιζε η παρουσία της. Μου φαινόταν πως έδενε αρμονικά με το τοπίο εκείνο το χειμωνιάτικο πρωινό.
       Βρισκόμουν σε ένα χωριό του ορεινού όγκου της Μακεδονίας. Είχα μόλις ολοκληρώσει μια έρευνα δύο περίπου χρόνων ? με διακοπές λίγων μόνο ημερών κάθε φορά ? για την παρουσία και την αναγκαία προστασία των ελαφιών στην περιοχή, για λογαριασμό ενός επιστημονικού περιοδικού στη Θεσσαλονίκη. Φορτωμένος με σημειώσεις, φωτογραφικό υλικό, μαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις και σκόρπιες σκέψεις ? έχει ενδιαφέρον να μαγνητοφωνώ τον εαυτό μου, όταν σκέφτεται φωναχτά ? παρακολουθούσα το νερό που έπεφτε στη γη μέσα από το παρμπρίζ του αυτοκινήτου.
       Στην Ελλάδα μπορείς να νιώσεις τι πάει να πει βροχή, μόνο όταν βρεθείς μέσα σε ένα δάσος από βελανιδιές, με πυκνή βλάστηση και έντονη τη μυρωδιά από βρεγμένο χώμα και ξύλο. Και αυτό μπορεί να συμβεί κυρίως εδώ στο βορρά, που τα δάση προσφέρουν καταφύγιο σε αμέτρητες μορφές χλωρίδας και πανίδας.
       Περνώντας από τον καφενέ του μπάρμπα Θύμιου, είπα να πιω τον τελευταίο μου καφέ, λίγο πριν αφήσω πίσω μου την ήρεμη ζωή του χωριού και χαθώ στην πολύβουη αγορά της πόλης. Στο μεταξύ υπολόγιζα να στρώσει και η βροχή ή ? αν ήμουν τυχερός ? να κοπάσει λίγο, για να κατεβώ το βουνό ευκολότερα.
       Στρίμωξα λοιπόν το αυτοκίνητο μπροστά στη τζαμαρία και μπήκα βιαστικά στον καφενέ μούσκεμα από το νερό και την υγρασία. Αμέσως κόλλησα δίπλα στην ξυλόσομπα τρίβοντας τα χέρια μου για να ζεσταθώ.
– Καλημέρα, μπαρμπα-Θύμιο, γλυκό και περιποιημένο, παρήγγειλα στον καφετζή.
– Καλώς τον. Νωρίς νωρίς σήμερα. Μας έκανες ποδαρικό. Τα μάζεψες να φύγεις;
       Κούνησα το κεφάλι. Τόσο καιρό εδώ πάνω κόντεψα να γίνω ντόπιος. Έμαθα τους κατοίκους, με έμαθαν κι αυτοί. Ζεστοί άνθρωποι, φιλόξενοι, ανοιχτόκαρδοι. Το χαμόγελο τους περισσεύει, χαλί να τους πατήσεις γίνονται. Ψοφάνε για κουβέντα και τσίπουρο. Τους έκλεισα στην καρδιά μου. Φεύγοντας θα μου λείψει η ζεστασιά τους, δε λέω.
– Κάτσε μωρέ στη σόμπα να ζεσταθεί το κοκαλάκι σου, μου είπε ο μπάρμπα Θύμιος, καθώς μου σέρβιρε τον καφέ. Δύσκολη μέρα διάλεξες να μας αφήσεις. Νερό με το τουλούμι από το ξημέρωμα.
– Ωραία όμως δεν είναι; Χορταίνει η γη νερό, όχι αστεία. Ήπια την πρώτη γουλιά και ένιωσα να ζεσταίνομαι για τα καλά. Το μικρό καφενείο μύριζε καμένα κούτσουρα, έξω έβρεχε συνεχώς και εγώ καθόμουν κι απολάμβανα ζεστό καφέ. Ωραία που ήταν η ζωή εκείνη την ώρα!
– Μωρέ που πάει ο αθεόφοβος; παραξενεύτηκε ο μπάρμπα Θύμιος. Γύρισα να δω. Από το ανηφορικό καλντερίμι ερχόταν ένας γέρος τρεχάτος με μια κάπα περασμένη πάνω από το κεφάλι για να μη βραχεί. Ύστερα από δυο τρεις δρασκελιές έφτασε στην πόρτα, άνοιξε και μπήκε με σίγουρα βήματα στον καφενέ.
– Γεια χαρά, είπε και κρέμασε το ρούχο του σε μια καρέκλα δίπλα στη σόμπα να στεγνώσει.
– Κόπιασε κυρ Ανάργυρε, πώς κι από? δω; τον  ρώτησε ο καφετζής.
       Ο Ανάργυρος. Ένας ογδοντάρης με πόδια πιο γερά κι από τα δικά μου, καρδιά αθλητή και αντοχή στο τσίπουρο ανεξακρίβωτη. Χήρος, λιγομίλητος και ? όπως λέμε ? στον κόσμο του. Ελάχιστες φορές είχαμε ανταλλάξει μια δυο κουβέντες. Εξάλλου σπάνια τον συναντούσα στο καφενείο ή στον πλάτανο της πλατείας τα καλοκαίρια. Είχα ακούσει όμως γι? αυτόν από κουβέντες στο καφενείο. Θα μπορούσε να είναι ο αγγελοσκιαγμένος του χωριού.
– Για σένα ήρθα, είπε και κάρφωσε το βλέμμα του πάνω μου. Θύμιο, φέρε τσίπουρο και κανά μεζέ. Κανόνισε και για τον ξένο.
       Κάθισε στην καρέκλα αντίκρυ μου και άρχισε να με κοιτά σα να έψαχνε κάτι ιδιαίτερο πάνω μου.
– Γεια σου κυρ Ανάργυρε, του είπα, για να κρύψω την αμηχανία μου. Λοιπόν;? Έχεις κάτι να μου πεις;
– Εσύ δεν ψάχνεις για τα λαφόπουλα; με ρώτησε.
– Ναι, κάνω μια μελέτη?
– Ήρθα για να σου πω κάτι, μια ιστορία να πούμε, θα μ? ακούσεις; με διέκοψε.
– Ιστορία;
– Για μια λαφίνα? άστα ρε Θύμιο, είπε στον καφετζή που έφερε τα τσίπουρα με τους μεζέδες.
– Θα του πεις για την καλογριγιά; Τι τον νοιάζει τον άνθρωπο; Επιστήμονας είναι, όχι παραμυθάς!
– Ωχού μωρέ, νευρίασε ο Ανάργυρος. Στα τσίπουρά σου εσύ. Στα τσίπουρά σου! Άιμε, τον έδιωξε απότομα.
       Άφησε τον καφετζή να απομακρυνθεί και γύρισε προς το μέρος μου.
– Σπουδαίο ζώο το λάφι, ξένε. Πώς να στο πω, αρχοντικό, αλλιώτικο.
– Έτσι ε;
– Βέβαια!
       Ανακάθισε στην ψάθινη καρέκλα και χούφτωσε γερά το ποτήρι με το τσίπουρο:
– Στην υγειά σου ξένε.
– Στην υγειά σου κυρ Ανάργυρε, του ευχήθηκα και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια.
       Ήπιε μονορούφι το δυνατό ποτό και τρίβοντας τα ροζιασμένα του χέρια μου ψιθύρισε:
– Θα σε πω για την καλογριγιά, τη Μαριάμ?Το λοιπόν ήτανε που λες μια καλογριγιά, η Μαριάμ, στο μοναστήρι του Προδρόμου έξω από το χωριό. Λένε πως ήτανε πολύ όμορφη και ο πατέρας της το πήρε βαριά που γίνηκε καλογριγιά. Έστειλε το λοιπόν έναν ξάδερφό της, το Μιχάλη, να της αλλάξει τα μυαλά. Μα έβαλε ο διάολος το ποδάρι του και τη λιγούρεψε ο σιχαμένος εκεί στη βρύση που την πέτυχε και το χάλασε το κορίτσι, ο αιμομίχτης! Άμα τέλεψε την ατιμωσιά του κι είδε το κακό, φούντωσε για τα καλά, πήρε μια κοτρώνα και του έκανε του κοριτσιού λιώμα το κεφάλι και πήγε και κρεμάστηκε, ο αχαΐρευτος. Μα ο Θεός το λυπήθηκε τόσο νέο που ήτανε το κορίτσι και είπε και γίνηκε λαφίνα. Φώλιασε στο δάσος πάνω από το χωριό και κανείς δεν την πείραζε πια. Όλοι τρέμανε τη νεράιδα Μαριάμ που γίνηκε λαφίνα και φοβόντανε μην την συναντήσουν.
   Ύστερα πέρασαν τα χρόνια, ήρθανε δύσκολοι καιροί. Οι άνθρωποι πήρανε τα βουνά και πολεμούσανε αναμεταξύ τους. Έβγαζε ο ένας το μάτι του αλλουνού. Βγήκα κι εγώ στο βουνό με το τουφέκι, έβραζε το αίμα μου, μυαλό κουκούτσι.
   Ώσπου μια μέρα κει που καθόμουνα, άκουσα πίσω από? να θάμνο κάτι θορύβους και δίχως να νοιαστώ «μπαμ μπαμ», ρίχνω με το τουφέκι, «τον έφαγα», είπα όλο χαρά κι έτρεξα να δω. Τότε την είδα.
– Ποια είδες;
– Τη λαφίνα ντε! Ξεψύχαγε μπρος στα μάτια μου. Δεν άντεχα να την βλέπω κι άρχισα να τρέχω σαν παλαβός. Είχα σκοτώσει τη νεράιδα, τη Μαριάμ. Τη μαύρη τη λαφίνα που δεν έφταιγε σε τίποτα? Κόντεψα να τρελαθώ. Σαν ήρθα στα λογικά μου, γύρισα πίσω χεσμένος από το φόβο. Την πήρα στα χέρια και τράβηξα κατά το νεκροταφείο. Άνοιξα  λάκκο στον τάφο του γιου μου ? που τον φάγανε οι αντάρτες ? και την έθαψα. Για τούτο ο σχωρεμένος ο παπα-Λάμπρος με αφόρεσε. «Ζώο πράμα», μου? λεγε, «να το χώσεις στον τάφο του παιδιού σου». Μα σου λέω, η λαφίνα ήταν η καλογριγιά, η Μαριάμ. Και τη σκότωσα ? που να μου κοβόντανε τα χέρια – , τη σκότωσα την καψερή.
   Από τότες που λες στοίχειωσε το δάσος. Ακόμα κι όταν τέλεψαν οι σκοτωμοί, δεν πάταγε κανείς ούτε για να μαζέψει δυο ξύλα. Οι ξυλάδες τα παράτησαν ο ένας μετά τον άλλο. Κανείς δεν έκοβε δέντρα, όλο ατυχήματα γινόντουσαν. Κάτι τους έδιωχνε μακριά. Μόνο εγώ έκοβα κανά δέντρο, γιατί μαθές έχω το φυλαχτό, είπε και μου έδειξε ένα περιλαίμιο με ένα κοκαλάκι κρεμασμένο.
– Το ξέθαψα από τον τάφο της κι από τότε το? χω μαζί μου. Μου φέρνει καλό?
Μόνο εγώ που λες έκοβα δέντρα, ο Μεχμέτ που? χει Θεό τον Αλλάχ κι ο Γιωργής, ο παλαβός, που δεν τον πιάνει το κακό. Όλοι οι άλλοι το σκεφτόντανε πολύ πριν μπούνε στο δάσος. Εγώ όμως έβλεπα την αλαφίνα στον ύπνο μου και μου? λεγε τι να κάνω και πώς. Μόνο που κούτσαινε όλο παράπονο από τα σκάγια μου που την πήραν στο πλευρό.
       Η βροχή είχε μαλακώσει. Τα μπουμπουνητά όλο και ξεμάκραιναν. Τώρα όμως δε βιαζόμουν να φύγω. Είχα ανακαλύψει κάτι που όσο καιρό κι αν ερευνούσα, δε θα το έβρισκα. Με το βλέμμα καρφωμένο στον Ανάργυρο περίμενα να ακούσω το τέλος της ιστορίας.
– Τόσα χρόνια, ξένε, η λαφίνα, η Μαριάμ, ορίζει το χωριό μας. Έχω μεγάλο           κρίμα που τη σκότωσα, γι? αυτό και στοίχειωσε. Φοβερίζει τα παλικάρια και κάνει   τις νιες να κατουριούνται πάνω τους. Μερικοί δεν με πιστεύουν σ? αυτά που λέω, είπε και η ματιά του έφτασε ως τον μπάρμπα Θύμιο, μα εγώ το ξέρω πως δε με απατά ο νους μου. Η λαφίνα ήταν η Μαριάμ και τούτο τίποτα δεν τ? αλλάζει.
       Σηκώθηκε απότομα. Πλήρωσε τα τσίπουρα και φεύγοντας μόνο μου είπε δυο τελευταίες κουβέντες:
– Ξένε, να θυμάσαι τούτα που σου? πα. Δεν έχω διαφέρο, αν με πιστεύεις. Μόνο να τα θυμάσαι, είπε και άνοιξε βιαστικά την πόρτα.
       Τον είδα να κατηφορίζει με την κάπα στον ώμο το καλντερίμι και να χάνεται στα σοκάκια του χωριού.
       Αποτελείωσα το κερασμένο τσίπουρο και σηκώθηκα να φύγω αφήνοντας τα πιατελάκια με τους μεζέδες και τα ποτήρια σκόρπια στο τραπέζι, σαν τα κομμάτια μιας παλιάς ιστορίας. Ήξερα όμως πως επέστρεφα πλουσιότερος. Η ιστορία του   κυρ Ανάργυρου με έκανε να δω το ελάφι με άλλο μάτι, έτσι όπως ποτέ δεν το είχα σκεφτεί ως τότε. Τελικά είχα δίκιο που δεν τα έβαλα με τη βροχή. Κάτι καινούριο είχε καρποφορήσει μέσα μου. Ήταν σίγουρο πως δεν θα ξεχνούσα την ιστορία που άκουσα. Ήμουν πανέτοιμος μάλιστα να ακολουθήσω τα χνάρια της. Και ποιος ξέρει, ίσως μια μέρα να έφτανα να την πιστέψω κιόλας.

Φθινοπωρινά φύλλα

8 Οκτώβριος 2008

Γυρεύω τα φθινοπωρινά σου φύλλα,
μαύρα, κίτρινα, σταχτιά,
κρυμμένα σε κάποιο κλειδωμένο σεντούκι,
τυλιγμένα στις τριμμένες φλοκάτες,
απορημένα στον ίσκιο της αναχώρησης.
Τα γυρεύω μέρες τώρα, μα δεν τα βρίσκω,
από σελίδα σε σελίδα
τα φθινοπωρινά σου φύλλα.

Χρυσό, χαλκό και σύνεση,
νότες που ταιριάζουν στην μπακιρένια όψη σου
αλλά καμώνονται πως δε σε είδαν.
Σε σκεπάζει το δάκρυ του σύννεφου
που ίχνος δεν αφήνει στο χώμα.
Κι όλο γυρεύω με μια χήρα ελπίδα
από πληγή σε πληγή
τα φθινοπωρινά σου φύλλα.

Λίγες σταφίδες θα σε φιλέψω,
από αυτές που μαδάει ο άνεμος,
μαύρες, κίτρινες, σταχτιές.
Κι ίσως έτσι κερδίσω το προνόμιο,
λίγο πριν ξημερώσω στη φτέρνα σου,
να πάψω να γυρεύω
από κλαδί σε κλαδί
τα φθινοπωρινά σου φύλλα.

Χάρτης

8 Οκτώβριος 2008

Το αγέρι είναι καθαρό από λεκέδες
φτάνει το βλέμμα μακριά
ως τις χελιδονοφωλιές των τετραδίων.
Είναι καλή μέρα
για να κεράσεις έναν ξένο δακρυσμένα ερείπια.
Μη βρεθείς σε μονοπάτια
από χαντάκια και ρέματα να διαβείς
από αυτά που κυλούν τα νερά
όταν γυρεύουν να χαθούν από το πρόσωπο της γης.
Μόνο πρόσεχε πως θα πιάσεις το χαρτί
σκέψου πως θα είναι
σαν να αγκαλιάζεις όσα έχασες
γιατί εύκολα τρίβεται.
Ρώτα για το δρόμο που κρεμάστηκα
θα με βρεις να κάθομαι σε ένα δεμάτι αγριόχορτα
θα είναι από αρμύρα και φλισκούνι οι νύχτες μου
και θα σε περιμένω

Ετήσια συνεδρίαση

8 Οκτώβριος 2008

Ψηλοτάβανο δωμάτιο με μωσαϊκό
γύρω γύρω τζαμαρίες
μυρωδιά αδειασμένου ενυδρείου για πνιχτές ομιλίες.

Έχει συννεφιά
τόσο που να μην ξεχωρίζουν οι ρυτίδες στα όνειρα
τόσο που να αντέχουν οι μέρες
σαν το ξεφύλλισμα παλιάς εφημερίδας.
Τα σάλια πνίγουν τα έδρανα με τα μικρόφωνα
κι ένα σωρό χέρια σηκωμένα σαν των ναυαγών
αιωρούνται στη θάλασσα με τα χάρτινα ποτηράκια
από αυτά που ανακυκλώνονται εύκολα
και τα πλαστικά καλαμάκια
από αυτά που ρουφούν τις ιδέες με ευκολία.
Μας δίνεται λίγος χρόνος
κι εμείς ορκιζόμαστε πως γραπώσαμε από τα μαλλιά
το άγαλμα εθνικού ευεργέτη.

Άεργη δημοκρατία,
χαραμίζεσαι ως πεντασύλλαβο οικόπεδο που πιάνει χώρο
ως νεκροσέντονο που κανείς δεν ξέρει τι να το κάνει
ώσπου φτάνει η στιγμή
και τυλίγεσαι στα ξέφτια μιας κατεβασμένης σημαίας
και γκρεμίζεσαι πίσω από τα βράχια.

Έρχεται η ώρα που τα υψηλά οράματα
διπλωμένα στα τέσσερα
ενταφιάζονται σε ένα χαρτόκουτο πλαστικών παιδικών τροφών
που στήνεται πρόχειρα για την περίσταση σε θέση περίοπτη
όπως στήνουν τους σταυρούς σε υψώματα
για να συνηθίζει ο κόσμος στη θέα του θανάτου.

Είναι από πηλό ο ουρανός
φθόγγοι χαραγμένοι στο βάθος του μυαλού
που δε λεν να ξεκολλήσουν.

Τώρα η στεγνή αίθουσα με το μωσαϊκό αντηχεί
σαν τις χωματερές τα βράδια
και με φωνή βραχνή σκουριασμένου κινητήρα
σερνάμενη ξεψυχά η κουβέντα που δεν έπιασε τόπο:
«Λίγη ησυχία να ακούσουμε, συνάδελφοι».

Έχει συννεφιά
τόσο που οι ώρες μεγαλώνουν στη ζωή μας
με την απόγνωση που σπρώχνουν οι απεργοί
τόσο που δε βρίσκουμε το θάρρος να φιληθούμε
αργά το μεσημέρι.

Θρήνος εις την Ελευθερίαν

8 Οκτώβριος 2008

Σε κρατώ φυλακισμένη
σε δωμάτιο κλειστό
κι αν θελήσεις να ξεφύγεις
θα σε χάσω σαν Χριστό.

Μήνες, χρόνια περπατούσες
στα λιβάδια, στους αγρούς.
κι αποκοίμιζαν οι μούσες
των μαλλιών σου τους αρμούς.

Ήρθε ώρα και σε πήρα,
γιατί ήσουνα μικρή,
μη βρεθείς μια μέρα χήρα
και σε κλάψουν οι νεκροί.

Απορώ με την ανάσα
που σου βγαίνει σταυρωτή,
μες στην ξύλινη την κάσα,
Παναγιά, είσαι τρωτή.

Στους ανέμους θα σκορπίσεις
κάποια μαύρη Κυριακή,
πριν δοθούν οι εξηγήσεις
για του Χάρου το γιατί.

Στα ολόλευκα ντυμένη
δε σε βλέπω καθαρά,
μοιάζεις με ηλιοκαμένη
αξεδίπλωτη χαρά.

Απ? την Έφεσο ριγμένη
με Καλάβρυτα μαλλιά
και σαν Πόλη φωτισμένη
χαίρε Σμύρνη λευτεριά.
 

Η προσευχή της Αθηνάς

8 Οκτώβριος 2008

Μαθαίνω, Μεγάλε Πατέρα, πως μέσα  σου κουλουριάζεται το στημόνι μιας βραχείας συλλαβής
και με τον καιρό συνηθίζω και εγώ να στηρίζομαι
πάνω στις παραξενιές ενός γερασμένου φιλοσόφου.
Πόλεμος και ειρήνη τα κύματα που με έφεραν ως εδώ,
δίχως άλλα κάστρα να γκρεμίζονται από σεισμούς και άλλα από αφελείς ερωτήσεις.
Γιατί και το κώνειο στερεύει ως μια τελευταία διδασκαλία.

Δε σου γράφω τίποτα λοιπόν ?
η αθανασία χαμογελούσε, προτού σκοντάψουμε πάνω στο αλφάβητο.
Και μη μου μιλάς για αρετή που είναι σαν τη σκιά.
Γεννήθηκα για να την κυνηγώ αλλά όχι και να τη φτάσω.
Εσύ το έλεγες πως οι δάσκαλοι δεν κατοικούν στα σχολεία αλλά στους δρόμους
και τις αγορές, γεμάτοι σκόνες και ρόζους στα χέρια,
κατάκοποι σαν τον ξυλουργό και σαν τον χτίστη.

Ακαδημία και Λύκειον ?
πώς θα διαβώ τις δικές μου συμπληγάδες; 
Ακόμα και το πιο μικρό έντομο κουβαλά κάτι από τη σοφία σου.

Στα υστερνά ένα όνειρο πάει και έρχεται στον ύπνο μου:
ένας αρματωμένος ? λέει ? πολεμιστής σκαλίζει με το σπαθί του στο χώμα
ώρες πολλές για έργα και πάθη ανθρώπων,
για τριήρεις ναυαγισμένες σε χαμένες ιστορίες,
για υποσχέσεις πανάρχαιες, φτιαγμένες από πηλό, αρμύρα και καταδίκη.

Πως γίνεται και ένας φάρος που δε σβήνει ποτέ, να μην είναι ορατός από όλους;
Μη μου χαρίσεις μαργαριτάρια και αστέρια, κύπελλα και ληκύθους?
χάρισέ μου ένα σου λόγο μονάχα
κι εγώ θα κοινωνήσω την αττική σου αποκάλυψη.

2 Οκτώβριος 2008

Η ζωή είναι σαν το ούζο

 

Στην αρχή όλο αρώματα και διάφανες υποσχέσεις

 

Μα όταν σηκωθείς να την απαντήσεις

 

Τρεκλίζεις από την αδυναμία και την παραζάλη

 

Και μόνο σα στερέψει και η τελευταία στάλα από το αίμα σου

 

Τότε γνωρίζεις ξεκάθαρα ένα πράγμα

 

Πως το ταξίδι αυτό που σε βαράει κατακέφαλα

 

Δεν το μπορείς

 

– όσο και να το θέλεις ?

 

να το φυλακίσεις μέσα σε γυάλινα μπουκάλια.

 

Κλίνη ετοιμοθανάτου

2 Οκτώβριος 2008

Μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο από μια χαραμάδα φως διαβάζεις πάνω στην ακίνητη παλάμη τις πεθυμιές που γινήκαν θύμησες.

Και συλλογάσαι τα γιατί και τα πως αυτού του αχυροσταρένιου πορτρέτου.

Καμιά ελπίδα δε χωρά σε τόσα λίγα σκεπάσματα,

καμιά θέληση δεν υψώνεται πιο δυνατή από την ανυπαρξία.

Μια βαριά κληρονομιά σαν το λιθάρι που ξέκοψε από το βουνό,

άσπιλη και αδιάφορη, τυλιγμένη επίσημα με λευκοσέντονα, βλέννα, σάλιο και τη μυρωδιά του τελευταίου αποχαιρετισμού.

Βουλιαγμένο το στρώμα από το ιδρωμένο αποτύπωμα και την πανίσχυρη αδυναμία,

τόσο που τα σανίδια δεν τρίζουν από τα αγκομαχητά της εφηβείας.

Και εκείνα τα κρεμασμένα σκουτιά, σαν κατάδικοι σε ικριώματα,

απαρηγόρητα νεύουν δώθε ?κείθε, κατά πως αργοσαλεύει το βλέμμα,

γυρεύοντας να βρουν μια καινούρια χειρονομία που θα τα ξαναζωντανέψει.

Δάχτυλα σταυρωμένα στο ρυθμό της ευλάβειας,

αναστενάζουν ένα γύρω, που δεν μπορούν να συγκρατήσουν στις χούφτες ένα τόσο πανάλαφρο πούπουλο. Και πάντως, παραλύουν στον κόμπο μιας ευχής.

Δε λέει να ξεμυτίσει πίσω από τις κουρτίνες ο θεός που περιμένεις,

ίσως γιατί θέλει να τον ανακηρύξεις αυτοκράτορα σε λίγα τετραγωνικά μωσαϊκό.

Πόσα λόγια πασχίζει να σηκώσει η σιωπή μέσα σε τούτη την ωχρή κλίνη ετοιμοθανάτου.

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση